Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική πολιτική * Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως * Οδηγία 79/7 * Άρθρο 4, παράγραφος 1 * Άμεσο αποτέλεσμα * Εθνική νομοθεσία ορίζουσα ότι η καταβολή συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να αρχίσει νωρίτερα από ένα έτος πριν από την υποβολή της αιτήσεως * Επιτρέπεται * Οδηγία που δεν έχει μεταφερθεί ορθώς πριν από την υποβολή της αιτήσεως * Δεν έχει επίπτωση
(Οδηγία 79/7 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 1)
2. Κοινωνική πολιτική * Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως * Οδηγία 79/7 * Άρθρο 4, παράγραφος 1 * Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα μόνο για τις γυναίκες την παύση καταβολής του επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία από το χρονικό σημείο της χορηγήσεως συντάξεως επιζώντος * Εφαρμογή από τα εθνικά δικαστήρια αδιακρίτως στους άνδρες και τις γυναίκες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση * Επιτρέπεται προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση που δεν έχει ακόμη θεσπιστεί από την εθνική νομοθεσία
(Οδηγία 79/7 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 1)
Περίληψη
1. Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την εφαρμογή κανόνα του εθνικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο ένα επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να αρχίσει να καταβάλλεται νωρίτερα από ένα έτος πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, όταν ο ιδιώτης επικαλείται τα δικαιώματα που παρέχονται απευθείας από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, σχετικά με την απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω φύλου σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και όταν κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως το οικείο κράτος μέλος δεν έχει ακόμη μεταφέρει ορθώς την εν λόγω διάταξη στην εσωτερική του έννομη τάξη.
Πράγματι, ένας εθνικός κανόνας που περιορίζει το αναδρομικό αποτέλεσμα των αιτήσεων που υποβάλλονται για τη λήψη επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν σκοπεί να θίξει το δικαίωμα των πολιτών να επικαλούνται την οδηγία 79/7 ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά ενός κράτους μέλους που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, αλλά εξυπηρετεί, αφενός, τις απαιτήσεις της χρηστής διοικήσεως, καθόσον παρέχει τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, να ελέγχεται εάν ο ενδιαφερόμενος πληρούσε τις προϋποθέσεις προκειμένου να έχει δικαίωμα επιδόματος και να καθορίζεται το ποσοστό ανικανότητας, το οποίο εξάλλου μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου, και, αφετέρου, την ανάγκη να διατηρηθεί η οικονομική ισορροπία ενός συστήματος στα πλαίσια του οποίου οι αιτήσεις που υποβάλλονται από τους ασφαλισμένους κατά τη διάρκεια ενός έτους πρέπει, καταρχήν, να καλύπτονται από τις εισφορές που εισπράττονται κατά τη διάρκεια του έτους αυτού.
2. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να διατηρεί σε ισχύ μια διάταξη η οποία, κατά το γράμμα της, επάγεται άνιση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7. Εάν, παρ' όλα αυτά, κατά πάγια εθνική νομολογία και παρά το γράμμα της, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή αδιακρίτως στους άνδρες και τις γυναίκες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ο εθνικός δικαστής ουδόλως εμποδίζεται, στις διαφορές που εκκρεμούν ενώπιόν του, να συνεχίσει να εφαρμόζει την εν λόγω διάταξη στο πλαίσιο της νομολογίας αυτής, η οποία του επιτρέπει να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 4, παράγραφος 1, για όσο χρόνο το κράτος μέλος δεν έχει ακόμη λάβει τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για την πλήρη θέση του σε εφαρμογή.
Επομένως, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 δεν απαγορεύει την εκ μέρους του εθνικού δικαστή εφαρμογή νομοθετικής διατάξεως κατά την οποία μόνο ως προς τις γυναίκες παύει η χορήγηση επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία μετά τη χορήγηση συντάξεως χήρας, όταν η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή, κατά πάγια εθνική νομολογία, τόσο στις ανίκανες προς εργασία χήρες όσο και στους ανίκανους προς εργασία χήρους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-338/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Raad van Beroep te 's-Hertogenbosch (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
H. Steenhorst-Neerings
και
Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Detailhandel, Ambachten en Huisvrouwen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Detailhandel, Ambachten en Huisvrouwen, εκπροσωπούμενη από τον E. H. Pijnacker Hordijk, δικηγόρο Άμστερνταμ,
* η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. P Hofstee, αναπληρωτή γενικό γραμματέα στο Υπουργείο Εξωτερικών,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Karen Banks και Ben Smulders, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Detailhandel, Ambachten en Huisvrouwen, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον T. Heukels, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Δεκεμβρίου 1991, το Raad van Beroep te 's-Hertogenbosch υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160, στο εξής: οδηγία 79/7).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της H. Steenhorst-Neerings, Oλλανδής υπηκόου, και της Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Detailhandel, Ambachten en Huisvrouwen (διοικήσεως της επαγγελματικής ενώσεως εμπόρων γενικού εμπορίου, επιτηδευματιών και οικοκυρών).
3 Στις Κάτω Χώρες, ο Algemene Arbeidsongeschikteidswet (γενικός νόμος περί ανικανότητας προς εργασία, στο εξής: AAW) χορηγούσε στους άνδρες καθώς και στις άγαμες γυναίκες, μετά την πάροδο του πρώτου έτους ανικανότητας προς εργασία, δικαίωμα επιδόματος, έως ότου ο ενδιαφερόμενος συμπληρώσει την ηλικία των 65 ετών.
4 Ο Wet invoering gelijke uitkeringsrechten voor mannen en vrouwen (νόμος της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί θεσπίσεως της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα δικαιωμάτων επί επιδομάτων, Stb. 1979, 708) επεξέτεινε το δικαίωμα αυτό στις έγγαμες γυναίκες, με εξαίρεση εκείνες που είχαν καταστεί ανίκανες προς εργασία πριν από την 1η Οκτωβρίου 1975.
5 Με ορισμένες αποφάσεις της 5ης Ιανουαρίου 1988, το Centrale Raad van Beroep έκρινε ότι η εξαίρεση αυτή, στο μέτρο που αφορούσε αποκλειστικά τις έγγαμες γυναίκες, συνιστούσε δυσμενή διάκριση στηριζόμενη στο φύλο, ασυμβίβαστη προς το άρθρο 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1966 (Recueil des traites, τόμος 999, σ. 171). Το εν λόγω δικαστήριο συνήγαγε από τούτο ότι από την 1η Ιανουαρίου 1980, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου της 20ής Δεκεμβρίου 1979, οι έγγαμες γυναίκες που είχαν καταστεί ανίκανες προς εργασία πριν από την 1η Οκτωβρίου 1975 είχαν επίσης δικαίωμα επιδόματος δυνάμει του AAW.
6 Δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 2, του AAW, το επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να αρχίσει να καταβάλλεται νωρίτερα από ένα έτος πριν από την ημερομηνία της υποβολής της αιτήσεως ή της αυτεπάγγελτης χορηγήσεως του επιδόματος, εκτός από ιδιαίτερες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να χορηγηθεί παρέκκλιση από την αρμόδια επαγγελματική ένωση.
7 Επιπλέον, το άρθρο 32, παράγραφος 1, initio και υπό στοιχείο b, του AAW ορίζει τα εξής:
"Το επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία παύει να καταβάλλεται:
(...)
b) όταν η γυναίκα στην οποία χορηγήθηκε αποκτά δικαίωμα συντάξεως χήρας ή προσωρινού επιδόματος χήρας βάσει του Algemene Weduwen- en Wezenwet."
8 Ο Algemene Weduwen- en Wezenwet (γενικός νόμος περί χηρών και ορφανών, στο εξής: AWW) χορηγεί στη χήρα ασφαλισμένου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δικαίωμα συντάξεως χήρας, έως ότου συμπληρώσει την ηλικία των 65 ετών.
9 Η H. Steenhorst-Neerings, η οποία έχει γεννηθεί στις 13 Αυγούστου 1925, ελάμβανε από το 1963 σύνταξη αναπηρίας δυνάμει του τότε ισχύοντος Invaliditeitswet, νόμου περί του καθεστώτος αναπηρίας. Συνεπεία των προαναφερθεισών αποφάσεων του Centrale Raad van Beroep της 5ης Ιανουαρίου 1988, η προσφεύγουσα υπέβαλε στις 17 Μαΐου 1988 αίτηση για την καταβολή επιδόματος δυνάμει του AAW ενώπιον της Bedrijfsvereniging voor Detailhandel, Ambachten en Huisvrouwen (στο εξής: Detam).
10 Με απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1989, η διοίκηση της Detam χορήγησε το αιτηθέν επίδομα βάσει ποσοστού ανικανότητας προς εργασία 80 εως 100 %, ορίζοντας ως ημερομηνία ενάρξεως της καταβολής τις 17 Μαΐου 1987, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 2, του AAW, ένα έτος πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως. Με την ίδια απόφαση, η Detam σταμάτησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 1, initio και υπό στοιχείο b, του AAW, την καταβολή του επιδόματος αυτού από την 1η Ιουλίου 1989, με την αιτιολογία ότι η Steenhorst-Neerings ελάμβανε από την ημερομηνία αυτή σύνταξη χήρας δυνάμει του AWW.
11 Η Steenhorst-Neerings άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Raad van Beroep te 's-Hertogenbosch, το οποίο, κρίνοντας ότι η διαφορά έθεσε ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο τη χορήγηση αναδρομικά από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 (ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας ΕΟΚ 79/7) επιδόματος δυνάμει του AAW σε έγγαμες γυναίκες που κατέστησαν ανίκανες προς εργασία πριν από την 1η Οκτωβρίου 1975, όταν οι γυναίκες αυτές για λόγους που αναφέρονται στη διάταξη περί παραπομπής δεν είχαν υποβάλει αίτηση για την καταβολή του επιδόματος αυτού παρά μετά τις 5 Ιανουαρίου 1988 (ημερομηνία εκδόσεως των αποφάσεων του Centrale Raad van Beroep που αφορούν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών);
2) Συνάδει μια διάταξη του εθνικού δικαίου, όπως του άρθρου 32, παράγραφος 1, initio και υπό στοιχείο b, του AAW, προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/EOK, όταν η εθνική αυτή διάταξη (το νωρίτερο από την 1η Δεκεμβρίου 1987) εφαρμόζεται πράγματι στην πράξη τόσο ως προς τις ανίκανες προς εργασία χήρες όσο και ως προς τους ανίκανους προς εργασία χήρους, αφορά όμως κατά το γράμμα της αποκλειστικά ανίκανες προς εργασία χήρες;"
12 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει εάν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή ενός κανόνα του εθνικού δικαίου σύμφωνα με τον οποίο ένα επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να αρχίσει να καταβάλλεται νωρίτερα από ένα έτος πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, όταν ένας ιδιώτης προβάλλει τα δικαιώματα που παρέχονται απευθείας από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και όταν κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως το οικείο κράτος μέλος δεν έχει ακόμη μεταφέρει ορθώς τη διάταξη αυτή στην εσωτερική του έννομη τάξη.
14 Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν μετά τις 23 Δεκεμβρίου 1984, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ανισότητες μεταχειρίσεως οφειλόμενες στο γεγονός ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος επιδόματος υφίστανται πριν από την ημερομηνία αυτή (απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, υπόθεση 80/87, Dik κ.λπ., Συλλογή 1988, σ. 1601) και ότι, εφόσον δεν έχει εκτελεστεί η οδηγία, οι ιδιώτες μπορούν από την ημερομηνία αυτή να επικαλούνται την εν λόγω διάταξη, προκειμένου να αποκρούσουν την εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως ασυμβίβαστης προς την οδηγία (απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, υπόθεση 71/85, Κάτω Χώρες κατά Federatie Nederlandse Vakbeweging, Συλλογή 1986, σ. 3855).
15 Στη συνέχεια, πρέπει να υπομνηστεί ότι το δικαίωμα που αντλούν οι έγγαμες γυναίκες από το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, για να αξιώσουν ένα επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και οι άνδρες, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζει ο εθνικός κανόνας, υπό την προϋπόθεση όμως, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ότι οι όροι αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις οι οποίες στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο ούτε μπορούν να είναι τέτοιοι ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται από την κοινοτική έννομη τάξη (υπ' αυτήν την έννοια βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, υπόθεση C-208/90, Emmott, Συλλογή 1991, σ. Ι-4269, σκέψη 16).
16 Ο εθνικός κανόνας που περιορίζει το αναδρομικό αποτέλεσμα μιας αιτήσεως που έχει υποβληθεί για τη χορήγηση επιδόματος λόγω ανικανότητος προς εργασία πληροί τις δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
17 Ωστόσο, η Επιτροπή φρονεί ότι, σύμφωνα με την απόφαση Emmott (σκέψεις 21, 22 και 23), οι προθεσμίες εντός των οποίων οι πολίτες μπορούν να προβάλουν τα δικαιώματά τους δεν μπορούν να τους αντιτάσσονται παρά μόνον από το χρονικό σημείο κατά το οποίο το κράτος μέλος έχει μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό του δίκαιο τις διατάξεις της οδηγίας και ότι η νομολογία αυτή έχει επίσης εφαρμογή εν προκειμένω.
18 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
19 Βέβαια, με την προαναφερθείσα απόφαση Emmott, το Δικαστήριο έκρινε ότι, για όσο χρόνο η οδηγία δεν έχει μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο, οι πολίτες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους και ότι, επομένως, μέχρι το χρονικό σημείο της μεταφοράς αυτής, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλει την εκπρόθεσμη κίνηση από τον ιδιώτη της σχετικής κατ' αυτού ένδικης διαδικασίας για την προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, η δε σχετική προθεσμία του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο μετά το χρονικό αυτό σημείο. Ωστόσο, το ιστορικό της υποθέσεως Emmott διακρίνεται σαφώς από τη διαφορά της κύριας δίκης.
20 Στην υπόθεση Emmott, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε αξιώσει, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1987, υπόθεση 286/85, McDermott και Cotter (Συλλογή 1987, σ. 1453), να τύχει επ' αυτής εφαρμογής, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 το ίδιο καθεστώς περί επιδομάτων αναπηρίας που ίσχυε για τους άνδρες που βρίσκονταν στην ίδια με αυτήν κατάσταση. Στη συνέχεια, οι οικείες διοικητικές αρχές αρνήθηκαν να αποφανθούν επί της αιτήσεώς της με την αιτιολογία ότι η οδηγία 79/7 αποτελούσε ακόμη το αντικείμενο διαφοράς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Τέλος, και μολονότι η οδηγία 79/7 δεν είχε ακόμη μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο, αντιτάχθηκε στην Emmott η εκπρόθεσμη κίνηση της ένδικης διαδικασίας με την οποία ζητούσε να κριθεί ότι οι εν λόγω αρχές έπρεπε να είχαν ικανοποιήσει το αίτημά της.
21 Πρέπει καταρχάς να υπογραμμιστεί ότι, σε αντίθεση προς τον κανόνα του εσωτερικού δικαίου με τον οποίο τάσσεται η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, ο κανόνας τον οποίο αφορά το παρόν προδικαστικό ερώτημα δεν θίγει το ίδιο το δικαίωμα των πολιτών να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την οδηγία 79/7 έναντι ενός κράτους μέλους που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Ο εν λόγω κανόνας απλώς και μόνον περιορίζει το αναδρομικό αποτέλεσμα των αιτήσεων που υποβάλλονται για τη χορήγηση του επιμάχου επιδόματος.
22 Στη συνέχεια, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η ένσταση εκπροθέσμου που απορρέει από την εκπνοή των προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής ανταποκρίνεται στην ανάγκη να αποφεύγεται η επ' αόριστον αμφισβήτηση της νομιμότητας των διοικητικών αποφάσεων. Ωστόσο, από την απόφαση Emmott προκύπτει ότι η ανάγκη αυτή δεν μπορεί να υπερισχύει της ανάγκης προς προστασία των δικαιωμάτων που αντλεί ένας ιδιώτης από το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων μιας οδηγίας, για όσο χρόνο το κράτος μέλος, το οποίο δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και το οποίο έχει εκδώσει τις αποφάσεις αυτές, δεν έχει μεταφέρει ορθώς τις εν λόγω διατάξεις στην εσωτερική του έννομη τάξη.
23 Όσον αφορά τον κανόνα που περιορίζει το αναδρομικό αποτέλεσμα των αιτήσεων για τη χορήγηση επιδόματος λόγω ανικανότητος προς εργασία, εξυπηρετεί ένα εντελώς διαφορετικό στόχο απ' ό,τι ένας κανόνας που τάσσει μια αποκλειστική προθεσμία προς άσκηση προσφυγής. Πράγματι, όπως εξέθεσαν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η καθής της κύριας δίκης με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, ένας τέτοιος κανόνας, ο οποίος περιέχεται και σε άλλους ολλανδικούς νόμους περί κοινωνικής ασφαλίσεως, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της χρηστής διοικήσεως, δεδομένου ότι σκοπεί στην παροχή της δυνατότητας, μεταξύ άλλων, να ελέγχεται εάν ο ενδιαφερόμενος πληρούσε τις νομικές προϋποθέσεις για τη λήψη του επιδόματος και να καθορίζεται το ποσοστό της ανικανότητας, το οποίο εξάλλου μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Ο εν λόγω κανόνας ανταποκρίνεται επίσης στην ανάγκη διαφυλάξεως της οικονομικής ισορροπίας ενός συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου οι αιτήσεις που υποβάλλονται από τους ασφαλισμένους κατά τη διάρκεια ενός έτους πρέπει καταρχήν να καλύπτονται από τις εισφορές που έχουν εισπραχθεί κατά τη διάρκεια του έτους αυτού.
24 Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την εφαρμογή ενός κανόνα εθνικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο ένα επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να αρχίσει να καταβάλλεται νωρίτερα από ένα έτος πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, όταν ο ιδιώτης επικαλείται τα δικαιώματα που παρέχονται απευθείας από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και όταν κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως το οικείο κράτος μέλος δεν έχει ακόμη μεταφέρει ορθώς την εν λόγω διάταξη στην εσωτερική του έννομη τάξη.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
25 Κατά πάγια νομολογία, μολονότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφαίνεται επί του συμβατού μιας εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, είναι, αντιθέτως, αρμόδιο να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια όλα τα στοιχεία ερμηνείας που σχετίζονται με το εν λόγω δίκαιο και τους επιτρέπουν να εκτιμούν το συμβατό αυτό, προκειμένου να εκδίδουν αποφάσεις στις υποθέσεις που υποβάλλονται στην κρίση τους (βλ., ιδίως, την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, υπόθεση C-369/89, Piageme, Συλλογή 1991, σ. Ι-2971, σκέψη 7).
26 Επομένως, το δεύτερο ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά κατ' ουσίαν το ζήτημα εάν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 απαγορεύει την εφαρμογή από το εθνικό δικαστήριο μιας νομοθετικής διατάξεως, σύμφωνα με την οποία παύει, μόνο για τις γυναίκες, η καταβολή του επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία που λαμβάνουν, συνεπεία της χορηγήσεως συντάξεως χήρας, εφόσον η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή, δυνάμει πάγιας εθνικής νομολογίας, τόσο στις ανίκανες προς εργασία χήρες όσο και στους ανίκανους προς εργασία χήρους.
27 Πρέπει να τονιστεί, καταρχάς, ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Detam παρατηρούν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/7, η εν λόγω οδηγία δεν έχει εφαρμογή στις διατάξεις περί παροχών προς επιζώντες και ότι, επομένως, είναι αμφίβολο εάν μια διάταξη που ρυθμίζει τη σώρευση του επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία με τη σύνταξη επιζώντος, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 32, παράγραφος 1, initio και υπό στοιχείο b, του AAW, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
28 Συναφώς, αρκεί να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 32, παράγραφος 1, initio και υπό στοιχείο b, του AAW αφορά την παύση καταβολής επιδόματος ανικανότητας προς εργασία και ότι η οδηγία 79/7 έχει εφαρμογή στα επιδόματα αυτά, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', αυτής. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το επίδομα έπαυσε να καταβάλλεται κατόπιν της χορηγήσεως ενός επιδόματος που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, εν προκειμένω μιας συντάξεως επιζώντος.
29 Στη συνέχεια, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 απαγορεύει κάθε διάκριση που βασίζεται στο φύλο, ιδίως όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στα νομοθετικά συστήματα, στους οποίους συγκαταλέγεται η προστασία από τον κίνδυνο αναπηρίας.
30 Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να αξιώνουν επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία υπό τους ίδιους όρους με τους άνδρες.
31 Συνεπώς, μια εθνική διάταξη που στερεί από τις γυναίκες το δικαίωμα να αξιώνουν ένα επίδομα, το οποίο οι άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση εξακολουθούν να λαμβάνουν, συνιστά δυσμενή διάκριση υπό την έννοια της οδηγίας 79/7.
32 Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, κάθε κράτος μέλος πρέπει να εφαρμόζει τις οδηγίες κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στην απαίτηση της ασφάλειας δικαίου και να υλοποιεί, συνεπώς, το γράμμα των οδηγιών με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα (βλ. την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1986, υπόθεση 239/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1986, σ. 3645, σκέψη 7).
33 Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να διατηρήσει μια διάταξη η οποία, κατά το γράμμα της, επάγεται την άνιση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
34 Εάν, παρ' όλ' αυτά, κατά πάγια εθνική νομολογία και παρά το γράμμα της, η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή αδιακρίτως στους άνδρες και τις γυναίκες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ο εθνικός δικαστής ουδόλως εμποδίζεται, στις διαφορές που εκκρεμούν ενώπιόν του, να συνεχίσει να εφαρμόζει την εν λόγω διάταξη στο πλαίσιο της νομολογίας αυτής, η οποία του επιτρέπει να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, για όσο χρόνο το κράτος μέλος δεν έχει ακόμη λάβει τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για την πλήρη θέση του σε εφαρμογή.
35 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 δεν απαγορεύει την εκ μέρους του εθνικού δικαστή εφαρμογή νομοθετικής διατάξεως κατά την οποία μόνο ως προς τις γυναίκες παύει η χορήγηση επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία μετά τη χορήγηση συντάξεως χήρας, όταν η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή, κατά πάγια εθνική νομολογία, τόσο στις ανίκανες προς εργασία χήρες όσο και στους ανίκανους προς εργασία χήρους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 1991, το Raad van Beroep te 's-Hertogenbosch, αποφαίνεται:
1) Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την εφαρμογή ενός κανόνα εθνικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο ένα επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να αρχίσει να καταβάλλεται νωρίτερα από ένα έτος πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, όταν ο ιδιώτης επικαλείται τα δικαιώματα που παρέχονται απευθείας από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και όταν κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως το οικείο κράτος μέλος δεν έχει ακόμη μεταφέρει ορθώς την εν λόγω διάταξη στην εσωτερική του έννομη τάξη.
2) Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ δεν απαγορεύει την εκ μέρους του εθνικού δικαστή εφαρμογή νομοθετικής διατάξεως κατά την οποία μόνο ως προς τις γυναίκες παύει η χορήγηση επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία μετά τη χορήγηση συντάξεως χήρας, όταν η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή, κατά πάγια εθνική νομολογία, τόσο στις ανίκανες προς εργασία χήρες όσο και στους ανίκανους προς εργασία χήρους.
Full & Egal Universal Law Academy