Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως * Πράξεις δεκτικές προσφυγής * 'Εννοια * Δημοψήφισμα που διοργάνωσε το κοινοτικό όργανο μεταξύ του προσωπικού * Μέτρο εσωτερικής τάξεως * Δεν περιλαμβάνεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173)
2. Διαδικασία * Εισαγωγικό της δίκης έγγραφο * Τυπικές προϋποθέσεις * Συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΟΚ, άρθρο 19 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 18 PAR 1, στοιχ. γ')
Περίληψη
1. Συνιστά πράξη ή απόφαση, η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173, κάθε μέτρο του οποίου τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση.
Η απόφαση ενός κοινοτικού οργάνου να διοργανώσει δημοψήφισμα μεταξύ του προσωπικού συνιστά απλό μέτρο εσωτερικής τάξεως που δεν δημιουργεί καμιά υποχρέωση συμμετοχής για οποιονδήποτε. Επομένως, ένα τέτοιο μέτρο, το οποίο δεν μπορεί να έχει καμιά απευθείας και άμεση συνέπεια επί της νομικής καταστάσεως μιας συνδικαλιστικής οργανώσεως υπαλλήλων, δεν μπορεί να είναι αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως που ασκεί η οργάνωση αυτή.
2. Κατά το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Το γεγονός ότι το δικόγραφο δεν διευκρινίζει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς προς στήριξη των απαιτήσεων του προσφεύγοντος και, ειδικότερα, όταν πρόκειται για αίτημα αποζημιώσεως, τη φύση της φερομένης ζημίας, καθώς και το γενεσιουργό γεγονός της ζημίας αυτής, καθιστά απαράδεκτα τα αιτήματα περί αποζημιώσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-322/91,
Association of Independent Officials for the Defense of the European Civil Service/'Ενωση Ανεξάρτητων Υπαλλήλων για την Υπεράσπιση της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Υπηρεσίας (TAO/AFI), με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τον Eric J. H. Moons, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη Lucy Dupong, 14 A, rue des Bains,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον John Forman, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση του δημοψηφίσματος που διοργάνωσε η Επιτροπή στις 18 Οκτωβρίου 1991, καλώντας το προσωπικό να λάβει θέσει ως προς τον συμβιβασμό στον οποίο κατέληξε η επιτροπή των μονίμων αντιπροσώπων του Συμβουλίου και οι εκπρόσωποι του προσωπικού όσον αφορά τη μέθοδο αναπροσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Στις 30 Οκτωβρίου 1991, ο Andrew Macrae Moat, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφενός, και η Association of Independent Officials for the Defence of the European Civil Service/'Ενωση Ανεξάρτητων Υπαλλήλων για την Υπεράσπιση της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Υπηρεσίας (ΤΑΟ/ΑFΙ), αφετέρου, άσκησαν προσφυγή κατά της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2 Η προσφυγή του Μοat βασιζόταν στα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενώ εκείνη της ΤΑΟ/ΑFΙ ασκήθηκε βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3 Η προσφυγή αποβλέπει, πρώτον, στην ακύρωση του δημοψηφίσματος που διοργάνωσε η Επιτροπή στις 18 Οκτωβρίου 1991, καλώντας το προσωπικό να λάβει θέση ως προς τον συμβιβασμό στον οποίο κατέληξαν η επιτροπή των μονίμων αντιπροσώπων του Συμβουλίου και οι εκπρόσωποι του προσωπικού όσον αφορά τη μέθοδο αναπροσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων, δεύτερον, στην αναγνώριση του δικαιώματος της ΤΑΟ/AFI και των λοιπών συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της αποφάσεως του Συμβουλίου, ληφθείσας κατά την 713η σύνοδο στις 22 και 23 Ιουνίου 1981, με την οποία θεσπίστηκε διαδικασία διαβουλεύσεως, καθώς και, τρίτον, να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει στην ΤΑΟ/ΑFΙ παραδειγματική αποζημίωση υπολογιζόμενη σε 1 000 000 βελγικά φράγκα (BFR).
4 Θεωρώντας εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί προσφυγής η οποία ασκήθηκε βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, το Πρωτοδικείο, με διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 1991, παρέπεμψε την υπόθεση στο Δικαστήριο, καθόσον αφορούσε την προσφυγή που ασκήθηκε από την ΤΑΟ/AFΙ.
5 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Φεβρουαρίου 1992, η Επιτροπή υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ζητώντας από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ενστάσεως αυτής χωρίς συζήτηση επί της ουσίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διενέργεια του δημοψηφίσματος κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη δεκτική προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης και ότι η διενέργεια του δημοψηφίσματος αυτού, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε κανένα δεσμευτικό αποτέλεσμα.
6 Στις 2 Απριλίου 1992, η ΤΑΟ/ΑFI κατέθεσε τις γραπτές της παρατηρήσεις ως προς την ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
7 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 3, του ίδιου αυτού κανονισμού, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έχει φωτιστεί επαρκώς από τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι, αποφάσισε να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία.
Ως προς τα αιτήματα περί ακυρώσεως
8 Κατά πάγια νομολογία, συνιστά πράξη ή απόφαση, η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, κάθε μέτρο του οποίου τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9).
9 Το δημοψήφισμα που διοργάνωσε η Επιτροπή συνιστά απλό μέτρο εσωτερικής τάξεως που δεν δημιουργεί καμιά υποχρέωση συμμετοχής για οποιονδήποτε. Συνεπώς, το μέτρο αυτό δεν μπορούσε να έχει καμιά απευθείας και άμεση συνέπεια επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος.
10 Επομένως, το αίτημα της ΤΑΟ/ΑFΙ περί ακυρώσεως δεν στρέφεται κατά πράξεως που προκαλεί βλάβη στην προσφεύγουσα και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Επί των αιτημάτων ως προς το δικαίωμα της ΤΑΟ/ΑFΙ να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις
11 Με τα αιτήματά της, η ΤΑΟ/AFΙ ζητεί από το Δικαστήριο να διατάξει την Επιτροπή να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με τις συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η απόφαση του Συμβουλίου, ληφθείσα κατά την 173η σύνοδο στις 22 και 23 Ιουνίου 1981, με την οποία θεσπίζεται διαδικασία διαβουλεύσεως.
12 Κατά πάγια νομολογία, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να απευθύνει διαταγές στην κοινοτική διοίκηση. Ως εκ τούτου, το δεύτερο κεφάλαιο της προσφυγής της ΤΑΟ/ΑFΙ πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.
Επί των αιτημάτων ως προς την αποζημίωση
13 Μολονότι η προσφεύγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στην προσφεύγουσα ποσό 1 000 000 BFR, ως αποζημίωση, στην προσφυγή της δεν ανέφερε, όπως επιβάλλει το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του Κανονισμού Διαδικασίας, τους ισχυρισμούς που θα προέβαλλε προς στήριξη των αιτημάτων της και, ειδικότερα τη φύση της ζημίας που υπέστη, καθώς και το γενεσιουργό γεγονός της ζημίας αυτής.
14 Ως εκ τούτου, τα αιτήματα ως προς την αποζημίωση της ΤΑΟ/ΑFΙ πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 3 Δεκεμβρίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy