Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Ποσοτικοί περιορισμοί * Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος * Ιχθύες περιέχοντες προνύμφες νηματωδών * Συστηματικοί έλεγχοι επί των παρτίδων ως προς τις οποίες υφίσταται πιστοποιητικό βεβαιούν ότι είναι απαλλαγμένες ζωντανών προνυμφών, ή απαγόρευση εισαγωγής παρτίδων που έχουν ελεγχθεί και αναγνωρισθεί ως απαλλαγμένες τέτοιων προνυμφών * Δικαιολόγηση * Προστασία της δημόσιας υγείας * Δεν υφίσταται τέτοια περίπτωση * Παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία ΕΟΚ-Νορβηγίας και την οδηγία 83/643
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30 και 36 Συμφωνία ΕΟΚ-Νορβηγίας της 14ης Μαΐου 1973 Οδηγία του Συμβουλίου 83/643)
Περίληψη
Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης το κράτος μέλος το οποίο επιβάλλει συστηματικούς ελέγχους σε παρτίδες ιχθύων προερχόμενες από άλλα κράτη μέλη, συνοδευόμενες νομοτύπως από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου του κράτους αποστολής βεβαιούν ότι το προϊόν είναι απαλλαγμένο ζωντανών προνυμφών νηματωδών, ή το οποίο απαγορεύει την εισαγωγή παρτίδων μη συνοδευομένων από τέτοιο πιστοποιητικό όταν από τους ελέγχους που έχουν διενεργηθεί στο έδαφός του δεν έχει προκύψει η ύπαρξη ζωντανών προνυμφών, εφόσον, και στις δύο περιπτώσεις το εν λόγω κράτος δεν αποδεικνύει ότι η κατανάλωση ιχθύων περιεχόντων νεκρές ή νεκρωμένες, κατόπιν καταλλήλου επεξεργασίας, προνύμφες νηματωδών είναι επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία.
Δεδομένου ότι η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Νορβηγίας περιλαμβάνει, όσον αναφορά το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κανόνες όμοιους προς αυτούς των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης και δεν υφίστανται, εν προκειμένω, λόγοι ώστε οι κανόνες αυτοί να ερμηνευθούν διαφορετικά απ' ό,τι τα εν λόγω άρθρα της Συνθήκης, τα προαναφερθέντα εθνικά μέτρα συνιστούν επίσης, προκειμένου περί παρτίδων ιχθύων προερχομένων από τη Νορβηγία, παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 1691/73 με τον οποίο έχει συναφθεί η εν λόγω συμφωνία και έχουν θεσπισθεί διατάξεις για την εφαρμογή της.
Εξάλλου, οι συστηματικοί έλεγχοι επί των παρτίδων που συνοδεύονται από πιστοποιητικό βεβαιούν ότι είναι απαλλαγμένες ζωντανών προνυμφών συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 83/643 για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-228/91,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Antonio Aresu και τη Maria Blanca Rodriguez Galindo, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με επίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγoυσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Ιταλική Πρεσβεία, 5, rue Marie-Adelaide,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαγορεύοντας στην πράξη, βάσει αδιακρίτως εφαρμοζομένης εθνικής νομοθεσίας και των βάσει αυτής εκδοθεισών διοικητικών πράξεων που κατέστησαν δυνατή την εφαρμογή της, την εισαγωγή παρτίδων ιχθύων που προέρχονταν από τα άλλα κράτη μέλη και από το Βασίλειο της Νορβηγίας, για τον λόγο και μόνον ότι περιείχαν προνύμφες νηματωδών, και επιβάλλοντας συστηματικούς ελέγχους επί των ιδίων αυτών παρτίδων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, συνιστώντα αναπόσπαστο τμήμα του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 379, σ. 1), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 83/643/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 359, σ. 8), όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1691/73 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1973, περί συνάψεως συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Νορβηγίας και περί θεσπίσεως διατάξεων για την εφαρμογή της (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/06, σ. 109),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους οι οποίοι ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Σεπτεμβρίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαγορεύοντας στην πράξη, βάσει αδιακρίτως εφαρμοζομένης εθνικής νομοθεσίας και των βάσει αυτής εκδοθεισών διοικητικών πράξεων που κατέστησαν δυνατή την εφαρμογή της, την εισαγωγή παρτίδων ιχθύων που προέρχονταν από τα άλλα κράτη μέλη και από το Βασίλειο της Νορβηγίας, για τον λόγο και μόνον ότι περιείχαν προνύμφες νηματωδών, και επιβάλλοντας συστηματικούς ελέγχους επί των ιδίων αυτών παρτίδων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, συνιστώντα αναπόσπαστο τμήμα του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 379, σ. 1), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 83/643/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 359, σ. 8), όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1691/73 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1973, περί συνάψεως συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Νορβηγίας και περί θεσπίσεως διατάξεων για την εφαρμογή της (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/06, σ. 109),
2 Ο ιταλικός νόμος 283 της 30ής Απριλίου 1962 (GURI αριθ. 139, σ. 2194), όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε, προβλέπει ότι απαγορεύεται, επ' απειλή ποινικών κυρώσεων, η χρησιμοποίηση για την παρασκευή τροφίμων, η πώληση, η κατοχή προς πώληση, η παροχή, η διανομή στους καταναλωτές ή η εισαγωγή στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας προϊόντων προς βρώση τα οποία "στερούνται, έστω και εν μέρει, των θρεπτικών τους ουσιών, είναι αναμεμειγμένα με ουσίες κατώτερης ποιότητας, μολυσμένα, προσβεβλημένα από παράσιτα, αλλοιωμένα ή επικίνδυνα ή έχουν υποστεί επεξεργασία σκοπούσα στη συγκάλυψη προηγούμενης αλλοιώσεως". Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, η υγειονομική υπηρεσία μπορεί να προβαίνει, σε οποιαδήποτε στιγμή, σε επιθεωρήσεις και λήψεις δειγμάτων από τρόφιμα και να διατάσσει την κατάσχεση καθώς και την καταστροφή των εμπορευμάτων όταν από τους διενεργηθέντες ελέγχους καταφαίνεται ότι τούτο είναι αναγκαίο για την προστασία της δημόσιας υγείας.
3 Στην υπουργική απόφαση 454 της 8ης Οκτωβρίου 1988 (GURI αριθ. 253, σ. 7), όπως έχει τροποποιηθεί με την υπουργική απόφαση 47 της 15ης Φεβρουαρίου 1990 (GURI αριθ. 61, σ. 3), ορίζεται ότι, όσον αφορά τα εδώδιμα προϊόντα ζωικής προελεύσεως, το ποσοστό των παρτίδων που πρέπει να υποβάλλεται σε υγειονομικό έλεγχο δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 10 % των εμφανιζομένων παρτίδων ή εκείνων των οποίων προβλέπεται η άφιξη εντός της εβδομάδας. Τα ποσοστά αυτά "αυξάνονται σε περίπτωση που υφίστανται αμφιβολίες ή επιβάλλεται, κατά τη γνώμη του κτηνιάτρου των συνόρων ή του Υπουργείου Υγείας, η λήψη προληπτικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας των ζώων".
4 Βάσει του προαναφερθέντος νόμου 283 του 1962, το ιταλικό Υπουργείο Υγείας είχε αποστείλει, από τον Ιούλιο του 1987, στις κτηνιατρικές υπηρεσίες των συνόρων διάφορα τηλεγραφήματα με τα οποία θεσπίστηκε συστηματικός έλεγχος επί των εισαγωγών ορισμένων ειδών ιχθύων και τούτο για τον λόγο ότι είχε διαπιστωθεί αύξηση των παρτίδων ιχθύων μολυσμένων με προνύμφες νηματωδών. Με μεταγενέστερο τηλεγράφημα, ο έλεγχος αυτός επεκτάθηκε επί των ιταλικών προϊόντων αλιείας.
5 Κατόπιν καταγγελιών της Δανίας, της Νορβηγίας, καθώς και επιχειρηματιών που εξάγουν ιχθύες προς την Ιταλία, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι από τον Ιούλιο του 1987 οι ιταλικές αρχές εφαρμόζουν νέα μέτρα μεθοριακού ελέγχου τα οποία πλήττουν κατ' ουσίαν τις εισαγωγές σκουμπριού, ρέγγας, σολωμού και μπακαλιάρου που έρχονται από άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι ιχθύες αυτοί αποτέλεσαν το αντικείμενο συστηματικών υγειονομικών ελέγχων, έστω και αν οι παρτίδες είχαν ήδη ελεγχθεί στο κράτος αποστολής και συνοδεύονταν από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου νομοτύπως συντεταγμένο, εμποδίστηκαν να διέλθουν τα σύνορα, και δη κατεστράφησαν ευθύς ως οι ιταλικές αρχές διαπίστωσαν την ύπαρξη μιας και μόνο, έστω και νεκρωμένης, προνύμφης.
6 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή υποστήριξε, κατ' ουσίαν, ότι οι ιταλικοί περιορισμοί στην εισαγωγή ιχθύων υπερβαίνουν το μέτρο που απαιτεί η αποτελεσματική προστασία της δημόσιας υγείας.
7 Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ύπαρξη προνυμφών νηματωδών εντός των προϊόντων αλιείας αποτελεί φυσιολογικό φαινόμενο αφορών τους ιχθύες που αλιεύονται σε όλα τα κοινοτικά ύδατα, μόνον δε η κατανάλωση μολυσμένων με ζωντανές προνύμφες ιχθύων είναι επικίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία, ενώ από τα αποτελέσματα διεθνών επιστημονικών ερευνών επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι η βρώση ιχθύων περιεχόντων νεκρούς ή απονεκρωμένους νηματώδεις, έστω και σε υψηλές δόσεις, δεν ενέχει κανένα κίνδυνο για την υγεία.
8 Εφόσον μόνον οι ιχθύες που καταναλίσκονται ωμοί είναι δυνατόν να περιέχουν ζωντανές προνύμφες και εφόσον τα παράσιτα αυτά μπορούν να απονεκρώνονται με διάφορες απλές, ελάχιστα δαπανηρές και ευρέως διαδεδομένες μεθόδους, όπως το μαγείρευμα, ή η κατάψυξη, οι ιταλικές αρχές μπορούσαν να προστατεύσουν αποτελεσματικώς τη δημόσια υγεία με μέτρα λιγότερο περιοριστικά των συναλλαγών, απαγορεύοντας την κατανάλωση ωμών ιχθύων, αφού μάλιστα αυτή η συνήθεια διατροφής είναι όλως περιθωριακή στην Ιταλία, επιβάλλοντας κατάλληλη επεξεργασία προκειμένου να απονεκρώνονται οι προνύμφες και ενημερώνοντας τους καταναλωτές μέσω κατάλληλης επισημάνσεως με την οποία να κατατάσσονται οι μολυσμένοι με ανενεργούς νηματώδεις ιχθύες σε κατηγορία νωπότητας κατώτερη της κανονικής.
9 Αντιθέτως, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη απλώς και μόνον προνυμφών νηματωδών, έστω και νεκρωμένων, εντός του ιχθύος τον καθιστά ακατάλληλο προς βρώση. Επιπλέον, τα προταθέντα από την Επιτροπή εναλλακτικά μέτρα είναι μη αποτελεσματικά. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα επίδικα μέτρα είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική προστασία της ανθρώπινης υγείας.
10 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το νομοθετικό πλαίσιο, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά κατά το μέτρο που απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Όσον αφορά τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης
11 Για την εκτίμηση του βασίμου της αιτιάσεως αυτής, πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι, έστω κι αν οι διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 3796/81 δεν απαγορεύουν ρητώς τους περιορισμούς στην εισαγωγή καθώς και μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, ωστόσο, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 38 έως 46 και 8, παράγραφος 7, της Συνθήκης προκύπτει ότι η απαγόρευση αυτή απορρέει, το αργότερο ύστερα από την εκπνοή της μεταβατικής περιόδου, αυτοδικαίως από τις διατάξεις της Συνθήκης, όπως άλλωστε υπογραμμίζεται και στην τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3796/81 (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, 3/76, 4/76 και 6/76, Kramer, σκέψεις 53 και 54, Συλλογή τόμος 1976, σ. 475).
12 Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι τα επίδικα μέτρα εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. πρωτίστως την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή, τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5), η απαγόρευση μέτρων αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, περιλαμβάνει κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμβάλλει εμπόδια, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
13 Πρέπει ωστόσο να ερευνηθεί αν, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, οι εν λόγω περιορισμοί μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων.
14 Συναφώς, πρέπει πρώτον να επισημανθεί ότι η οδηγία 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1991, περί καθορισμού των υγειονομικών κανόνων οι οποίοι διέπουν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των αλιευτικών προϊόντων (ΕΕ L 268, σ. 15) εκδόθηκε μετά την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση και ότι η προθεσμία μεταφοράς της στα δίκαια των κρατών μελών εξέπνευσε στις 31 Δεκεμβρίου 1992.
15 Έτσι η Κοινότητα δεν διέθετε εισέτι, κατά τον χρόνο προσδιορισμού του αντικειμένου της υπό κρίση διαφοράς στην προ της κινήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασία, κοινούς εναρμονισμένους κανόνες σχετικά με τον υγειονομικό έλεγχο των ιχθύων.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, στα κράτη μέλη απέκειτο να αποφασίσουν σχετικά με το βαθμό στον οποίο επροτίθεντο να διασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας (βλ. ιδίως την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-205/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή σ. Ι-1361, σκέψη 8).
17 Δεν αμφισβητείται ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα έχουν ως αντικείμενο την προστασία της δημόσιας υγείας, οπότε εμπίπτουν, ως εκ της αρχής επί της οποίας στηρίζονται, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 36 της Συνθήκης εξαίρεση.
18 Πρέπει, ωστόσο, δεύτερον, να υπομνηστεί ότι μια περιοριστική του ενδοκοινοτικού εμπορίου ρύθμιση είναι συμβατή με τη Συνθήκη μόνον εφόσον είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και, επομένως, δεν εμπίπτει στην παρέκκλιση της εξαιρέσεως του άρθρου 36 όταν η υγεία και η ζωή των ανθρώπων μπορούν να προστατευθούν κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου μέτρα (βλ. ιδίως την απόφαση της 20ής Μαΐου 1976, 104/75, de Peijper, Συλλογή τόμος 1976, σ. 241, σκέψεις 16 και 17).
19 Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν οι επίδικοι ιταλικοί περιορισμοί ικανοποιούν την κατ' αυτόν τον τρόπο διατυπωθείσα αρχή της αναλογικότητας.
20 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι ο διπλός έλεγχος κατά την εισαγωγή προϊόντων, ο οποίος συνίσταται, αφενός, στην υποχρέωση βεβαιώσεως της αρμοδίας αρχής του κράτους αποστολής ότι το εμπόρευμα έχει υποστεί επεξεργασία αποσκοπούσα στην εξάλειψη ορισμένων παρασίτων και, αφετέρου, στον συστηματικό μεθοριακό έλεγχο δυνάμει του οποίου η εισαγωγή επιτρέπεται μόνον εφόσον οι υγειονομικές αρχές του κράτους προορισμού διαπιστώνουν ότι το εμπόρευμα είναι απαλλαγμένο των ίδιων αυτών παρασίτων, υπερβαίνει τις επιτρεπόμενες από το άρθρο 36 της Συνθήκης παρεκκλίσεις (βλ. τις αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1979, 251/78, Denkavit, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 619, της 7ης Απριλίου 1981, 132/80, United Foods, Συλλογή 1981, σ. 995, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 272/80, Biologische Producted, Συλλογή 1981, σ. 3277, και της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1983, σ. 203).
21 Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που το οικείο προϊόν έχει αποτελέσει αντικείμενο, εντός του κράτους αποστολής, υγειονομικού ελέγχου παρέχοντος εγγυήσεις ισοδύναμες προς αυτές που προκύπτουν από τον έλεγχο κατά την εισαγωγή, ο τελευταίος αυτός έλεγχος δεν μπορεί να αποτελεί επανάληψη του προηγηθέντος στο κράτος αποστολής ελέγχου και πρέπει, ως εκ τούτου, να περιορίζεται στα μέτρα που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κινδύνων μεταφοράς ή εκείνων που απορρέουν από ενδεχομένους χειρισμούς μεταγενεστέρους του ελέγχου που διενεργήθηκε κατά την αποστολή (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση United Foods, σκέψη 29).
22 Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν η συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών επιτρέπει τη διευκόλυνση και την απλοποίηση των μεθοριακών ελέγχων, οι επιφορτισμένες με τους υγειονομικούς ελέγχους αρχές οφείλουν να εξετάζουν αν τα αποδεικτικά έγγραφα που χορηγούνται στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής δημιουργούν τεκμήριο ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα πληρούν τις απαιτήσεις της εθνικής υγειονομικής νομοθεσίας, επιτρέποντας έτσι την απλοποίηση των ελέγχων που διενεργούνται επί των εισαγωγών (βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση Denkavit, σκέψη 23, και την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 30).
23 Έτσι, η από το κράτος προορισμού επιβαλλόμενη υποχρέωση ελέγχου επί εμπορευμάτων τα οποία έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο τέτοιου ελέγχου εντός του κράτους αποστολής και συνοδεύονται από πιστοποιητικό υγειονομικής εξετάσεως, το οποίο έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές του τελευταίου αυτού κράτους, βεβαιώνει ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν είναι επικίνδυνα για την υγεία, υπερβαίνει τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής προστασίας της δημόσιας υγείας, οπότε οι αρχές του κράτους προορισμού των προϊόντων αυτών δεν δικαιούνται να διενεργούν άλλους ελέγχους, εκτός από δειγματοληπτικούς, και τούτο προκειμένου να βεβαιώνονται ότι τα καταρτισθέντα από τις αρχές του κράτους αποστολής έγγραφα πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, να προλαμβάνουν απάτες και να εμποδίζουν την είσοδο παρτίδων ως προς τις οποίες έχει διαπιστωθεί ότι δεν πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις.
24 Εξ αυτού έπεται ότι οι αρχές ενός κράτους μέλους δεν μπορούν, χωρίς να παραβιάσουν την αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί τη βάση του άρθρου 36 της Συνθήκης, να υποβάλλουν σε συστηματικούς υγειονομικούς ελέγχους τα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα τα οποία συνοδεύονται νομοτύπως από σχετικό πιστοποιητικό το οποίο έχει εκδοθεί από τις υγειονομικές αρχές του κράτους μέλους αποστολής και πιστοποιεί ότι το εν λόγω προϊόν δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
25 Συναφώς, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι, αφενός, οι επίδικοι έλεγχοι δεν είναι συστηματικοί και, αφετέρου, η κατανάλωση ιχθύων περιεχόντων προνύμφες νηματωδών, έστω και νεκρωμένες, ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
26 Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, αρκεί να επισημανθεί ότι με τα τηλεγραφήματα που απέστειλε, στις 18 Ιουλίου και στις 4 Σεπτεμβρίου 1987, το ιταλικό Υπουργείο Υγείας στις υγειονομικές υπηρεσίες των συνόρων προβλέπεται συστηματικός έλεγχος κατά την εισαγωγή σκουμπριών, ρέγγας, σολωμού και μπακαλιάρου, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν οι ιχθύες συνοδεύονται ή όχι από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου των αρμοδίων αρχών του κράτους αποστολής.
27 Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1983, 227/82, van Bennekom, Συλλογή 1983, σ. 3883, σκέψη 40), στα κράτη μέλη εναπόκειται να αποδεικνύουν, κατά περίπτωση, ότι η ρύθμισή τους είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων που αναφέρει το άρθρο 36 της Συνθήκης και, ιδίως, ότι η εμπορία του εν λόγω προϊόντος ενέχει σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
28 Όμως, αφενός, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η κατανάλωση ιχθύων περιεχόντων νεκρές ή νεκρωμένες, κατόπιν κατάλληλης επεξεργασίας, προνύμφες νηματωδών είναι επικίνδυνη για την υγεία των ανθρώπων. Πράγματι, η καθής κυβέρνηση περιορίστηκε να ισχυριστεί ότι, ενόψει όχι μόνο του ανθυγιεινού τους χαρακτήρα αλλά, επίσης, και της όχι αμελητέας τοξικότητάς τους, τα προϊόντα αλιείας που περιέχουν ανενεργές προνύμφες πρέπει να αποκλείονται από τη διάθεση στο εμπόριο προς βρώση. Έτσι, η κυβέρνηση αυτή δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ικανό να κλονίσει την άποψη της Επιτροπής ότι τα αποτελέσματα των διεθνών επιστημονικών ερευνών επιβεβαιώνουν ότι η απορρόφηση από τον ανθρώπινο οργανισμό νεκρών ή νεκρωμένων προνυμφών νηματωδών ουδόλως αποτελεί κίνδυνο για την υγεία.
29 Αφετέρου, όπως ο γενικός εισαγγελέας επισήμανε στην παράγραφο 29 των προτάσεών του, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του ιταλικού Ανωτάτου Συμβουλίου Υγείας, της οποίας η καθής κυβέρνηση κάνει μνεία στην απάντησή της 13ης Μαρτίου 1989 στο αίτημα της Επιτροπής περί υποβολής παρατηρήσεων, διαπιστώνεται η ανάγκη υπάρξεως πιστοποιητικού βεβαιούντος ότι ο ιχθύς "είναι αμόλυντος από παράσιτα ή έχει υποστεί την επεξεργασία που είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί το παράσιτο ανενεργό", πράγμα που σημαίνει ότι η ύπαρξη νεκρών προνυμφών εντός του ιχθύος δεν βλάπτει τη δημόσια υγεία.
30 Ομοίως, όπως προκύπτει από την εγκύκλιο αριθ. 10, που εκδόθηκε στις 11 Μαρτίου 1992 από το ιταλικό Υπουργείο Υγείας (GURI αριθ. 62) και αποσκοπεί στην απλούστευση των διαδικασιών του υγειονομικού ελέγχου των ιχθύων, οι νεκρές προνύμφες δεν ενέχουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε εν προκειμένω ότι ο συστηματικός υγειονομικός έλεγχος των παρτίδων ιχθύων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη και συνοδεύονται νομοτύπως από πιστοποιητικό βεβαιώνον ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν έχουν μολυνθεί από ζωντανές προνύμφες είναι αναγκαίος για την προστασία της δημόσιας υγείας.
32 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας συστηματικούς υγειονομικούς ελέγχους επί των εισαγομένων παρτίδων ιχθύων που συνοδεύονται νομοτύπως από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου εκδιδόμενο από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής των προϊόντων, με το οποίο βεβαιώνεται ότι τα εν λόγω προϊόντα είναι απαλλαγμένα ζωντανών προνυμφών νηματωδών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
33 Αντιθέτως, προκειμένου περί εισαγωγών προϊόντων αλιείας μη συνοδευομένων από τέτοιο πιστοποιητικό, πρέπει να αναγνωριστεί ότι δικαιολογημένα οι ιταλικές αρχές υπέβαλλαν τα προϊόντα αυτά σε υγειονομικούς ελέγχους προς διαπίστωση του αν το σχετικό εμπόρευμα ενείχε κάποιο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Κατά συνέπεια, η αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί κατά το μέτρο που αφορά τους ελέγχους που διενεργούνται από τις ιταλικές αρχές επί των εισαγομένων υπό τις συνθήκες αυτές προϊόντων.
34 Οσάκις προέκυπτε, μετά το πέρας του ελέγχου αυτού, ότι οι εισαχθέντες ιχθύες περιείχαν μόνο νεκρές ή νεκρωμένες, κατόπιν προηγουμένης επεξεργασίας, προνύμφες νηματωδών, οι ιταλικές αρχές δεν μπορούσαν, χωρίς να παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο, ούτε να απαγορεύουν την εισαγωγή των προϊόντων αυτών ούτε να διατάσσουν την επιστροφή ή την καταστροφή τους. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις 28 έως 31, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε εν προκειμένω ότι τέτοια εμπόδια στην εισαγωγή ιχθύων περιεχόντων ανενεργές προνύμφες νηματωδών ήσαν αναγκαία για την προστασία της δημόσιας υγείας.
35 Αντιθέτως, οσάκις οι έλεγχοι που διενεργούνταν επί των παρτίδων εισαγομένων ιχθύων, οι οποίοι δεν συνοδεύονταν από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου του κράτους μέλους αποστολής, καταδείκνυαν την ύπαρξη ζωντανών προνυμφών νηματωδών, οι ιταλικές αρχές δικαιολογημένα απαγόρευαν την εισαγωγή των προϊόντων αυτών.
36 Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η κατανάλωση ιχθύων μολυσμένων με μη νεκρωμένες προνύμφες ενέχει κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Εξάλλου, όπως υπογράμμισε η Ιταλική Κυβέρνηση, τα λιγότερο περιοριστικά του εμπορίου μέτρα που προτείνει η Επιτροπή δεν μπορούν να διασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία της δημόσιας υγείας. Έτσι, η επισήμανση που αποσκοπεί στο να πληροφορούνται οι καταναλωτές την ύπαρξη ζώντων νηματωδών εντός του ιχθύος δεν αποτελεί ικανοποιητική λύση οσάκις πρόκειται, όπως εν προκειμένω, για προϊόν το οποίο συνιστά κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων. Ούτε, άλλωστε, η απαγόρευση καταναλώσεως ωμών ιχθύων αποτελεί αποτελεσματικό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας, δοθέντος ότι δεν είναι δυνατή, στην πράξη, η διασφάλιση της τηρήσεώς της. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την επιβαλλομένη στους αποδέκτες των εν λόγω προϊόντων υποχρέωση να υποβάλλουν τους μολυσμένους με νηματώδεις ιχθύες σε κατάλληλη επεξεργασία διασφαλίζουσα την απονέκρωση των προνυμφών.
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Δημοκρατία έχει, ομοίως, παραβεί τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, κατά το μέτρο που οι αρχές της απαγόρευαν την εισαγωγή παρτίδων ιχθύων μη συνοδευομένων από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου του κράτους μέλους αποστολής, ως προς τις οποίες οι διενεργηθέντες από τις ιταλικές αρχές έλεγχοι κατέδειξαν μόνο την ύπαρξη νεκρών ή απονεκρωμένων προνυμφών νηματωδών.
38 Αντιθέτως, η αιτίαση της Επιτροπής είναι αβάσιμη όσον αφορά την απαγόρευση εισαγωγής ιχθύων μη συνοδευομένων από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου του κράτους μέλους αποστολής και μολυσμένων με ζώντα παράσιτα.
Όσον αφορά την οδηγία 83/643
39 Η προαναφερθείσα οδηγία 83/643 έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση ορισμένων κανόνων σχετικά με την πραγματοποίηση των υλικών ελέγχων των εμπορευμάτων και των απαιτουμένων διοικητικών διατυπώσεων κατά τη διέλευση των συνόρων, προκειμένου, σύμφωνα με τις αιτιολογικές της σκέψεις, να μειωθεί ο χρόνος αναμονής στα σύνορα και να αυξηθεί η ροή των μεταφορών των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (βλ. την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 190/87, Moormann, Συλλογή 1988, σ. 4689, σκέψη 26).
40 Προς τούτο, το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κατά την εκτέλεση μιας μεταφοράς οι διάφοροι έλεγχοι και διατυπώσεις να πραγματοποιούνται με τη λιγότερο δυνατή καθυστέρηση, οι δε έλεγχοι να γίνονται δειγματοληπτικά, με εξαίρεση δεόντως δικαιολογημένες περιστάσεις.
41 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα μέτρα ελέγχου κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη δεν μπορούν να υπερβαίνουν το επίπεδο των δειγματοληπτικών ελέγχων παρά μόνον εφόσον δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον ως αναγκαία για τη διασφάλιση της υγείας και της ζωής των ανθρώπων μέτρα και δεν υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
42 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 28 έως 31 της παρούσας αποφάσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι ο συστηματικός υγειονομικός έλεγχος παρτίδων ιχθύων, που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη και συνοδεύονται νομοτύπως από πιστοποιητικό βεβαιώνον ότι τα προϊόντα δεν είναι μολυσμένα με ζωντανές προνύμφες, ήταν αναγκαίος για την προστασία της δημόσιας υγείας.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας συστηματικούς υγειονομικούς ελέγχους στις παρτίδες εισαγομένων ιχθύων που συνοδεύονταν νομοτύπως από πιστοποιητικό υγειονομικής εξετάσεως εκδοθέν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής των προϊόντων, το οποίο βεβαίωνε ότι τα προϊόντα αυτά ήσαν απαλλαγμένα ζωντανών προνυμφών νηματοειδών, παρέβη, επίσης, τις υποχρεώσεις που υπέχει από την προαναφερθείσα οδηγία 83/643.
44 Αντιθέτως, η αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά για τους ίδιους λόγους με αυτούς που μνημονεύονται στην ανωτέρω σκέψη 33.
Όσον αφορά τη Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Νορβηγίας
45 Το άρθρο 15, παράγραφος 2, της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Νορβηγίας, που αποτελεί παράρτημα του προαναφερθέντος κανονισμού 1691/73 ορίζει ότι
"Επί θεμάτων κτηνιατρικής, υγιεινής και υγιεινής των φυτών, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις τους κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις και αποφεύγουν να προβούν στην επιβολή νέων μέτρων που θα είχαν ως αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη παρεμπόδιση των συναλλαγών."
46 Σύμφωνα με το άρθρο 20 της ίδιας Συμφωνίας,
"η Συμφωνία δεν εμποδίζει τις απαγορεύσεις ή περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων, που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεις των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, ούτε τις ρυθμίσεις περί χρυσού και αργύρου. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελέσουν μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένων περιορισμών του εμπορίου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών."
47 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Συμφωνία αυτή απαγορεύει τη θέσπιση, από τα συμβαλλόμενα μέρη, νέων μέτρων που να περιορίζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και του Βασιλείου της Νορβηγίας εφόσον τα εμπόδια αυτά δεν είναι απαραίτητα για λόγους σχετιζόμενους, ιδίως, με την προστασία της δημόσιας υγείας.
48 Έτσι, η Συμφωνία αυτή περιλαμβάνει, όσον αφορά το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κανόνες ομοίους προς αυτούς των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, ενώ δεν υφίστανται εν προκειμένω λόγοι ώστε να ερμηνευθούν οι κανόνες αυτοί διαφορετικά απ' ό,τι τα εν λόγω άρθρα της Συνθήκης.
49 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 32, 37 και 43 της παρούσας αποφάσεως, η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, υποβάλλοντας σε συστηματικούς υγειονομικούς ελέγχους παρτίδες ιχθύων που προέρχονταν από άλλα κράτη μέλη, είχαν νομοτύπως ελεγχθεί εντός του κράτους αποστολής και συνοδεύονταν από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου των αρμοδίων αρχών του κράτους αυτού το οποίο βεβαίωνε ότι τα προϊόντα ήταν απαλλαγμένα ζωντανών προνυμφών νηματωδών, καθώς και απαγορεύοντας την εισαγωγή παρτίδων ιχθύων μη συνοδευομένων από πιστοποιητικό του κράτους αποστολής, ως προς τους οποίους όμως οι διενεργηθέντες στο κράτος προορισμού του εμπορεύματος έλεγχοι δεν είχαν καταδείξει παρά την παρουσία νεκρών ή νεκρωμένων προνυμφών νηματωδών.
50 Δοθέντος ότι η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί τη βάση των προαναφερθεισών διατάξεων της Συμφωνίας που είναι συνημμένη στον προαναφερθέντα κανονισμό 1691/73, έπεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, υποβάλλοντας σε συστηματικούς ελέγχους παρτίδες ιχθύων που είχαν ήδη ελεγχθεί στη Νορβηγία και συνοδεύονταν από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου που είχε εκδοθεί στη χώρα εκείνη και βεβαίωνε ότι οι ιχθύες ήσαν απαλλαγμένοι ζωντανών προνυμφών νηματωδών και απαγορεύοντας την εισαγωγή παρτίδων ιχθύων που προέρχονταν από τη Νορβηγία και δεν συνοδεύονταν από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου, πλην όμως περιείχαν μόνο ανενεργές προνύμφες νηματωδών, παρέβη επίσης, για τους ίδιους με τους προαναφερθέντες λόγους, τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό αυτό.
51 Αντιθέτως, για τους ίδιους με αυτούς που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω σκέψεις 33, 38 και 44 λόγους, οι αιτιάσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν όσον αφορά τους ελέγχους που διενεργούνται από τις ιταλικές αρχές στα νορβηγικά προϊόντα αλιείας που δεν συνοδεύονται από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου εκδοθέν από τις αρμόδιες αρχές της Νορβηγίας, καθώς και όσον αφορά τις απαγορεύσεις εισαγωγής τέτοιων προϊόντων όταν από τους διενεργηθέντες στην Ιταλία ελέγχους έχει καταδειχθεί η ύπαρξη ζωντανών προνυμφών νηματωδών.
52 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων, προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας συστηματικούς ελέγχους σε παρτίδες ιχθύων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και το Βασίλειο της Νορβηγίας, που συνοδεύονται νομοτύπως από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου του κράτους αποστολής με το οποίο βεβαιούται ότι το προϊόν είναι απαλλαγμένο ζωντανών προνυμφών νηματωδών, και απαγορεύοντας την εισαγωγή παρτίδων ιχθύων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη και από το Βασίλειο της Νορβηγίας, μη συνοδευομένων από πιστοποιητικό του κράτους αποστολής, όταν από τους διενεργηθέντες στο κράτος προορισμού ελέγχους δεν είχε καταδειχθεί η ύπαρξη ζωντανών προνυμφών νηματωδών, παρέβη τις υποχρεώσεως που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, την προαναφερθείσα οδηγία 83/643 καθώς και τον προαναφερθέντα κανονισμό 1691/73.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, του ιδίου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
54 Δεδομένου ότι τα αιτήματα της Επιτροπής έγιναν μερικώς μόνον δεκτά, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας συστηματικούς ελέγχους σε παρτίδες ιχθύων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και από το Βασίλειο της Νορβηγίας, που συνοδεύονται νομοτύπως από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου του κράτους αποστολής με το οποίο βεβαιούται ότι το προϊόν είναι απαλλαγμένο ζωντανών προνυμφών νηματωδών, και απαγορεύοντας την εισαγωγή παρτίδων ιχθύων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη και από το Βασίλειο της Νορβηγίας, μη συνοδευομένων από πιστοποιητικό του κράτους αποστολής, όταν από τους διενεργηθέντες στο κράτος προορισμού ελέγχους δεν είχε καταδειχθεί η ύπαρξη ζωντανών προνυμφών νηματωδών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, την προαναφερθείσα οδηγία 83/643 καθώς και τον προαναφερθέντα κανονισμό 1691/73.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Έκαστος των διαδίκων φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy