Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
'Ιδιοι πόροι της Κοινότητας * Εκ των υστέρων είσπραξη δασμών εισαγωγής ή εξαγωγής * Σφάλμα της διοικήσεως το οποίο δεν μπορούσε λογικά να διαγνώσει ο υπόχρεος προς καταβολή δασμού * Ειδική περίπτωση
(Συμφωνία Συνεργασίας ΕΟΚ-Γιουγκοσλαβίας Kανονισμός 1697/79 του Συμβουλίου, άρθρο 5 PAR 2)
Περίληψη
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών εισαγωγής ή εξαγωγής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στον βαθμό που μια τελωνειακή αρχή εσφαλμένως έκρινε ότι προϊόντα καταγωγής Πορτογαλίας έπρεπε, προς εφαρμογή της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, να θεωρούνται ως προϊόντα κοινοτικής καταγωγής, που οι δασμοί εισαγωγής δεν εισπράχθηκαν και που ο εισαγωγέας τήρησε όλα τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις όσον αφορά την τελωνειακή του διασάφηση, οι δασμοί εισαγωγής δεν μπορούν να αναζητηθούν. Πράγματι, το σφάλμα αυτό πολύ απέχει από το να είναι ευδιάγνωστο με μόνη την ανάγνωση των ισχυουσών διατάξεων από έναν επιχειρηματία με τη συνήθη πείρα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-292/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Muenchen προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Gebr. Weis GmbH
και
Hauptzollamt Wuerzburg,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την είσπραξη δασμών στο πλαίσιο διακινήσεως εμπορευμάτων προς παθητική τελειοποίηση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet, F. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε για την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ο Joern Sack, νομικός σύμβουλος,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Mε διάταξη της 13ης Σεπτεμβρίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Νοεμβρίου, το Finanzgericht Muenchen υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 366 και 368 της Πράξεως για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου 3 (στο εξής: πρωτόκολλο) της Συμφωνίας Συνεργασίας που υπογράφτηκε στο Βελιγράδι στις 2 Απριλίου 1980 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΕΕ 1983, L 41, σ. 2, στο εξής: Συμφωνία), καθώς και του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 449/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986, για τον καθορισμό του καθεστώτος που θα εφαρμόσουν το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία κατά τις συναλλαγές με ορισμένες τρίτες χώρες (ΕΕ L 50, σ. 40).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Gebr. Weis GmbH (στο εξής: Weis) και του Hauptzollamt Wuerzburg (στο εξής: Hauptzollamt) με αντικείμενο την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών εισαγωγής.
3 Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι, κατά τα έτη 1986 και 1987, η Weis, στο πλαίσιο διακινήσεως εμπορευμάτων προς παθητική τελειοποίηση δεόντως εξουσιοδοτημένης, απέστειλε σε επιχειρήσεις στη Γιουγκοσλαβία υφάσματα που προέρχονταν, μεταξύ άλλων, από την Πορτογαλία. Τα υφάσματα πέρασαν στη Γιουγκοσλαβία μέσω του Ζollamt Aschaffenburg (στο εξής: Ζollamt). Εκεί μεταποιήθηκαν σε ανδρικά ενδύματα. Τα τελικά προϊόντα εισήλθαν εκ νέου στην Κοινότητα μέσω του ιδίου Ζollamt.
4 Κατά τον εκτελωνισμό πριν την τελειοποίηση, η Weis εξέδιδε κάθε φορά πιστοποιητικά κυκλοφορίας των εμπορευμάτων τα οποία παρουσιάζονταν προς επικύρωση στο Ζollamt. Για τα μεταποιημένα προϊόντα, το Ζollamt διέθετε πιστοποιητικά δεόντως συμπληρωμένα από τις γιουγκοσλαβικές αρχές, τα οποία αποδέχθηκε ως απόδειξη της κοινοτικής καταγωγής των πρώτων υλών. Τα κατεργασμένα προϊόντα διατέθηκαν τότε στην κατανάλωση αδασμολόγητα, ως εμπορεύματα ευνοούμενα από το καθεστώς προτιμήσεως του άρθρου 15 της Συμφωνίας.
5 Το άρθρο 15 της Συμφωνίας προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι "τα βιομηχανικά προϊόντα "γιουγκοσλαβικής καταγωγής (...) γίνονται δεκτά προς εισαγωγή στην Κοινότητα χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς ή άλλα μέτρα με ισοδύναμο αποτέλεσμα και απαλλάσσονται από δασμούς και κρατήσεις με ισοδύναμο αποτέλεσμα". Σύμφωνα με το άρθρο 30 της Συμφωνίας, τα "προϊόντα κοινοτικής καταγωγής" πρέπει να θεωρούνται ως "προϊόντα γιουγκοσλαβικής καταγωγής" υπό την προϋπόθεση ότι στη Γιουγκοσλαβία υποβλήθηκαν σε επεξεργασία ή μεταποίηση που δεν είναι "ανεπαρκής" κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου. Είναι αποδεδειγμένο ότι εν προκειμένω η τελευταία αυτή προϋπόθεση πληρούται στην κύρια δίκη.
6 Κατόπιν ελέγχου που πραγματοποίησε η Oberfinanzdirektion Nuernberg, το Hauptzollamt αποφάσισε, με διορθωτική απόφαση, να προβεί στην είσπραξη δασμών, με το αιτιολογικό ότι, στο πλαίσιο του μεταβατικού καθεστώτος που εφαρμοζόταν επί των προϊόντων καταγωγής Πορτογαλίας, σύμφωνα με το οποίο τα διακινούμενα μεταξύ της χώρας αυτής και των λοιπών κρατών μελών εμπορεύματα εξακολουθούσαν να υπόκεινται σε κάποιους δασμούς, τα επίδικα υφάσματα δεν έπρεπε να θεωρηθούν ως "προϊόντα κοινοτικής καταγωγής".
7 Στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht Muenchen, η Weis υποστήριξε ότι η εσωτερική ρύθμιση του εμπορίου μεταξύ της Κοινότητας των Δέκα και της Πορτογαλίας δεν επηρεάζει την ερμηνεία της Συμφωνίας, η οποία, στο άρθρο 30, αναφέρεται σε "προϊόντα κοινοτικής καταγωγής". Η Weis υποστήριξε, επίσης, ότι εδικαιούτο προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της στην ερμηνεία την οποία είχε δώσει η Διοίκηση κατά τα έτη 1986 και 1987.
8 To Finanzgericht Muenchen θεώρησε ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Υπέβαλε επομένως στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"1. Πρέπει τα άρθρα 366 και 368 της Πράξης για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 449/86 της 24ης Φεβρουαρίου 1986, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, εντός του μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γιουγκοσλαβίας εμπορίου του έτους 1986, προϊόντα καταγωγής Πορτογαλίας κατά την έννοια του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου 3 της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της ΕΟΚ και της Γιουγκοσλαβίας έπρεπε να θεωρούνται ως προϊόντα κοινοτικής καταγωγής και έχει σημασία το αν τα προϊόντα αυτά κυκλοφορούσαν ελεύθερα επί του εδάφους της Κοινότητας των Δέκα;
2. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα :
Μπορούσαν οι επιχειρηματίες να διαγνώσουν το σφάλμα των τελωνειακών αρχών συνεπεία του οποίου τα προϊόντα αυτά αντιμετωπίστηκαν ως προϊόντα κοινοτικής καταγωγής;"
9 Για μια εκτενέστερη έκθεση των περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, της εξελίξεως της διαδικασίας καθώς και των εγγράφων παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, γίνεται παραπομπή στην έκθεση του εισηγητή δικαστή. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται ανωτέρω παρά στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη των σκέψεων του Δικαστηρίου.
10 Αν υποτεθεί ότι στο πρώτο ερώτημα δινόταν θετική απάντηση, η Weis δεν θα όφειλε να καταβάλει τους δασμούς που της ζητήθηκαν. Αλλά, αν γίνει δεκτό ότι η απάντηση στο πρώτο αυτό ερώτημα πρέπει, αντιθέτως, να είναι αρνητική, οι δασμοί και πάλι δεν θα οφείλονται αν δοθεί ομοίως αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
11 Yπό τις συνθήκες υπό τις οποίες εμφανίζεται η υπόθεση, πρέπει να εξετασθεί αμέσως το δεύτερο αυτό ερώτημα.
12 Με το ερώτημα αυτό, το Finanzgericht επιθυμεί μια διαβεβαίωση περί του αν, σε περίπτωση που το Ζollamt εσφαλμένως έκρινε ότι προϊόντα καταγωγής Πορτογαλίας ήταν, την εποχή εκείνη, "προϊόντα κοινοτικής καταγωγής", ένας επιχειρηματίας όπως η Weis όφειλε να διαγνώσει το σφάλμα αυτό.
13 'Οπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή και ο γενικός εισαγγελέας, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί απάντηση υπό το φως του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών εισαγωγής ή εξαγωγής οι οποίοι δεν είχαν επιβληθεί στον φορολογούμενο για εμπορεύματα τα οποία δηλώθηκαν υπό τελωνειακό καθεστώς από το οποίο απορρέει υποχρέωση καταβολής δασμών (ΕΕ L 197, σ. 1).
14 H διάταξη αυτή προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να μπορούν οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές να απόσχουν από την εκ των υστέρων είσπραξη τελών εισαγωγής, ήτοι η μη είσπραξη των δασμών αυτών αρχικώς να οφείλεται σε σφάλμα των αρμοδίων αρχών, ο υπόχρεος προς καταβολή φόρου να έχει ενεργήσει με καλή πίστη και να έχει τηρήσει όλα τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις περί τελωνειακών διασαφήσεων (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψεις 22 έως 26).
15 Kατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όπως επιβεβαιώνεται κυρίως με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1991, C-348/89, Mecanarte (Συλλογή 1991, σ. Ι-3299), αυτό σημαίνει ότι, εφόσον πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο υπόχρεος προς καταβολή φόρου έχει δικαίωμα να τύχει δασμολογικής απαλλαγής.
16 To δεύτερο ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο αφορά ουσιαστικά το αν, σε περίπτωση που πληρούται η πρώτη και η τρίτη προϋπόθεση, πληρούται και η δεύτερη, ήτοι η προϋπόθεση της καλής πίστεως, προκειμένου για έναν επιχειρηματία όπως η Weis.
17 Αρκεί συναφώς να παρατηρηθεί ότι, αν γίνει δεκτό ότι, προς εφαρμογή της Συμφωνίας, προϊόντα καταγωγής Πορτογαλίας, ακόμα και μετά την προσχώρηση της Πορτογαλίας στις Κοινότητες, δεν έπρεπε να θεωρούνται ως "προϊόντα κοινοτικής καταγωγής", αυτό πολύ απέχει από το να είναι ευδιάγνωστο με μόνη την ανάγνωση των ισχυουσών διατάξεων για έναν επιχειρηματία όπως η Weis. Επομένως, η προϋπόθεση της καλής πίστεως πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούται.
18 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα που υποβάλλει το Finanzgericht πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στον βαθμό που μια τελωνειακή αρχή εσφαλμένως έκρινε ότι προϊόντα καταγωγής Πορτογαλίας έπρεπε, προς εφαρμογή της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, να θεωρούνται ως προϊόντα κοινοτικής καταγωγής, που οι δασμοί εισαγωγής δεν εισπράχθηκαν και που ο υπόχρεος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλα τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις όσον αφορά την τελωνειακή του διασάφηση, οι δασμοί εισαγωγής δεν μπορούν να αναζητηθούν.
19 Δεδομένου ότι αυτή η απάντηση δίδεται στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απόφανση επί του πρώτου ερωτήματος.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 13ης Σεπτεμβρίου 1991 το Finanzgericht Muenchen, αποφαίνεται:
Στον βαθμό που μια τελωνειακή αρχή εσφαλμένως έκρινε ότι προϊόντα καταγωγής Πορτογαλίας έπρεπε, προς εφαρμογή της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, να θεωρούνται ως προϊόντα κοινοτικής καταγωγής, που οι δασμοί εισαγωγής δεν εισπράχθηκαν και που ο υπόχρεος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλα τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις όσον αφορά την τελωνειακή του δήλωση, οι δασμοί εισαγωγής δεν μπορούν να αναζητηθούν.
Full & Egal Universal Law Academy