Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. 'Ιδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων * Είσπραξη εκ των υστέρων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών * "Λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών" * "Λάθος που δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεο" * Υπόχρεος που έχει "τηρήσει όλες τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας" * 'Εννοιες
(Κανονισμός 1697/79 του Συμβουλίου, άρθρο 5 PAR 2)
2. 'Ιδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων * Επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών * "Ιδιαίτερη κατάσταση" * Περιστάσεις που δεν ενέχουν "ούτε δόλο ούτε προφανή αμέλεια" του ενδιαφερομένου * 'Εννοιες
(Κανονισμός 1430/79 του Συμβουλίου, άρθρο 13)
Περίληψη
1. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, το οποίο εξαρτά από τρεις προϋποθέσεις τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να μην προβαίνουν σε "εκ των υστέρων" είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των ακολούθων σκέψεων.
Η εσφαλμένη πληροφορία περί δασμολογικής κατατάξεως που παρέχεται σε πρόσωπο διαφορετικό από τον υπόχρεο εκ μέρους των τελωνειακών αρχών κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την "εκ των υστέρων" είσπραξη αρχή δεν συνιστά "λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών" αντίθετα, υφίσταται λάθος των αρμοδίων για την είσπραξη αρχών, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, στην περίπτωση κατά την οποία οι αρχές αυτές, παρά τη συχνότητα και το μέγεθος των πραγματοποιηθεισών από τον υπόχρεο εισαγωγών, δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση ως προς τη δασμολογική κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων, μολονότι η απλή παραβολή της δηλωθείσας δασμολογικής κλάσεως και της σαφούς περιγραφής των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ονοματολογίας θα καθιστούσε δυνατό τον εντοπισμό της εσφαλμένης δασμολογικής κατατάξεως.
Για να εκτιμηθεί αν υπήρξε "λάθος που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο", κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, πρέπει να ληφθεί υπόψη, ιδίως, η φύση του λάθους, η επαγγελματική πείρα του συγκεκριμένου επιχειρηματία καθώς και η επιδειχθείσα από αυτόν επιμέλεια. Συναφώς πρέπει να διευκρινισθεί:
* ότι σημαντική ένδειξη του πολύπλοκου χαρακτήρα του προς επίλυση προβλήματος αποτελεί το γεγονός ότι, λόγω των διαφορών που υφίσταντο μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη ορισμένου εμπορεύματος, χρειάστηκε να εκδοθεί κανονισμός που διευκρινίζει οριστικά σε ποια δασμολογική κλάση πρέπει να καταταχθεί το εμπόρευμα
* ότι ακόμη και ένας έμπειρος επιχειρηματίας μπορεί να θεωρήσει τις τελωνειακές διασαφήσεις του ακριβείς, εφόσον, για τη δασμολογική κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων, έχει στηριχθεί σε πληροφορίες παρασχεθείσες από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την "εκ των υστέρων" είσπραξη αρχή, σε εταιρία ανήκουσα στον αυτό όμιλο, και εφόσον η αναγραφόμενη στην τελωνειακή διασάφηση δασμολογική κατάταξη δεν έχει αμφισβητηθεί από τις αρμόδιες αρχές επί σχετικά παρατεταμένο χρονικό διάστημα
* ότι η προϋπόθεση επιδείξεως επιμελείας εκ μέρους του ενδιαφερομένου επιχειρηματία πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτώση που αυτός, ενόψει της υπάρξεως πληροφορίας παρασχεθείσας σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο, δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητα της δασμολογικής κατατάξεως του εν λόγω εμπορεύματος.
* ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν, με βάση την ερμηνεία αυτή, πληρούνται τα κριτήρια βάσει των οποίων εκτιμάται κατά πόσον θα μπορούσε να εντοπισθεί από τον υπόχρεο το σφάλμα το οποίο οδήγησε στη μη είσπραξη των δασμών, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Η προϋπόθεση ότι ο υπόχρεος οφείλει να έχει "τηρήσει", όσον αφορά την τελωνειακή του διασάφηση, "όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία" πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας έχει διασαφήσει καλοπίστως το οικείο εμπόρευμα υπό εσφαλμένη δασμολογική κλάση, εφόσον η κλάση αυτή αναφέρεται ρητώς και με σαφήνεια παράλληλα με την περιγραφή των οικείων εμπορευμάτων, ούτως ώστε οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές θα όφειλαν να εντοπίσουν αμέσως και χωρίς να αφήνουν περιθώριο αμφιβολιών την έλλειψη αντιστοιχίας με την ορθή δασμολογική κλάση.
2. Το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79, που προβλέπει τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να προβαίνουν σε επιστροφή ή διαγραφή χρέους των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών σε ιδιαίτερες περιπτώσεις που οφείλονται σε συνθήκες μη ενέχουσες δόλο ή προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των ακολούθων σκέψεων.
Το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας βασίστηκε σε εσφαλμένη πληροφορία παρασχεθείσα σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο, από αρμόδια τελωνειακή αρχή κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη τελωνειακή αρχή, μπορεί να στοιχειοθετεί ιδιαίτερη κατάσταση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 13, δηλαδή η έλλειψη προφανούς αμελείας ή δόλου καθώς και η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων. Πρέπει να διευκρινισθεί σχετικώς ότι, η δυνατότητα διαγνώσεως του λάθους, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του του κανονισμού 1697/79, ισοδυναμεί με προφανή αμέλεια ή δόλο κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, εις τρόπον ώστε οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής του κανονισμού 1430/79 να πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-250/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal d' instance du septieme arrondissement de Paris προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hewlett Packard France
και
Directeur generale des douanes,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν απαιτήθηκαν από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), και, επικουρικώς, του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 011/015, σ. 162),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η εταιρία Hewlett Packard France, εκπροσωπούμενη από τον Fabrice Goguel, δικηγόρο Παρισίων,
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Philippe Pouzoulet, υποδιευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Jean-Louis Falconi, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις Blanca Rodriguez Galindo, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και Virginia Melgar, υπάλληλος κράτους μέλους τεθείσα στη διάθεση της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας Hewlett Packard France, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Jean-Louis Falconi, επικουρούμενο από την Odile Gonthier, γενικό επιθεωρητή στη γενική διεύθυνση τελωνείων, τμήμα δικαστικού, καθώς και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Οκτωβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1991, διορθωθείσα με απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 7 και 30 Οκτωβρίου 1991 αντιστοίχως, το tribunal d' instance du septieme arrondissement de Paris υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν απαιτήθηκαν από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν υπό τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), και, επικουρικώς, του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 011/015, σ. 162).
2 Το εν λόγω ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της εταιρίας Hewlett Packard France (στο εξής: HP-France) και των γαλλικών τελωνειακών αρχών.
3 Η HP-France εισήγαγε στη Γαλλία, μεταξύ των ετών 1986 και 1988, πληκτρολόγια για ηλεκτρονικούς υπολογιστές καταγωγής Σιγκαπούρης. Στηριζόμενη σε πληροφορία που έδωσε στις 23 Ιανουαρίου 1985 η Oberfinanzdirektion Muenchen (Κεντρική Διεύθυνση Οικονομικών του Μονάχου) προς τη γερμανική θυγατρική εταιρία της Hewlett Packard, η HP-France προέβη σε διασάφηση των εν λόγω εμπορευμάτων, ενόψει της θέσεώς τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Γαλλία, υπό τη δασμολογική κλάση 84.55 Γ που καλύπτει τα ανταλλακτικά ηλεκτρονικών υπολογιστών.
4 Για τα ανήκοντα στην εν λόγω δασμολογική κλάση προϊόντα ίσχυε αναστολή των τελωνειακών δασμών δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3599/85 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1985 (παράρτημα ΙΙ), περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1986 για ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσομένων χωρών (ΕΕ L 352, σ. 1). Κατά συνέπεια, η HP-France απηλλάγη της καταβολής των οικείων δασμών.
5 Μετά την απαλλαγή αυτή, η εθνική διεύθυνση πληροφοριών και ερευνών σε τελωνειακά θέματα (DNRED), με πράξη της 24ης Μαΐου 1989 κοινοποιηθείσα στην HP-France, διαπίστωσε παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας συνιστάμενη σε "ψευδή δήλωση ορισμένου είδους συνεπαγόμενη την επιβολή δασμών χαμηλοτέρων των οφειλομένων". Κατά τις γαλλικές τελωνειακές αρχές, τα εισαχθέντα πληκτρολόγια συνιστούσαν "κεντρικές μονάδες" ηλεκτρονικών υπολογιστών υπαγόμενες στη δασμολογική κλάση 84.53 Β. Για τα υπαγόμενα στην εν λόγω δασμολογική κλάση εμπορεύματα ίσχυε επίσης αναστολή των τελωνειακών δασμών, περιοριζόμενη όμως εντός των ορίων ενός ετησίου ανωτάτου ποσού. Δεδομένου ότι οι εισαγωγές ξεπέρασαν το όριο αυτό κατά το έτος 1986, οι τελωνειακές αρχές κίνησαν, ως προς τις πραγματοποιηθείσες το 1986 από την HP-France εισαγωγές, τη διαδικασία εισπράξεως των δασμών "εκ των υστέρων" στο πλαίσιο της οποίας επέβαλαν δασμούς με συντελεστή 4,5 %. Οι οφειλόμενοι δασμοί ανήλθαν σε 1 402 870 γαλλικά φράγκα (FF), και ο αναλογών φόρος προστιθεμένης αξίας σε 260 933 FF.
6 Με επιστολές της 21ης Φεβρουαρίου και της 26ης Ιουνίου 1990, η HP-France ζήτησε από τις γαλλικές τελωνειακές αρχές να την απαλλάξουν από κάθε χρηματική ποινή και να διαβιβάσουν την υπόθεση στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκειμένου να εκδοθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1697/79, απόφαση περί μη εισπράξεως του δασμού.
7 Ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους των γαλλικών τελωνειακών αρχών, η HP-France άσκησε ενώπιον του tribunal d' instance du septieme arrondissement de Paris αίτηση ακυρώσεως της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως επί της αιτήσεώς της για μη είσπραξη "εκ των υστέρων" των επιδίκων δασμών. Το εν λόγω δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Δεδομένου ότι τα πληκτρολόγια ηλεκτρονικών υπολογιστών που εισήχθησαν από την εταιρά Hewlett Packard έπρεπε να είχαν δηλωθεί ως ανήκοντα στη δασμολογική κλάση 84.53, οι περιστάσεις τις οποίες επικαλείται η εν λόγω εταιρία εν προκειμένω, και ιδίως:
* η ύπαρξη αποφάσεως της διευθύνσεως οικονομικών του Μονάχου που κατατάσσει εσφαλμένα τα εν λόγω εμπορεύματα στη δασμολογική κλάση 84.55
* η μη προβολή οιασδήποτε αντιρρήσεως εκ μέρους της γαλλικής τελωνειακής αρχής κατόπιν παραβολής του δηλωθέντος είδους και της εμπορικής ονομασίας που αναγράφεται κατά τρόπο απολύτως σαφή επί των δηλώσεων,
επιτρέπουν στην εταιρία Hewlett Packard να τύχει της ευνοϊκής ρυθμίσεως σύμφωνα με την οποία μπορούν να μην εισπραχθούν εκ των υστέρων οι επίδικοι δασμοί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 ή, επικουρικώς, του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, όπως έχει τροποποιηθεί;"
8 Τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας δίκης, τα της εξελίξεως της διαδικασίας καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο αναπτύσσονται διεξοδικά στην έκθεση ακροατηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας επαναλαμβάνονται στη συνέχεια μόνο στον βαθμό που απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το τελευταίο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης, να εφαρμόζει κοινοτικούς κανόνες επί συγκεκριμένων περιπτώσεων και κατ' αυτόν τον τρόπο να επιλύει τη διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της κυρίας δίκης. Το Δικαστήριο μπορεί, ωστόσο, να συναγάγει από τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που εκθέτει το δικαστήριο αυτό, τα στοιχεία εκείνα που ανάγονται στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ώστε να δώσει στο δικαστήριο αυτό τη δυνατότητα να επιλύσει το νομικό ζήτημα που έχει υποβληθεί στην κρίση του (απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1992, C-243/90, Smithson, Συλλογή 1992, σ. Ι-467, σκέψη 9).
10 Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το προδικαστικό ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ή, επικουρικώς, του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, στην περίπτωση που ορισμένη εταιρία βασίστηκε, προκειμένου για τη δασμολογική κατάταξη ενός εμπορεύματος, σε εσφαλμένη πληροφορία δασμολογικής κατατάξεως που δόθηκε σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο μ' αυτήν από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό στο οποίο ευρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη των τελωνειακών δασμών αρχή, μολονότι η τελευταία δεν διατύπωσε καμία αντίρρηση σχετικά με την εν λόγω δασμολογική κατάταξη.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79
11 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ορίζει τα εξής:
"Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως 'εκ των υστέρων' ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών μη καταβληθέντος συνεπεία σφάλματος αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών, το οποίο δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από την πλευρά του ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως."
12 Η εν λόγω διάταξη εξαρτά από τρεις προϋποθέσεις τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να μη προβούν σε "εκ των υστέρων" είσπραξη. Τούτο σημαίνει ότι, εφόσον πληρούνται και οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να απαλλαγεί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως (βλ. τις αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1991, C-348/89, Mecanarte-Metalurgica de Lagoa, Συλλογή 1991, σ. Ι-3277, σκέψη 12, και της 22ας Οκτωβρίου 1987, 341/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 22).
13 Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες:
* οι δασμοί δεν εισπράχθηκαν συνεπεία λάθους των ιδίων των αρμοδίων αρχών
* ο φορολογούμενος ενήργησε καλοπίστως, δηλαδή δεν διαπίστωσε το λάθος που διαπράχθηκε από τις αρμόδιες αρχές
* ο φορολογούμενος συμμορφώθηκε προς όλες τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας όσον αφορά την τελωνειακή διαφάφηση.
'Οσον αφορά το σφάλμα των αρμοδίων αρχών
14 Το υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν μπορεί να θεωρηθεί ως "λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών", αφενός, το σφάλμα που δεν διεπράχθη από τις αρμόδιες για την είσπραξη τελωνειακές αρχές, αλλά από τις αρχές άλλου κράτους μέλους που έδωσαν εσφαλμένη πληροφορία δασμολογικής κατατάξεως σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο με την ενδιαφερομένη και, αφετέρου, το γεγονός ότι οι αρμόδιες για την είσπραξη των δασμών αρχές δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση ως προς την κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων, μολονότι η παραβολή της δηλωθείσας δασμολογικής κλάσεως και της εμφανώς αναγραφομένης ονομασίας των εμπορευμάτων θα επέτρεπε τη διαπίστωση της ασυμφωνίας.
15 'Οσον αφορά το σφάλμα που οφείλεται σε τελωνειακές αρχές διαφορετικές από τις αρμόδιες για την είσπραξη, από την προαναφερθείσα απόφαση Mecanarte-Metalurgica de Lagoa, σκέψεις 22 και 23, προκύπτει ότι ένα τέτοιο σφάλμα μπορεί κατ' αρχήν να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο διαδικασίας περί μη εισπράξεως κινηθείσας από την αρμόδια αρχή σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι αποτελεί στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη για την είσπραξη των δασμών και μπορεί ως εκ τούτου να γεννήσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του υποχρέου.
16 Η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται οσάκις η παρασχεθείσα από τις τελωνειακές αρχές ενός κράτους μέλους πληροφορία κατατάξεως των οικείων εμπορευμάτων δεν δεσμεύει τις αρμόδιες για την είσπραξη των δασμών τελωνειακές αρχές. Πράγματι, όπως διευκρινίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση Mecanarte-Metalurgica de Lagoa, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του υποχρέου είναι άξια της προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, μόνον αν το έρεισμα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του υποχρέου το δημιούργησαν "οι ίδιες" οι αρμόδιες αρχές, πράγμα που σημαίνει ότι η εν λόγω πληροφορία πρέπει να αναγνωρίζεται ή να τηρείται από την αρμόδια για την είσπραξη αρχή.
17 Ωστόσο, η εν λόγω υποχρέωση δεν υφίστατο προτού η Επιτροπή θεσπίσει κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1715/90 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, περί των πληροφοριών οι οποίες παρέχονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη των εμπορευμάτων στην τελωνειακή ονοματολογία (ΕΕ L 160, σ. 1), και με την έκδοση εκτελεστικού κανονισμού, ότι η δεσμευτική πληροφορία παρεχόμενη σε ένα κράτος μέλος έχει την αυτή νομική ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη, ότι, δηλαδή, δεσμεύει εξίσου τις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών.
18 Κατά συνέπεια, εφόσον τέτοια ρύθμιση δεν είχε τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κυρίας δίκης, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως "σφάλμα των ιδίων των αρμοδίων αρχών", κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, το σφάλμα των τελωνειακών αρχών που παρέσχον την επίμαχη πληροφορία περί δασμολογικής κατατάξεως χωρίς να είναι η αρμόδια για την είσπραξη αρχή.
19 'Οσον αφορά το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων, όπως αυτή δηλώθηκε από τον ενδιαφερόμενο στις τελωνειακές διασαφήσεις του, από την προαναφερθείσα απόφαση Foto-Frost, σκέψη 24, προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή υπάρχει σφάλμα καταλογιστέο στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, εφόσον η τελωνειακή διασάφηση του υποχρέου περιείχε όλα τα αναγκαία για την εφαρμογή της οικείας ρυθμίσεως πραγματικά δεδομένα, εις τρόπον ώστε ο μεταγενέστερος έλεγχος στον οποίο μπορούν να προβούν οι αρμόδιες αρχές να μη μπορεί να αποκαλύψει κανένα νέο στοιχείο.
20 Τούτο ισχύει ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία όλες οι τελωνειακές διασαφήσεις που υποβλήθηκαν από τον επιχειρηματία ήσαν πλήρεις υπό την έννοια ότι περιείχαν, ιδίως, την περιγραφή των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ονοματολογίας δίπλα στη δηλωθείσα δασμολογική κλάση και εφόσον υπήρξε μία σειρά εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας σχετικά παρατεταμένης περιόδου χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση της δασμολογικής κλάσεως.
21 Για τους λόγους αυτούς, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι η εσφαλμένη πληροφορία περί δασμολογικής κατατάξεως που παρέχεται σε πρόσωπο διαφορετικό του υποχρέου και εκ μέρους των τελωνειακών αρχών κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη "εκ των υστέρων" αρχή δεν συνιστά "λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών" αντίθετα, υφίσταται λάθος των αρμοδίων για την είσπραξη αρχών, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, στην περίπτωση κατά την οποία οι αρχές αυτές, παρά τη συχνότητα και το μέγεθος των πραγματοποιηθεισών από τον υπόχρεο εισαγωγών, δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση ως προς τη δασμολογική κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων, μολονότι η απλή παραβολή της δηλωθείσας δασμολογικής κλάσεως και της σαφούς περιγραφής των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ονοματολογίας θα καθιστούσε δυνατό τον εντοπισμό της εσφαλμένης δασμολογικής κατατάξεως.
Ως προς την αδυναμία ανακαλύψεως του σφάλματος των αρμοδίων αρχών
22 Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν ο υπόχρεος θα μπορούσε να έχει ανακαλύψει το σφάλμα των αρμοδίων τελωνειακών αρχών, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του σφάλματος, της επαγγελματικής πείρας του ενδιαφερομένου καθώς και της επιδειχθείσας απ' αυτόν επιμελείας (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-187/91, Societe cooperative Belovo, Συλλογή 1992, σ. Ι-4963, σκέψη 17, της 8ης Απριλίου 1992, C-371/90, Beirafrio, Συλλογή 1992, σ. Ι-2728, σκέψη 21, και της 26ης Ιουνίου 1990, C-64/89, Deutsche Fernsprecher, Συλλογή 1990, σ. Ι-2535, σκέψη 24).
23 'Οσον αφορά τη φύση του σφάλματος, το Δικαστήριο διευκρίνισε με την προαναφερθείσα νομολογία του ότι πρέπει να εξετάζεται αν η οικεία κανονιστική ρύθμιση είναι περίπλοκη ή, αντίθετα, αρκετά απλή ώστε μετά από εξέταση των πραγματικών δεδομένων να είναι δυνατό να εντοπιστεί εύκολα ένα σφάλμα. Επισημαίνεται ότι, σε περιπτώσεις σαν την υπό κρίση, όπου κατέστη αναγκαίο να εκδοθεί, ενόψει των διαφορών που υφίσταντο μεταξύ των κρατών μελών, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1288/91 της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1991, περί της κατατάξεως εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία (ΕΕ L 122, σ. 11), προκειμένου να διευκρινισθεί η δασμολογική κατάταξη των πληκτρολογίων ηλεκτρονικών υπολογιστών, υφίσταται ένα σημαντικό στοιχείο αποδεικνύον τον περίπλοκο χαρακτήρα του τιθεμένου προβλήματος.
24 'Οσον αφορά την επιμέλεια του εμπλεκομένου επιχειρηματία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, οσάκις αυτός ο ίδιος έχει αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της δασμολογικής κατατάξεως των οικείων εμπορευμάτων, πρέπει να ενημερώνεται και να αναζητεί όλες τις δυνατές διευκρινίσεις προκειμένου να διαπιστώσει αν οι αμφιβολίες του είναι δικαιολογημένες ή όχι (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Deutsche Fernsprecher, σκέψη 22). Η προϋπόθεση αυτή πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος, ενόψει της υπάρξεως πληροφορίας παρασχεθείσας σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο με αυτόν όμιλο, από τις τελωνειακές αρχές ενός κράτους μέλους, δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητα της δασμολογικής κατατάξεως των εμπορευμάτων για τα οποία πρόκειται.
25 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής σύμφωνα με τον οποίο, για να πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση, ο επιχειρηματίας πρέπει, σε περιπτώσεις σαν την υπό εξέταση, να ζητεί επιβεβαίωση της πληροφορίας από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές ή εφαρμογή της διαδικασίας γνωμοδοτήσεως επί της δασμολογικής κατατάξεως που ακολουθείται στο κράτος μέλος εισαγωγής. Η απαίτηση αυτή δεν συμβιβάζεται με τον σκοπό της διαδικασίας γνωμοδοτήσεως περί δασμολογικής κατατάξεως που είναι να παράσχει στον επιχειρηματία τη δυνατότητα να βεβαιωθεί σχετικά με το ύψος των δασμών για τα εμπορεύματα που προτίθεται να εισαγάγει. Πράγματι, πρόκειται για διαδικασία της οποίας ο επιχειρηματίας μπορεί να κάνει χρήση οσάκις έχει αμφιβολίες ως προς τη δασμολογική κατάταξη ενός εμπορεύματος και όχι για διαδικασία την οποία υποχρεούται να χρησιμοποιήσει για να αποδείξει την επιμέλειά του όσον αφορά την υποβολή των τελωνειακών του διασαφήσεων.
26 'Οσον αφορά την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου, το εθνικό δικαστήριο πρέπει, ιδίως, να εξετάσει εάν πρόκειται ή όχι για επαγγελματία έμπορο, η δραστηριότητα του οποίου συνίσταται κυρίως στην πραγματοποίηση εισαγωγών και εξαγωγών και εάν είχε ήδη ορισμένη εμπειρία στο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων, δηλαδή εάν είχε πραγματοποιήσει κατά το παρελθόν τέτοιες συναλλαγές ως προς τις οποίες οι δασμοί είχαν υπολογιστεί σωστά (βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα απόφαση C-64/89, Deutsche Fernsprecher, σκέψη 21).
27 Πρέπει να διευκρινισθεί σχετικώς ότι, εάν πρόκειται, όπως στην κυρία υπόθεση, για έμπειρο και επαγγελματία επιχειρηματία, πρέπει επιπλέον να εξεταστεί μήπως υφίστανται στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να βασιστεί ακόμη και ένας τέτοιος επιχειρηματίας, όσον αφορά την ακρίβεια των τελωνειακών του διασαφήσεων. Τέτοια στοιχεία μπορούν να ανευρεθούν, σε περίπτωση σαν την υπό εξέταση, στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας βασίστηκε, όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων, σε πληροφορίες παρασχεθείσες από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου βρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη αρχή, σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων με τον υπόχρεο, καθώς και στο γεγονός ότι η περιεχομένη στην τελωνειακή διασάφηση δασμολογική κατάταξη δεν αμφισβητήθηκε από τις αρμόδιες για την είσπραξη αρχές επί σχετικώς παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
28 Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για να εκτιμηθεί αν υπήρξε "λάθος που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο", κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, πρέπει να ληφθεί υπόψη, ιδίως, η φύση του λάθους, η επαγγελματική πείρα του συγκεκριμένου επιχειρηματία καθώς και η επιδειχθείσα από αυτόν επιμέλεια. Συναφώς πρέπει να διευκρινισθεί:
* ότι σημαντική ένδειξη του πολύπλοκου χαρακτήρα του προς επίλυση προβλήματος αποτελεί το γεγονός ότι, λόγω των διαφορών που υφίσταντο μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη ορισμένου εμπορεύματος, χρειάστηκε να εκδοθεί κανονισμός που διευκρινίζει οριστικά σε ποια δασμολογική κλάση πρέπει να καταταχθεί το εμπόρευμα
* ότι ακόμη και ένας έμπειρος επιχειρηματίας μπορεί να θεωρήσει τις τελωνειακές διασαφήσεις του ακριβείς, εφόσον, για τη δασμολογική κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων, έχει στηριχθεί σε πληροφορίες παρασχεθείσες από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την "εκ των υστέρων" είσπραξη αρχή, σε εταιρία ανήκουσα στον αυτό όμιλο, και εφόσον η αναγραφόμενη στην τελωνειακή διασάφηση δασμολογική κατάταξη δεν έχει αμφισβητηθεί από τις αρμόδιες αρχές επί σχετικά παρατεταμένο χρονικό διάστημα
* ότι η προϋπόθεση επιδείξεως επιμελείας εκ μέρους του ενδιαφερομένου επιχειρηματία πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που αυτός, ενόψει της υπάρξεως πληροφορίας παρασχεθείσας σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο, δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητα της δασμολογικής κατατάξεως του εν λόγω εμπορεύματος.
* ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν, με βάση την ερμηνεία αυτή, πληρούνται τα κριτήρια βάσει των οποίων εκτιμάται κατά πόσον θα μπορούσε να εντοπισθεί από τον υπόχρεο το σφάλμα το οποίο οδήγησε στη μη είσπραξη των δασμών, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Ως προς την τήρηση όλων των διατάξεων που περιέχονται στην ισχύουσα ρύθμιση σχετικά με τις τελωνειακές διασαφήσεις
29 Προκειμένου να συμμορφωθεί με την προϋπόθεση αυτή ο προβαίνων στη διασάφηση υποχρεούται να παράσχει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές κάθε πληροφορία που προβλέπεται από τις κοινοτικές και τις εθνικές διατάξεις, που ενδεχομένως τις συμπληρώνουν ή τις μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο, ως αναγκαία, ανάλογα με την τελωνειακή μεταχείριση που ζητείται για το οικείο εμπόρευμα (βλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 1989, 378/87, Top Hit Holzvertrieb, Συλλογή 1989, σ. 1359, σκέψη 26). Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να βαίνει πέραν της υποβολής των στοιχείων και παραστατικών που ο υπόχρεος μπορεί λογικά να γνωρίζει και να εξεύρει, κατά συνέπεια δε αρκεί τα εν λόγω στοιχεία, έστω και αν είναι ανακριβή, να έχουν υποβληθεί καλοπίστως (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Mecanarte-Metalurgica de Lagoa, σκέψη 29).
30 Ενόψει των διευκρινίσεων αυτών, η εν λόγω προϋπόθεση πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που ο επιχειρηματίας έχει διασαφήσει το οικείο εμπόρευμα καλοπίστως υπό εσφαλμένη δασμολογική κλάση εφόσον αυτή αναφέρεται ρητώς και με σαφήνεια παράλληλα με την περιγραφή των οικείων εμπορευμάτων, ούτως ώστε οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές θα όφειλαν να εντοπίσουν αμέσως και χωρίς να αφήνουν περιθώρια για αμφιβολίες την έλλειψη αντιστοιχίας με την ορθή δασμολογική κλάση.
31 Στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία ο υπόχρεος οφείλει να έχει τηρήσει, όσον αφορά την τελωνειακή του διασάφηση, όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας έχει διασαφήσει καλοπίστως το οικείο εμπόρευμα υπό εσφαλμένη δασμολογική κλάση, εφόσον η κλάση αυτή αναφέρεται ρητώς και με σαφήνεια παράλληλα με την περιγραφή των οικείων εμπορευμάτων, ούτως ώστε οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές θα όφειλαν να εντοπίσουν αμέσως και χωρίς να αφήνουν περιθώριο αμφιβολιών την έλλειψη αντιστοιχίας με την ορθή δασμολογική κλάση.
Επί της ερμηνείας του κανονισμού 1430/79
32 Για την περίπτωση που κριθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, το εθνικό δικαστήριο ερωτά επικουρικώς αν πληρούνται οι προβλεπόμενος στο άρθρο 13 του κανονισμού 1439/79 προϋποθέσεις, ενόψει του συνόλου των πραγματικών δεδομένων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
33 Στο άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1430/79 περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντος ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ L 286, σ. 1), ορίζεται ότι:
"1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα μέρη Α έως Δ, οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
(...)
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εγκρίνεται εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση στο συγκεκριμένο τελωνείο πριν από τη λήξη προθεσμίας δώδεκα μηνών η οποία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία βεβαίωσης των εν λόγω δασμών από την αρχή την αρμόδια για την είσπραξή τους.
Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εγκρίνουν παράταση της προθεσμίας αυτής σε αποδεδειγμένα εξαιρετικές περιπτώσεις."
34 Η Επιτροπή φρονεί ότι η προδικαστική παραπομπή σχετικά με την ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων του κανονισμού 1430/79 είναι απαράδεκτη. Ειδικότερα, οι εν λόγω διατάξεις δεν βρίσκουν, κατά την άποψή της, εφαρμογή στο πλαίσιο της κυρίας δίκης καθότι ο υπόχρεος δεν υπέβαλε αίτηση για επιστροφή ενώπιον των τελωνειακών αρχών εντός των προβλεπομένων από τον εν λόγω κανονισμό προθεσμιών.
35 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1430/79. Ωστόσο, το πραγματικό αυτό ζήτημα δεν επηρεάζει το παραδεκτό της προδικαστικής παραπομπής, η οποία αναφέρεται στους ουσιαστικούς κανόνες του προαναφερθέντος άρθρου.
36 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση στην κύρια δίκη δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1430/79. Αντίθετα με τον κανονισμό 1697/79 που εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου θα έπρεπε να έχουν απαιτηθεί δασμοί για εμπορεύματα αλλά δεν απαιτήθηκαν, δηλαδή σε περιπτώσεις παρόμοιες με αυτήν της κυρίας δίκης, ο κανονισμός 1430/79 καλύπτει τις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές παρέχουν επιστροφές ή διαγραφές εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών οσάκις έχουν επιβληθεί μη οφειλόμενοι τελωνειακοί δασμοί ή οι δασμοί έχουν υπολογισθεί εσφαλμένως.
37 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική έκταση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1430/79. Ο κανονισμός αυτός δεν καθορίζει ούτε την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να γίνεται ο υπολογισμός των δασμών ούτε τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία πρέπει να πραγματοποιείται ο εν λόγω υπολογισμός. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, περίπτωση ε', του κανονισμού προϋποθέτει την ύπαρξη "πράξεως της διοικήσεως με την οποία προσδιορίζεται προσηκόντως το ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που πρέπει να εισπραχθεί από τις αρμόδιες αρχές". Η προϋπόθεση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται στην περίπτωση που το ποσό των εν λόγω δασμών προσδιορίστηκε στο πλαίσιο εισπράξεως "εκ των υστέρων".
38 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθούν οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, ήτοι η ύπαρξη ιδιαιτέρων συνθηκών και η έλλειψη προφανούς αμελείας ή δόλου.
39 Το άρθρο 4 του κανονισμού 3799/86 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1986, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής των άρθρων 4 α, 6 α, 11 α και 13 α του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ L 352, σ. 19), απαριθμεί τις ιδιαίτερες περιπτώσεις κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79. 'Οπως διευκρινίζεται σαφώς στην πρώτη περίοδο του άρθρου 4 του κανονισμού 3799/86, η απαρίθμηση αυτή δεν είναι περιοριστική. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές να εκτιμούν κατά περίπτωση, αν μια κατάσταση που, όπως η εξεταζόμενη στο πλαίσιο της κυρίας υποθέσεως, δεν περιέχεται στην απαρίθμηση αυτή συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση κατά την έννοια της εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας.
40 'Ενα από τα χαρακτηριστικά της υπό εξέταση περιπτώσεως είναι το γεγονός ότι, αν ο υπόχρεος είχε εξαρχής διασαφήσει τα οικεία εμπορεύματα υπό τη δασμολογική κλάση που στη συνέχεια προέκυψε ότι ήταν η ορθή, δεν θα είχε καταβάλει κανένα δασμό, καθότι τα εν λόγω εμπορεύματα υπάγονταν σε καθεστώς προνομιακής μεταχειρίσεως εντός των ανωτάτων δασμολογικών ορίων, όπως κατανέμονται.
41 Για τους λόγους που εκθέτει ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 10 των προτάσεών του, το γεγονός αυτό δεν στοιχειοθετεί ιδιαίτερη κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79. Η υπέρβαση των δασμολογικών ορίων και η συνακόλουθη εκ νέου επιβολή των τελών αποτελούν στην πραγματικότητα συνήθη κίνδυνο που διατρέχουν οι συναλλασσόμενοι, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν τύχει προνομιακής μεταχειρίσεως συνεπεία σφάλματος ανακαλυφθέντος μόνο μετά τη διαπίστωση της υπερβάσεως των δασμολογικών ορίων.
42 Το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει την εν λόγω περίπτωση συνίσταται στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας βασίστηκε σε εσφαλμένη πληροφορία, παρασχεθείσα σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο, από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη τελωνειακή αρχή.
43 Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η περίπτωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιαίτερη κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
44 Συγκεκριμένα, η παρασχεθείσα κατά τα ανωτέρω πληροφορία μπορεί να γεννήσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του επιχειρηματία, με βάση την οποία ο τελευταίος μπορεί να πιστέψει ότι προέβη σε διασάφηση των εμπορευμάτων του σύμφωνα με τις ισχύουσες δασμολογικές διατάξεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποχρέωση καταβολής "εκ των υστέρων" των εισαγωγικών δασμών καθίσταται άδικη.
45 'Οσον αφορά την απουσία οιασδήποτε αμελείας ή δόλου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν, σε περίπτωση σαν την υπό εξέταση, πληρούνται ή όχι οι εν λόγω προϋποθέσεις.
46 Ωστόσο, κατά την εκτίμηση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, που είναι να περιορίζεται η καταβολή "εκ των υστέρων" των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών στις περιπτώσεις όπου είναι δικαιολογημένη και συμβιβάζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Υπό το πρίσμα αυτό, η δυνατότητα διαγνώσεως του λάθους, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, ισοδυναμεί με προφανή αμέλεια ή δόλο κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, εις τρόπον ώστε οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής του κανονισμού 1430/79 πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
47 Από τις προηγηθείσες σκέψεις συνάγεται ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας βασίστηκε σε εσφαλμένη πληροφορία παρασχεθείσα σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο από αρμόδια τελωνειακή αρχή κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη τελωνειακή αρχή, μπορεί να στοιχειοθετεί ιδιαίτερη κατάσταση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 13, δηλαδή η έλλειψη προφανούς αμελείας ή δόλου καθώς και η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το tribunal d' instance du septieme arrondissement de Paris, με απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1991, που διορθώθηκε με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου του ιδίου έτους, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν απαιτήθηκαν από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν υπό τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, έχει την έννοια ότι η εσφαλμένη πληροφορία περί δασμολογικής κατατάξεως που παρέχεται σε πρόσωπο διαφορετικό του υπόχρεου και εκ μέρους των τελωνειακών αρχών κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη "εκ των υστέρων" αρχή δεν συνιστά "λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών" αντίθετα, υφίσταται λάθος των αρμοδίων για την είσπραξη αρχών, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, στην περίπτωση κατά την οποία οι αρχές αυτές, παρά τη συχνότητα και το μέγεθος των πραγματοποιηθεισών από τον υπόχρεο εισαγωγών, δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση ως προς τη δασμολογική κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων, μολονότι η απλή παραβολή της δηλωθείσας δασμολογικής κλάσεως και της σαφούς περιγραφής των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ονοματολογίας καθιστούσε δυνατό τον εντοπισμό της εσφαλμένης δασμολογικής κατατάξεως.
2) Για να εκτιμηθεί αν υπήρξε "λάθος που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο", κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, πρέπει να ληφθεί υπόψη, ιδίως, η φύση του λάθους, η επαγγελματική πείρα του συγκεκριμένου επιχειρηματία καθώς και η επιδειχθείσα από αυτόν επιμέλεια. Συναφώς πρέπει να διευκρινισθεί:
* ότι σημαντική ένδειξη του πολύπλοκου χαρακτήρα του προς επίλυση προβλήματος αποτελεί το γεγονός ότι, λόγω των διαφορών που υφίσταντο μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη ορισμένου εμπορεύματος, χρειάστηκε να εκδοθεί κανονισμός που διευκρινίζει οριστικά σε ποια δασμολογική κλάση πρέπει να καταταχθεί το εμπόρευμα
* ότι ακόμη και ένας έμπειρος επιχειρηματίας μπορεί να θεωρήσει τις τελωνειακές διασαφήσεις του ακριβείς, εφόσον, για τη δασμολογική κατάταξη των οικείων εμπορευμάτων, έχει στηριχθεί σε πληροφορίες παρασχεθείσες από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την "εκ των υστέρων" είσπραξη αρχή, σε εταιρία ανήκουσα στον αυτό όμιλο, και εφόσον η αναγραφόμενη στην τελωνειακή διασάφηση δασμολογική κατάταξη δεν έχει αμφισβητηθεί από τις αρμόδιες αρχές επί σχετικά παρατεταμένο χρονικό διάστημα
* ότι η προϋπόθεση επιδείξεως επιμελείας εκ μέρους του ενδιαφερομένου επιχειρηματία πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτώση που αυτός, ενόψει της υπάρξεως πληροφορίας παρασχεθείσας σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο, δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητα της δασμολογικής κατατάξεως του εν λόγω εμπορεύματος.
* ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν, με βάση την ερμηνεία αυτή, πληρούνται τα κριτήρια βάσει των οποίων εκτιμάται κατά πόσον θα μπορούσε να εντοπισθεί από τον υπόχρεο το σφάλμα το οποίο οδήγησε στη μη είσπραξη των δασμών, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
3) Η προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία ο υπόχρεος οφείλει να έχει τηρήσει, όσον αφορά την τελωνειακή του διασάφηση, όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας έχει διασαφήσει καλοπίστως το οικείο εμπόρευμα υπό εσφαλμένη δασμολογική κλάση, εφόσον η κλάση αυτή αναφέρεται ρητώς και με σαφήνεια παράλληλα με την περιγραφή των οικείων εμπορευμάτων, ούτως ώστε οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές θα όφειλαν να εντοπίσουν αμέσως και χωρίς να αφήνουν περιθώριο αμφιβολιών την έλλειψη αντιστοιχίας με την ορθή δασμολογική κλάση.
4) Για την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας βασίστηκε σε εσφαλμένη πληροφορία παρασχεθείσα σε εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο, από αρμόδια τελωνειακή αρχή κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό όπου ευρίσκεται η αρμόδια για την είσπραξη τελωνειακή αρχή, μπορεί να στοιχειοθετεί ιδιαίτερη κατάσταση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 13, δηλαδή η έλλειψη προφανούς αμελείας ή δόλου καθώς και η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων.
Full & Egal Universal Law Academy