Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Δασμοί * Επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος * Εσωτερικοί φόροι * Φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων επιβαλλόμενη στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα αλλά αποβαίνουσα προς όφελος μόνον των πρώτων * Κριτήριο χαρακτηρισμού * Αντιστάθμιση των επιβαλλομένων στα εγχώρια προϊόντα βαρών * Δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 12, 30 και 95)
2. Eνισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Έννοια * Φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων επιβαλλόμενη στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα αλλά αποβαίνουσα προς όφελος μόνον των πρώτων * Περιλαμβάνεται * Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 92 και 93)
Περίληψη
1. Μια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, επιβαλλόμενη αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης, εφόσον τα απορρέοντα από αυτήν έσοδα διατίθενται καθ' ολοκληρίαν για τη χρηματοδότηση πλεονεκτημάτων τα οποία ωφελούν αποκλειστικώς τα εγχώρια προϊόντα, αντισταθμίζοντας έτσι ολοσχερώς το επιβαλλόμενο στα προϊόντα αυτά βάρος. Αντιθέτως, εάν τα εν λόγω έσοδα διατίθενται μόνο μερικώς για τα πλεονεκτήματα αυτά, τα οποία εν τοιαύτη περιπτώσει δεν αντισταθμίζουν παρά μέρος μόνον του επιβαλλομένου στα εγχώρια προϊόντα βάρους, η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά φόρο ενέχοντα διακρίσεις απαγορευόμενο από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Συναφώς, το κριτήριο της αντισταθμίσεως των επιβαλλομένων στο εγχώριο προϊόν βαρών πρέπει να εννοείται ως έχον την έννοια χρηματικής ισοδυναμίας, η ύπαρξη της οποίας πρέπει να εξακριβώνεται κατά τη διάρκεια μιας περίοδου αναφοράς, μεταξύ του συνολικού ύψους της επιβαλλομένης στα εγχώρια προϊόντα επιβαρύνσεως και των πλεονεκτημάτων των οποίων απολαύουν αποκλειστικώς τα προϊόντα αυτά.
Μια τέτοια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, εφόσον διέπεται από τα άρθρα 12 επ. ή από το άρθρο 95 της Συνθήκης, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 αυτής.
2. Το γεγονός ότι το προϊόν φορολογικής επιβαρύνσεως υπέρ τρίτων, επιβαλλομένης αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, διατίθεται για τη χρηματοδότηση των πλεονεκτημάτων που ωφελούν αποκλειστικώς τα εγχώρια προϊόντα, αντισταθμίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το επιβαλλόμενο στα προϊόντα αυτά βάρος, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι μια τέτοια εκτίμηση υπάγεται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και δεν μπορεί να λάβει χώρα παρά μετά το πέρας της διαδικασίας που προβλέπεται προς τούτο στο άρθρο 93 της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-266/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Supremo Tribunal Administrativo (Πορτογαλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Celulose Beira Industrial SA (CELBI)
και
Fazenda Publica,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9, 12 επ., 30, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Celulose Beira Industrial (CELBI) SA, εκπροσωπούμενη από τον Manuel Castelo Branco, δικηγόρο Λισαβόνας,
* η Fazenda Publica (πορτογαλικό Υπουργείο Οικονομικών), εκπροσωπούμενη από τη Manuela Roseiro, εκπρόσωπο της Fazenda Publica,
* η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Luis Maximo dos Santos, βοηθός στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας, και από τον Luis Ines Fernandes, διευθυντή της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Philippe Pouzoulet, υποδιευθυντή στη διεύθυνση των νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και αναπληρωματικώς από τον Geraud de Bergues, κύριο βοηθό γραμματέα στο ίδιο υπουργείο,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Antonio Caeiro και Thomas F. Cusack, νομικούς συμβούλους,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Celulose Beira Industrial (CELBI) SA, εκπροσωπουμένης από τη Maria da Gloria Leitao, δικηγόρο Λισαβόνας, της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Νοεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 10ης Ιουλίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Οκτωβρίου 1991, το Supremo Tribunal Administrativo (Πορτογαλια) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9, 12 επ., 30, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Celulose Beira Industrial (στο εξής: CELBI) και της Fazenda Publica (Υπουργείου Οικονομικών) σχετικά με την είσπραξη ποσού 6 060 398 πορτογαλικών εσκούδων, που αντιστοιχεί στο οφειλόμενο και μη καταβληθέν ποσό φορολογικής επιβαρύνσεως υπέρ τρίτων επί των χημικών πολτών.
3 Η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση θεσπίστηκε με το νομοθετικό διάταγμα 75-C/86 της 23ης Απριλίου 1986. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η επιβάρυνση αυτή έπληττε τις πωλήσεις χημικών πολτών με ποσοστό 0,45 % της ολικής αξίας της συναλλαγής, ανεξαρτήτως του αν επρόκειτο για εγχώρια ή για εισαγόμενα προϊόντα.
4 Η επιβάρυνση αυτή προοριζόταν, μεταξύ άλλων, για τη χρηματοδότηση του Instituto dos Produtos Florestais (ινστιτούτου δασικών προϊόντων, στο εξής: IPF), οργανισμό οικονομικού συντονισμού, έχοντος νομική προσωπικότητα και δημοσιονομική αυτοτέλεια. Το IPF, το οποίο συστάθηκε το 1972 και καταργήθηκε το 1988, είχε ως αποστολή, μεταξύ άλλων, να συντονίζει και να ρυθμίζει με κανονιστικές πράξεις τις δραστηριότητες παραγωγής, μεταποιήσεως και εμπορίας του ξύλου, του φελλού, των ρητινών και των παραγώγων και υποπροϊόντων τους, να ρυθμίζει τους όρους προμήθειας καθώς και την εξαγωγή και την εισαγωγή τους, να προωθεί τη διάδοσή τους στο εξωτερικό, να βεβαιώνει την καταγωγή, την ποιότητα και το βάρος των προϊόντων αυτών και να πραγματοποιεί τεχνικοοικονομικές μελέτες.
5 Προς εκπλήρωση των σκοπών αυτών, το IPF όφειλε, μεταξύ άλλων, να προβαίνει σε συνεργασίες για την προώθηση και την επέκταση του εμπορίου των εν λόγω προϊόντων στις αγορές του εξωτερικού, να υπερασπίζεται την καλή τους φήμη, την ακριβή αξία τους και να χορηγεί πιστώσεις ή οικονομική βοήθεια υπό άλλες μορφές.
6 Τον Μάιο 1987, η CELBI πραγματοποίησε πωλήσεις χημικών πολτών παραλείποντας να καταβάλει την αντίστοιχη φορολογική επιβάρυνση. Προκειμένου να εισπραχθεί η επιβάρυνση αυτή, το IPF άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunal Tributario de Primeira Instancia de Coimbra, το οποίο δέχθηκε την αίτησή του. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε, σε δεύτερο βαθμό, από το Supremo Tribunal Administrativo. Η CELBI άσκησε, εν συνεχεία, αναίρεση ενώπιον του Seccao de Contencioso Tributario du Supremo Tribunal Administrativo, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Περικλείει η έννοια της επιβαρύνσεως αποτελέσματος ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό των άρθρων 9 και 12 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ επιβάρυνση εισπραττομένη από δημόσιο φορέα πλήττουσα την πώληση χημικών πολτών, χωρίς διάκριση μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, το προϊόν της εισπράξεως της οποίας προορίζεται για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του φορέα αυτού (συγκεκριμένα του IPF, οι σκοποί του οποίου περιγράφονται στο κεφάλαιο 1 του νομοθετικού διατάγματος 428 της 31ης Οκτωβρίου 1972);
2) Σε ποιo βαθμό ο εκ του νόμου προορισμός του προϊόντος μιας επιβαρύνσεως εισπραττομένης τόσο επί των εγχωρίων όσο και επί των εισαγομένων προϊόντων συνιστά προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 95 και μπορεί να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό της ως επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα δύο πρώτα ερωτήματα, μέχρι ποίου σημείου η διατυπωμένη στην κοινοτική νομολογία απαίτηση 'πλήρους αντισταθμίσεως των επιβαρύνσεων που επιβάλλονται στα εγχώρια προϊόντα' προϋποθέτει χρηματική ισοδυναμία μεταξύ του ποσού της επιβαρύνσεως που εισπράττεται από τους εγχωρίους επιχειρηματίες και των πλεονεκτημάτων των οποίων απολαύουν αυτοί ή, αντιθέτως, μπορεί να εννοηθεί ως απαίτηση που συναρτάται προς τη φύση, τη σημασία και το απαραίτητο των υπηρεσιών που παρέχονται στην εγχώρια παραγωγή, οι οποίες χρηματοδοτούνται (όπως και όλες οι δραστηριότητες του εν λόγω οργανισμού) από τα έσοδα που προκύπτουν από την είσπραξη της φορολογικής επιβαρύνσεως σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη;
4) Μπορεί το γεγονός ότι τα έσοδα από την είσπραξη επιβαρύνσεως πλήττουσας τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα διατίθενται για τις ασκούμενες από τον ίδιο οργανισμό δραστηριότητες να συνιστά κρατική ενίσχυση συνεπαγομένη εφαρμογή του άρθρου 92;
5) Μπορεί η είσπραξη φορολογικής επιβαρύνσεως, η οποία επιβάλλεται ως ποσοστό επί της συνολικής αξίας των πωλήσεων των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων και η οποία προορίζεται για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων ενός δημόσιου φορέα, που ασκεί τις περιγραφόμενες στο νομοθετικό διάταγμα δραστηριότητες, να συνιστά παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης;"
7 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα περιστατικά της υποθέσεως της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας επαναλαμβάνονται πιο κάτω μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου και δευτέρου ερωτήματος
8 Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διαφωτιστεί ως προς την έννοια της φορολογικής επιβαρύνσεως αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμούς, η οποία διαλαμβάνεται στα άρθρα 12 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, ως προς την έννοια του ενέχοντος διακρίσεις εσωτερικού φόρου του άρθρου 95 της ίδιας Συνθήκης, θεωρούμενες αμφότερες σε συσχετισμό με φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων όπως η επίδικη επιβάρυνση της κυρίας δίκης, καθώς και ως προς τη σχέση που συνδέει αυτές τις δύο έννοιες.
9 Επιβάλλεται να υπομνηστεί, συναφώς, ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, C-149/91 και C-150/91, Sanders και Guyomarc' h, Συλλογή 1992, σ. Ι-3899, σκέψη 14), οι διατάξεις περί επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι διατάξεις περί ενεχόντων διακρίσεις εσωτερικών φόρων δεν μπορούν να εφαρμοστούν σωρευτικώς, οπότε ο ίδιος φόρος δεν μπορεί, στο σύστημα της Συνθήκης, να ανήκει ταυτοχρόνως και στις δύο αυτές κατηγορίες.
10 Όσον αφορά τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, ομοίως κατά πάγια νομολογία η απαγόρευσή τους περιλαμβάνει κάθε επιβάρυνση αξιουμένη επ' ευκαιρία ή λόγω της εισαγωγής, πλήττουσα ειδικώς το εισαγόμενο προϊόν εξαιρουμένου του ομοίου εγχωρίου προϊόντος, μπορούν δε να συνιστούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος ακόμη και τα χρηματικά βάρη που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της δραστηριότητας οργανισμού δημοσίου δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992, C-78/90 έως C-83/90, Societes Compagnie commerciale de l' Ouest κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι-1847, σκέψη 23).
11 Στην περίπτωση ενός γενικού συστήματος εσωτερικών τελών που πλήττουν συστηματικώς τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα βάσει των ιδίων κριτηρίων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 95 της Συνθήκης. Οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν σε κάθε κράτος μέλος να πλήττει, άμεσα ή έμμεσα, τα προϊόντα άλλων κρατών μελών με εσωτερικούς φόρους υψηλοτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν τα ομοειδή εθνικά προϊόντα ή με φόρους των οποίων η φύση οδηγεί στην προστασία άλλων εγχωρίων προϊόντων, συνεπαγομένου ότι το κριτήριο εφαρμογής του άρθρου 95 είναι η ενέχουσα δυσμενείς διακρίσεις ή προστατευτικά αποτελέσματα φύση των εν λόγω φόρων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-17/91, Lornoy, Συλλογή 1992, σ. Ι-6523, σκέψη 19).
12 Τέλος, επιβάλλεται να υπομνηστεί (βλ. κυρίως τις προπαρατεθείσες αποφάσεις) ότι μπορεί να πρέπει να ληφθεί υπόψη ο προορισμός των εσόδων των εισπραττομένων χρηματικών βαρών τόσο στο πλαίσιο των άρθρων 12 επ. όσο και στο πλαίσιο του άρθρου 95 της Συνθήκης.
13 Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι επιβάρυνση υπαγομένη σε γενικό σύστημα εσωτερικών τελών, τα οποία πλήττουν συστηματικώς τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, μπορεί παρά ταύτα να συνιστά επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό, εφόσον το έσοδο του φόρου προορίζεται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικώς προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων και αντισταθμίζουν ολοσχερώς το βάρος που επιβάλλεται σ' αυτά. Πράγματι, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά, ως προς το εισαγόμενο προϊόν, καθαρό χρηματικό βάρος, ενώ ως προς το εγχώριο προϊόν, δεν πρόκειται παρά για την αντιπαροχή των ληφθέντων πλεονεκτημάτων.
14 Αντιθέτως, η εν λόγω επιβάρυνση, καίτοι εφαρμοζόμενη αδιακρίτως, θα συνιστούσε παρά ταύτα παράβαση της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων που περιέχεται στο άρθρο 95 της Συνθήκης, εάν τα πλεονεκτήματα που ενέχει η διάθεση των εσόδων του φόρου απέβαιναν ειδικώς προς όφελος των φορολογουμένων εγχωρίων προϊόντων, αντισταθμίζοντας μερικώς το επιβαλλόμενο σε αυτά βάρος, και έχοντας έτσι ως αποτέλεσμα τη δυσμενή μεταχείρισή τους έναντι των εισαγομένων προϊόντων.
15 Επομένως, στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος απαγορευομένη από το άρθρο 12 της Συνθήκης, εφόσον τα έσοδα που αντλούνται από αυτήν διατίθενται καθ' ολοκληρίαν για τη χρηματοδότηση πλεονεκτημάτων των οποίων απολαύουν αποκλειστικώς τα εγχώρια προϊόντα, αντισταθμίζοντας έτσι ολοσχερώς το επιβαλλόμενο σε αυτά βάρος. Εάν, αντιθέτως, τα εν λόγω έσοδα δεν διατίθενται παρά εν μέρει για τα πλεονεκτήματα αυτά, τα οποία εν τοιαύτη περιπτώσει δεν αντισταθμίζουν παρά μέρος του επιβαλλομένου στα εγχώρια προϊόντα βάρους, η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά φόρο ενέχοντα δυσμενείς διακρίσεις απαγορευόμενο από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
Επί του τρίτου ερωτήματος
16 Με το τρίτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να του παρασχεθούν διευκρινίσεις όσον αφορά το περιεχόμενο του κριτηρίου της αντισταθμίσεως των βαρών. Ειδικότερα, θέλει να γνωρίζει εάν το εν λόγω κριτήριο αντιστοιχεί σε χρηματική ισοδυναμία μεταξύ του ύψοyς της επιβαρύνσεως που καταβάλλεται από τους εγχώριους παραγωγούς και των πλεονεκτημάτων των οποίων αυτοί απολαύουν ή εάν προϋποθέτει μία εκτίμηση, γενικότερα, της φύσεως, της σπουδαιότητας και του απαραίτητου χαρακτήρα των παρεχομένων υπηρεσιών, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί μαθηματική αντιστοιχία προς τα εισπραχθέντα ποσά.
17 Επιβάλλεται να παρατηρηθεί συναφώς ότι η ratio της υπομνησθείσας ανωτέρω νομολογίας, σχετικής προς τη διάθεση του προϊόντος αδιακρίτως επιβαλλομένης φορολογικής επιβαρύνσεως καθώς και προς την αντιστάθμιση των δυναμένων να απορρέουν από αυτήν βαρών, στηρίζεται στην οικονομικής φύσεως διαπίστωση ότι τα πλεονεκτήματα που χρηματοδοτούνται από τα έσοδα μιας τέτοιας επιβαρύνσεως αποτελούν, όσον αφορά τα εγχώρια προϊόντα, την αντιπαροχή των καταβληθέντων ποσών, των οποίων το βάρος, κατ' αυτόν τον τρόπο, εξουδετερώνεται ολοσχερώς ή μερικώς. Όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία εξαιρούνται από εν λόγω πλεονεκτήματα, η επιβάρυνση αντιπροσωπεύει, αντιθέτως, ένα καθαρό πρόσθετο χρηματικό βάρος.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, για να εφαρμοστεί κατά τρόπο ορθό και πρόσφορο, το κριτήριο της αντισταθμίσεως προϋποθέτει ότι έχει εξακριβωθεί, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς, η χρηματική ισοδυναμία μεταξύ των συνολικά εισπραχθέντων ποσών που αντιστοιχούν στην επιβαλλόμενη στα εγχώρια προϊόντα επιβάρυνση και των πλεονεκτημάτων των οποίων απολαύουν αποκλειστικώς τα προϊόντα αυτά. Κάθε άλλη παράμετρος, όπως η φύση, η σπουδαιότητα ή ο απαραίτητος χαρακτήρας των εν λόγω πλεονεκτημάτων, δεν θα παρείχε μια επαρκώς αντικειμενική βάση για να εκτιμηθεί το συμβιβαστό ενός εθνικού φορολογικού μέτρου προς τις διατάξεις της Συνθήκης επιπλέον, δεν θα ήταν αρκετά ακριβής ώστε να καταστεί δυνατόν στο οικείο κράτος μέλος να αποκαταστήσει, με βεβαιότητα, σε περίπτωση παραβάσεως είτε του άρθρου 12 είτε του άρθρου 95 της Συνθήκης, μια κατάσταση νομιμότητας.
19 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κριτήριο της αντισταθμίσεως των επιβαλλομένων στο εγχώριο προϊόν βαρών πρέπει να εννοείται ως έχον την έννοια χρηματικής ισοδυναμίας, η ύπαρξη της οποίας πρέπει να εξακριβώνεται κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περίοδου αναφοράς, μεταξύ του συνολικού ύψους της επιβαλλομένης στα εγχώρια προϊόντα επιβαρύνσεως και των πλεονεκτημάτων των οποίων απολαύουν αποκλειστικώς τα προϊόντα αυτά.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
20 Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο θέτει το πρόβλημα του συμβιβαστού μιας φορολογικής επιβαρύνσεως, όπως η επίδικη επιβάρυνση στο πλαίσιο της κυρίας δίκης, προς τις διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις.
21 Επιβάλλεται να επισημανθεί συναφώς ότι, καίτοι μία φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής είτε του άρθρου 12 είτε του άρθρου 95 της Συνθήκης, η διάθεση του προϊόντος της προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων μπορεί παρά ταύτα να συνιστά κρατική ενίσχυση, ενδεχομένως ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 της Συνθήκης όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο.
22 Εντούτοις, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων προς την κοινή αγορά δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε ανεξάρτητο προϋποθέσεων. Οργανώνοντας τη διαρκή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή, το άρθρο 93 της Συνθήκης σκοπό έχει η αναγνώριση του ενδεχομένως συμβιβαστού μιας κρατικής ενισχύσεως προς την κοινή αγορά να προκύπτει από μια πρόσφορη διαδικασία η κίνηση της οποίας υπάγεται στην ευθύνη της Επιτροπής υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου. Συνεπώς, οι ιδιώτες δεν μπορούν, επικαλούμενοι μόνον το άρθρο 92, να αμφισβητούν το συμβιβαστό μιας ενισχύσεως προς το κοινοτικό δίκαιο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ούτε να ζητούν από αυτά να αποφανθούν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, επί ενδεχομένου ασυμβιβάστου (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Lornoy).
23 Παρά ταύτα, στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται η προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών έναντι ενδεχομένης παραβιάσεως από τις εθνικές αρχές της απαγορεύσεως εφαρμογής των ενισχύσεων, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, της Συνθήκης και η οποία έχει άμεσο αποτέλεσμα. Οσάκις μια τέτοια παραβίαση την επικαλούνται οι διάδικοι και τη διαπιστώνουν τα εθνικά δικαστήρια, αυτά πρέπει να αντλούν από αυτήν όλες τις συνέπειες σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, αναφορικώς τόσον προς την ισχύ των πράξεων που έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση των μέτρων ενισχύσεως όσον και προς την είσπραξη των χορηγουμένων οικονομικών ενισχύσεων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι αποφάσεις τους προϋποθέτουν και εκτίμηση του συμβιβαστού των ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, η οποία υπάγεται, όπως ήδη έχει υπομνηστεί, στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur des produits alimentaires, Συλλογή 1991, σ. Ι-5505).
24 Επομένως, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η διάθεση του προϊόντος φορολογικής επιβαρύνσεως υπέρ τρίτων, όπως η προκειμένη, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι μια τέτοια εκτίμηση υπάγεται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και μπορεί να λάβει χώρα μόνο μετά το πέρας της διαδικασίας που προβλέπεται προς τούτο στο άρθρο 93 της Συνθήκης.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
25 Με το πέμπτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν εάν μια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην κυρία δίκη, μπορεί να εκτιμάται σε σχέση προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
26 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, αρκεί η διαπίστωση ότι, κατά πάγια νομολογία, οι φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό και τα εμπόδια φορολογικής φύσεως, περί των οποίων ορίζουν αντιστοίχως τα άρθρα 9 έως 16 και 95 της Συνθήκης, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli και Volpi, Συλλογή τόμος 1977, σ. 143, και την προπαρατεθείσα απόφαση Lornoy).
27 Δεδομένου ότι διέπεται, όπως προαναφέρθηκε είτε από τα άρθρα 12 επ. είτε από το άρθρο 95 της Συνθήκης, μια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων όπως η επίδικη επιβάρυνση της κυρίας δίκης δεν μπορεί, επομένως, να υπάγεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης.
28 Επομένως, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην κυρία δίκη, εφόσον διέπεται από τα άρθρα 12 επ. ή από το άρθρο 95 της Συνθήκης, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Πορτογαλική και η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 10ης Ιουλίου 1991 το Supremo Tribunal Administrativo αποφαίνεται:
1) Μια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος απαγορευομένη από το άρθρο 12 της Συνθήκης, εφόσον τα έσοδα που αντλούνται από αυτήν διατίθενται καθ' ολοκληρίαν για τη χρηματοδότηση πλεονεκτημάτων των οποίων απολαύουν αποκλειστικώς τα εγχώρια προϊόντα, αντισταθμίζοντας έτσι ολοσχερώς το επιβαλλόμενο σε αυτά βάρος. Εάν, αντιθέτως, τα εν λόγω έσοδα δεν διατίθενται παρά εν μέρει για τα πλεονεκτήματα αυτά, τα οποία εν τοιαύτη περιπτώσει δεν αντισταθμίζουν παρά μέρος του επιβαλλομένου στα εγχώρια προϊόντα βάρους, η εν λόγω επιβάρυνση συνιστά φόρο ενέχοντα δυσμενείς διακρίσεις απαγορευόμενο από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
2) Το κριτήριο της αντισταθμίσεως των επιβαλλομένων στο εγχώριο προϊόν βαρών πρέπει να εννοείται ως έχον την έννοια χρηματικής ισοδυναμίας, η ύπαρξη της οποίας πρέπει να εξακριβώνεται κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περίοδου αναφοράς, μεταξύ του συνολικού ύψους της επιβαλλομένης στα εγχώρια προϊόντα επιβαρύνσεως και των πλεονεκτημάτων των οποίων απολαύουν αποκλειστικώς τα προϊόντα αυτά.
3) Η διάθεση του προϊόντος φορολογικής επιβαρύνσεως υπέρ τρίτων, όπως η προκειμένη, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι μια τέτοια εκτίμηση υπάγεται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και μπορεί να λάβει χώρα μόνο μετά το πέρας της διαδικασίας που προβλέπεται προς τούτο στο άρθρο 93 της Συνθήκης.
4) Μια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην κυρία δίκη, εφόσον διέπεται από τα άρθρα 12 επ. ή από το άρθρο 95 της Συνθήκης, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 αυτής.
Full & Egal Universal Law Academy