Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αγωγή αποζημιώσεως * ΕΚΑΧ * Ζημία επελθούσα λόγω αποφάσεων * Βάση του αιτήματος * Συνύπαρξη των άρθρων 34 και 40, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 34 και 40, εδ. 1)
2. Εξωσυμβατική ευθύνη * ΕΚΑΧ * Προϋποθέσεις * Εκτίμηση του πταίσματος που μπορεί να θεμελιώνει ευθύνη * Λαμβάνονται υπόψη οι καταστάσεις που πρέπει να ρυθμιστούν, οι δυσχέρειες εφαρμογής των σχετικών διατάξεων και το περιθώριο εκτιμήσεως του οργάνου
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 34 και 40)
3. Εξωσυμβατική ευθύνη * ΕΚΑΧ * Κανονιστική πράξη * Ευθύνη της Κοινότητας * Προϋποθέσεις * Ομοιότητες μεταξύ των συστημάτων θεμελιώσεως ευθύνης που έχουν θεσπισθεί από τις Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΟΚ * Ασκούν επιρροή * Όρια
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 34 και 40 Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 215, εδ. 2)
4. Εξωσυμβατική ευθύνη * ΕΚΑΧ * Αναίρεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου αναγνωρίζουσας την ευθύνη της Κοινότητας λόγω ενέργειας της Επιτροπής συνιστώσας πταίσμα (Υπόθεση Τ-120/89) * Απορρίπτεται
5. Εξωσυμβατική ευθύνη * ΕΚΑΧ * Προϋποθέσεις * Επιχείρηση στην οποία δεν χορηγήθηκαν, στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως χάλυβα, ποσοστώσεις αντιστοιχούσες στην κατάστασή της * Άμεση ζημία * Εκτίμηση * Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη * Ειδική ζημία
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 34 και 40)
Περίληψη
1. Η Συνθήκη ΕΚΑΧ έχει προβλέψει δύο μέσα ένδικης προστασίας προκειμένου να ζητείται η αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας με βάση την ίδια απαίτηση, η οποία είναι αυτή της υπάρξεως πταίσματος. Καίτοι το πρώτο αφορά ειδικώς την περίπτωση παρανόμων πράξεων που έχουν ακυρωθεί, τίποτα δεν επιτρέπει τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του δεύτερου μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν τίθεται ζήτημα παρανόμου χαρακτήρα μιας αποφάσεως.
Εφόσον η επιχείρηση που έχει ασκήσει αγωγή για την αποκατάσταση της ζημίας που διατείνεται ότι έχει υποστεί από αποφάσεις οι οποίες, κατ' αυτήν, βαρύνονται από πταίσματα ικανά να θεμελιώσουν την ευθύνη της Κοινότητας στηρίζεται, κυρίως, στο άρθρο 34 και επικουρικώς στο άρθρο 40, δεν παρίσταται ανάγκη, στο πλαίσιο μιας αναιρέσεως, να προσδιοριστεί αν η προσφυγή ήταν εν όλω ή εν μέρει παραδεκτή βάσει του ενός ή του άλλου από τα άρθρα αυτά, και τούτο δοθέντος ότι και οι δύο διατάξεις επιτρέπουν τη χορήγηση αποζημιώσεως για τη ζημία που προβάλλει η εν λόγω επιχείρηση. Ασχέτως του αν η νομική βάση του αιτήματός της είναι το άρθρο 34 ή το άρθρο 40, η επιχείρηση δικαιούνταν, εν πάση περιπτώσει, να ζητήσει την αναγνώριση της σχετικής ευθύνης της Επιτροπής.
2. Για να εκτιμηθεί η φύση του πταίσματος που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 40 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προκειμένου να υφίσταται ευθύνη της Κοινότητας, πρέπει, ελλείψει οποιασδήποτε διευκρινίσεως στις προπαρατεθείσες διατάξεις, να πρόκειται για τους τομείς στους οποίους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρεμβαίνει το κοινοτικό όργανο. Συναφώς, πρέπει ιδίως να λαμβάνονται υπόψη ο περίπλοκος χαρακτήρας των καταστάσεων που πρέπει να ρυθμίσει το όργανο, οι δυσχέρειες εφαρμογής των σχετικών διατάξεων και τα περιθώρια εκτιμήσεως που διαθέτει το όργανο δυνάμει των διατάξεων αυτών.
3. Έστω και αν είναι δυνατό να επισημανθούν ομοιότητες μεταξύ των σχετικών με την ευθύνη συστημάτων που έχουν θεσπιστεί με τις Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΟΚ και έστω και αν είναι δυνατό να διαπνέονται αυτά, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί αγωγής με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακος και Χάλυβος, από αρχές που είναι κοινές σε διάφορες καταστάσεις όπου το κοινοτικό όργανο διαθέτει, για τη ρύθμιση περιπλόκων προβλημάτων, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, μόνον υπό το φως των κριτηρίων που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή των άρθρων 34 και 40 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οφείλει ο κοινοτικός δικαστής να χαρακτηρίσει τα γεγονότα και να προσδιορίσει το ή τα πταίσματα που θεμελιώνουν την ευθύνη της Κοινότητας.
4. Το Πρωτοδικείο, με τις διαπιστώσεις και εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών, πράγμα που εμπίπτει στην αποκλειστική του αρμοδιότητα, στις οποίες προέβη με την απόφασή του της 27ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση Τ-120/89, εφάρμοσε, κρίνοντας ότι τα υποβληθέντα στην εκτίμησή του γεγονότα συνιστούσαν κατάφωρο πταίσμα ικανό να θεμελιώσει την ευθύνη της Κοινότητας, τους κανόνες περί υπάρξεως ευθύνης της τελευταίας με έναν τρόπο ο οποίος, όπως εκτιμά το Δικαστήριο, δεν μπορεί να επικριθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως μιας στρεφομένης κατά της εν λόγω αποφάσεως αναιρέσεως.
5. Η επιχείρηση η οποία, στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως χάλυβα, αναγκάστηκε, λόγω του ότι η Επιτροπή αρνήθηκε, πράγμα που αποτελούσε παράνομη ενέργεια και συνιστώσα πταίσμα, να της χορηγήσει προσαρμογές των ποσοστώσεών της παραδόσεως, να πωλήσει σημαντικό μέρος της παραγωγής της στην αγορά τρίτων χωρών υπό μη επωφελείς όρους, υπέστη ζημία, κατά την έννοια του άρθρου 34, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά την εκτίμηση της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία που συνδέονται με τα γεγονότα που την προκάλεσαν και που μπορούν, ενδεχομένως, να αντισταθμίζονται αμοιβαίως. Ωστόσο, όταν η αιτία της επενεχθείσας στην επιχείρηση αυτή ζημίας έγκειται αποκλειστικώς στην άρνηση στην οποία αυτή προσέκρουσε και όχι στην εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα πλεονεκτήματα που η επιχείρηση θα μπορούσε να έχει αντλήσει συνολικώς από το σύστημα αυτό.
Εφόσον η επενεχθείσα ζημία οφείλεται σε παράνομες ενέργειες που συνιστούν πταίσματα της Επιτροπής, δεν ήταν δυνατό, υπό κανονικές συνθήκες, η εν λόγω ζημία να έχει προβλεφθεί από την επιχείρηση. Επομένως, η τελευταία υπέστη ζημία υπερβαίνουσα τα όρια των κινδύνων που είναι συμφυείς με τις δραστηριότητες στον οικείο τομέα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-220/91 P,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Rolf Waegenbaur, κύριο νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Eberhard Grabitz, Ehrenbergstrasse 17, D-1000 Berlin 33, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg,
αναιρεσείoυσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 27 Ιουνίου 1991 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-120/89, Stahlwerke Peine-Salzgitter AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-279), και με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Stahlwerke Peine-Salzgitter AG, εταιρία γερμανικού δικαίου, με έδρα το Salzgitter (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), εκπροσωπούμενη από τους Deringer, Tessin, Herrmann και Sedemund, δικηγόρους Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-Rue,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Σεπτεμβρίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 1991, Τ-120/89, Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-279), κατά το μέτρο που με την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι βαρύνονται με πταίσμα, που θεμελιώνει την ευθύνη της Κοινότητας, ορισμένες αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με τις ποσοστώσεις παραδόσεως της ενάγουσας επιχειρήσεως μεταξύ 1985 και 1988, έκρινε ότι η επιχείρηση αυτή είχε υποστεί λόγω των αποφάσεων αυτών άμεση και ειδική ζημία και καταδίκασε την Επιτροπή στην καταβολή του μεγαλυτέρου μέρους των δικαστικών εξόδων.
2 Όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο με την απόφασή του (σκέψεις 1 έως 22), δυνάμει της γενικής αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα για τα έτη 1984 και 1985 (ΕΕ L 29, σ. 1), η Επιτροπή καθόρισε, ανά τρίμηνο και ανά επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορούσαν να παραδίδονται στην κοινή αγορά (στο εξής: ποσοστώσεις παραδόσεως) βάσει των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς που είχαν καθοριστεί με την εν λόγω απόφαση και με εφαρμογή επί των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς ορισμένων ποσοστών μειώσεως καθοριζομένων ανά τρίμηνο.
3 Το άρθρο 14 της γενικής αυτής αποφάσεως επιτρέπει στην Επιτροπή να αναπροσαρμόζει ορισμένες διατάξεις όταν οι επιβληθέντες περιορισμοί στην παραγωγή ή στην παράδοση συνεπάγονται εξαιρετικές δυσκολίες για μια επιχείρηση. Κατανοώντας τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε και η γερμανική επιχείρηση σιδηρουργίας Stahlwerke Peine-Salzgitter AG (στο εξής: Salzgitter) λόγω της δυσμενούς σχέσεως μεταξύ της ποσοστώσεώς της παραδόσεως και της ποσοστώσεώς της παραγωγής (γνωστής ως σχέσεως Ι:Ρ), η Επιτροπή προέβη στην αναπροσαρμογή της ποσοστώσεως παραδόσεως για τα τρία τελευταία τρίμηνα του 1984. Παρ' όλ' αυτά, η Επιτροπή αρνήθηκε, με απόφαση της 11ης Ιουνίου 1985, να χορηγήσει στην επιχείρηση αυτή αναπροσαρμογές ποσοστώσεων όσον αφορά τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1985 με την αιτιολογία ότι οι αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας της είχαν χορηγήσει ενισχύσεις κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1984 και ότι τα αποτελέσματά τους ήταν, έκτοτε, θετικά στο σύνολό τους.
4 Με μια πρώτη απόφαση, που εξέδωσε στις 14 Ιουλίου 1988, στην υπόθεση 103/85, Stahlwerke Peine-Salzgitter AG κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 4131), το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουνίου 1985 κατά το μέτρο που με την απόφαση εκείνη η Επιτροπή αρνήθηκε να αναπροσαρμόσει, βάσει του άρθρου 14 της γενικής αποφάσεως 234/84 και για το πρώτο τρίμηνο του 1985, τις ποσοστώσεις παραδόσεως της Salzgitter. Η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου στηρίχθηκε, αφενός, στο ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει υπόψη, για τον προσδιορισμό της υπάρξεως εξαιρετικών δυσκολιών, την κατάσταση της επιχειρήσεως στο σύνολό της, αλλά μόνον την κατάσταση που επικρατούσε στις κατηγορίες προϊόντων αποτελούντων το αντικείμενο υψηλού ποσοστού μειώσεως και, αφετέρου, στο ότι οι ενισχύσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως ενισχύσεις οι οποίες προορίζονταν για την κάλυψη των ζημιών εκμεταλλεύσεως και οι οποίες εμπόδιζαν την χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων.
5 Ανεξαρτήτως της εξελίξεως της πρώτης αυτής δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εξέφρασε επανειλημμένως την πρόθεσή της να επανεξετάσει το ζήτημα της σχέσεως Ι:Ρ πριν παρατείνει, για μια νέα περίοδο δύο ετών, την ισχύ του συστήματος των ποσοστώσεων. Κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συμβουλευτική Επιτροπή ΕΚΑΧ, η Επιτροπή ζήτησε από το Συμβούλιο να δώσει τη σύμφωνη γνώμη του σχετικά με τις μελετώμενες εν προκειμένω νέες διατάξεις.
6 Όμως, το Συμβούλιο αρνήθηκε να δώσει σύμφωνη γνώμη και η Επιτροπή εξέδωσε, στις 27 Νοεμβρίου 1985, τη γενική απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ, για παράταση της ισχύος του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα για τα έτη 1986 και 1987 (ΕΕ L 340, σ. 5). Η γενική αυτή απόφαση δεν προέβλεπε την αναπροσαρμογή της σχέσεως Ι:Ρ που η ίδια η Επιτροπή είχε προτείνει στο Συμβούλιο.
7 Το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85 προέβλεπε ότι η Επιτροπή οφείλει να καθορίζει ανά τρίμηνο και για κάθε επιχείρηση τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να παραδίδεται στην κοινή αγορά, βάσει, εξάλλου, των προβλεπομένων παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς και κατ' εφαρμογήν επ' αυτών των προβλεπομένων σε άλλο άρθρο ποσοστών μειώσεως. Το εν λόγω άρθρο επέτρεπε στην Επιτροπή, εντός ορισμένων ορίων, να προβαίνει, εφόσον παρίστατο ανάγκη, στην αναπροσαρμογή των κατ' αυτόν τον τρόπο καθοριζομένων ποσοστώσεων, πλην όμως η αναπροσαρμογή αυτή δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα ποσοστώσεις υπερβαίνουσες, για το σύνολο των κατηγοριών μιας επιχειρήσεως, ορισμένο ανώτατο ανά τρίμηνο όριο. Κατ' εφαρμογήν αυτού του άρθρου 5, η Επιτροπή απηύθυνε στην Salzgitter, στις 30 Δεκεμβρίου 1985 και στις 21 Μαρτίου 1986, ατομικές αποφάσεις με τις οποίες καθόρισε, για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1986, τις ποσοστώσεις παραδόσεως που ίσχυαν γι' αυτήν.
8 Με μια δεύτερη απόφαση, που εκδόθηκε επίσης στις 14 Ιουλίου 1988, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 33/86, 44/86, 110/86, 226/86 και 285/85, Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 4309), το Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85 καθώς και τις προαναφερθείσες ατομικές αποφάσεις που στηρίζονταν στο άρθρο αυτό. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο υπέμνησε, κατ' αρχάς, ότι το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ απαιτεί τη συγκατάθεση του Συμβουλίου μόνον για την καθιέρωση και τα ουσιώδη στοιχεία του συστήματος ποσοστώσεων και ότι στην Επιτροπή εναπέκειτο, δυνάμει των δικών της αρμοδιοτήτων, να ρυθμίσει τις σχετικές με το σύστημα αυτό λεπτομέρειες προκειμένου να οριστούν ποσοστώσεις επί δικαίας βάσεως. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, μη προβαίνοντας, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, στην τροποποίηση της σχέσεως Ι:Ρ που η ίδια θεωρούσε αναγκαία προκειμένου οι ποσοστώσεις να οριστούν επί δικαίας βάσεως, είχε επιδιώξει σκοπό διαφορετικό απ' αυτόν που της υπαγόρευε η διάταξη αυτή, και είχε, κατ' αυτόν τον τρόπο, ενεργήσει κατά κατάχρηση εξουσίας σε βάρος των εναγουσών επιχειρήσεων.
9 Και άλλες ατομικές αποφάσεις σχετικά με τις ποσοστώσεις παραδόσεων της Salzgitter ελήφθησαν μεταξύ του 1985 και του 1988, έτος κατά το οποίο τέθηκε τέρμα στο σύστημα των ποσοστώσεων. Κατά των αποφάσεων αυτών δεν ασκήθηκαν προσφυγές ακυρώσεως. Πράγματι, προς αποφυγή μάταιων δικαστικών αγώνων, η εν λόγω επιχείρηση αρκέστηκε στο να λάβει τη διαβεβαίωση ότι η Επιτροπή θα δεχόταν να υποστεί, όσον αφορά τις αποφάσεις αυτές, τις ίδιες συνέπειες με αυτές που θα απέρρεαν από ενδεχόμενη ακύρωση των πράγματι προσβληθεισών ενώπιον του Δικαστηρίου αποφάσεών της.
10 Πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι, με την απόφασή του της 14ης Ιουνίου 1989, 218/87 και 223/87 καθώς και 72/88 και 92/88 (Ηoogovens Groep κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1711), το Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 194/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 6ης Ιανουαρίου 1988, που παρέτεινε την ισχύ του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα όσον αφορά το πρώτο εξάμηνο του έτους 1988 (ΕΕ L 25, σ. 1), άρθρο το οποίο αποτελούσε επανάληψη του άρθρου 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85 καθώς και τη νομική βάση των ατομικών αποφάσεων που είχαν ληφθεί από την Επιτροπή για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1988.
11 Λίγο καιρό μετά την έκδοση των δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988, η Salzgitter επιδίωξε, σύμφωνα με το άρθρο 34, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να επιτύχει αποζημίωση ή δίκαιη αποκατάσταση της ζημίας που της είχαν προκαλέσει οι στερούμενες νομιμότητας αποφάσεις της Επιτροπής. Αλλά, ούτε οι συναντήσεις μεταξύ των συνεργατών της επιχειρήσεως και των υπηρεσιών της Επιτροπής ούτε η σχετική μεταξύ των υπευθύνων της εταιρείας και των εκπροσώπων της Επιτροπής αλληλογραφία κατέληξαν σε συμφωνία.
12 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουλίου 1989, το οποίο διαβιβάστηκε στο Πρωτοδικείο με διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1989 κατ' εφαρμογήν του άρθρου 14 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Salzgitter ζήτησε, βάσει κυρίως του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και επικουρικώς του άρθρου 40 της ίδιας Συνθήκης, αφενός, να αναγνωριστεί ότι οι ακυρωθείσες από το Δικαστήριο αποφάσεις καθώς και οι λοιπές αποφάσεις σχετικά με τις ποσοστώσεις της παραδόσεως μεταξύ του 1985 και του 1988, οι οποίες δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, βαρύνονται με πταίσματα ικανά να θεμελιώσουν την ευθύνη της Επιτροπής και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της αποκαταστήσει τη ζημία που είχε υποστεί λόγω αυτών των παρανόμων και πταισματικών αποφάσεων.
13 Σύμφωνα με την ενάγουσα, η σχετική ζημία συνίστατο στη διαφορά μεταξύ των εσόδων που αυτή θα μπορούσε να είχε πραγματοποιήσει, αν η Επιτροπή τής είχε χορηγήσει, ως όφειλε, μεγαλύτερη ποσόστωση παραδόσεως για την αγορά της Κοινότητας όπου οι τιμές ήταν υψηλότερες, και των εσόδων που πραγματοποίησε αφού αναγκάστηκε να πωλήσει σε χαμηλότερες τιμές σε τρίτες χώρες. Η ενάγουσα εκτίμησε την εν λόγω ζημία στο ποσό των 73 065 405 γερμανικών μάρκων (DM), πλέον τόκων. Στη συνέχεια, η ενάγουσα προέβαλε και νέες αξιώσεις ανεβάζοντας το ζητούμενο ποσό στα 77 603 528 (DM).
14 Με την απόφασή του της 27ης Ιουνίου 1991, το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Επιτροπής πταισματικές και δυνάμενες να θεμελιώσουν την ευθύνη της Κοινότητας, αποφάνθηκε ότι η ενάγουσα είχε υποστεί λόγω των αποφάσεων αυτών άμεση και ειδική ζημία, απέρριψε ως πρόωρο το αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως στη Salzgitter, ανέπεμψε την υπόθεση στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει εύλογη αποκατάσταση της ζημίας και καταδίκασε την Επιτροπή στα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και στο 90 % των εξόδων της ενάγουσας.
15 Ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή αμφισβητεί, διαδοχικώς, το παραδεκτό τής ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκηθείσας αγωγής, τη φύση του πταίσματος που απαιτείται προκειμένου να υφίσταται ευθύνη της Κοινότητας, τις συνέπειες των παρανόμων ενεργειών που έχουν επικριθεί με την πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988, τις συνέπειες των παρανόμων ενεργειών που έχουν επικριθεί με τη δεύτερη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988 και με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουνίου 1989, και, τέλος, το υποστατό της ζημίας που παρέχει δικαίωμα για αποκατάσταση.
16 Η Salzgitter ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση την απόρριψη από το Πρωτοδικείο των σχετικών με αποζημίωση αιτημάτων της.
17 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Όσον αφορά το παραδεκτό της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγής
18 Το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση του απαραδέκτου που αντλήθηκε από την έλλειψη προηγούμενης ακυρώσεως ορισμένων από τις επίδικες αποφάσεις. Έκρινε ότι ήταν δυνατό, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να ισχύσει η λύση που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 26ης Απριλίου 1988, 97/86, 193/86, 99/86 και 215/86, Αστερής κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2181) όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 176 της Συνθήκης της ΕΟΚ και ότι, κατά συνέπεια, έπρεπε να εξομοιωθούν προς την ακυρωθείσα πράξη οι ρητές ή σιωπηρές αποφάσεις που είχαν το ίδιο κατ' ουσίαν μ' αυτήν περιεχόμενο και ελήφθησαν μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της ακυρωθείσας πράξεως και της ημερομηνίας εκδόσεως της ακυρωτικής αποφάσεως (σκέψη 47).
19 Η Επιτροπή βάλλει κατά της απορρίψεως από το Πρωτοδικείο της ενστάσεως απαραδέκτου που είχε προτείνει κατά της αγωγής της Salzgitter. Υποστηρίζει, κατ' ουσίαν, ότι η αναλογία μεταξύ του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν είναι παρά μόνο μερική και δεν αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας ενώπιον του Δικαστηρίου αγωγής αποζημιώσεως που προβλέπονται από το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο απαιτεί την προηγούμενη ακύρωση των επιδίκων αποφάσεων.
20 Αντιθέτως, η Salzgitter συμφωνεί με τη συλλογιστική που ακολούθησε επί του σημείου αυτού το Πρωτοδικείο, πλην όμως ισχυρίζεται ότι, κι αν ακόμα η αγωγή της δεν ήταν παραδεκτή με βάση το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, είναι παραδεκτή με βάση το άρθρο της 40 το οποίο και είχε επικαλεστεί επικουρικώς.
21 Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ έχει προβλέψει δύο μέσα ένδικης προστασίας προς αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας και ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η ύπαρξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 34 δεν εμποδίζει μια επιχείρηση, η οποία φρονεί ότι έχει κατά τρόπο άμεσο ζημιωθεί από μια κοινοτική απόφαση της οποίας δεν έχει ζητηθεί η ακύρωση, να επιδιώξει την αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας με βάση το άρθρο 40, πρώτο εδάφιο. Ούτε το γράμμα ούτε η οικονομία της τελευταίας αυτής διατάξεως επιτρέπουν τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν αμφισβητείται ο παράνομος χαρακτήρας αποφάσεων (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1992, C-363/88 και C-364/88, Finsider κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-359, σκέψεις 15 και 16).
22 Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του ίδιου του γράμματος των άρθρων 34 και 40, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τα δύο μέσα ένδικης προστασίας που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές επιτρέπουν την επιδίωξη της αναγνωρίσεως της ευθύνης της Κοινότητας με βάση την ίδια προϋπόθεση που συνίσταται στην ύπαρξη πταίσματος (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1992, C-363/88 και C-364/88, Finsider κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 20).
23 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως το Δικαστήριο έχει επισημάνει στη σκέψη 12 της παρούσας αποφάσεως, με την ασκηθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγή ζητήθηκε, κατ' εφαρμογήν, κυρίως, του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και, επικουρικώς, του άρθρου 40 της ίδιας Συνθήκης, αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που η ενάγουσα υπέστη από τις φερόμενες ως πταισματικές αποφάσεις της Επιτροπής.
24 Ως προς το δικαίωμα αποζημιώσεως που κατ' αυτόν τον τρόπο προβάλλει η Salzgitter, η εφαρμογή του ενός ή του άλλου από τα δύο προβαλλόμενα άρθρα ουδεμία έχει επίπτωση εφόσον και τα δύο αυτά μέσα ένδικης προστασίας καθιστούν δυνατή την επίτευξη αποζημιώσεως για ζημία που έχει προκληθεί από αποφάσεις δυνάμενες να θεμελιώσουν την ευθύνη της Κοινότητας.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, περιττεύει η εξέταση του ζητήματος αν ορισμένες από τις αμφισβητηθείσες αποφάσεις μπορούν ή όχι να εξομοιωθούν με ακυρωθείσες από το Δικαστήριο αποφάσεις και αν, όσον αφορά την προκληθείσα από τις αποφάσεις αυτές ζημία, μπορεί ή όχι να θεμελιωθεί ευθύνη της Κοινότητας βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο εφαρμόζεται σε περίπτωση ακυρώσεως. Ασχέτως του αν η νομική βάση του αιτήματός της, όσον αφορά τις αποφάσεις που δεν απετέλεσαν αντικείμενο ακυρώσεως από το Δικαστήριο, είναι το άρθρο 34 ή το άρθρο 40, η Salzgitter δικαιούταν, εν πάση περιπτώσει, να ζητήσει την αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας προκειμένου να πετύχει την αποκατάσταση της προκληθείσας από τις αποφάσεις αυτές ζημίας.
26 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Όσον αφορά το πταίσμα που μπορεί να θεμελιώσει την ευθύνη της Κοινότητας
27 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι για την καλύτερη διασφάλιση της ενότητας, κατά την εφαρμογή του, του κοινοτικού δικαίου περί ευθύνης εκ παρανόμων κανονιστικών πράξεων, ενδείκνυται όπως ο όρος πταίσμα που θεμελιώνει την ευθύνη της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 34, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να ερμηνεύεται υπό το φως των κριτηρίων που έχει το Δικαστήριο διαμορφώσει με την νομολογία του σχετικά με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ (σκέψη 78).
28 Η Επιτροπή, καίτοι είναι σύμφωνη με την αναφορά αυτή, επικρίνει την απόφαση του Πρωτοδικείου ως παρεκκλίνουσα σε αρκετά σημεία από τη νομολογία του Δικαστηρίου περί ευθύνης λόγω παρανόμων κανονιστικών πράξεων και υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή λίαν αυστηρών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτής δεν συνδέεται τόσο με την κανονιστική φύση της βαλλομένης πράξεως όσο με την έκταση της εξουσίας εκτιμήσεως του κοινοτικού οργάνου.
29 Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να εκτιμηθεί η φύση του πταίσματος που πρέπει να συντρέχει για να γεννάται ευθύνη της Κοινότητας, είτε βάσει του άρθρου 34 είτε βάσει του άρθρου 40 της ίδιας Συνθήκης, άρθρα που κανένα τους δεν παρέχει κάποια σχετική διευκρίνιση, σημεία αναφοράς αποτελούν οι τομείς στους οποίους παρεμβαίνει και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρεμβαίνει το κοινοτικό όργανο. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνεται ιδίως υπόψη ο περίπλοκος χαρακτήρας των καταστάσεων που πρέπει να ρυθμίσει το όργανο, οι δυσχέρειες εφαρμογής των νομοθετικών κειμένων και τα περιθώρια εκτιμήσεως που διαθέτει το όργανο δυνάμει των κειμένων αυτών (η προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1992, C-363/88 και C-364/88, Finsider κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 24).
30 Έστω και αν το Πρωτοδικείο ορθώς επισήμανε τις ομοιότητες που υφίστανται μεταξύ των σχετικών με την ευθύνη συστημάτων που έχουν θεσπισθεί με τις Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΟΚ κι έστω και αν δικαιολογημένα εμφορήθηκε από αρχές που είναι κοινές όσον αφορά διάφορες καταστάσεις όπου το κοινοτικό όργανο διαθέτει, για τη ρύθμιση περιπλόκων προβλημάτων, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, μόνον υπό το φως των κριτηρίων που έχουν διαμορφωθεί για την εφαρμογή των άρθρων 34 και 40 της Συνθήκης ΕΚΑΧ οφείλει το Δικαστήριο να ελέγξει αν το Πρωτοδικείο προέβη, με βάση τις διαπιστώσεις και εκτιμήσεις που εμπίπτουν στην αποκλειστική του αρμοδιότητα, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών και προσδιόρισε επαρκώς το ή τα πταίσματα που θεμελιώνουν την ευθύνη της Κοινότητας.
Όσον αφορά τις συνέπειες των παρανόμων ενεργειών που επικρίθηκαν με την πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988
31 Το Πρωτοδικείο έκρινε καταρχάς ότι, ενόψει της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1983, 317/82, Boel κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2041), η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοεί, εκδίδοντας τις αποφάσεις με τις οποίες αρνήθηκε να προσαρμόσει τις ποσοστώσεις, ότι δεν μπορούσε να λάβει υπόψη, προκειμένου να κρίνει αν υφίστανται οι εξαιρετικές δυσκολίες που απαιτούνται από το άρθρο 14 της προαναφερθείσας γενικής αποφάσεως 234/84, την κατάσταση που επικρατούσε σε άλλες κατηγορίες προϊόντων, εκτός αυτών που καλύπτονταν από τις ποσοστώσεις και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε νομίμως να στηρίξει την απορριπτική απόφασή της στο γεγονός ότι η επιχείρηση ως σύνολο είχε κέρδη (σκέψη 89). Εξ αυτού το Πρωτοδικείο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η ερμηνεία της Επιτροπής ήταν καταφανώς πεπλανημένη ενόψει του γράμματος του άρθρου αυτού 14 και της ερμηνείας που του είχε δώσει το Δικαστήριο (σκέψη 90). Το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι τη σοβαρότητα αυτής της πλάνης επέτεινε τόσο η αλλαγή στάσης που επέδειξε η Επιτροπή όσο και η προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των επιχειρηματιών που η στάση αυτή απεκάλυπτε (σκέψεις 91 και 92). Πράγματι, επί του τελευταίου αυτού σημείου, το Πρωτοδικείο επισήμανε, όπως και το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει με την πρώτη του απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, ότι η Επιτροπή είχε χορηγήσει, σε αρκετές περιπτώσεις, συμπληρωματικές ποσοστώσεις σε επιχειρήσεις που είχαν πραγματοποιήσει κέρδη.
32 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, ενόψει της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1985, 250/83, Finsider κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 131), η Επιτροπή δεν ήταν εξάλλου δυνατό ν' αγνοεί ότι η επίπτωση που μπορεί να έχει μια ενίσχυση στον απολογισμό κερδών και ζημιών μιας επιχειρήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρο κριτήριο για την ανίχνευση ενισχύσεων που προορίζονται να καλύψουν ζημίες εκμεταλλεύσεως υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 14, δεδομένου ότι κάθε ενίσχυση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ολική ή μερική αντιστάθμιση ενδεχομένων ζημιών εκμεταλλεύσεως (σκέψεις 93 και 94).
33 Από αυτές τις διαπιστώσεις και εκτιμήσεις, το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να εφαρμόσει στη Salzgitter, για τα τέσσερα τρίμηνα του 1985, τις διατάξεις του άρθρου 14 της γενικής αποφάσεως 234/84, διέπραξε πταίσμα ικανό να θεμελιώσει την ευθύνη της Κοινότητας (σκέψη 96).
34 Προκειμένου να αμφισβητήσει τις συνέπειες που κατ' αυτόν τον τρόπο συνήγαγε το Πρωτοδικείο από τις παράνομες ενέργειες που επικρίθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988, Stahlwerke Peine-Salzgitter AG κατά Επιτροπής (η προαναφερθείσα υπόθεση 103/85), η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε πλήρως υπόψη το γεγονός ότι η νομολογία του Δικαστηρίου εξαρτά την ύπαρξη ευθύνης της Κοινότητας από πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται κατά την άσκηση των εξουσιών της. Στη συνέχεια, προσάπτει στο Πρωτοδικείο το ότι εξομοίωσε αυτή την επιταγή της νομολογίας με κριτήριο αμελείας και ότι ενήργησε βάσει υποκειμενικών θεωρήσεων, ενώ η εφαρμογή των καθορισμένων από το Δικαστήριο κριτηρίων εξαρτάται από την ύπαρξη αντικειμενικών περιστάσεων. Τέλος η Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο αγνόησε τη διοικητική πρακτική της κατά την οποία λαμβάνεται υπόψη η συνολική κατάσταση των επιχειρήσεων και όχι μόνο η κατάσταση των κατηγοριών των οικείων προϊόντων.
35 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
36 Όσον αφορά το πρώτο σημείο, αρκεί να σημειωθεί ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο, το οποίο άλλωστε δεν υποχρεούνταν, για τους μνημονευθέντες στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως λόγους, να αναφερθεί επακριβώς στο κριτήριο αυτό, εξέτασε όχι μόνον το πρόδηλον της προσαφθείσας στο εν λόγω κοινοτικό όργανο υπερβάσεως αλλά και τη ρητώς μνημονευθείσα στη σκέψη 91 σοβαρότητά της.
37 Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο χαρακτηρισμός μιας πλάνης, στο πλαίσιο ενός συστήματος ευθύνης ερειδομένου σε πταίσμα, απαιτεί την εκτίμηση των περιστάσεων, πράγμα που απορρέει, κατ' ανάγκην, από μια υποκειμενική προσέγγιση.
38 Όσον αφορά το τρίτο σημείο, αρκεί η διαπίστωση ότι η διοικητική πρακτική που προβλήθηκε από την Επιτροπή, η οποία εξάλλου επικρίθηκε με την πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως κανόνας δικαίου.
39 Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι ενόψει των διαπιστώσεων και εκτιμήσεων των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο, που εξάλλου αντλούνται από τις διαπιστώσεις και εκτιμήσεις του Δικαστηρίου στις προαναφερθείσες αποφάσεις, το Πρωτοδικείο προέβη, σε σχέση με τους κανόνες που θεμελιώνουν την ευθύνη της Κοινότητας, σε ανακριβή νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών αυτών, κρίνοντας ότι αυτά συνιστούσαν κατάφωρο πταίσμα ικανό να θεμελιώσει την ευθύνη αυτή.
Όσον αφορά τις συνέπειες των παρανόμων ενεργειών που επικρίθηκαν με τη δεύτερη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988 και με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουνίου 1989
40 Προκειμένου να καταστεί αντιληπτό σε τι συνίστανται αυτές οι παράνομες ενέργειες, πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί η κατανομή των αρμοδιοτήτων που έχει θεσπισθεί με το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων είτε εξ ίδίας πρωτοβουλίας, κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συμβουλευτική Επιτροπή και μετά σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, είτε κατόπιν εντολής του τελευταίου αποφαινομένου ομοφώνως, όταν στο εν λόγω κοινοτικό όργανο, ελλείψει αναλήψεως πρωτοβουλίας από την Επιτροπή, έχει προσφύγει κράτος μέλος. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, στην Επιτροπή εναπόκειται, βάσει μελετών που γίνονται σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων, ο καθορισμός των ποσοστώσεων επί δικαίας βάσεως, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4 της Συνθήκης.
41 Όσον αφορά τις συνέπειες των παρανόμων ενεργειών που επικρίθηκαν με τη δεύτερη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988 και με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουνίου 1989, το Πρωτοδικείο οδηγήθηκε, καταρχάς, στην ίδια διαπίστωση με αυτή στην οποία είχε καταλήξει και το Δικαστήριο με τη δεύτερη απόφασή του της 14ης Ιουλίου 1988, ότι, μη προβαίνοντας στην τροποποίηση της σχέσεως Ι:Ρ, την οποία είχε κρίνει αναγκαία προκειμένου να καθοριστούν οι ποσοστώσεις επί δικαίας βάσεως, η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 3485/65 ήταν παράνομο λόγω καταχρήσεως εξουσίας, επέκρινε προδήλως μια κανονιστική πράξη ενέχουσα άσκηση διακριτικής ευχέρειας και ότι η ίδια παρατήρηση ισχύει και για το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 194/88 που ακυρώθηκε για τους ίδιους λόγους με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουνίου 1989 (σκέψη 109). Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι οι ατομικές αποφάσεις που ελήφθησαν κατ' εφαρμογήν των γενικών αυτών αποφάσεων βαρύνονταν κατ' ανάγκη από την ίδια κατάχρηση εξουσίας με αυτή που χαρακτήριζε τις διατάξεις που αποτελούσαν τη νομική τους βάση (σκέψη 110).
42 Κατόπιν τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η κατάχρηση εξουσίας που διαπίστωσε το Δικαστήριο καθώς και η κατάφωρη παράβαση τόσο του άρθρου 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσο και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνιστούν πταίσμα που θεμελιώνει την ευθύνη της Κοινότητας (σκέψη 111).
43 Για να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό αυτό, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, πρώτον, ότι, με την απόφασή του της 11ης Μαΐου 1983, 244/81, Kloegner-Werke κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1451), το Δικαστήριο έκρινε σαφώς ότι το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ απαιτεί έγκριση του Συμβουλίου μόνο για τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (σκέψη 112).
44 Δεύτερον, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ότι η ίδια η Επιτροπή είχε εκτιμήσει, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1982, 119/81, Kloegner-Werke κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 2627), ότι, σύμφωνα με τη σκέψη 4 της αποφάσεως αυτής, "από τη στιγμή που το Συμβούλιο παρέχει καταρχήν τη συναίνεσή του για τον καθορισμό συστήματος ποσοστώσεων, ικανοποιείται η απαίτηση της συμφώνου γνώμης που προβλέπει το άρθρο 58" και ότι "δεν απαιτείται γνώμη του Συμβουλίου επί των λεπτομερειών του εν λόγω συστήματος" (σκέψη 113).
45 Τρίτον, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, με την απόφασή του της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 140/82, 146/82, 221/82 και 226/82, Walzstahl-Vereiningung και Thyssen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 951), το Δικαστήριο έκρινε σαφώς ότι οι εξουσίες που αναγνωρίζει στην Επιτροπή η Συνθήκη ΕΚΑΧ εκτρέπονται από τον νόμιμο σκοπό τους οσάκις αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή τις χρησιμοποίησε αποκλειστικώς ή, τουλάχιστον προεχόντως, για να παρακάμψει την ειδική διαδικασία που προβλέπει η Συνθήκη για την αντιμετώπιση ορισμένων περιστάσεων (σκέψη 114).
46 Επομένως το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η Επιτροπή, αφού κατέληξε, στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής και κυρίως με την ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο της 25ης Σεπτεμβρίου 1985, στο ότι ήταν ανάγκη να διορθωθεί η σχέση Ι:Ρ ώστε οι ποσοστώσεις να καθορίζονται επί δικαίας βάσεως, δεν θέσπισε ωστόσο, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τις διατάξεις που θα απαιτούσε η υλοποίηση του συμπεράσματος αυτού. Πράγματι, παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο έδωσε τη συγκατάθεσή του όσον αφορά την αρχή της καθιερώσεως του συστήματος των ποσοστώσεων, η Επιτροπή περιορίστηκε στο να υποβάλει στο Συμβούλιο ένα σχέδιο βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 1, και τούτο μολονότι δεν ήταν δυνατό να αγνοεί ότι δεν ήταν ανάγκη προκειμένου να ορισθούν οι ποσοστώσεις να αποφανθεί το Συμβούλιο σχετικά με τον καθορισμό των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς, ενώ στη συνέχεια, μολονότι δεν είχε τη σύμφωνη επί του θέματος αυτού γνώμη του Συμβουλίου, εξέδωσε τις γενικές αποφάσεις 3485/85 και 194/88 χωρίς να επιφέρει εν προκειμένω τροποποιήσεις στο σύστημα των ποσοστώσεων παραδόσεως (σκέψεις 115 και 116).
47 Ενόψει όλων των ανωτέρω σκέψεων, το Πρωτοδικείο έκρινε, αφενός, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοεί ότι είχε την υποχρέωση να καθορίσει με δική της ευθύνη τις ποσοστώσεις παραδόσεως επί δικαίας βάσεως και, αφετέρου, ότι δεν μπορούσε να αγνοεί ότι, με την παράβαση αυτής της υποχρεώσεώς της, παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης κατανομής των ποσοστώσεων παραδόσεως έναντι μικρού αριθμού επιχειρήσεων για τις οποίες η σχέση Ι:Ρ είχε καταστεί εξαιρετικά δυσμενής (σκέψη 117). Εξ αυτού το Πρωτοδικείο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τα άρθρα 5 των γενικών αποφάσεων 3485/85 και 194/88 και τις ατομικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων αυτών, διέπραξε πταίσμα ικανό να θεμελιώσει την ευθύνη της Κοινότητας κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΧ (σκέψη 118).
48 Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, πρώτον, ούτε ερεύνησε ούτε διαπίστωσε πταίσμα κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και, δεύτερον, δεν ήλεγξε αν η συμπεριφορά της ήγγιζε τα όρια της αυθαιρεσίας και, τέλος, δεν έλαβε υπόψη την έκταση της εξουσίας εκτιμήσεως που της έχει χορηγηθεί με το άρθρο 58 της ίδιας Συνθήκης, ενώ θεώρησε ως βαρύ πταίσμα μια απλή δικονομικού χαρακτήρα πλάνη.
49 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
50 Πρώτον, αρκεί να υπομνησθεί ότι το Πρωτοδικείο ερεύνησε, στη σκέψη 108 της εκδοθείσας αποφάσεώς του, αν η επίδικη απόφαση της Επιτροπής οφειλόταν σε πεπλανημένη πλην όμως συγγνωστή προσέγγιση ή σε ασύγγνωστη πλάνη, ενώ στη συνέχεια, αφού προέβη στις προμνησθείσες διαπιστώσεις, έκρινε, στις σκέψεις 111 και 118, ότι η κατάχρηση εξουσίας που είχε διαπιστωθεί από το Δικαστήριο και τα άλλα επισημανθέντα σε βάρος της Επιτροπής γεγονότα συνιστούσαν πταίσμα ικανό να θεμελιώσει την ευθύνη της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης.
