ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 8ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Στις υποθέσεις C-66/91 και C-66/91 R,
Emerald Meats Limited, εταιρία ιρλανδικού δικαίου, με έδρα το Δουβλίνο, εκπροσωπούμενη από τους John Ratliff, barrister στο Middle Temple, και Elisabethann Wright, barrister στο Inn of Court of Northern Ireland, μέλη του δικηγορικού γραφείου Stanbrook and Hooper, Βρυξέλλες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το εδώ γραφείο των Stanbrook and Hooper, 3, rue Thomas-Edison,
προσφεύγουσα-ενάγουσα-αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Peter Oliver και Thomas Van Rijn, μέλη της Νομικής της Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής-εναγομένης,
που έχουν ως αντικείμενο,
όσον αφορά την υπόθεση C-66/91,
—
να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Φεβρουαρίου 1991, κατά το μέτρο που μ' αυτήν η Επιτροπή αποφάσισε
—
να χορηγήσει τη σχετική ποσόστωση GATT για το 1991, χωρίς προηγουμένως να έχει βεβαιωθεί ότι η Emerald Meats θα λάβει τις ποσοστώσεις που δικαιούται για το 1990 και 1991,
—
να καθυστερήσει την έκδοση των αντιστοίχων πιστοποιητικών εισαγωγής μέχρι την περάτωση της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διαδικασίας,
—
να απαγορεύσει την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μέχρι την οριστική περάτωση της διαδικασίας αυτής, εκτός εάν παρασχεθεί εγγύηση ίση προς το σχετικό τέλος, προσηυξημένο κατά 20 %,
—
να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Κοινότητα να αποζημιώσει την Emerald Meats για την ζημία που υπέστη ή πρόκειται να υποστεί ως συνέπεια του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν διαχειρίστηκε σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο την κατανομή για το 1991 της εν λόγω κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως,
—
να καταβληθούν τόκοι επί του ποσού της εν λόγω αποζημιώσεως,
—
να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα,
και, όσον αφορά την υπόθεση C-66/91 R,
—
να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Φεβρουαρίου 1991,
—
να διαταχθεί η λήψη προσωρινών μέτρων απαγορευόντων στην Επιτροπή την εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως μέσω μεταγενέστερης αποφάσεως και/ή πολιτικής ερειδομένης στην απόφαση αυτή,
—
να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliét, F. A. Schockweiler, F. Grévisse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Φεβρουαρίου 1991, η Emerald Meats Limited (στο εξής: Emerald Meats) άσκησε, δυνάμει των άρθρων 173, δεύτερο εδάφιο, 178· και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή-αγωγή, ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Φεβρουαρίου 1991 και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη από την απόφαση αυτή.
2
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η Emerald Meats υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας από το Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της βαλλόμενης με την προσφυγή-αγωγή αποφάσεως και να απαγορεύσει στην Επιτροπή την εφαρμογή της αποφάσεως αυτής.
3
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3838/90 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1990, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχειρίσεως κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το κατεψυγμένο κρέας βοοειδών που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202, καθώς και για τα προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 02062991 (1991) (ΕΕ L 367, σ. 3) ανοίγει με το άρθρο του 1, για το έτος 1991, κοινοτική δασμολογική ποσόστωση συνολικού ύψους 53000 τόνων.
4
Αυτή η ποσόστωση διαιρείται, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 3838/90, σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο, που ισούται με το 85 ο/ο της ποσοστώσεως αυτής, κατανέμεται μεταξύ των εισαγωγέων που μπορούν να αποδείξουν ότι, κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών, εισήγαγαν κατεψυγμένα κρέατα υπαγόμενα στις εν λόγω δασμολογικές κλάσεις, ενώ το δεύτερο μέρος, το οποίο ισούται με το 15 ο/ο της ποσοστώσεως, κατανέμενεται μεταξύ των επιχειρηματιών που μπορούν να αποδείξουν ότι για μια ελάχιστη ποσότητα κατά τη διάρκεια περιόδου που πρέπει να καθοριστεί είχαν συναλλαγές με τρίτες χώρες όσον αφορά βόεια κρέατα εκτός εκείνων που αποτελούν το αντικείμενο του παρόντος καθεστώτος εισαγωγής ή εργασιών τελειοποιήσεως για επανεξαγωγή ή επανεισαγωγή.
5
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3885/90 της Επιτροπής, της 27ης Δεκεμβρίου 1990, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που προβλέπεται από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3838/90 του Συμβουλίου νια το κατε\ι/υγίΐένο Βόειο Koéac που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202 και τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 02062991 ( EE L 367, σ. 136 ), επαναλαμβάνει, στο άρθρο του 1, παράγραφοι 1 και 2, τα κριτήρια χορηγήσεως των δύο μερών της δασμολογικής ποσοστώσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, η απόδειξη εισαγωγής, κατά τα τρία τελευταία έτη, των κατεψυγμένων κρεάτων που υπάγονται στις εν λόγω δασμολογικές κλάσεις παρέχεται μέσω του τελωνειακού εγγράφου ελεύθερης κυκλοφορίας ή του εγγράφου εξαγωγής. Στο εν λόγω άρθρο διευκρινίζεται ότι, όσον αφορά τα έτη αναφοράς 1988 και 1989, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η απόδειξη εισαγωγής υποβάλλεται από τον κάτοχο που αναφέρεται στο τετραγωνίδιο 4 του πιστοποιητικού εισαγωγής.
6
Το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 3885/90 προβλέπει, στην παράγραφο του 1, ότι οι εισαγωγείς υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές την αίτηση εισαγωγής συνοδευομένη από την απόδειξη που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, το αργότερο στις 25 Ιανουαρίου 1991 και ότι τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 7 Φεβρουαρίου 1991, τον κατάλογο των εισαγωγέων.
7
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 παρέχεται στην Επιτροπή η εξουσία να αποφασίζει σχετικά με το κατά πόσον μπορεί να δίνεται συνέχεια στις αιτήσεις.
8
Η επιχείρηση Emerald Meats είναι εγκατεστημένη στην Ιρλανδία και εισάγει στην Κοινότητα προϊόντα έχοντα ως βάση το κρέας.
9
Όσον αφορά το οικονομικό έτος 1990, η Emerald Meats είχε υποβάλει στις ιρλανδικές αρχές αίτηση εισαγωγής προσκομίζοντας, προς στήριξη της αιτήσεως αυτής, ορισμένα έγγραφα προς απόδειξη εισαγωγών που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989.
10
Αρνηθέν να αναγνωρίσει τον αποδεικτικό χαρακτήρα ορισμένων από τα έγγραφα αυτά, το ιρλανδικό Υπουργείο Γεωργίας διαβίβασε στην Επιτροπή, όσον αφορά το έτος 1990 και σύμφωνα με τις ισχύουσες για το έτος εκείνο ρυθμίσεις, πίνακα εισαγωγέων στον οποίο δεν περιλαμβανόταν η Emerald Meats καθώς και η ποσότητα που η εν λόγω εταιρία είχε δηλώσει ότι είχε εισαγάγει.
11
Στις 8 Φεβρουαρίου 1990, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 337/90 για τον καθορισμό σε ποιο βαθμό μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που κατατίθενται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 4024/89 στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ L 37, σ. 11 ).
12
Η Emerald Meats άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή-αγωγή, ζητώντας την ακύρωση του κανονισμού 337/90 καθώς και αποζημίωση λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης (υπόθεση C-106/90, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου). Η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία η Emerald Meats ζήτησε την αναστολή εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού 337/90 απορρίφθηκε με Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Αυγούστου 1990, υποθ. C-106/90 R, Emerald Meats κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. I-3377 ).
13
Ήδη πριν προσφύγει στο Δικαστήριο, η Emerald Meats είχε προσβάλει ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων την απόφαση του ιρλανδικού Υπουργείου Γεωργίας να μην τη θεωρήσει ως εισαγωγέα για όλες τις ποσότητες που είχαν δηλωθεί κατά τα έτη 1987 έως 1989.
14
Όσον αφορά το 1991, η Emerald Meats υπέβαλε αίτηση για εισαγωγές στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου προσκομίζοντας, προς στήριξη της αιτήσεως αυτής, τα έγγραφα που ήταν σχετικά με τις εισαγωγές που ισχυρίζεται ότι είχε πραγματοποιήσει στην Ιρλανδία κατά το 1988 και 1989 καθώς και το ύψος των εισαγωγών που ισχυρίζεται ότι δικαιούνταν για το 1990.
15
Στις 6 Φεβρουαρίου 1991 ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής απέστειλε στις αρμόδιες αρχές της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου τηλετύπημα σχετικά με την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως GATT ( ΓΣΔΕ ) για το 1991.
16
Με το τηλετύπημα αυτό, ζητήθηκε από τα δύο κράτη μέλη να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή, το αργότερο μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου 1991, τον πίνακα των αιτούντων καθώς και, κυρίως, τις ζητηθείσες ποσότητες. Η Επιτροπή ανέφερε ότι, βάσει των στοιχείων αυτών, επρόκειτο να αποφασίσει σε ποια έκταση ήταν δυνατό να ικανοποιηθούν οι αιτήσεις αυτές. Στη συνέχεια του κειμένου του τηλετυπήματος, η Επιτροπή υπενθύμιζε ότι δεν είχαν εισέτι περατωθεί ορισμένες ένδικες διαδικασίες που η Emerald Meats είχε κινήσει στην Ιρλανδία προκειμένου να της αναγνωριστεί το δικαίωμα λήψεως πιστοποιητικών εισαγωγής και ότι, όσον αφορά το έτος 1991, η ίδια αυτή εταιρία είχε ήδη καταβάλει αιτήσεις για πιστοποιητικά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ενόψει των περιστάσεων αυτών, η Επιτροπή εξέφραζε την άποψη ότι οι αιτήσεις που είχαν υποβληθεί βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού 3885/90 στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία έπρεπε να αντιμετωπισθούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφευχθεί η διπλή χρησιμοποίηση της ιδίας ποσότητας αναφοράς. Επίσης, ζητήθηκε από τις ιρλανδικές και βρετανικές αρχές να προβούν στην εξακρίβωση όλων των αιτήσεων που είχαν σχέση με τις προαναφερθείσες ένδικες διαδικασίες και να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή, πριν από τις 7 Φεβρουαρίου 1991, αντίγραφο καθεμιάς από τις αιτήσεις αυτές καθώς και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που τις συνόδευαν. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι είχε την πρόθεση, στο πλαίσιο του κανονισμού με τον οποίο θα καθορίζεται σε ποια έκταση μπορούν να ικανοποιηθούν τα αιτήματα, να προβλέψει ότι τα στηριζόμενα στις εν λόγω αιτήσεις πιστοποιητικά θα εκδίδονται μόνον κατόπιν συστάσεως εγγυήσεως. Η εγγύηση αυτή δεν θα αποδεσμεύεται παρά μόνο για τα πιστοποιητικά τα οποία, μετά το πέρας των ενδίκων προσφυγών στην Ιρλανδία, θα θεωρηθούν ως πραγματικά πιστοποιητικά GATT.
17
Κατά του τηλετυπήματος αυτού, το οποίο χαρακτήρισε ως απόφαση, η Emerald Meats άσκησε προσφυγή ακυρώσεως και υπέβαλε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και, στηριζόμενη στις προβαλλόμενες ως παράνομες ενέργειες της Επιτροπής, όπως αυτές εκδηλώθηκαν με το κείμενο του εν λόγω τηλετυπήματος, άσκησε αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης.
18
Στις 21 Φεβρουαρίου 1991, η Επιτροπή απέστειλε στις αρχές όλων των κρατών μελών τηλετύπημα με το οποίο επέτρεπε στα κράτη μέλη να εκδίδουν, από τις 25 Φεβρουαρίου, πιστοποιητικά εισαγωγής σύμφωνα με τους προαναφερθέντες κανονισμούς 3838/90 και 3885/90 και το σχέδιο κανονισμού σχετικά με τις ποσοστώσεις που προβλέπονται αντίστοιχα για τους « παραδοσιακούς εισαγωγείς » και τους « νέους εισαγωγείς ». Στο τηλετύπημα αυτό, η Επιτροπή διευκρίνιζε ότι οι εισαγωγές, εφόσον πραγματοποιηθούν πριν από την επίσημη έγκριση από την Επιτροπή του σχεδίου αυτού κανονισμού, πρέπει να υπόκεινται στη σύσταση εγγυήσεως ίσης προς την κανονική εισφορά.
19
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Φεβρουαρίου 1991, η Emerald Meats ζήτησε ρητώς από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να ανακαλέσει το τηλετύπημα αυτό, τουλάχιστον έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
20
Με δύο δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Φεβρουαρίου 1991, η Επιτροπή προέτεινε, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας, ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής ακυρώσεως και της αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης ( υπόθεση C-66/91 ) καθώς και κατά της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ( υπόθεση C-66/91 R ).
21
Όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως της Emerald Meats (υπόθεση C-66/91 ), η Επιτροπή δηλώνει κατ' ουσίαν ότι το τηλετύπημα της 6ης Φεβρουαρίου 1991, που υπογράφηκε από τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως απόφαση. Το τηλετύπημα αυτό ουδόλως συνιστά δεσμευτική νομική πράξη, δεδομένου ότι πρόκειται για απλή δήλωση προθέσεως. 'Ετσι, το εν λόγω κείμενο δεν παράγει έννομα αποτελέσματα όσον αφορά την προσφεύγουσα, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των αρχών των κρατών μελών. Η Επιτροπή προσθέτει ότι μόνον ο κανονισμός με τον οποίο θα συγκεκριμενοποιηθούν οι προθέσεις της μπορεί, ενδεχομένως, να επηρεάσει τη θέση της αιτούσας.
22
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι και το αίτημα αποζημιώσεως (υπόθεση C-66/91 ) είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι η θέση που έλαβε με το τηλετύπημα της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελούσα πράξη ή παράλειψη ικανή να συνεπάγεται την ευθύνη της Επιτροπής έναντι της αιτούσας.
23
Κατά συνέπεια, και η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, κατά το μέτρο που στηρίζεται στο αίτημα ακυρώσεως, κατά την Επιτροπή, είναι απαράδεκτη.
24
Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε επίσης στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Φεβρουαρίου 1991, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, ενόψει του προβλήματος των διπλών αιτήσεων που έχουν υποβληθεί στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν μπόρεσε να εκδώσει τον κανονισμό βάσει του άρθρου 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 3885/90 και αναγκάστηκε να υποβάλει το σχέδιο κανονισμού στην επιτροπή διαχειρίσεως. Δεδομένου ότι οι αρχές ορισμένων κρατών μελών εξέφρασαν τις ανησυχίες τους λόγω της καθυστερήσεως που συνεπάγεται η διαδικασία αυτή, η Επιτροπή εξηύρε μια προσωρινή λύση η οποία ωστόσο ουδόλως θίγει τα δικαιώματα των οικείων επιχειρηματιών.
25
Κληθείσα να λάβει θέση επί της ενστάσεως απαραδέκτου της Επιτροπής, η αιτούσα υποστήριξε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Φεβρουαρίου 1991, ότι το τηλετύπημα της 6ης Φεβρουαρίου 1991 αποτελεί απόφαση. Συγκεκριμένα, η αιτούσα φρονεί ότι, επανεξεταζόμενο υπό το φως των μεταγενεστέρων γεγονότων καθώς και ορισμένων στοιχείων σχετικών με την πολιτική της Επιτροπής, το τηλετύπημα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προπαρασκευαστική πράξη μελλοντικής αποφάσεως εφόσον ήδη περιλαμβάνει την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το ότι υφίστανται διπλές αιτήσεις όσον αφορά την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως για το 1991. Ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή θίγει την αιτούσα άμεσα και ατομικά. Εξάλλου, η αιτούσα αμφισβητεί το γεγονός ότι η προσφυγή-αγωγή της είναι πρόωρη. Ισχυρίζεται ότι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ορισμένα στοιχεία επιτρέπουν να θεωρηθεί το τηλετύπημα ως απόφαση και ότι έχει προφανώς συμφέρον να αναγνωριστεί ότι ο κανονισμός της Επιτροπής σχετικά με την κατανομή της ποσοστώσεως αυτής είναι νόμιμος.
26
Προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης μόνο τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος ( βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, υποθ. 60/81, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639' τη Διάταξη της 17ης Οκτωβρίου 1984, υποθ. 135/84, F. Β. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3577' απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, υποθ. 133/79, Sucrimex, ECR 1980, σ. 1299).
27
Συναφώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το τηλετύπημα της 6ης Φεβρουαρίου 1991 περιορίζεται στο να ζητεί από τα κράτη μέλη να παράσχουν ορισμένα στοιχεία τα οποία θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να διασφαλίσει μια σύμφωνη με τους κανόνες δικαίου διαχείριση της κοινοτικής ποσοστώσεως GATT, προκειμένου, ειδικότερα, να αποφευχθεί η διπλή χρησιμοποίηση των ποσοτήτων αναφοράς. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή αρκείται στο να αναφέρει ότι πρόκειται να λάβει, στη συνέχεια, απόφαση σχετικά με την κατανομή της κοινοτικής ποσοστώσεως και ότι προτίθεται να εξαρτήσει την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής από τη σύσταση εγγυήσεων.
28
Μια τέτοια ανακοίνωση η οποία προέρχεται από τον υπεύθυνο μιας υπηρεσίας της Επιτροπής και με την οποία απλώς και μόνο αναφέρονται οι ενέργειες που πρόκειται να γίνουν για τη διασφάλιση ορθής διαχειρίσεως του συστήματος, ενώ, κατά τα λοιπά, αναγγέλλεται η πρόθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής να λάβουν ορισμένα μέτρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση ικανή να παράγει έννομα αποτελέσματα σε βάρος της αιτούσας.
29
Εξ αυτού έπεται ότι το τηλετύπημα της 6ης Φεβρουαρίου 1991 δεν παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά πράξεως της Επιτροπής δυναμένης να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, το στηριζόμενο στο άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης αίτημα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο.
30
Όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, πρέπει να σημειωθεί ότι το τηλετύπημα και η εκφρασθείσα με αυτό πρόθεση της Επιτροπής δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πράξη ή ενέργεια ικανή να προκαλέσει ζημία σε τρίτο. Πράγματι, το τηλετύπημα αυτό, όπως άλλωστε και όλες οι προσαπτόμενες στην Επιτροπή ενέργειες, εντάσσονται στο πλαίσιο της εσωτερικής συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των εθνικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στον επίμαχο τομέα, συνεργασίας η οποία, κατά γενικό κανόνα, δεν μπορεί να συνεπάγεται την ευθύνη της Κοινότητας έναντι ιδιωτών ( βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, Sucrimex ).
31
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι και το αίτημα αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο κατά το μέτρο που στηρίζεται στα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
32
Κατά συνέπεια, και η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, κατά το μέτρο που στηρίζεται στην προσφυγή-αγωγή της Emerald Meats, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
33
Το πρόσθετο επίσης αίτημα για τη λήψη προσωρινού μέτρου, με το οποίο να υποχρεώνεται η Επιτροπή να αναστείλει την εκτέλεση του τηλετυπήματος της 21ης Φεβρουαρίου 1991 έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων στην υπόθεση C-66/91 R, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, κατά το μέτρο που το πρόσθετο αυτό αίτημα συνδέεται με την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Κατά το μέτρο όμως που το αίτημα αυτό για τη λήψη προσωρινών μέτρων στηρίζεται επί της προβαλλόμενης ελλείψεως νομιμότητας του τηλετυπήματος της 21ης Φεβρουαρίου 1991, αρκεί η διαπίστωση ότι η πράξη αυτή δεν έχει αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
34
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή στην υπόθεση C-66/91 ως απαράδεκτη.
2)
Απορρίπτει την αίτηση στην υπόθεση C-66/91 R ως απαράδεκτη, συμπεριλαμβανομένου του αιτήματος σχετικά με την αναστολή εκτελέσεως του τηλετυπήματος της 21ης Φεβρουαρίου 1991.
3)
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 8 Μαρτίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy