Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αναίρεση * Παρέμβαση * Διατήρηση ενώπιον του Δικαστηρίου της ιδιότητας του παρεμβαίνοντος, η οποία εκτήθη κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία
(Οργανισμός ΕΟΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 49)
2. Υπάλληλοι * Κοινωνική ασφάλιση * Υγειονομική ασφάλιση * Ιατρικά έξοδα * Ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων * Επιτρέπονται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 72 PAR 1)
3. Αναίρεση * Λόγοι * Λόγος αναιρέσεως που βάλλει κατά αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία δεν είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της * Αλυσιτελής λόγος αναιρέσεως
Περίληψη
1. Από το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι παρεμβαίνοντες ενώπιον του Πρωτοδικείου θεωρούνται διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Συνεπώς, οσάκις μια απόφαση του Πρωτοδικείου προσβάλλεται με αίτηση αναιρέσεως, το άρθρο 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου έχει εφαρμογή στην περίπτωσή τους, πράγμα το οποίο τους απαλλάσσει από την υποχρέωση καταθέσεως νέου δικογράφου αιτήσεως παρεμβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με τα άρθρα 93 και 123 του Κανονισμού Διαδικασίας.
2. Το άρθρο 72, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προβλέποντας ότι ο υπάλληλος, ο (η) σύζυγός του και τα συντηρούμενα υπό αυτού πρόσωπα καλύπτονται έναντι των κινδύνων ασθενείας εντός του ορίου του 80 % των αναληφθέντων εξόδων και βάσει ρυθμίσεως θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία από όργανα των Κοινοτήτων, όριο το οποίο ανήλθε σε 85 % για ορισμένες παροχές ιατρικών υπηρεσιών, καθιερώνει το ανώτατο ποσοστό επιστροφής εξόδων, το οποίο δικαιούνται τα πρόσωπα που τυγχάνουν ασφαλιστικής καλύψεως από το κοινό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως. Κατά τα λοιπά, η διάταξη αυτή αναθέτει στα κοινοτικά όργανα να καθορίσουν με κοινή συμφωνία τα ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων στο πλαίσιο της προαναφερθείσας ρυθμίσεως, χωρίς να τους επιβάλλουν κατώτατα όρια.
3. Στην αναιρετική δίκη, ο λόγος αναιρέσεως ο οποίος βάλλει κατά μιας ως εκ περισσού αιτιολογήσεως μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου, της οποίας το διατακτικό στηρίζεται, επαρκώς κατά νόμο, επί άλλων αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-244/91 P,
Giorgio Pincherle, εκπροσωπούμενος από τον Giuseppe Marchesini, δικηγόρο Vicenza, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Ernst Arendt, 8-10 rue Mathias Hardt,
αναιρεσείων,
υποστηριζόμενος από
την Unione Sindacale Euratom Ispra (USEI),
το Sindacato Ricerca dell' Unione Italiana del Lavoro (UIL),
το Sindacato Ricerca della Confederazione Generale Italiana del Lavoro (CGIL),
το Sindacato Ricerca della Confederazione Italiana Sindacati Liberi (CISL),
πάντων εκπροσωπουμένων από τον δικηγόρο Giuseppe Marchesini,
παρεμβαίνοντες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 12 Ιουλίου 1991 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-110/89, Giorgio Pincherle κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Vittorio di Bucci, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Alberto Del Ferro, δικηγόρο Vicenza, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchnino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg, η οποία ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Μαΐου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Σεπτεμβρίου 1991, ο Pincherle άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 1991, Τ-110/89, Giorgio Pincherle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-635), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή που είχε ασκήσει κατά των αποφάσεων του εκκαθαριστικού γραφείου Βρυξελλών του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2 Από τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου (σκέψεις 1 έως 6 της αποφάσεως) προκύπτει ότι ο Pincherle είναι προϊστάμενος του τμήματος "Υπηρεσιακή Κατάσταση" της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις Βρυξέλλες. Υπό την ιδιότητα του κοινοτικού υπαλλήλου, υπάγεται στο κοινό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επειδή τα τέκνα του σπουδάζουν στην Ιταλία και η σύζυγός του διαμένει εκεί επί αρκετά μακρά χρονικά διαστήματα, ο Pincherle χρειάστηκε να υποβληθεί σε ιατρικά έξοδα εντός της χώρας αυτής.
3 Κατά το έτος 1988, ο Pincherle ζήτησε από το εκκαθαριστικό γραφείο Βρυξελλών να του επιστρέψει τα έξοδα αυτά. Εφαρμόζοντας τα ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων που προβλέπονται στο παράρτημα Ι της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως για την κάλυψη των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κοινή κανονιστική ρύθμιση), το γραφείο αποφάσισε να μην επιστρέψει ορισμένα από τα έξοδα αυτά, παρά μόνο κατά ποσοστό 29, 38, 43, 63 και 66 %, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα που καταρτίστηκαν στις 8 Ιουνίου, στις 10 Αυγούστου και στις 23 Αυγούστου 1988.
4 Επειδή έκρινε ότι τα ποσοστά αυτά ήταν συγχρόνως ανεπαρκή και συνιστούσαν δυσμενή διάκριση, ο Pincherle υπέβαλε, με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1988 που πρωτοκολλήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1988, διοικητική ένσταση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των yπαλλήλών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ). Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από την επιτροπή διαχειρίσεως του κοινού συστήματος η οποία, με τη γνώμη αριθ. 1/89 της 23ης Φεβρουαρίου 1989, επικύρωσε τις αποφάσεις που έλαβε το εκκαθαριστικό γραφείο.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 1989 και διαβιβάστηκε στο Πρωτοδικείο στις 15 Οκτωβρίου 1989, ο Pincherle άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά των επιδίκων αποφάσεων επιστροφής εξόδων του εκκαθαριστικού γραφείου, επικαλούμενος το παράνομο των ανωτάτων ορίων επιστροφής εξόδων που καθορίζει η κοινή κανονιστική ρύθμιση.
6 Ο Pincherle υποστήριξε ότι τα ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων που καθορίζουν οι διατάξεις αυτές, υπό τη μορφή ποσών κατ' αποκοπή, είναι παράνομα για δύο λόγους.
7 Πρώτον, στην περίπτωσή του, είχαν ως συνέπεια να μην του επιστραφεί παρά μόνον ένα ποσοστό των καταβληθέντων εξόδων σαφώς κατώτερο του ποσοστού επιστροφής 80 ή 85 % που προβλέπει το άρθρο 72 του ΚΥΚ.
8 'Οσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα ειδικών επιστροφών οσάκις τα καταβληθέντα έξοδα αφορούν περίθαλψη που παρασχέθηκε εντός χώρας όπου το κόστος των φαρμάκων είναι ιδιαίτερα υψηλό, ο Pincherle υπογράμμισε ότι το άρθρο αυτό δεν μπορεί να μειώσει τη ζημία που του προκάλεσαν τα ανεπαρκή ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων. Συγκεκριμένα, κατ' αυτόν, το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεν έχει εφαρμογή στην ιατρική περίθαλψη που παρασχέθηκε εντός Ευρώπης.
9 Δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι τα ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων αντιβαίνουν στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η οποία διαπνέει τις διατάξεις του τίτλου V του ΚΥΚ (καθεστώς χρηματικών απολαυών και κοινωνικά πλεονεκτήματα του υπαλλήλου). Βάσει της αρχής αυτής, οι υπάλληλοι των διαφόρων οργάνων δικαιούνται ίσες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως του τόπου όπου παρασχέθηκε η ιατρική περίθαλψη.
10 Το Πρωτοδικείο εξέτασε τους δύο ισχυρισμούς που προέβαλε ο προσφεύγων για το παράνομο των ανωτάτων ορίων επιστροφής εξόδων ως αυτοτελείς λόγους ακυρώσεως.
11 'Οσον αφορά το αν τα ανώτατα όρια συμβιβάζονται προς το άρθρο 72 του ΚΥΚ, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, με τις σκέψεις 25 έως 27 της αποφάσεώς του, ότι το άρθρο 72 απλώς καθορίζει το ανώτατο όριο των επιστρεπτέων ποσών και, συνεπώς, δεν υποχρεώνει την κοινοτική διοίκηση να προβαίνει σε επιστροφές κατά ποσοστό 80 ή 85 % των καταβληθέντων εξόδων. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα ποσοστά ιατρικών εξόδων που επιστράφησαν στον Pincherle κατ' εφαρμογή των ανωτάτων ορίων επιστροφής δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι απέχουν υπερβολικά από τα ανώτατα αυτά όρια, διότι από τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα προκύπτει ότι, στις δεκαπέντε από τις είκοσι περιπτώσεις, τα έξοδα επιστράφησαν κατά ποσοστό 80 ή 85 %. Το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, το άρθρο 8 της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως μπορεί να εφαρμόζεται σε ιατρικά έξοδα που καταβλήθηκαν εντός ευρωπαϊκών χωρών, υπό την προϋπόθεση προηγούμενης υποβολής αιτήσεως.
12 'Οσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, αντλούμενο από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 39 έως 42 της αποφάσεώς του, ότι η αρχή αυτή δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να θέσει αμέσως τέρμα στην ανισότητα μεταξύ των προσώπων που απολαύουν της ασφαλιστικής καλύψεως του κοινού συστήματος, αλλά την υποχρεώνει μόνο να διαβουλεύεται με τα άλλα όργανα με σκοπό την κατάλληλη αναθεώρηση του συστήματος. Μόνον αν η Επιτροπή είχε καθυστερήσει να λάβει μέτρα θα μπορούσε να αναγνωριστεί η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Το Πρωτοδικείο, επισημαίνοντας ότι η επιτροπή διαχειρίσεως του κοινού συστήματος είχε αρχίσει τις εργασίες αναθεωρήσεως της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως ήδη από το 1987, ότι η επιτροπή διαχειρίσεως είχε προτείνει, με τη γνώμη αριθ. 3/89 της 23ης Φεβρουαρίου 1989, διορθωτικούς μηχανισμούς για ορισμένες παροχές ιατρικών υπηρεσιών για τις οποίες οι αμοιβές εκφράζονταν σε ιταλικές λίρες και ότι οι εργασίες είχαν καταλήξει, την 1η Ιανουαρίου 1991, σε αναθεώρηση της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως, έκρινε ότι η Επιτροπή επέδειξε, λαμβανομένης υπόψη της επιτακτικής ανάγκης της οικονομικής ισορροπίας του συστήματος και της ανάγκης διαβουλεύσεως με τα άλλα όργανα, την αναγκαία επιμέλεια για την εξάλειψη των ανισοτήτων μεταξύ των προσώπων που τυγχάνουν ασφαλιστικής καλύψεως από το σύστημα.
13 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή και αποφάσισε ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Επί της παρεμβάσεως
14 Στις 11 Δεκεμβρίου 1991, η Unione Sindacale Euratom Ispra, τo Sindacato Ricerca dell' Unione Italiana del Lavoro, το Sindacato Ricerca della Confederazione Generale Italiana del Lavoro και το Sindacato Ricerca della Confederazione Italiana Sindacati Liberi, παρεμβαίνοντες κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, υπέβαλαν, βάσει του άρθρου 115 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, υπόμνημα προς στήριξη των αιτημάτων του αναιρεσείοντος.
15 Από το γεγονός ότι η Γραμματεία του Δικαστηρίου δέχθηκε την κατάθεση του υπομνήματος αυτού, η Επιτροπή συνάγει ότι η Γραμματεία θεώρησε τους παρεμβαίνοντες ενώπιον του Πρωτοδικείου ως διαδίκους στη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, στους οποίους, κατά συνέπεια, είχε εφαρμογή του άρθρο 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο ορίζει ότι "κάθε διάδικος της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης μπορεί να υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως εντός δύο μηνών από την επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως". Η Επιτροπή βάλλει κατά της ερμηνείας αυτής. Τα προαναφερθέντα σωματεία δεν νομιμοποιούνται αυτοδικαίως να υποβάλουν υπόμνημα αντικρούσεως ενώπιον του Δικαστηρίου: πρέπει τούτο να τους επιτραπεί ρητώς. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει τα υπομνήματά τους, εκτός αν αποφανθεί ρητώς και επιτρέψει στις συνδικαλιστικές οργανώσεις να παρέμβουν υπέρ του αναιρεσείοντος.
16 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, βάσει του άρθρου 49, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, από κάθε διάδικο εν μέρει ή εν όλω ηττηθέντα ενώπιον του Πρωτοδικείου. Πρέπει να υπομνησθεί επίσης ότι το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής ορίζει στη συνέχεια ότι "οι παρεμβάντες, εξαιρέσει των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητας, δεν μπορούν πάντως να ασκήσουν αναίρεση, εκτός αν η απόφαση του Πρωτοδικείου τους θίγει απ' ευθείας". Ο περιορισμός που εισάγει η δεύτερη φράση του άρθρου 49, παράγραφος 2, δεν είναι αναγκαίος παρά μόνον αν ο όρος "διάδικος" του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής περιλαμβάνει τους παρεμβαίνοντες ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συνεπώς, από το άρθρο 49 του Οργανισμού EOK του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι παρεμβαίνοντες ενώπιον του Πρωτοδικείου θεωρούνται ως διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Συνεπώς, έχει εφαρμογή στην περίπτωσή τους το προαναφερθέν άρθρο 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο τους απαλλάσσει από την υποχρέωση καταθέσεως νέου δικογράφου αιτήσεως παρεμβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 93 και 123 του Κανονισμού Διαδικασίας.
17 Συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
18 Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο Pincherle επικρίνει τον συλλογισμό βάσει του οποίου το Πρωτοδικείο απέρριψε την επιχειρηματολογία που είχε ο ίδιος προβάλει για να θεμελιώσει το παράνομο των ανωτάτων ορίων επιστροφής εξόδων. Οι επικρίσεις αυτές κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες, οι οποίες θα εξεταστούν ως λόγοι αναιρέσεως.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως: επικρίσεις κατά του συμπεράσματος του Πρωτοδικείου ότι τα ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων που καθορίζει η κοινή κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνα προς το άρθρο 72 του ΚΥΚ
19 Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο αδίκως θεώρησε ότι τα ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων που καθορίζει η κοινή κανονιστική ρύθμιση δεν αντιβαίνουν προς το άρθρο 72 του ΚΥΚ. Τα ποσοστά επιστροφής εξόδων από 29 έως 66 %, στα οποία κατέληξε εν προκειμένω η εφαρμογή των ανωτάτων αυτών ορίων, απέχουν πολύ από τα ποσοστά 80 ή 85 % που προβλέπει το άρθρο 72.
20 Κατόπιν, ο προσφεύγων προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, προκειμένου να αποφανθεί περί του αν τα επίδικα όρια επιστροφής εξόδων συμβιβάζονται με το άρθρο 72 του ΚΥΚ, έλαβε υπόψη το σύνολο των επιστρεφομένων ποσών που αναγράφονται στα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα, ενώ η προσφυγή δεν αφορούσε παρά μόνον ορισμένα εξ αυτών.
21 Τέλος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε κακώς το άρθρο 8, παράγραφος 1, της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως, για δύο λόγους. Πρώτον, δεν επιτρέπεται η εφαρμογή του στις χώρες της Ευρώπης. Δεύτερον, η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από την προηγούμενη υποβολή αιτήσεως εκ μέρους του ιδιώτη.
22 Πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 72, παράγραφος 1, του ΚΥΚ ορίζει ότι ο υπάλληλος, ο (η) σύζυγός του και τα συντηρούμενα υπό αυτού πρόσωπα καλύπτονται από τους κινδύνους ασθενείας εντός του ορίου του 80 % των αναληφθέντων εξόδων και βάσει ρυθμίσεως θεσπιζομένης με κοινή συμφωνία από τα όργανα των κοινοτήτων, το δε ανώτατο αυτό όριο ανέρχεται σε 85 % για ορισμένες παροχές.
23 Η διάταξη αυτή θεσπίζει το ανώτατο όριο της επιστροφής εξόδων που δικαιούνται ο υπάλληλος και τα μέλη της οικογενείας του τα οποία καλύπτονται ασφαλιστικώς από το κοινό σύστημα. Κατά τα λοιπά, η διάταξη αναθέτει στα κοινοτικά όργανα να καθορίσουν με κοινή συμφωνία τα ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων στο πλαίσιο της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως, χωρίς να τους επιβάλλει κατώτατα όρια.
24 Επομένως, δικαίως έκρινε το Πρωτοδικείο ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στα κοινοτικά όργανα ότι έχουν παραβιάσει το άρθρο 72 του ΚΥΚ θεσπίζοντας ανώτατα όρια τα οποία, εν προκειμένω, είχαν ως συνέπεια επιστροφές εξόδων κατά ποσοστό από 29 έως 66 %, για τον λόγο και μόνον ότι τα ποσοστά αυτά απείχαν υπερβολικά από τα ανώτατα ποσοστά επιστροφής εξόδων 80 και 85 %, τα οποία προβλέπει το εν λόγω άρθρο 72.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε επιπλέον ότι τα τρία τέταρτα των επιστροφών που αναγράφονταν στα εκκαθαριστικά σημειώματα αριθ. 71 και 72 έφθαναν στα ποσοστά 80 έως 85 % που προβλέπονται από το άρθρο 72 του ΚΥΚ. Επίσης, δεν έχει σημασία η ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως, την οποία δέχθηκε το Πρωτοδικείο. Δεδομένου ότι οι αιτιολογίες αυτές δόθηκαν ως εκ περισσού, οι επικρίσεις που απευθύνει ο αναιρεσείων κατ' αυτών δεν μπορούν να προκαλέσουν την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου: είναι αλυσιτελείς. Συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος να εξεταστούν περαιτέρω.
26 Ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί καθ' ολοκληρία.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως: οι μεταγενέστερες αναπροσαρμογές δεν ασκούν επιρροή στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως και, στο πλαίσιο της εξετάσεως του αν τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, δεν ελήφθησαν υπόψη ουσιώδεις αποδείξεις
YY
27 Ο Pincherle επικρίνει για δύο λόγους το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Πρώτον, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι έλαβε υπόψη, βασιζόμενο στην αναθεώρηση της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως για την ασφαλιστική κάλυψη η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1991, πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της υποθέσεως. Δεύτερον, ο Pincherle προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβλεψε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αυτός του προσκόμισε, δηλαδή:
* δύο εκθέσεις της επιτροπής διαχειρίσεως του Ταμείου Ασθενείας της 30ής Ιουνίου 1987 και της 30ής Ιουνίου 1988, οι οποίες αποδεικνύουν ότι το 1987 επικρατούσε πλήρης ανισότητα
* την έκθεση της τοπικής επιτροπής προσωπικού της Ispra της 3ης Ιουνίου 1983, καταρτισθείσα βάσει στοιχείων που συνελέγησαν το 1982, η οποία επισήμαινε ήδη την τότε έλλειψη αναπροσαρμογής των επιστροφών εξόδων που χορηγούνταν για ιατρικές υπηρεσίες παρασχεθείσες στην Ιταλία και κατήγγελλε τη συνακόλουθη δυσμενή διάκριση για τα μέλη του προσωπικού των κοινοτικών οργάνων.
28 Το Πρωτοδικείο έκρινε κατ' ουσίαν ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν επέβαλε στην Επιτροπή την υποχρέωση θεραπείας μιας καταστάσεως που συνιστά δυσμενή διάκριση, από τη στιγμή που θα διαπιστώσει την ύπαρξή της, αλλά την υποχρεώνει μόνο να επιδείξει επιμέλεια προκειμένου να καταλήξει στην αναθεώρηση της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως, λαμβάνοντας υπόψη τις αμοιβές για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών εντός των διαφόρων κρατών μελών της Κοινότητας.
29 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν θα υπήρχε πλημμέλεια ικανή να επηρεάσει τη νομιμότητα των αποφάσεων επιστροφής εξόδων παρά μόνον εάν είχε αποδειχθεί, κατά τον χρόνο λήψεως των αποφάσεων, έλλειψη επιμελείας της Επιτροπής να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη θεραπεία των ανισοτήτων.
30 Από τις σκέψεις 41 και 42 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου προκύπτει εμμέσως ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αυτή η έλλειψη επιμελείας δεν αποδείχθηκε. Συνεπώς, στερείται σημασίας το αν το Πρωτοδικείο επισήμανε επιπλέον ότι οι πρωτοβουλίες που ανελήφθησαν πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων κατέληξαν, κατόπιν αυτών, στην αναθεώρηση της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως.
31 Δεδομένου ότι η επίκριση που διατυπώνει συναφώς ο αναιρεσείων στρέφεται κατά της ως εκ περισσού αιτιολογήσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
32 Δεύτερον, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου διότι, προκειμένου να εκτιμήσει την επιμέλεια της Επιτροπής για τη θεραπεία των ανισοτήτων σε επιστροφές εξόδων, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη δύο εκθέσεις του Ταμείου Ασθενείας του 1987 και του 1988, καθώς και την έκθεση της τοπικής επιτροπής προσωπικού της Ispra του 1983. Κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση ως προς την επιμέλεια της Επιτροπής.
33 Αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι δεν αποδείχθηκε ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τις εκθέσεις αυτές.
34 Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν.
35 Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως που προέβαλε ο Pincherle δεν έγινε δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
36 Δεδομένου ότι οι αιτήσεις παρεμβάσεως της Unione Sindacale Euratom Ispra, του Sindacato Ricerca dell' Unione Italiana del Lavoro, του Sindacato Ricerca della Confederazione Generale Italiana del Lavoro και του Sindacato Ricerca della Confederazione Italiana Sindacati Liberi είχαν ως σκοπό τη υποστήριξη των αιτημάτων του αναιρεσείοντος, πρέπει επίσης να απορριφθούν.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Κατά το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στις προσφυγές υπαλλήλων τα κοινοτικά όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Εν τούτοις, βάσει του άρθρου 122 του ίδιου κανονισμού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή στις αναιρέσεις που ασκούν οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό των οργάνων. Από το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προκύπτει κατ' αρχάς ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου, και στη συνέχεια ότι, αν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Δικαστήριο αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων. Είναι αληθές ότι δυνάμει του άρθρου 122, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, στις αναιρέσεις που ασκούνται από υπαλλήλους, να αποφασίσει την κατανομή των εξόδων μεταξύ των διαδίκων, "εφόσον αυτό υπαγορεύει η επιείκεια".
38 Εφόσον ο αναιρεσείων και οι τέσσερις συνδικαλιστικές οργανώσεις που τον υποστηρίζουν ηττήθηκαν για δεύτερη φορά, απορρίφθηκαν δε όλοι οι ισχυρισμοί και οι λόγοι που προέβαλαν, δεν πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 122, δεύτερο εδάφιο και πρέπει ο Pincherle, η Unione Sindacale Euratom Ispra, το Sindacato Ricerca dell' Unione Italiana del Lavoro το Sindacato Ricerca della Confederazione Generale Italiana del Lavoro, και το Sindacato Ricerca della Confederazione Italiana Sindacati Liberi να φέρουν ο καθένας τα δικά του έξοδα και να καταδικαστούν εις ολόκληρο στα έξοδα της Επιτροπής.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Ο προσφεύγων και οι παρεμβαίνοντες φέρουν ο καθένας τα δικά του έξοδα και καταδικάζονται εις ολόκληρον στα έξοδα της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy