Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Εμπόριο με τις τρίτες χώρες * Καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως * Λεπτομέρειες εφαρμογής * Σύμβαση εκτελέσεως εργασίας "φασόν" μεταξύ εντολέα και μεταποιητή * Κατάθεση της αιτήσεως για χορήγηση εγκρίσεως από τον μεταποιητή * Επιτρέπεται * Προϋπόθεση * Κατάθεση επ' ονόματι του εντολέα
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1999/85, άρθρο 3 PAR 2, και 3677/86, άρθρο 3 PAR 7)
Περίληψη
Οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1999/85, για το καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού εφαρμογής 3677/86, έχουν την έννοια ότι, όταν, στο πλαίσιο συμβάσεως εκτελέσεως εργασίας "φασόν" που έχει συναφθεί μεταξύ εντολέα και μεταποιητή εγκατεστημένων στην Κοινότητα για την τέλεση εργασιών τελειοποιήσεως επί μη κοινοτικών εμπορευμάτων, καταθέτει την αίτηση για τη χορήγηση εγκρίσεως εκ μέρους των αρμοδίων τελωνειακών αρχών ο μεταποιητής, τότε η αίτηση πρέπει να κατατίθεται στο όνομα του εντολέα. Η αρμόδια τελωνειακή αρχή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητεί από τον εντολέα να αποδείξει ότι συντρέχουν οι οικονομικοί όροι από τους οποίους εξαρτάται η χορήγηση εγκρίσεως και να παράσχει όλα τα εχέγγυα που αυτή κρίνει αναγκαία προς τούτο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-291/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Muenchen (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Textilveredlungsunion GmbH & Co. KG (TVU)
και
Hauptzollamt Nuernberg-Fuerth,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1999/85 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1985, για το καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως (ΕΕ L 188, σ. 1), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3677/86 του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, που καθορίζει ορισμένες διατάξεις εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 1999/85 (ΕΕ L 351, σ. 1).
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από την Blanca Rodriguez Galindo, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Arnold Ridout, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγής υπαλλήλων, επικουρούμενους από τον δικηγόρο Hans-Juergen Rabe, του Δικηγορικού Συλλόγου του Αμβούργου,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Οκτωβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Νοεμβρίου 1991, το Finanzgericht Muenchen, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1999/85 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1985, για το καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως (ΕΕ L 188, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), και των άρθρων 3, παράγραφος 7, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού (ΕΟΚ) 3677/86 του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, που καθορίζει ορισμένες διατάξεις εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 1999/85 (ΕΕ L 351, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Textilveredlungsunion GmbH & Co. KG (στο εξής: ΤVU) και του Hauptzollamt Nuernberg-Fuerth (στο εξής: ΗZA) αναφορικά με την επιστροφή ορισμένων δασμών.
3 Τον Ιανουάριο του 1980 η ΤVU έλαβε από το ΗZA έγκριση για ενεργητική τελειοποίηση προς ίδιο λογαριασμό (τελειοποίηση προς ίδιο λογαριασμό). Δυνάμει των διατάξεων του βασικού κανονισμού, εφαρμοστέου από 1ης Ιανουαρίου 1987, η έγκριση αυτή αναδιατυπώθηκε με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987. Στη νέα της διατύπωση η έγκριση προέβλεπε ότι η τελειοποίηση θα γίνει υπό μορφή "τελειοποιήσεως προς ίδιο λογαριασμό".
4 Στις 23 Ιουλίου 1989 η ΤVU έθεσε υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, στον δικό της χώρο, νήματα τα οποία είχε αγοράσει στη Νότια Κορέα μια άλλη γερμανική επιχείρηση η Gebr. Schaefer GmbH. Τον Οκτώβριο 1989 δήλωσε στις τελωνειακές αρχές ότι έθεσε υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας μέρος του εμπορεύματος και κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς. Ωστόσο, με αίτηση της 15ης Δεκεμβρίου 1989, η TVU ζήτησε την επιστροφή των εν λόγω δασμών διευκρινίζοντας ότι, στο πλαίσιο του συστήματος ενεργητικής τελειοποιήσεως, προέβη στη βαφή μέρους των νημάτων της επιχειρήσεως Gebr. Schaefer GmbH βάσει συμβάσεως εργασίας "φασόν" και ότι, στη συνέχεια, παρέδωσε τα νήματα αυτά εντός της Βουλγαρίας.
5 Με απόφαση της 22ας Μαρτίου 1990 το ΗΖΑ απέρριψε την αίτηση της ΤVU επειδή η εταιρία αυτή δεν είχε τη δέουσα έγκριση προκειμένου να πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη τελειοποίηση, καθόσον οι σχετικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας "φασόν" και όχι προς ίδιο λογαριασμό.
6 Μετά την απόρριψη της διοικητικής της ενστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής, η TVU άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Muenchen, στηριζόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, κατά το οποίο "η έγκριση εκδίδεται μετά από αίτηση του προσώπου που πραγματοποιεί, το ίδιο ή μέσω τρίτου, εργασίες τελειοποιήσεως". Η ΤVU προέβαλε, βάσει αυτής της διατάξεως, τον ισχυρισμό ότι η έγκριση που είχε για τελειοποίηση προς ίδιο λογαριασμό της έδινε, επίσης, τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει εργασίες τελειοποιήσεως εμπορευμάτων ιδιοκτησίας άλλου προσώπου εγκατεστημένου εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Αντιθέτως, το ΗΖΑ, στηριζόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού εφαρμογής, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, στην περίπτωση που οι εργασίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας "φασόν" που έχει συναφθεί μεταξύ δύο εγκατεστημένων εντός της Κοινότητας προσώπων, "η αίτηση εγκρίσεως υποβάλλεται από τον εντολέα της τελειοποιήσεως ή στο όνομα αυτού".
7 Το Finanzgericht είχε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο συμβιβάζεται η τελευταία αυτή διάταξη, αφενός μεν, με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος βασικού κανονισμού, αφετέρου δε, με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού εφαρμογής, κατά το οποίο ως "εργασία φασόν" νοείται "κάθε εργασία τελειοποιήσεως που εκτελείται με τις προδιαγραφές και για λογαριασμό ενός εντολέα εγκατεστημένου εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας". Κατά συνέπεια, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"'Εχει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1999/85, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, παράγραφος 7, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού (ΕΟΚ) 3677/86, την έννοια ότι άδεια ενεργητικής τελειοποιήσεως που χορηγήθηκε σε πρόσωπο το οποίο μεταποιεί ή επεξεργάζεται προς ίδιο λογαριασμό μη κοινοτικά εμπορεύματα περιλαμβάνει επίσης και την επεξεργασία ή μεταποίηση μη κοινοτικών προϊόντων που πραγματοποιεί το εν λόγω πρόσωπο βάσει συμβάσεως εργασίας 'φασόν' που έχει συναφθεί με εντολέα εγκατεστημένο στην Κοινότητα;"
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Αρχικώς, επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι η ερμηνεία του περιεχομένου της εγκρίσεως που χορήγησαν το 1987 στην ΤVU οι γερμανικές τελωνειακές αρχές απόκειται στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο, αντιθέτως, εναπόκειται να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
10 Προκειμένου να καθοριστεί το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού εφαρμογής, επιβάλλεται, πρώτον, να τονισθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι την αίτηση για χορήγηση εγκρίσεως καταθέτει ένα από τα δύο πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, δηλαδή το πρόσωπο εκείνο που πραγματοποιεί τις εργασίες ή τo πρόσωπο που αναθέτει την πραγματοποίηση των εργασιών τελειοποιήσεως.
11 Εν συνεχεία, πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, ότι "η αίτηση εγκρίσεως συντάσσεται γραπτώς σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος ΙΙ". Σύμφωνα με το έντυπο που περιέχεται στο παράρτημα ΙΙ, ζητείται από το πρόσωπο που το συμπληρώνει να αναφέρει "το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και διεύθυνση του αιτούντος" και, "όταν πρόκειται για πρόσωπο διαφορετικό από τον αιτούντα", τα αντίστοιχα στοιχεία του "μεταποιητή". Συνεπώς, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού διακρίνει σαφώς μεταξύ του "αιτούντος" και του "μεταποιητή", όταν πρόκειται για εργασίες που πραγματοποιούνται για λογαριασμό τρίτου.
12 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού εφαρμογής ρυθμίζει την ειδική περίπτωση κατά την οποία για την πραγματοποίηση των εργασιών τελειοποιήσεως εντός της Κοινότητας ενδιαφέρονται δύο πρόσωπα εγκατεστημένα εντός αυτής. Αφενός μεν, ο εντολέας για λογαριασμό του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι εργασίες αυτές, αφετέρου δε, ο μεταποιητής που θα τις πραγματοποιήσει.
13 'Οπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, από την οικονομία και το γράμμα των δύο αυτών κανονισμών προκύπτει ότι εκείνο που έχει σημασία, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι να μπορεί η αρμόδια τελωνειακή αρχή να ζητεί από τον εντολέα να αποδείξει ότι συντρέχουν οι οικονομικοί όροι από τους οποίους εξαρτάται η χορήγηση εγκρίσεως και να παράσχει όλα τα εχέγγυα που αυτή κρίνει αναγκαία, κατά το άρθρο 4, σημείο β', του βασικού κανονισμού. Προβλέποντας ότι "η αίτηση εγκρίσεως υποβάλλεται από τον εντολέα τελειοποιήσεως ή στο όνομα αυτού", το άρθρο 3, παράγραφος 7, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου και το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού εφαρμογής, διασφαλίζει την οριστική και επίσημη δήλωση της ταυτότητας του εντολέα. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να απευθύνεται προς τις τελωνειακές αρχές ο μεταποιητής, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση εγκρίσεως υποβάλλεται στο όνομα του εντολέα του.
14 Οι απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 7, του κανονισμού εφαρμογής διασφαλίζουν τον δέοντα έλεγχο των εργασιών τελειοποιήσεως εντός της Κοινότητας. Το άρθρο 3, παράγραφος 7, επαναλαμβάνει μία από τις δύο εναλλακτικές δυνατότητες που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστο με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού.
15 'Οσον αφορά τον ορισμό του όρου "εργασία φασόν", που δίδεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού εφαρμογής, πρέπει να τονισθεί ότι ο ορισμός αυτός περιλαμβάνεται σε άλλο κεφάλαιο του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αφορά τις "γενικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγκρίσεως" και, ιδίως, τον τρόπο αποδείξεως ότι συντρέχουν οι "οικονομικοί όροι" των άρθρων 5 και 6 του βασικού κανονισμού. Αντιθέτως, το άρθρο 3 του κανονισμού εφαρμογής ρυθμίζει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες τις σχετικές με την υποβολή της αιτήσεως εγκρίσεως. Ο ορισμός του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού εφαρμογής δόθηκε, κατά το γράμμα αυτής της παραγράφου 1, "για την εφαρμογή των οικονομικών όρων" και, επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 7, του εν λόγω κανονισμού.
16 Συνεπώς, στο ερώτημα του Finanzgericht Muenchen πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού εφαρμογής, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, όταν, στο πλαίσιο συμβάσεως εκτελέσεως εργασίας "φασόν" που έχει συναφθεί μεταξύ εντολέα και μεταποιητή εγκατεστημένων στην Κοινότητα για την τέλεση εργασιών τελειοποιήσεως επί μη κοινοτικών εμπορευμάτων, καταθέτει την αίτηση για τη χορήγηση εγκρίσεως εκ μέρους του αρμοδίων τελωνειακών αρχών ο μεταποιητής, τότε η αίτηση αυτή πρέπει να κατατίθεται στο όνομα του εντολέα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1991, το Finanzgericht Muenchen, αποφαίνεται:
Οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1999/85 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1985, για το καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3677/86 του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, που καθορίζει ορισμένες διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1999/85, έχουν την έννοια ότι, όταν, στο πλαίσιο συμβάσεως εκτελέσεως εργασίας "φασόν" που έχει συναφθεί μεταξύ εντολέα και μεταποιητή εγκατεστημένων στην Κοινότητα για την τέλεση εργασιών τελειοποιήσεως επί μη κοινοτικών εμπορευμάτων, καταθέτει την αίτηση για τη χορήγηση εγκρίσεως εκ μέρους του αρμοδίων τελωνειακών αρχών ο μεταποιητής, τότε η αίτηση αυτή πρέπει να κατατίθεται στο όνομα του εντολέα.
Full & Egal Universal Law Academy