51 Δεύτερον, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούνταν, για τους μνημονευθέντες στη σκέψη 30 της παρούσα αποφάσεως λόγους, να αναφερθεί στα κριτήρια της νομολογίας του Δικαστηρίου περί θεμελιώσεως της ευθύνης της Κοινότητας λόγω παρανόμων κανονιστικών πράξεων στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η έννοια του αυθαιρέτου, όπως αυτή έχει επισημανθεί αποκλειστικώς στις αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1979, 116/77 και 124/77, Amylum κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 691) και 143/77, Koninklijke Scholten-Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 723), αποφάσεις εκ των οποίων η Επιτροπή επικαλείται την τελευταία, δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η διαπίστωση μιας ενέργειας η οποία εγγίζει τα όρια του αυθαιρέτου αποτελεί προϋπόθεση και διευκρίνιση που είναι αναγκαίες προκειμένου να μπορεί να θεμελιωθεί, στο πλαίσιο της Συνθήκης της ΕΟΚ, η ευθύνη της Κοινότητας βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου.
52 Τέλος, οι διαπιστώσεις και εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου για τα πραγματικά περιστατικά, οι οποίες εξάλλου αντλούνται από τις διαπιστώσεις και εκτιμήσεις του Δικαστηρίου στις προαναφερθείσες αποφάσεις, όσον αφορά ιδίως τη γνώση της Επιτροπής περί του ακριβούς περιεχόμενο του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, επέτρεψαν στο Πρωτοδικείο να κρίνει ότι τα περιστατικά αυτά συνιστούσαν κατάφωρο πταίσμα, ικανό να θεμελιώσει την ευθύνη της Κοινότητας. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί βασίμως, ενόψει των σχετικών με τη θεμελίωση της ευθύνης κανόνων, να αμφισβητήσει έναν τέτοιο νομικό χαρακτηρισμό.
Όσον αφορά τη ζημία
53 Το Πρωτοδικείο έκρινε, αφενός, ότι οι συνιστώσες πταίσμα ενέργειες της Επιτροπής αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία της προβαλλομένης από τη Salzgitter ζημίας (σκέψη 126) και, αφετέρου, ότι οι ίδιες ενέργειες είχαν ζημιώσει μια περιορισμένη και σαφώς προσδιοριζομένη ομάδα επιχειρηματιών, ενώ η προβαλλομένη ζημία υπερέβαινε τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι συμφυείς με τις δραστηριότητες του συγκεκριμένου τομέα (σκέψη 136).
54 Καταρχάς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απλή διαφορά μεταξύ των εσόδων που μπορούν να πραγματοποιούνται στην αγορά της Κοινότητας και των πράγματι πραγματοποιουμένων στις αγορές των τρίτων χωρών εσόδων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ζημία κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Στη συνέχεια, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι τούτο παραγνώρισε τον γενικό απολογισμό, όσον αφορά τη Salzgitter, της εφαρμογής του συστήματος των ποσοστώσεων, συστήματος του οποίου τα πλεονεκτήματα για την επιχείρηση ήταν περισσότερα των μειονεκτημάτων. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προβαλλομένη ζημία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ειδική εφόσον, αντίθετα προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο, η εν λόγω ζημία δεν υπερέβη τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι συμφυείς με τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων του οικείου τομέα.
55 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
56 Πρώτον, μολονότι ισχυρίζεται ότι η δυσμενής σχέση Ι:Ρ δεν προκύπτει από το σύστημα των ποσοστώσεων, αλλά από τη διάρθρωση της παραγωγής και πωλήσεως της ίδιας της επιχειρήσεως, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η αναπροσαρμογή των ποσοστώσεων, αφενός, και η μεταβολή της σχέσεως Ι:Ρ που η ίδια είχε προτείνει στο Συμβούλιο, αφετέρου, αποτελούν μέτρα σκοπούντα στην εξάλειψη των ασυνήθων δυσχερειών των οικείων επιχειρήσεων στο πλαίσιο της εφαρμογής του συστήματος των ποσοστώσεων. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί εγκύρως να υποστηρίξει ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το αν υφίστατο άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ανυπαρξίας των μέτρων αυτών και της επενεχθείσας στη Salzgitter ζημίας.
57 Δεύτερον, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1979, κυρίως από την απόφαση 238/78, Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή, τόμος 1979/ΙΙ, σ. 451) καθώς και τις αποφάσεις 261/78 και 262/78, Interquell Staerke-Chemie κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή, τόμος 1979/ΙΙ, σ. 505), που έχει παραθέσει η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση της ζημίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν κάποια σχέση με τα γεγονότα που έχουν προκαλέσει τη ζημία και μπορούν, ενδεχομένως, να αντισταθμίζονται αμοιβαίως. Όμως, εν προκειμένω, η αιτία της επενεχθείσας στη Salzgitter ζημίας ανευρίσκεται αποκλειστικώς στις επίδικες αποφάσεις και όχι στην εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων στο σύνολό του. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να προσάψει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα πλεονεκτήματα που η επιχείρηση θα μπορούσε να είχε αντλήσει συνολικώς από το σύστημα αυτό.
58 Τέλος, οφειλομένη σε παράνομες ενέργειες που συνιστούν πταίσματα της Επιτροπής, η εν λόγω ζημία δεν ήταν δυνατόν, υπό κανονικές συνθήκες, να προβλεφθεί από την επιχείρηση. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο επισήμανε, στη σκέψη 132 της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, τη διαπίστωση στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφασή του της 14ης Ιουλίου 1988 ότι "δεν αμφισβητείται ότι οι δυσμενείς σχέσεις Ι:Ρ προκαλούν εξαιρετικές οικονομικές δυσχέρειες στις προσφεύγουσες" και, στη σκέψη 134, το μέγεθος της πρόσθετης ποσότητας που θα μπορούσε να επιτρέψει την εφαρμογή, για το έτος 1985, του άρθρου 14 της γενικής αποφάσεως 234/84 και που εκτιμήθηκε από την ίδια την Επιτροπή το 1988. Επομένως, το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι η επενεχθείσα στη Salzgitter ζημία δεν υπερέβη τα όρια των κινδύνων που είναι συμφυείς με τις δραστηριότητες μιας επιχειρήσεως και να αμφισβητεί τη σοβαρότητα της ζημίας αυτής ισχυριζόμενο ότι η δική του άποψη επί του ζητήματος ήταν το 1985 "εσφαλμένη και υποκειμενική".
59 Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy