ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 27ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση 117/91 R,
Jean-Marc Bosman, εκπροσωπούμενος από τους J.-L. Dupont, L. Misson και M.-A. Lucas, δικηγόρους Λιέγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Ε. Kom, 21, rue de Nassau,
αιτών,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J.-C. Séché, νομικό σύμβουλο, Ε. Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και Θ. Μαργέλλο, maître de conférences στο Πανεπιστήμιο της Πικαρδίας, αποσπασμένο στην Επιτροπή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον G. Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται ιδίως η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή στις 17 Απριλίου 1991, η οποία αφορά συμφωνία μεαξύ της ιδίας και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Ομοσπονδιών Ποδοσφαίρου,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 23 Απριλίου 1991 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ο Jean-Marc Bosman, επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως την οποία έλαβε η Επιτροπή στις 17 Απριλίου 1991, η οποία αφορούσε συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Ομοσπονδιών Ποδοσφαίρου (στο εξής: UEFA) σχετικά με τις ρήτρες ιθαγενείας που ισχύουν στα εθνικά πρωταθλήματα, καθώς και με το σύστημα των ποσών μεταγραφής που καταβάλλονται στους επαγγελματίες παίκτες όταν μετεγγράφονται από μία ομάδα σε άλλη, όπως έχει η εν λόγω συμφωνία στην ανακοίνωση τύπου της Επιτροπής ΙΡ(91)316 της 18ης Απριλίου 1991. Επί πλέον, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ ο αιτών ζήτησε την αποκατάσταση της ζημίας που του προκάλεσε η απόφαση αυτή.
2
Από την ανακοίνωση τύπου, την οποία επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι οι διαπραγματεύσεις που διεξήχθηκαν μεταξύ της UEFA και του αντιπροέδρου της Επιτροπής Martin Bangemann, ύστερα από σχετική εντολή που αυτή του είχε δώσει, κατέληξαν, όσον αφορά τις ρήτρες ιθαγενείας, σε συμβιβασμό, βάσει του οποίου από την περίοδο 1992/1993 οι εθνικές ομοσπονδίες ποδοσφαίρου οφείλουν να επιτρέπουν σε τρεις τουλάχιστον αλλοδαπούς παίκτες, καθώς και σε δύο αλλοδαπούς παίκτες που μετέσχαν σε αγώνες επί πέντε έτη αδιαλείπτως, να παίζουν σε αγώνες πρώτης κατηγορίας των εθνικών πρωταθλημάτων αυτό δε το σύστημα θα επεκταθεί και στις άλλες κατηγορίες στις οποίες μετέχουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές το αργότερο μέχρι το τέλος της περιόδου 1996/1997. Σ' αυτή την ανακοίνωση τύπου αναφερόταν ακόμα ότι είχε γίνει ένα πρώτο βήμα στον τομέα των συμβατικών σχέσεων μεταξύ ομάδων και επαγγελματιών παικτών όσον αφορά τις μεταγραφές, δεδομένου ότι σ' αυτό το στάδιο των διαπραγματεύσεων είχε επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με την αποδοχή της αρχής της ελευθερίας κάθε παίκτη να παίζει για άλλη ομάδα μετά τη λήξη του συμβολαίου του, ανεξάρτητα από τις συνήθεις διαπραγματεύσεις μεταξύ της ομάδας από την οποία και εκείνης προς την οποία γίνεται η μετεγγραφή περί της αποζημιώσεως που πρέπει να καταβληθεί στην ομάδα από την οποία αποχωρεί ο παίκτης. Τέλος, αυτή η ανακοίνωση ανέφερε ότι για το ζήτημα της καταρτίσεως ενός « συμβολαίου-τύπου » μεταξύ ομάδων και επαγγελματιών παικτών θα χρειαστούν πιο λεπτομερείς συνομιλίες με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
3
Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε επίσης στις 23 Απριλίου 1991, ο αιτών υπέβαλε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζήτησε, καταρχάς, αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με την εν λόγω αίτηση ζήτησε επί πλέον να υποχρεωθεί η Επιτροπή να δώσει δημοσιότητα στη διατάσσουσα αυτή την αναστολή απόφαση, εκδίδοντας σχετική ανακοίνωση τύπου, να γνωστοποιήσει επισήμως αυτή την ανακοίνωση στο cour d'appel de Liège, το οποίο έχει επιληφθεί διαφοράς μεταξύ του αιτούντος, αφενός, και της Football club de Liège και της Union royale belge des sociétés de football association, αφετέρου, και να κοινοποιήσει στο εν λόγω δικαστήριο αντίγραφο της συμβάσεως που συνήψε με την UEFA, καθώς και την απόφαση της Επιτροπής με την οποία συνήφθη η σύμβαση αυτή. Τέλος, ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αναγκάσει την UEFA να χορηγήσει στον αιτούντα βεβαίωση στην οποία να αναφέρεται ότι μπορεί να παρέχει προσωρινά τις υπηρεσίες του σε κάθε ποδοσφαιρική ομάδα της Κοινότητας και να περιληφθεί σε επίσημες συναντήσεις της εν λόγω ομάδας, χωρίς η ομάδα αυτή να υποχρεούται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην προηγουμένη του ομάδα.
4
Η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές της παρατηρήσεις επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 23 Μαΐου 1991, στις δε 28 Μαΐου 1991 προέβαλε με χωριστό δικόγραφο και σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας ένσταση απαραδέκτου στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας, ζητώντας από το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση επί της ενστάσεως χωρίς να προχωρήσει στη συζήτηση επί της ουσίας.
5
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη λόγω του ότι η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση δεν είναι « απόφαση », αλλά άτυπη ρύθμιση προσωρινής ισχύος. Διευκρινίζει περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή « απόφαση » αφορώσα την καταγγελία του αιτούντος που στρέφεται, μεταξύ άλλων, κατά της UEFA επειδή αυτή παρέβη τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι πρόκειται για « απόφαση », η εν λόγω πράξη δεν απευθύνεται σ' αυτόν και δεν τον αφορά άμεσα και ατομικά, επηρεάζεται δε από αυτήν μόνο λόγω της ιδιότητας του ως επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Τέλος, το αίτημα αποζημιώσεως είναι απαράδεκτο, διότι η εν λόγω πράξη δεν έχει δεσμευτικό νομικό αποτέλεσμα, γι' αυτό δε τον λόγο η Επιτροπή δεν είναι δυνατό να υπέχει ευθύνη έναντι του αιτούντος.
6
Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αίτηση αναστολής εκτελέσεως ή αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου την πράξη της οποίας ζητείται η αναστολή ή αν είναι διάδικος σε υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου που αφορά τα ζητούμενα προσωρινά μέτρα. Συνεπώς, αίτηση αναστολής εκτελέσεως ή αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δεν μπορεί να γίνει δεκτή αν η κύρια προσφυγή, προς την οποία συνάπτεται η αίτηση, είναι απαράδεκτη.
7
Ναι μεν κατά πάγια νομολογία το πρόβλημα του παραδεκτού της κύριας προσφυγής δεν μπορεί, καταρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η εκδίκαση της υποθέσεως επί της ουσίας ( βλ. ως πλέον πρόσφατη τη Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1988, 160/88 R, Fedesa κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4121 ), από την ίδια αυτή νομολογία όμως προκύπτει ότι, αν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, δικάζον κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, οφείλει να κρίνει αν υπάρχουν εκ πρώτης όψεως ορισμένα στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να πιθανολογεί το παραδεκτό της προσφυγής.
8
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η αναστολή εκτελέσεως και τα προσωρινά μέτρα που ζητούνται συνδέονται προς το αίτημα της προσφυγής ακυρώσεως και ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι η εν λόγω προσφυγή είναι παραδεκτή.
9
Συνεπώς, σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 27 Ιουνίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
O. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy