Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προδικαστικά ερωτήματα * Υποβολή στην κρίση του Δικαστηρίου * Ανάγκη προηγούμενης κατ' αντιμωλίαν συζητήσεως * Εκτίμηση από τον εθνικό δικαστή
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
2. Γεωργία * Προσέγγιση των νομοθεσιών περί υγειονομοκής αστυνομεύσεως * Ενδοκοινοτικό εμπόριο νωπού κρέατος * Οδηγία 64/433 *Συστηματικοί έλεγχοι των εμπορευμάτων που συνοδεύονται από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου και είσπραξη τελών ως αντιπαροχή * Ανεπίτρεπτο * Είσπραξη τελών ως αντιπαροχή για επιτρεπόμενες από την οδηγία επιθεωρήσεις * Δικαιολογία * Δεν υφίσταται
(Οδηγία του Συμβουλίου 64/433, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 83/90)
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Ποσοτικοί περιορισμοί * Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος * Εισαγωγή νωπού κρέατος σε δήμο κράτους μέλους * Μεταφορά και παράδοση στον τόπο τελικού προορισμού * Υποχρέωση των επιχειρηματιών να προσφεύγουν σε επιχείρηση στην οποία έχει κατ' αποκλειστικότητα ανατεθεί το σχετικό έργο * Ανεπίτρεπτο * Μέτρο περιοριζόμενο σε τμήμα της εθνικής επικράτειας και αδιακρίτως εφαρμοζόμενο επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων * Ανυπαρξία επιπτώσεως * Άρθρο 30 της Συνθήκης * Άμεσο αποτέλεσμα
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)
Περίληψη
1. Παρ' όλον ότι το άρθρο 177 της Συνθήκης δεν εξαρτά την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου από τον χαρακτήρα ως κατ' αντιμωλίαν της διαδικασίας κατά τη διάρκεια της οποίας ο εθνικός δικαστής υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα, μπορεί, σε ενδεχόμενη περίπτωση, να αποδειχθεί ότι είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης η υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος να μη γίνεται παρά κατόπιν συζητήσεως κατ' αντιμωλία, καίτοι, παρ' όλα αυτά, στο εθνικό και μόνο δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει αυτήν την ανάγκη.
2. Με την οδηγία 64/433, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 83/90, θεσπίστηκε ένα πλήρες, λεπτομερές και εναρμονισμένο σύστημα υγειονομικών ελέγχων στηριζόμενο στην ισοδυναμία των εγγυήσεων υγιεινής σε κοινοτικό επίπεδο, το οποίο έχει αντικαταστήσει κάθε άλλο σύστημα ελέγχων που υφίστατο εντός της χώρας προορισμού, ασχέτως του τόπου όπου θα μπορούσαν να διενεργηθούν.
Η εν λόγω οδηγία πρέπει, ως εκ τούτου, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι αντίθετο προς αυτή ένα εθνικό σύστημα ελέγχων το οποίο συνεπάγεται την υποβολή των εισαγομένων εμπορευμάτων, τα οποία ήδη συνοδεύονται από πιστοποιητικό καταρτισμένο από τις αρχές του κράτους μέλους αποστολής σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, σε υποχρεωτικούς, συστηματικούς και μονίμου χαρακτήρα υγειονομικούς ελέγχους, έστω και αν αυτοί δεν διενεργούνται στα σύνορα αλλά εντός του δήμου διαμετακομίσεως ή προορισμού των εμπορευμάτων, και υποχρεώνει τους οικείους επιχειρηματίες στην καταβολή τέλους αντιπαροχής.
Ούτε άλλωστε η επιβολή μιας τέτοιας οικονομικής επιβαρύνσεως δικαιολογείται, όσον αφορά τους υγειονομικούς ελέγχους και επιθεωρήσεις που επιτρέπονται από την οδηγία, ως αντίτιμο για παρασχεθείσες ή υπηρεσίες, διότι η δραστηριότητα που ασκούν οι εθνικές διοικητικές αρχές για τους ελέγχους αυτούς γίνεται προς το δημόσιο συμφέρον και όχι προς αυτό του εισαγωγέα. Επομένως, η εν λόγω επιβάρυνση αναλύεται, σε όλες τις περιπτώσεις, ως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των κοινοτικών εμπορευμάτων, πράγμα που απαγορεύεται από τη Συνθήκη.
3. Αποτελεί εμπόδιο στις εισαγωγές μεταξύ κρατών μελών, απαγορεύομενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης, το γεγονός ότι η νομοθεσία ενός δήμου κράτους μέλους υποχρεώνει τους επιχειρηματίες που εισάγουν εντός του δήμου νωπό κρέας να περνούν από το δημοτικό σφαγείο, προκειμένου να αναθέτουν το έργο της μεταφοράς και παραδόσεως των εμπορευμάτων τους στον τόπο τελικού προορισμού σε μια τοπική επιχείρηση, στην οποία έχει κατ' αποκλειστικότητα ανατεθεί το σχετικό έργο, και επιτρέπει στους οικείους επιχειρηματίες να πραγματοποιούν οι ίδιοι τη μεταφορά και την παράδοση των εμπορευμάτων τους μόνον εφόσον καταβάλλουν ορισμένο ποσό στην προς ην η ανάθεση επιχείρηση.
Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι το επίμαχο μέτρο περιορίζεται στο έδαφος ενός δήμου κράτους μέλους. Πράγματι, όταν ένα εθνικό μέτρο έχει περιορισμένο τοπικό πεδίο εφαρμογής, επειδή ισχύει μόνο σε τμήμα της εθνικής επικράτειας, δεν μπορεί να αποφύγει τον χαρακτηρισμό του ως μέτρου που οδηγεί σε διακρίσεις ή προστατευτισμό, κατά την έννοια των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, υπό το πρόσχημα ότι πλήττει τόσο τη διακίνηση προϊόντων που προέρχονται από άλλα τμήματα της εθνικής επικράτειας όσο και τη διακίνηση των προϊόντων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Ομοίως, είναι αδιάφορο αν το εξεταζόμενο μέτρο εφαρμόζεται, καταρχήν, αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, εφόσον τούτο έχει ως αποτέλεσμα να καθίστανται δαπανηρότερες και δυσχερέστερες οι εισαγωγές εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη.
Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει άμεσο αποτέλεσμα και είναι γενεσιουργό, όσον αφορά τους ιδιώτες, δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διαφυλάττουν.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-277/91, C-318/91 και C-319/91,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του προέδρου του Tribunale di Genova προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ligur Carni Srl
και
Unita Sanitaria Locale n o XV di Genova,
και μεταξύ
Ponente SpA
και
1) Unita Sanitaria Locale n o XIX Spezzino,
2) CO.GE.SE.MA Coop a r l,
και μεταξύ
Genova Carni Srl
και
Unita Sanitaria Locale n o XV di Genova,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλήματων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/01, σ. 129), της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13), της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29), καθώς και των άρθρων 30, 36, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* οι Ligur Carni Srl και Ponente SpA, εκπροσωπούμενες από τους Giuseppe Conte και Giuseppe Michele Giacomini, δικηγόρους Γένοβας,
* η Genova Carni Srl, εκπροσωούμενη από τους Franco Schiaffino και Giuseppe Michele Giacomini, δικηγόρους Γένοβας,
* η Unita Sanitaria Locale n o XV di Genova, εκπροσωπούμενη από τον Lorenzo Parodi, δικηγόρο Γένοβας,
* Unita Sanitaria Locale n o XIX Spezzino, εκπροσωπούμενη από τον Attilio Ferrero, administratote straordinario,
* η CO.GE.SE.MA coop. a r l, εκπροσωπούμενη από τον Roberto Giromini, δικηγόρο La Spezia,
* η Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Franco Favara, avvocato dello Stato,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jose Luis Iglesias Buhigues, νομικό σύμβουλο, και τον Antonio Aresu, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ligur Carni Srl, της Ponente Carni SpA, της Genova Carni Srl, τηςUnita Sanitaria Locale n o XV di Genova, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με τρεις διατάξεις της 21ης Οκτωβρίου και της 25ης Νοεμβρίου 1991, που περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 28 Οκτωβρίου και 10 Δεκεμβρίου 1991, ο πρόεδρος του Tribunale di Genova, στο πλαίσιο των διαδικασιών γνωστών ως "διαδικασιών εκδόσεως διαταγών", υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, έξι προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/01, σ. 129) της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13), της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29), καθώς και των άρθρων 30, 36, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο τριών διαφορών στις οποίες αντίδικοι ήσαν, όσον αφορά τις υποθέσεις C-277/91 και C-319/91, αφενός, οι ιταλικές επιχειρήσεις Ligur Carni Srl και Genova Carni Srl και, αφετέρου, η Unita Sanitaria Locale (τοπική υγειονομική μονάδα, στο εξής: USL) n o XV di Genova και, όσον αφορά την υπόθεση C-318/91, αφενός, η ιταλική επιχείρηση Pononte SpA και, αφετέρου, η USL n o XIX di La Spezia καθώς και ο συνεταιρισμός CO.GE.SE.MA, που εξαρτάται από τον Δήμο της La Spezia. Ενόψει της συνάφειας που παρουσίαζαν οι τρεις αυτές υποθέσεις, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε, με διατάξεις της 28ης Ιανουαρίου 1992 και της 27ης Ιανουαρίουυ 1993, τη συνεκδίκασή τους προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και για την έκδοση κοινής αποφάσεως.
3 Οι USL είναι μονάδες επιφορτισμένες με τους υγιειονομικούς ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται σε δεδομένη γεωγραφική ζώνη. Υπάγονται στην αρμοδιότητα των περιφερειών και, για τον λόγο αυτό, αποτελούν δημόσιες αρχές.
4 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το ιταλικό βασιλικό διάταγμα 3298 της 20ής Δεκεμβρίου 1928 σχετικά με την έγκριση του κανονισμού για τον υγειονομικό έλεγχο των κρεάτων (Gazzetta ufficiale del Regno d' Italia αριθ. 36 της 12ης Φεβρουαρίου 1929), προβλέπει, στο άρθρο του 40, ότι η εισαγωγή σε δήμο νωπού κρέατος προς εμπορία, όταν η σφαγή έχει γίνει σε άλλο μέρος, επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι το κρέας "θα υποβληθεί σε νέο έλεγχο από τον κτηνίατρο του δήμου προορισμού", και τούτο παρά τον έλεγχο που έχει γίνει στον δήμο καταγωγής.
5 Με βάση το βασιλικό αυτό διάταγμα, η περιφέρεια της Λιγυρίας θέσπισε τον περιφερειακό νόμο 31 της 22ας Αυγούστου 1989 σχετικά με διατάξεις για την καταβολή των τελών που οφείλονται από τους ιδιώτες που προσφεύγουν στις υπηρεσίες του κτηνιάτρου της τοπικής USL (Bollettino ufficiale της περιφέρειας της Λιγυρίας αριθ. 16, της 6ης Σεπτεμβρίου 1989, Ι, σ. 1439).
6 Το άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζει:
"υποχρεούνται στην καταβολή τέλους στην τοπική υγιειονομική μονάδα (USL) οι ιδιώτες που ζητούν τις ακόλουθες παροχές:
α) επιθεωρήσεις, εξακριβώσεις και ελέγχους σχετικούς με τρόφιμα ζωικής προελεύσεως καθώς και ζώα που προορίζονται για εμπορία
β) πιστοποιητικά απαραίτητα για την εμπορία τροφίμων ζωικής προελεύσεως, ζώων και, γενικώς, ζωικής φύσεως προϊόντων."
7 Το άρθρο 2 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι το τέλος που οφείλεται στην USL για την υγειονομική επιθεώρηση καταβάλλεται κατά την παροχή της υπηρεσίας, ενώ το άρθρο του 3 ορίζει, στη συνέχεια, ότι στην περιφερειακή Giunta εναπόκειται ο καθορισμός του ύψους του εν λόγω τέλους, κατόπιν διαβουλεύσεως με την περιφερειακή υγειονομική επιτροπή.
8 Εξάλλου, από τις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας και από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εισαγωγέας νωπού κρέατος, έστω και υπό διαμετακόμιση, σε δήμο ή κοινότητα της περιφέρειας της Λιγυρίας, ασχέτως του αν η εισαγωγή γίνεται από κράτος μέλος ή από άλλο δήμο ή κοινότητα της Ιταλίας, οφείλει:
* να υποβάλλει το εμπόρευμά του σε υγειονομική επιθεώρηση, και τούτο έστω και αν το κρέας συνοδεύεται από υγειονομικό πιστοποιητικό επισήμου κτηνιάτρου της χώρας αποστολής ή του ιταλικού δήμου ή κοινότητας καταγωγής. Η επιθεώρηση αυτή διενεργείται από τους αρμόδιους κτηνιάτρους της USL του δήμου ή της κοινότητας προορισμού και έχει ως αποτέλεσμα την χορήγηση πιστοποιητικού το οποίο είναι απαραίτητο για την εμπορία του κρέατος
* να καταβάλλει στην USL για την παρεχόμενη υγειονομική υπηρεσία ένα ποσό ως τέλος επιθεωρήσεως το οποίο καθορίζεται κατ' αποκοπήν από τις τοπικές διοικητικές αρχές (την περιφερειακή Giunta).
9 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι, όσον αφορά, ειδικότερα, την εμπορία των κρεάτων στον Δήμο της La Spezia, ο οικείος εισαγωγέας οφείλει να προσφεύγει στις υπηρεσίες του συνεταιρισμού CO.GE.SE.MA, στον οποίον ο σχετικός δήμος έχει αναθέσει, κατ' αποκλειστικότητα, το έργο της φορτοεκφορτώσεως των εμπορευμάτων στο δημοτικό σφαγείο καθώς και της μεταφοράς τους στους τόπους τελικού προορισμού. Ο οικείος επιχειρηματίας μπορεί να πραγματοποιεί ο ίδίος την διανομή των εμπορευμάτων, με δικά του μέσα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα καταβάλλει στον CO.GE.SE.MA το αντιστοιχούν σε μια τέτοια παροχή ποσό.
10 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, οι τρεις προαναφερθείσες ιταλικές επιχειρήσεις εισάγουν νωπό βόειο κρέας προελεύσεως Δανίας και Κάτω Χωρών. Κατ' εφαρμογήν της προπαρατεθείσας ιταλικής νομοθεσίας, οι εν λόγω επιχειρήσεις όφειλαν να έχουν καταβάλει στις αρμόδιες USL, όσον αφορά την περίοδο 1991-91, διάφορα ποσά ως τέλη επιθεωρήσεως.
11 Θεωρώντας ότι τα εν λόγω τέλη κακώς καταβλήθηκαν εφόσον αποτελούν "φορολογικές επιβαρύνσεις" απαγορευόμενες από τις προμνημονευθείσες οδηγίες 64/433/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ και 90/425/ΕΟΚ, οι επιχειρήσεις αυτές προσέφυγαν, στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως "διαταγής" ενώπιον του προέδρου του Tribunale di Genova, ζητώντας να διαταχθούν οι οικείες USL να τους επιστρέψουν τα καταβληθέντα ποσά.
12 Εκτός των τελών αυτών, η εταιρία Ponente υποχρεώθηκε να καταβάλει στον συνεταιρισμό CO.GE.SE.MA ποσό αντιστοιχούν στα τέλη που προβλέπονται στο πλαίσιο της προμνημονευθείσας κατ' αποκλειστικότητα αναθέσεως στον συνεταιρισμό αυτόν έργου. Κατά τη γνώμη της Ponente, οι καταβολές αυτές δεν έπρεπε να έχουν γίνει για τον πρόσθετο λόγο ότι αποτελούν "φορολογικές επιβαρύνσεις" απαγορευόμενες από τα άρθρα 30, 52 και 59 της Συνθήκης.
13 Διατηρώντας αμφιβολίες ως προς το συμβατό της επίδικης ιταλικής νομοθεσίας με τις κοινοτικές διατάξεις, ο πρόεδρος του Tribunale di Genova ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
"1) Με βάση το ισχύον σύστημα κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα τις διατάξεις των οδηγιών 64/433/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ και 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τα προβλήματα υγειονομικής αστυνομεύσεως στο πλαίσιο ενδοκοινοτικών συναλλαγών σε νωπά κρέατα και των σχετικών κτηνιατρικών ελέγχων, με στόχο την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς, συμβιβάζεται προς την κοινοτική έννομη τάξη μια εθνική ρύθμιση και πρακτική η οποία, σε περίπτωση εισαγωγών σε κράτος μέλος νωπών κρεάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, κρεάτων που έχουν ήδη υποστεί στο κράτος αποστολής τους προβλεπόμενους από τις εν λόγω οδηγίες ελέγχους, υποβάλλει τα διαμετακομιζόμενα εμπορεύματα που φθάνουν σε δήμο της χώρας προορισμού σε συστηματικές και δαπανηρές για τους εισαγωγείς κτηνιατρικές επιθεωρήσεις και υγειονομικούς ελέγχους;
2) Στο πλαίσιο των ενδοκοινοτικών συναλλαγών επί εμπορευμάτων (νωπά κρέατα) που έχουν ήδη υποστεί υγειονομικούς ελέγχους στο κράτος αποστολής, σύμφωνα προς τις οδηγίες 64/433/ΕΟΚ και 89/662/ΕΟΚ, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κτηνιατρικών ελέγχων που μπορούν ακόμα να διενεργούνται στο κράτος προορισμού, ο κτηνιατρικός έλεγχος που διενεργείται επί των εμπορευμάτων κατά τον χρόνο εισόδου τους στον δήμο της χώρας προορισμού, έλεγχος ο οποίος, ειδικότερα:
α) συνίσταται σε υποχρεωτικές επιθεωρήσεις, επαληθεύσεις και ελέγχους προς τον σκοπό της διαθέσεως στο εμπόριο των εμπορευμάτων
β) συνεπάγεται την έκδοση πιστοποιητικού βεβαιούντος ότι τα προερχόμενα από κοινοτικές χώρες κρέατα 'είναι σε καλή κατάσταση από απόψεως συντηρήσεως και είναι κατάλληλα προς βρώση'
γ) επιβάλλει στον εισαγωγέα χρηματική επιβάρυνση, έστω και οριζομένη κατ' αποκοπή, ο καθορισμός της οποίας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της δημόσιας διοικήσεως;
3) Στην αντίθετη περίπτωση, ο ανωτέρω έλεγχος, ο οποίος παρουσιάζει τις πρoμνημονευθείσες ιδιαιτερότητες, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, ασυμβίβαστο μεν προς τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, δυνάμενος, όμως, ενδεχομένως όμως να δικαιολογηθεί από το άρθρο 36 αυτής;
4) Πρέπει η παγιωθείσα με τη νομολογία του Δικαστηρίου αρχή του κοινοτικού δικαίου ότι η δραστηριότητα ενός κράτους η οποία αποβλέπει στη διενέργεια υγειονομικών ελέγχων δεν μπορεί να λογιστεί ως υπηρεσία παρεχομένη στον εισαγωγέα, ικανή να δικαιολογήσει την είσπραξη χρηματικής επιβαρύνσεως ως αντιπαροχής, να θεωρηθεί ότι επιτρέπει την ύπαρξη μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και/ή πρακτικής που επιβάλλουν επί των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη εμπορευμάτων τέλη για τη διενέργεια συστηματικών κτηνιατρικών ελέγχων, αναλόγων προς εκείνους που προβλέπει το άρθρο 3 του νόμου 31, της 22ας Αυγούστου 1989 της περιφέρειας της Λιγυρίας;
5) Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 30, 52 και 59 της Συνθήκης στα υποκείμενα της κοινοτικής εννόμου τάξεως σε περίπτωση εισαγωγής, μέσω οδικής μεταφοράς, στο έδαφος κράτους μέλους της ΕΟΚ εμπορευμάτων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, δικαιώματα που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να σέβονται στην περίπτωση κατά την οποία απαγορεύεται σε μια επιχείρηση εισαγωγών να εκτελεί η ίδια, με δικά της μέσα, τις εργασίες φορτώσεως, εκφορτώσεως και παραδόσεως των εμπορευμάτων στην περιφέρεια ενός δήμου;
6) Συμβιβάζεται, εν πάση περιπτώσει, με τα άρθρα 30, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ μια διοικητική πρακτική η οποία, επιφυλλάσσοντας σε συγκεκριμένη επιχείρηση το έργο της μεταφοράς και της παραδόσεως των εμπορευμάτων σε τμήμα του εθνικού εδάφους, παρέχει στους εισαγωγείς των κρατών μελών, που χρησιμοποιούν δικά τους μέσα και προσωπικό, τη δυνατότητα να εκτελούν οι ίδιοι τις προμνημονευθείσες εργασίες μόνον εφόσον καταβάλλουν στην επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί το σχετικό έργο το ποσό που αντιστοιχεί σε υπηρεσίες που ούτε έχουν παρασχεθεί ούτε έχουν εκτελεσθεί από αυτήν;"
Τα τέσσερα πρώτα ερωτήματα είναι κοινά όσον αφορά και τις τρεις διαφορές των κυρίων δικών. Τα δύο τελευταία αφορούν μόνο τη διαφορά μεταξύ της επιχειρήσεως Ponente SpA και της εταιρίας CO.GE.SE.MA.
14 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά των τριών κυρίων δικών, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
15 Πρέπει, προκαταρκτικώς, να επισημανθεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση θέτει το ζήτημα αν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, και τούτο λόγω του γεγονότος ότι τα προδικαστικά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο συνοπτικών διαδικασιών όπου δεν παρίσταται και δεν αναπτύσσουν τις απόψεις τους αμφότεροι οι διάδικοι. Έτσι, θα ήταν δυνατόν το Δικαστήριο να μην εκδώσει την κατάλληλη ερμηνευτική απόφαση, και τούτο λόγω της εσφαλμένηης, ενδεχομένως, παρουσιάσεως των πραγματικών περιστατικών.
16 Πρέπει συναφώς να παρατηρηθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι ο πρόεδρος του Tribunale di Genova ασκεί δικαστικό κατά την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης λειτούργημα και έκρινε ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ήταν αναγκαία, προκειμένου να εκδώσει την απόφασή του. Όπως το Δικαστήριο έχει αποφανθεί με την απόφασή του της 28ης Ιουνίου 1978, 70/77, Semmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 455), παρόλον ότι το άρθρο 177 δεν εξαρτά την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου από τον χαρακτήρα ως κατ' αντιμωλία της διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο εθνικός δικαστής υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα, μπορεί ωστόσο σε ενδεχόμενη περίπτωση να αποδειχθεί ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης η υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος να μη γίνεται παρά κατόπιν συζητήσεως κατ' αντιμωλία. Εναπόκειται, πάντως, στον εθνικό και μόνο δικαστή να εκτιμήσει αυτήν την ανάγκη (βλ. επίσης την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio, Συλλογή 1983, σ. 3611, σκέψη 8).
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
17 Με τα δύο πρώτα ερωτήματά του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει αν ένα σύστημα επιθεωρήσεως, το οποίο συνεπάγεται την υποβολή των εισαγομένων εμπορευμάτων, που ήδη συνοδεύονται από πιστοποιητικό συνταγμένο από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του κράτους μέλους αποστολής σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, σε υποχρεωτικούς συστηματικούς και μονίμου χαρακτήρα υγειονομικούς ελέγχους, όχι στα σύνορα αλλά στον δήμο διαμετακομίσεως ή προορισμού των εμπορευμάτων, και υποχρεώνει τους οικείους επιχειρηματίες να καταβάλλουν τέλος ως αντιπαροχή, είναι συμβατό με τις προπαρατεθείσες οδηγίες 64/433, 89/662 και 90/425.
18 Πρέπει να επισημανθεί εκ προοιμίου ότι τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών των κυρίων δικών ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της 1ης Ιουλίου 1992, ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς των οδηγιών 89/662 και 90/425 στα εθνικά δίκαια. Εξάλλου, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, το αντικείμενο της οδηγίας 90/425 είναι άσχετο με την κυκλοφορία των νωπών κρεάτων. Εξ αυτού έπεται ότι μόνον η ερμηνεία της οδηγίας 64/433 (στο εξής: οδηγία) ασκεί επιρροή για την επίλυση των διαφορών των κυρίων δικών.
19 Στηριζόμενη στα άρθρα 43 και 100 της Συνθήκης ΕΟΚ, η οδηγία αυτή, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 83/90/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1983 (ΕΕ L 59, σ. 10), έχει ως αντικείμενο την εξάλειψη, μέσω της προσεγγίσεως των διατάξεων των κρατών μελών, των διαφορών που υφίστανται επί θεμάτων υγειονομικών προδιαγραφών στον τομέα των νωπών κρεάτων, διαφορών οι οποίες είναι δυνατόν να αποτελέσουν τροχοπέδη όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές στον τομέα αυτόν (τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
20 Αυτή η προσέγγιση των διατάξεων σκοπεί ειδικότερα στο να καταστούν ενιαίοι οι όροι υγιεινής των κρεάτων όχι μόνο στα σφαγεία και στα εργαστήρια τεμαχισμού της χώρας αποστολής, αλλά και κατά την εναποθήκευση και τη μεταφορά τους. Προς τούτο, η οδηγία έχει καθιερώσει ένα σύστημα εγκρίσεως, από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, των σφαγείων, των εργαστηρίων τεμαχισμού και των ψυκτικών εγκαταστάσεων που πληρούν τους καθορισμένους από την οδηγία όρους υγιεινής (πέμπτη αιτιολογική σκέψη, άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο Α, στοιχεία α', ζ', η', σημείο Β, στοιχεία α', γ', σημείο Γ, και παράρτημα Ι, κεφάλαια I, II, III, XIV).
21 Έτσι, οι υγειονομικοί έλεγχοι που διενεργούνται στη χώρα αποστολής σύμφωνα με τις λεπτομερείς διατάξεις της οδηγίας έχουν ως αποτέλεσμα την έκδοση πιστοποιητικού καταλληλότητας, καταρτιζομένου από επίσημο κτηνίατρο της χώρας αυτής. Το πιστοποιητικό αυτό, το οποίο αποτελεί το προσφορότερο μέσον για να είναι οι αρμόδιες αρχές της χώρας προορισμού βέβαιες ότι το εν λόγω εμπόρευμα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας, πρέπει να συνοδεύει την αποστολή κρεάτων μέχρι τον τόπο προορισμού (έκτη αιτιολογική σκέψη, άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο Α, στοιχείο ζ', παράρτημα Ι, κεφάλαιο ΧΙΙ και παράρτημα ΙΙ).
22 Εξάλλου, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 83/90 υπογραμμίζει την ανάγκη καθιερώσεως κοινοτικών μέτρων ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή εντός όλων των κρατών μελών των κανόνων της οδηγίας, καθώς και την ανάγκη μέριμνας ώστε τέτοιοι έλεγχοι να διενεργούνται σύμφωνα με κοινοτική διαδικασία.
23 Κατ' αυτόν τον τρόπο, το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 83/90, προβλέπει ότι η χώρα προορισμού μπορεί να ελέγχει αν κάθε αποστολή νωπών κρεάτων συνοδεύεται από το απαιτούμενο πιστοποιητικό καταλληλότητας.
24 Μόνο σε περίπτωση που υπάρχει σοβαρή υπόνοια πλημμελειών η χώρα προορισμού μπορεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως, να διεξαγάγει, κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις, ελέγχους προκειμένου να εξακριβώσει την τήρηση των απαιτήσεων της οδηγίας, ελέγχους όμως οι οποίοι, σύμφωνα με την παράγραφο 3, δεν πρέπει να προκαλούν υπερβολικές καθυστερήσεις στη διακίνηση των εμπορευμάτων και στη διάθεσή τους στην αγορά ή καθυστέρηση που να είναι δυνατόν να επηρεάσει την ποιότητα. Στην ίδια παράγραφο ορίζεται ότι οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται κανονικώς στον τόπο προορισμού των εμπορευμάτων ή σε κάθε άλλον κατάλληλο τόπο, υπό την προϋπόθεση ότι η επιλογή αυτού του τόπου προκαλεί τα λιγότερα κατά το δυνατόν εμπόδια στη διακίνηση του εμπορεύματος.
25 Ήδη με τις αποφάσεις του της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 35/76, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1977, σ. 455) και της 6ης Οκτωβρίου 1983, 2 έως 4/82, Delhaize (Συλλογή 1983, σ. 2973), το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, πριν ακόμα αρχίσει να ισχύει η τροποποίηση που επήλθε με το άρθρο 10 της οδηγίας 83/90, ότι μόνο σποραδικοί έλεγχοι επιτρέπονταν, και τούτο υπό τον όρον ότι δεν θα πολλαπλασιάζονταν σε σημείο ώστε να συνιστούν συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Σύμφωνα με τις ίδιες αποφάσεις, η οδηγία καθιέρωσε ένα εναρμονισμένο σύστημα υγειονομικών ελέγχων, στηριζόμενο στην ισοδυναμία των εγγυήσεων υγιεινής που απαιτούνται απ' όλα τα κράτη μέλη, σύστημα το οποίο διασφαλίζει, ταυτοχρόνως, και την προστασία της υγείας και την ίση μεταχείριση των προϊόντων. Το σύστημα αυτό έχει ως αντικείμενο την μετάθεση των υγειονομικών ελέγχων προς το κράτος μέλος αποστολής.
26 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι αυτό το πλήρες, λεπτομερές και εναρμονισμένο σύστημα υγειονομικών ελέγχων των νωπών κρεάτων, που στηρίζεται στην ισοδυναμία, σε κοινοτικό επίπεδο, των εγγυήσεων υγιεινής, έχει αντικαταστήσει κάθε άλλο σύστημα ελέγχων που υφίστατο εντός της χώρας προορισμού, ασχέτως του τόπου όπου θα μπορούσαν να διενεργηθούν οι έλεγχοι αυτοί.
27 Επομένως, στα δύο πρώτα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί απάντηση ότι η οδηγία 64/433, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 83/90, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι αντίθετο προς αυτή ένα εθνικό σύστημα ελέγχων το οποίο συνεπάγεται την υποβολή των εισαγομένων εμπορευμάτων, τα οποία ήδη συνοδεύονται από πιστοποιητικό καταρτισμένο από τις υγειονομικές αρχές του κράτους μέλους αποστολής σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, σε υποχρεωτικούς, συστηματικούς και μονίμου χαρακτήρα υγειονομικούς ελέγχους, όχι στα σύνορα, αλλά εντός του δήμου διαμετακομίσεως ή προορισμού των εμπορευμάτων και υποχρεώνει τους οικείους επιχειρηματίες στην καταβολή τέλους ως αντιπαροχής.
Επί του τρίτου ερωτήματος
28 Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε στο Δικαστήριο για την περίπτωση όπου μια εθνική ρύθμιση, όπως η επίδικη σε διαφορές των κυρίων δικών, δεν θα ενέπιπτε στο πεδίο της οδηγίας 64/433. Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στα δύο πρώτα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
29 Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει αν η οικονομική επιβάρυνση που επιβάλλεται στον οικείο εισαγωγέα ως τέλος υγειονομικού ελέγχου, στο πλαίσιο μιας ρυθμίσεως όπως η επίδικη στις διαδικασίες των κυρίων δικών, δικαιολογείται ως αντιπαροχή για παρασχεθείσες υπηρεσίες.
30 Πρέπει, πρώτον, να επισημανθεί ότι, κατά το μέτρο που οι εν λόγω συστηματικοί, υποχρεωτικοί και μονίμου χαρακτήρα έλεγχοι δεν επιτρέπονται από το εναρμονισμένο σύστημα που έχει καθιερωθεί με την οδηγία, οι οικονομικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται ως αντιπαροχή για τέτοιους ελέγχους δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με τους κοινοτικούς κανόνες.
31 Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τα τέλη που εισπράττονται για υγειονομικούς ελέγχους και επιθεωρήσεις που επιτρέπονται από την οδηγία. Πράγματι, σε τέτοιες περιπτώσεις, η σχετική δραστηριότητα των εθνικών διοικητικών αρχών ασκείται προς το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπηρεσία προς τον εισαγωγέα. Κατά συνέπεια, τα έξοδα τέτοιων ελέγχων πρέπει να επιβαρύνουν τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως που ευνοείται, στο σύνολό του, από την ελεύθερη κυκλοφορία των κοινοτικών εμπορευμάτων (βλ. τις αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1976, 87/75, Bresciani, Συλλογή τόμος 1976, σ. 129 και της 25ης Ιανουαρίου 1977, 46/76, Bauhuis, Συλλογή τόμος 1977, σ. 1). Επομένως, η επιβολή τέτοιων τελών στους εισαγωγείς συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία απαγορευόμενο από τη Συνθήκη.
32 Συνεπώς, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί απάντηση ότι η οικονομική επιβάρυνση που επιβάλλεται στον οικείο εισαγωγέα ως τέλος υγειονομικού ελέγχου, στο πλαίσιο μιας εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίδικη στις διαδικασίες των κυρίων δικών, δεν δικαιολογείται ως αντιπαροχή για παρασχεθείσες υπηρεσίες.
Επί του πέμπτου και έκτου ερωτήματος
33 Με τα δύο τελευταία ερωτήματά του, που ανέκυψαν στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Ponente SpA και της εταιρίας CO.GE.SE.MA (υπόθεση C-318/91), το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει αν η απαγόρευση που επιβάλλεται, με ρύθμιση ενός δήμου κράτους μέλους, σε εισαγωγέα νωπών κρεάτων, να μην μπορεί να πραγματοποιεί ο ίδιος με δικά του μέσα στο έδαφος του εν λόγω δήμου τη μεταφορά και παράδοση των εμπορευμάτων του, εκτός εάν καταβάλλει στην τοπική επιχείρηση ποσό αντιστοιχούν στις υπηρεσίες που η εν λόγω επιχείρηση παρέχει στο πλαίσιο έργου που της έχει κατ' αποκλειστικότηταύ ανατεθεί σχετικά με την φορτοεκφόρτωση στο δημοτικό σφαγείο, τη μεταφορά και την παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων, είναι αντίθετη προς τα άρθρα 30, 52 και 59 της Συνθήκης, καθώς και αν οι διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
34 Πρέπει να διευκρινιστεί εκ προοιμίου ότι τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν το νόμιμο χαρακτήρα αυτής καθ' εαυτής της αποκλειστικότητας αναθέσεως ενός έργου σε μια τοπική επιχείρηση του οικείου τομέα.
35 Στη συνέχεια πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ κρατών μελών. Κατά πάγια νομολογία, για να εμπίπτουν στην απαγόρευση της διατάξεως αυτής, είναι αρκετό τα εν λόγω μέτρα να είναι ικανά να παρεμβάλλουν εμπόδια, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, πραγματικώς ή δυνητικώς, στις εισαγωγές μεταξύ κρατών μελών. Επομένως, η απαγόρευση αυτή καλύπτει κάθε είδος εμποδίου που μπορεί να συνεπάγεται ζημιογόνο αποτέλεσμα, έστω και έμμεσο ή δυνητικό, στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
36 Τέτοιο εμπόδιο στις εισαγωγές αποτελεί το γεγονός ότι μια δημοτική ρύθμιση κράτους μέλους υποχρεώνει τους επιχειρηματίες που εισάγουν στον οικείο δήμο νωπά κρέατα να περνούν από το δημοτικό σφαγείο προκειμένου να αναθέσουν το έργο της μεταφοράς και παραδόσεως των εμπορευμάτων τους στον τόπο τελικού προορισμού σε μια τοπική επιχείρηση, στην οποία έχει κατ' αποκλειστικότητα ανατεθεί το σχετικό έργο, και επιτρέπει στους οικείους επιχειρηματίες να πραγματοποιούν οι ίδιοι τη μεταφορά και παράδοση των εμπορευμάτων τους μόνον εφόσον καταβάλλουν ορισμένο ποσό στην προς ην η ανάθεση επιχείρηση.
37 Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι το επίμαχο μέτρο περιορίζεται στο έδαφος ενός δήμου κράτους μέλους. Όπως το Δικαστήριο έχει αποφανθεί με την απόφασή του της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad (Συλλογή 1991, σ. Ι-4179, σκέψη 24), ένα εθνικό μέτρο που έχει περιορισμένο τοπικό πεδίο εφαρμογής, επειδή ισχύει μόνο σε τμήμα της εθνικής επικράτειας, δεν μπορεί να αποφύγει τον χαρακτηρισμό του ως μέτρου που οδηγεί σε διακρίσεις ή προστατευτισμό, κατά την έννοια των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με τη δικαιολογία ότι πλήττει τόσο τις πωλήσεις των προϊόντων που προέρχονται από άλλα τμήματα της εθνικής επικράτειας όσο και τις πωλήσεις των προϊόντων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη.
38 Ομοίως, είναι αδιάφορο το αν το εξεταζόμενο μέτρο εφαρμόζεται, κατ' αρχήν, αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, εφόσον τούτο έχει ως αποτέλεσμα να καθίστανται δαπανηρότερες και δυσχερέστερες οι εισαγωγές εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, Aragonesa, καθώς και την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci, Συλλογή 1991, σ. 5889).
39 Πρέπει τέλος να προστεθεί ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει άμεσο αποτέλεσμα και είναι γενεσιουργό όσον αφορά τους ιδιώτες δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διαφυλάττουν (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, 251/78, Denkavit, Συλλογή τόμος 1979 ΙΙ, σ. 619).
40 Όσον αφορά το άρθρο 52 της Συνθήκης, το άρθρο τούτο καθιερώνει την ελευθερία που έχουν οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των εγκατεστημένων σ' αυτό επιχειρήσεων, να εγκαθίστανται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υπό τις προϋποθέσεις που η νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως ορίζει για τους δικούς της υπηκόους.
41 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, στην υπόθεση της κυρίας δίκης, αντίδικοι είναι μια ιταλική επιχείρηση, εισαγωγέας νωπών κρεάτων άλλων από άλλα κράτη μέλη και μια άλλη ιταλική επιχείρηση, στην οποία έχει κατ' αποκλειστικότητα ανατεθεί, σε τοπικό επίπεδο, το έργο της μεταφοράς και παραδόσεως των εν λόγω εμπορευμάτων. Επομένως, δεν υφίσταται κανένα στοιχείο που να εξέρχεται εν προκειμένω των ορίων του καθαρώς εθνικού πλαισίου ώστε να μπορεί λυσιτελώς να γίνει η επίκληση του άρθρου 52. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία της διατάξεως αυτής δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς της κυρίας δίκης.
42 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το άρθρο 59 της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει την ελευθερία παροχής υπηρεσιών από υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε χώρα της Κοινότητας άλλη από αυτήν του αποδέκτη της παροχής.
43 Πράγματι, οι αιτούσες της κύριας δίκης δεν είναι επιχειρήσεις οι οποίες, ενώ είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, ζητούν να τους δοθεί η δυνατότητα να παρέχουν στο έδαφος του οικείου δήμου υπηρεσίες μεταφορών. Ομοίως, δεν ισχυρίζονται ότι έχουν προσφύγει, ως αποδέκτες, στις υπηρεσίες μεταφορέα άλλου κράτους μέλους. Επομένως, ούτε η ερμηνεία του άρθρου 59 ασκεί επιρροή όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
44 Επομένως, πρέπει στα δύο τελευταία ερωτήματα να δοθεί απάντηση ότι αντίκειται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης η απαγόρευση που επιβάλλεται από ρύθμιση ενός δήμου κράτους μέλους σε επιχειρηματία που εισάγει στο δήμο αυτό νωπά κρέατα, να πραγματοποιεί ο ίδιος με δικά του μέσα στο έδαφος του εν λόγω δήμου τη μεταφορά και παράδοση των εμπορευμάτων του εκτός αν καταβάλλει σε τοπική επιχείρηση το ποσό που αντιστοιχεί στις υπηρεσίες που η τελευταία παρέχει στο πλαίσιο έργου που της έχει κατ' αποκλειστικότητα ανατεθεί σχετικά με την φορτοεκφόρτωση στο δημοτικό σφαγείο, τη μεταφορά και την παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων. Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει άμεσο αποτέλεσμα και είναι γενεσιουργό όσον αφορά ιδιώτες δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διατάξεις της 21ης Οκτωβρίου και της 25ης Νοεμβρίου 1991, ο πρόεδρος του Tribunale di Genova, αποφαίνεται:
1) Η οδηγία 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 83/90/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1983, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι αντίθετο προς αυτή ένα εθνικό σύστημα ελέγχων το οποίο συνεπάγεται την υποβολή των εισαγομένων εμπορευμάτων, τα οποία ήδη συνοδεύονται από πιστοποιητικό καταρτισμένο από τις υγειονομικές αρχές του κράτους μέλους αποστολής σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, σε υποχρεωτικούς, συστηματικούς και μονίμου χαρακτήρα υγειονομικούς ελέγχους, όχι στα σύνορα, αλλά εντός του δήμου διαμετακομίσεως ή προορισμού των εμπορευμάτων, και υποχρεώνει τους οικείους επιχειρηματίες στην καταβολή τέλους ως αντιπαροχής.
2) Η οικονομική επιβάρυνση που επιβάλλεται στον οικείο εισαγωγέα ως τέλος υγειονομικού ελέγχου, στο πλαίσιο μιας εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίδικη στις διαδικασίες των κυρίων δικών, δεν δικαιολογείται ως αντιπαροχή για παρασχεθείσες υπηρεσίες.
3) Αντίκειται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης η απαγόρευση που επιβάλλεται από ρύθμιση ενός δήμου κράτους μέλους σε επιχειρηματία που εισάγει στο δήμο αυτό νωπά κρέατα να πραγματοποιεί ο ίδιος με δικά του μέσα στο έδαφος του εν λόγω δήμου τη μεταφορά και παράδοση των εμπορευμάτων του εκτός αν καταβάλλει σε τοπική επιχείρηση το ποσό που αντιστοιχεί στις υπηρεσίες που η τελευταία παρέχει στο πλαίσιο έργου που της έχει κατ' αποκλειστικότητα ανατεθεί σχετικά με την φορτοεκφόρτωση στο δημοτικό σφαγείο, τη μεταφορά και την παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων. Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει άμεσο αποτέλεσμα και είναι γενεσιουργό όσον αφορά ιδιώτες δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν.
Full & Egal Universal Law Academy