Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινό Δασμολόγιο * Δασμολογικές κλάσεις * Αμυλώδες προϊόν αποτελούμενο από μίγμα φυσικού αμύλου πατάτας και εστέρα ουδετεροποιημένου αμύλου πατάτας * Κατάταξη στη διάκριση 1108 13 00 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας
Περίληψη
Το Κοινό Δασμολόγιο * Συνδυασμένη Ονοματολογία * έχει την έννοια ότι στη διάκριση 1108 13 00 πρέπει να κατατάσσεται ένα προϊόν με βάση το άμυλο (περιεκτικότητα σε άμυλο, προσδιοριζόμενη κατά τη μέθοδο Ewers, 99 % κατά βάρος ή, προσδιοριζόμενη κατά τη μέθοδο της σακχαροποιήσεως, 81,1 % κατά βάρος περιεκτικότητα σε ακετύλιο 0,65 ή 0,67 % κατά βάρος), αποτελούμενο από φυσικό άμυλο πατάτας, αναμιγμένο με ουδετεροποιημένο εστέρα αμύλου πατάτας, χωρίς να περιέχει ακετυλαλδεΰδη, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στη βιομηχανία χάρτου ή την υφαντουργία, αλλά είναι επίσης κατάλληλο, λόγω της συνθέσεώς του, προς βρώση, μολονότι αυτό δεν επιτρέπεται από την ισχύουσα περί τροφίμων νομοθεσία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-256/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Emsland-Staerke GmbH
και
Oberfinanzdirektion Muenchen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του Κοινού Δασμολογίου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2587/91 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1991, περί τροποποιήσεως του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (ΕΕ L 259, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Emsland-Staerke GmbH, εκπροσωπουμένη από τον B. Festge, δικηγόρο Αμβούργου,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Β. Rodriguez Galindo, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον A. Ridout, εθνικό δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία, επικουρούμενο από τον Dr Hans-Juergen Rabe, δικηγόρο Αμβούργου,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Νοεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 20ής Αυγούστου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Οκτωβρίου 1991, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του Κοινού Δασμολογίου, όπως αυτό προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2587/91 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1991, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (ΕΕ L 259, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Emsland-Staerke (στο εξής: Emsland), προσφεύγουσα της κύριας δίκης, και της Oberfinanzdirektion Muenchen (στο εξής: OFD), καθής της κύριας δίκης, σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ενός "αμυλώδους" προϊόντος, με την ονομασία "εστέρας αμύλου F 2000".
3 Το εν λόγω αμυλώδες προϊόν αποτελείται από σκόνη αμύλου πατάτας, η οποία έχει, εξεταζομένη με το μικροσκόπιο, τη μορφή λεπτών κόκκων και περιεκτικότητα σε άμυλο 99 % κατά βάρος, προσδιοριζόμενη με τη μέθοδο Ewers, ή 81,1 % κατά βάρος, προσδιοριζόμενη με σακχαροποίηση, και περιεκτικότητα σε ακετύλιο 0,65 ή 0,67 % κατά βάρος. Η σκόνη αυτή παρασκευάζεται με βάση εστέρα αμύλου πατάτας, που λαμβάνεται με αλκαλική κατάλυση αμύλου πατάτας με εστέρα βινυλίου, ο οποίος, μετά από αφαίρεση της ακετυλαλδεΰδης και κατόπιν μιας διαδικασίας ουδετεροποιήσεως, αναμίχθηκε με πρόσθετες ποσότητες αμύλου και, τέλος, ξηράνθηκε.
4 Από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το ως άνω προϊόν προορίζεται για χρήση στη βιομηχανία του χαρτιού για την επεξεργασία επιφανειών και ως γραμμοχάρακτον λεπτουργού, και στην κλωστοϋφαντουργία, για το κολλάρισμα των υφασμάτων. Ακόμη, είναι, εκ της φύσεώς του, βρώσιμο, αν και η εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία περί τροφίμων απαγορεύει τη διάθεσή του στην αγορά για τον σκοπό αυτό.
5 Στις 13 Δεκεμβρίου 1988 η OFD εξέδωσε γνωμάτευση περί δασμολογικής κατατάξεως, κατά την οποία το εν λόγω αμυλώδες προϊόν κατατάχθηκε, ως "άλλο" παρασκεύασμα διατροφής από άμυλο που δεν κατονομάζεται ούτε περιλαμβάνεται αλλού, στη διάκριση 1901 90 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (στο εξής: ΣΟ).
6 Η Emsland προσέβαλε ενώπιον του Bundesfinanzhof την κατάταξη αυτή. Θεωρεί ότι το εν λόγω προϊόν πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 3505 10 50 της ΣΟ ως εστεροποιημένο άμυλο. Συναφώς προβάλλει ως αιτιολογία κατ' ουσίαν το ότι ο χαρακτήρας ενός προϊόντος ως εστεροποιημένου αμύλου δεν εξαρτάται από τη μέθοδο παρασκευής, αλλά από τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε άμυλο και της περιεκτικότητας σε ακετύλιο, ήτοι με βάση ένα κριτήριο σχετικά με τα φυσικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Προσθέτει, ότι αν η περιεκτικότητα του προϊόντος σε ακετύλιο υπερβαίνει το 0,5 % κατά βάρος, η δε περιεκτικότητα σε άμυλο είναι μικρότερη του 95 % κατά βάρος, το εμπόρευμα πρέπει να κατατάσσεται στη διάκριση 3505 10 50. Η ΟFD, αντίθετα, θεωρεί ότι από το κείμενο της διακρίσεως 3505 10 50 δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα άμυλα πρέπει να κατατάσσονται στην ίδια δασμολογική κλάση με τον εστέρα αμύλου με μόνη αιτιολογία ότι η περιεκτικότητά τους σε ακετύλιο είναι μεγαλύτερη χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μέθοδος παρασκευής τους.
7 Εξετάζοντας την υπόθεση αυτή, το Bundesfinanzhof εκφράζει αμφιβολίες όσον αφορά την ορθότητα της δασμολογικής κατατάξεως του εν λόγω προϊόντος την οποία προτείνουν οι διάδικοι της κύριας δίκης. Η κατάταξη στην κλάση 1901 (παρασκευάσματα διατροφής από άμυλο) δεν δικαιολογείται, διότι το εν λόγω προϊόν δεν προορίζεται προς βρώση. Ούτε η κατάταξη στη διάκριση 3505 10 50 (εστεροποιημένα άμυλα) δικαιολογείται. Επ' αυτού, το Bundesfinanzhof εκθέτει ότι από το γεγονός ότι τα μίγματα από φυσικό άμυλο πατάτας και από ακετυλιωμένο άμυλο πατάτας, με περιεκτικότητα σε άμυλο 95 % κατά βάρος και περιεκτικότητα σε ακετύλιο μικρότερη του 0,5 % κατά βάρος, πρέπει να κατατάσσονται, λόγω της μικρής περιεκτικότητάς τους σε ακετύλιο, ως άμυλα στην κλάση 1108 και όχι, ως εστεροποιημένα άμυλα, στη διάκριση 3505 10 50 δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα σχετικά μίγματα πρέπει να κατατάσσονται σ' αυτήν την τελευταία διάκριση απλώς και μόνο επειδή η περιεκτικότητά τους σε ακετύλιο είναι λίγο μεγαλύτερη. Κατά το Bundesfinanzhof, μπορεί ακόμη να είναι δυνατή η κατάταξη στην κλάση 3809 (προϊόντα για το κολλάρισμα και τη συγκόλληση από αμυλώδεις ύλες για την κλωστοϋφαντουργία, τη βιομηχανία του χαρτιού, του δέρματος ή για παρόμοιες βιομηχανίες) ή, αν θεωρηθεί ότι το φυσικό άμυλο πατάτας είναι η ουσία που προσδίδει τον ουσιώδη χαρακτήρα στο προϊόν, στη διάκριση 1108 13 00 (άμυλο πατάτας).
8 Υπό τις συνθήκες αυτές το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) 'Εχει το Κοινό Δασμολόγιο * Συνδυασμένη Ονοματολογία * την έννοια ότι προϊόν με βάση το άμυλο (περιεκτικότητα σε άμυλο, προσδιοριζόμενη με τη μέθοδο Εwers, 99 % κατά βάρος ή 81,1 % κατά βάρος, προσδιοριζόμενη με τη μέθοδο της σακχαροποιήσεως περιεκτικότητα σε ακετύλιο 0,65 ή 0,67 % κατά βάρος), το οποίο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία χαρτιού και την κλωστοϋφαντουργία, κατάλληλλο, λόγω της συνθέσεώς του, και προς βρώση, χωρίς ωστόσο αυτό να επιτρέπεται από την ισχύουσα περί τροφίμων νομοθεσία, αποτελούμενο από φυσικό άμυλο πατάτας αναμιγμένο με ουδετεροποιημένο εστέρα αμύλου πατάτας χωρίς να περιέχει ακετυλαλδεΰδη, πρέπει, ως μη κατονομαζόμενο ούτε περιλαμβανόμενο αλλού τροφικό παρασκεύασμα, να υπαχθεί στη διάκριση 1901 9090;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνάγεται από την ερμηνεία του δασμολογίου ότι προϊόν όπως αυτό που περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ως εστεροποιημένο και, επομένως, ως εστεροποιημένο άμυλο, να υπαχθεί στη διάκριση 3505 10 50;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, συνάγεται από την ερμηνεία του δασμολογίου ότι προϊόν όπως αυτό που περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα, ανεξαρτήτως της δυνατότητας προσδιορισμού του προορισμού του, λαμβανομένης υπόψη της συνθέσεως και της παρουσιάσεώς του, πρέπει, ως μη κατονομαζόμενο ούτε περιλαμβανόμενο αλλού παρασκεύασμα, του είδους αυτών που χρησιμοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία και στη βιομηχανία χαρτιού με βάση αμυλώδεις ύλες, να υπαχθεί στην προβλεπόμενη σχετικώς διάκριση 3809;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, σε ποια άλλη κλάση μπορεί να υπαχθεί προϊόν όπως το περιγραφόμενο στο πρώτο ερώτημα;"
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομοθετικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10 Με τα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξετασθούν μαζί, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, σε ποια κλάση του Κοινού Δασμολογίου * Συνδυασμένη Ονοματολογία * πρέπει να καταταγεί ένα αμυλώδες προϊόν (περιεκτικότητας σε άμυλο, προσδιοριζομένης με τη μέθοδο Ewers, 99 % κατά βάρος ή, προσδιοριζομένης κατά τη μέθοδο της σακχαροποιήσεως, 81,1 % κατά βάρος και περιεκτικότητας σε ακετύλιο 0,65 ή 0,67 % κατά βάρος), που αποτελείται από φυσικό άμυλο πατάτας αναμιγμένο με ουδετεροποιημένο εστέρα αμύλου πατάτας, απαλλαγμένο από ακετυλαλδεΰδη, προοριζόμενο να χρησιμοποιηθεί στη βιομηχανία του χαρτίου και στην κλωστοϋφαντουργία και το οποίο είναι επίσης, εκ της φύσεώς του, δυνατόν να χρησιμοποιηθεί προς βρώση, μολονότι τούτο δεν επιτρέπεται από τη νομοθεσία περί τροφίμων.
11 Εκ προοιμίου πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 1977, 62/77, Carlsen-Verlag, Συλλογή τόμος 1977, σ. 751, σκέψη 3, και της 7ης Μαρτίου 1990, C-153/88 έως C-157/88, Fauque κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-649, σκέψη 10), το αποφασιστικό για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων κριτήριο πρέπει να αναζητείται, γενικώς, στα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά και τις αντικειμενικές ιδιότητες όπως ορίζονται στην κλάση του Κοινού Δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ) και στις σημειώσεις του τμήματος ή του κεφαλαίου.
12 Επ' αυτού πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι το άμυλο πατάτας εμφαίνεται στο κεφάλαιο 11 της ΣΟ και, ειδικότερα, στη διάκριση 1108 13 00.
13 Στη συνέχεια πρέπει να προστεθεί ότι, κατά τη σημείωση 1, στοιχείο β', του κεφαλαίου 11, το εν λόγω κεφάλαιο δεν περιλαμβάνει τα υπαγόμενα στην κλάση 1901 παρασκευασμένα άμυλα. Κατά τις επεξηγηματικές σημειώσεις της κλάσεως 1108, αποκλείονται επίσης από την κλάση αυτή οι δεξτρίνες και τα άλλα τροποποιημένα άμυλα της κλάσεως 3505, καθώς και τα άμυλα που αποτελούν παρασκευασμένα είδη για το κολλάρισμα κατά την έννοια της κλάσεως 3809.
14 Για να προσδιοριστεί αν το εν λόγω αμυλώδες προϊόν υπάγεται στη διάκριση 1108 13 10 πρέπει, επομένως, να εξακριβωθεί προηγουμένως αν το εν λόγω προϊόν είναι ένα από τα αμυλώδη προϊόντα που υπάγονται σε κάποια από τις δασμολογικές κλάσεις οι οποίες συνιστούν, κατά τις προαναφερθείσες επεξηγηματικές σημειώσεις, εξαίρεση από το κεφάλαιο 11 της ΣΟ.
15 'Οσον αφορά, πρώτον, την κλάση 1901 της ΣΟ, πρέπει να υπογραμμισθεί καταρχάς ότι στην κλάση αυτή κατατάσσονται τα παρασκευάσματα διατροφής από άμυλα που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού. Κατά τις επεξηγηματικές σημειώσεις της κλάσεως αυτής τα εν λόγω παρασκευάσματα διατροφής προορίζονται συχνά για την ταχεία παρασκευή ποτών, ζωμών, παιδικών τροφών και διαιτητικών γευμάτων, μπορούν δε επίσης να αποτελούν ενδιάμεσα παρασκευάσματα προοριζόμενα για τη βιομηχανία των τροφίμων.
16 Επομένως, η κλάση αυτή καλύπτει τα προϊόντα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά ως τρόφιμα ή ως ενδιάμεσα προϊόντα στη βιομηχανία των τροφίμων. 'Ομως, αν και το εν λόγω αμυλώδες προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς βρώση, όπως προκύπτει από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, προορίζεται για να χρησιμοποιηθεί στη βιομηχανία του χαρτιού και στην κλωστοϋφαντουργία. 'Οπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 23ης Μαρτίου 1972, 36/71, Henck (Slg. 1972, σ. 187), ο προορισμός ενός προϊόντος μπορεί να αποτελεί αντικειμενικό χαρακτηριστικό για την κατάταξή του στο Κοινό Δασμολόγιο.
17 Από αυτό προκύπτει ότι το επίδικο προϊόν δεν μπορεί να καταταγεί στην κλάση 1901 του Κοινού Δασμολογίου.
18 Δεύτερον, όσον αφορά την κλάση 3505 του ΚΔ, πρέπει να εξακριβωθεί αν το εν λόγω προϊόν πρέπει να θεωρηθεί ως εστεροποιημένο άμυλο και, επομένως, να καταταγεί στη διάκριση 3505 10 50.
19 Πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι κατατάσσονται στην κλάση 3505, μεταξύ άλλων, τα τροποποιημένα άμυλα και, ειδικότερα, τα εστεροποιημένα άμυλα (διάκριση 3505 10 50). Κατά τις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος σχετικά με την εν λόγω κλάση, στην κλάση αυτή υπάγονται τα τροποιημένα άμυλα που προέρχονται από την τροποποίηση αμύλων με θερμότητα, με χημικά προϊόντα (οξέα, αλκαλικές ουσίες) ή με ένζυμα, καθώς και τα άμυλα που έχουν τροποποιηθεί, για παράδειγμα, με οξείδωση, αιθεροποίηση ή εστεροποίηση. Κατά τις εν λόγω επεξηγηματικές σημειώσεις, η κλάση 3505 δεν περιλαμβάνει τα μη μεταποιημένα άμυλα (κλάση 1108) ούτε τα παρασκευασμένα προϊόντα για το κολλάρισμα με βάση το άμυλο ή τη δεξτρίνη, για την κλωστοϋφαντουργία, για τη βιομηχανία χαρτιού ή για παρόμοιες βιομηχανίες (κλάση 3809).
20 Στη συνέχεια διαπιστώνεται ότι, κατά τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, το εν λόγω αμυλώδες προϊόν είναι ένα μίγμα κατά 90 % φυσικού αμύλου πατάτας και περίπου 10 % εστεροποιημένου αμύλου.
21 Κατ' εφαρμογή του γενικού κανόνα 3, στοιχείο β', για την ερμηνεία της ΣΟ, τα μίγματα, τα προϊόντα που αποτελούνται από διαφορετικές ουσίες ή που αποτελούνται από τη συναρμολόγηση διαφορετικών ειδών κατατάσσονται με βάση την ουσία ή το προϊόν που τους προσδίδει τον ουσιώδη τους χαρακτήρα, όταν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί ένας τέτοιος χαρακτήρας.
22 Συναφώς διαπιστώνεται, λαμβανομένων υπόψη των ποσοστών του φυσικού αμύλου και του εστέρα αμύλου πατάτας, ότι το φυσικό άμυλο είναι το στοιχείο το οποίο προσδιορίζει τον χαρακτήρα του μίγματος. Πράγματι, δεν υπάρχουν στοιχεία στη δικογραφία από τα οποία να προκύπτει ότι ο εστέρας αμύλου πατάτας καθορίζει τις ιδιότητες του μίγματος, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως το στοιχείο που του προσδίδει τον ουσιώδη χαρακτήρα του. Αντίθετα, σύμφωνα με πραγματογνωγμοσύνη περί της οποίας γίνεται λόγος στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, πραγματοποιηθείσα από το γερμανικό ομοσπονδιακό ινστιτούτο έρευνας σιτηρών και γεωμήλων, ο χαρακτήρας του φυσικού αμύλου δεν τροποποιείται με την ξηρή ανάμιξή του με εστέρα αμύλου πατάτας.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, αποκλείεται η κατάταξη του εν λόγω αμυλώδους προϊόντος στη διάκριση 3505 10 50 ως εστεροποιημένου αμύλου.
24 Τρίτον, όσον αφορά την κλάση 3809 του ΚΔ, πρέπει να σημειωθεί ότι το κεφάλαιο 38 περιλαμβάνει διάφορα προϊόντα χημικών βιομηχανιών, μεταξύ των οποίων τα παρασκευάσματα με βάση αμυλώδη προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία, στη βιομηχανία χαρτιού, δέρματος ή σε παρόμοιες βιομηχανίες, τα οποία δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού.
25 Κατά τις επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με την κλάση 3809 πρόκειται για προϊόντα βιομηχανικού χαρακτήρα, τα οποία ναι μεν περιέχουν ή αποτελούν κατά βάση ουσίες δυνάμενες να χρησιμοποιηθούν προς βρώση, δεν μπορούν όμως να είναι, αυτά καθαυτά, βρώσιμα, ούτε εξάλλου προορίζονται για μια τέτοια χρήση. Η εν λόγω δασμολογική κλάση περιλαμβάνει ευρεία σειρά προϊόντων και παρασκευασμάτων διαφόρων ειδών, που χρησιμοποιούνται γενικά στις εργασίες κατασκευής ή τελειώματος υφασμάτινων ινών, υφασμάτων, πιλημάτων, χαρτιών, χαρτονιών, δερμάτων ή αναλόγων προϊόντων. Κατά τις εν λόγω σημειώσεις, τα προϊόντα αυτά κατατάσσονται στην ανωτέρω κλάση ως εκ της συνθέσεως και της παρουσιάσεώς τους, λόγω των οποίων προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ειδικά στις βιομηχανίες που διαλαμβάνονται στο κείμενο της σχετικής δασμολογικής κλάσεως ή σε παρόμοιες βιομηχανίες, όπως η βιομηχανία επενδύσεων δαπέδου από υφαντικές ύλες, της βουλκανισμένης κυτταρίνης, και η γουνοποιία.
26 Επομένως, από τις προαναφερθείσες σημειώσεις προκύπτει ότι η κατάταξη των προϊόντων στην κλάση 3809 γίνεται σε συνάρτηση με τη σύνθεση και την παρουσίασή τους, λόγω των οποίων προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ειδικά από τις βιομηχανίες που διαλαμβάνονται στο κείμενο της σχετικής κλάσεως. 'Ομως, το εν λόγω αμυλώδες προϊόν δεν έχει το χαρακτηριστικό αυτό, που στηρίζεται στη φύση και την παρουσίαση του προϊόντος, καθόσον η φύση και η παρουσίασή του είναι ουδέτερες, όπως διαλαμβάνεται στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επίδικο προϊόν δεν μπορεί να καταταγεί στην κλάση 3809.
28 Από το σύνολο των προηγουμένων παρατηρήσεων προκύπτει ότι το εν λόγω αμυλώδες προϊόν δεν μπορεί να καταταγεί στις κλάσεις 1901, 3505 και 3809, περί των οποίων γίνεται λόγος στις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος σχετικά με την κλάση 1108. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω προϊόν, το οποίο είναι μίγμα αποτελούμενο κατά 90 % από άμυλο πατάτας και κατά 10 % από εστεροποιημένο άμυλο, υπάγεται, καταρχήν, κατ' εφαρμογήν του προαναφερθέντος γενικού κανόνα 3, στοιχείο β', στην κλάση 1108, ειδικότερα δε στη διάκριση 1108 13 00 που αφορά το άμυλο πατάτας.
29 Εντούτοις, πρέπει να ελεγχθεί αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 28/90 της Επιτροπής, της 4ης Ιανουαρίου 1990, για την κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στους κωδικούς ΣΟ 1108 11 00, 1108 12 00, 1108 13 00 και 1108 14 00 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1463/87 (ΕΕ L 3, σ. 9), εμποδίζει την προαναφερθείσα κατάταξη.
30 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι, κατά το άρθρο 1 και το σημείο 3 του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να κατατάσσονται στη διάκριση 1108 13 00 τα προϊόντα που εμφανίζονται με μορφή λεπτής, λευκής σκόνης και αποτελούνται από μίγμα φυσικού αμύλου πατάτας και μικρών ποσοτήτων ακετυλιωμένου αμύλου πατάτας ή ελάχιστα ακετυλιωμένου αμύλου πατάτας, έχουν δε περιεκτικότητα σε άμυλο 95 % κατά βάρος ή περισσότερο και περιεκτικότητα σε ακετύλιο μικρότερη του 0,5 % κατά βάρος. Στην αιτιολογία του παραρτήματος ορίζεται ότι τα προϊόντα αυτά, λόγω των χαρακτηριστικών τους, ιδίως δε λόγω της μικρής περιεκτικότητας σε ακετύλιο, πρέπει να θεωρούνται ως άμυλα του κωδικού ΣΟ 1108 13 00 και όχι ως εστεροποιημένα άμυλα του κωδικού ΣΟ 3505 10 50.
31 Διαπιστώνεται στη συνέχεια ότι, κατά τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, το εν λόγω αμυλώδες προϊόν έχει περιεκτικότητα σε ακετύλιο 0,65 ή 0,67 % κατά βάρος, ήτοι ότι η περιεκτικότητα αυτή είναι μεγαλύτερη από το 0,5 % που ορίζεται στον προαναφερθέντα κανονισμό 28/90.
32 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν το γεγονός ότι η περιεκτικότητα σε ακετύλιο του εν λόγω προϊόντος είναι λίγο ανώτερη του 0,5 % αποκλείει την κατάταξή του στην κλάση 1108.
33 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι από το κείμενο του προαναφερθέντος κανονισμού 28/90 δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό να διαστείλει, σε συνάρτηση με την περιεκτικότητα σε ακετύλιο, το φυσικό άμυλο που κατατάσσεται στη διάκριση 1108 13 00 από το εστεροποιημένο άμυλο της διακρίσεως 3505 10 50. Πράγματι, αφενός, ο κανονισμός αυτός περιορίζεται μόνο στο να ορίσει ότι ένα αμυλώδες προϊόν που έχει τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού πρέπει να κατατάσσεται σε κάθε περίπτωση στη διάκριση 1108 13 00 και, αφετέρου, ο προαναφερθείς κανονισμός ουδόλως προσδιορίζει τη δασμολογική κλάση στην οποία πρέπει να κατατάσσονται τα αμυλώδη προϊόντα με περιεκτικότητα σε ακετύλιο μεγαλύτερη του 0,5 %.
34 Στη συνέχεια πρέπει να σημειωθεί ότι η περιεκτικότητα σε ακετύλιο του αμύλου αποτελεί δείκτη του βαθμού μεταποιήσεως του: όσο μεγαλύτερη είναι η περιεκτικότητα αυτή τόσο περισσότερο έχει τροποποιηθεί το άμυλο. Κατά συνέπεια, το άμυλο η περιεκτικότητα του οποίου σε ακετύλιο είναι πολύ μικρή μπορεί να ομοιάζει με το φυσικό άμυλο.
35 Υπό τις συνθήκες αυτές, περιεκτικότητα σε ακετύλιο λίγο μεγαλύτερη (εν προκειμένω 0,65 ή 0,67 % κατά βάρος) από την προβλεπόμενη στον προαναφερθέντα κανονισμό 28/90 δεν αποτελεί επαρκή στοιχείο για να αποκλεισθεί η κατάταξη του υπό κρίση προϊόντος στη διάκριση 1108 13 00, τούτο δε κατά μείζονα λόγο όταν, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, το προϊόν είναι μίγμα αποτελούμενο κατά 90 % από άμυλο πατάτας και κατά 10 % από εστεροποιημένο άμυλο.
36 Συνεπώς, το εν λόγω αμυλώδες προϊόν πρέπει να καταταγεί, ως άμυλο πατάτας, στη διάκριση 1108 13 00 του ΚΔ.
37 Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση στο εθνικό δικαστήριο ότι το Κοινό Δασμολόγιο * Συνδυασμένη Ονοματολογία * έχει την έννοια ότι στη διάκριση 1108 13 00 πρέπει να κατατάσσεται ένα προϊόν με βάση το άμυλο (περιεκτικότητα σε άμυλο, προσδιοριζόμενη κατά τη μέθοδο Ewers, 99 % κατά βάρος ή, προσδιοριζόμενη κατά τη μέθοδο της σακχαροποιήσεως, 81,1 % κατά βάρος περιεκτικότητα σε ακετύλιο 0,65 % ή 0,67 % κατά βάρος), αποτελούμενο από φυσικό άμυλο πατάτας, αναμιγμένο με ουδετεροποιημένο εστέρα αμύλου πατάτας, χωρίς να περιέχει ακετυλαλδεΰδη, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στη βιομηχανία χάρτου ή την υφαντουργία, αλλά είναι επίσης κατάλληλο, λόγω της συνθέσεώς του, προς βρώση, μολονότι αυτό δεν επιτρέπεται από την ισχύουσα περί τροφίμων νομοθεσία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof με διάταξη της 20ης Αυγούστου 1991, αποφαίνεται:
Το Κοινό Δασμολόγιο * Συνδυασμένη Ονοματολογία * έχει την έννοια ότι στη διάκριση 1108 13 00 πρέπει να κατατάσσεται ένα προϊόν με βάση το άμυλο (περιεκτικότητα σε άμυλο, προσδιοριζόμενη κατά τη μέθοδο Ewers, 99 % κατά βάρος ή, προσδιοριζόμενη κατά τη μέθοδο της σακχαροποιήσεως, 81,1 % κατά βάρος περιεκτικότητα σε ακετύλιο 0,65 ή 0,67 % κατά βάρος), αποτελούμενο από φυσικό άμυλο πατάτας, αναμιγμένο με ουδετεροποιημένο εστέρα αμύλου πατάτας, χωρίς να περιέχει ακετυλαλδεΰδη, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στη βιομηχανία χάρτου ή την υφαντουργία, αλλά είναι επίσης κατάλληλο, λόγω της συνθέσεώς του, προς βρώση, μολονότι αυτό δεν επιτρέπεται από την ισχύουσα περί τροφίμων νομοθεσία.
Full & Egal Universal Law Academy