Περίληψη
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως * Αρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή * Διαταγή απευθυνόμενη σε θεσμικό όργανο * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 33)
2. Προσφυγή ακυρώσεως * Έλεγχος της εκτιμήσεως της καταστάσεως που απορρέει από οικονομικά γεγονότα και περιστάσεις * Αιτίαση ότι αγνοήθηκαν κατά έκδηλο τρόπο διατάξεις της Συνθήκης * Είναι αναγκαίο η αιτίαση αυτή να συνοδεύεται από ενδείξεις που ασκούν επιρροή * Άσκηση του ελέγχου * Προϋποθέσεις και όρια
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 33)
3. ΕΚΑΧ * Διατάξεις περί συμπράξεων και καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως * Άδειες εξορύξεως άνθρακα * Ποσοστά καθοριζόμενα από παραγωγό * Δυνατότητα εκτιμήσεως με γνώμονα μόνο τις διατάξεις περί καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως και όχι τις διατάξεις περί συμπράξεων * Αδυναμία εφαρμογής των διατάξεων περί πρακτικών στον τομέα των τιμών
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 4, στοιχ. δ', 60, 65 και 66 PAR 7)
4. Ανταγωνισμός * Διοικητική διαδικασία * Δικαιώματα των καταγγελλόντων * Δικαίωμα τυπικής ακροάσεως πριν από την απόρριψη της καταγγελίας από την Επιτροπή * Δεν υφίσταται το δικαίωμα αυτό
5. Πράξεις των οργάνων * Αιτιολογία * Υποχρέωση * Έκταση * Απόφαση εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ
6. Προσφυγή ακυρώσεως * Λόγοι ακυρώσεως * Κατάχρηση εξουσίας * Έννοια
Περίληψη
1. Δεν απόκειται στον κοινοτικό δικαστή, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί, ούτε να υποκαθιστά τα κοινοτικά θεσμικά όργανα ούτε να τους απευθύνει διαταγές. Επί πλέον, μόνο στο περί ου πρόκειται θεσμικό όργανο απόκειται να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως.
2. Το πρώτο μέρος της δεύτερης φράσεως του άρθρου 33, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ θέτει όρια στον έλεγχο που ασκεί ο κοινοτικός δικαστής στις επιλογές οικονομικής πολιτικής στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή, ενώ με το δεύτερο μέρος τα όρια αυτά παραμερίζονται υπό την προϋπόθεση ότι ο προσφεύγων προβάλλει κατάχρηση εξουσίας ή έκδηλη παράβαση της Συνθήκης.
Για να μπορέσει ο κοινοτικός δικαστής να εξετάσει την κατάσταση που απορρέει από οικονομικά γεγονότα και περιστάσεις, ενόψει της οποίας ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση ότι αγνοήθηκαν κατά έκδηλο τρόπο διατάξεις της Συνθήκης πρέπει και αρκεί να συνοδεύεται από ενδείξεις που ασκούν επιρροή. Πράγματι, αν απαιτούνταν περισσότερα, αυτό θα κατέληγε σε σύγχυση του παραδεκτού μιας επιχειρηματολογίας με την απόδειξη επί της ουσίας, ενώ μια λιγότερο αυστηρή ερμηνεία, κατά την οποία η απλή προβολή της αιτιάσεως αρκεί για να καταστεί δυνατός ο έλεγχος από τον κοινοτικό δικαστή της εκτιμήσεως μιας οικονομικής καταστάσεως, θα είχε ως συνέπεια τον εκφυλισμό της αιτιάσεως αυτής σε ρήτρα με καθαρά τυπικό χαρακτήρα.
Επί πλέον, κατά την άσκηση του ελέγχου αυτού, ο κοινοτικός δικαστής θα πρέπει να περιοριστεί στο να εξακριβώσει αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προδήλως αδικαιολόγητη, λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων που καθορίζει η Συνθήκη και μιας σφαιρικής εκτιμήσεως της οικονομικής καταστάσεως, θεωρουμένου ότι ο όρος "κατά έκδηλο τρόπο" προϋποθέτει τόσο σοβαρή παράβαση νομικών διατάξεων ώστε να προκύπτει ότι η παράβαση αυτή απορρέει από πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση, με γνώμονα τις διατάξεις της Συνθήκης, της καταστάσεως ενόψει της οποίας ελήφθη η απόφαση.
3. Η Επιτροπή, όπως δύναται, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ, να κινήσει τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως με βάση το άρθρο 85 ή το άρθρο 86, σχετικά με σύμβαση επιβάλλουσα στους αντισυμβαλλομένους επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση υποχρεώσεις συνιστώσες καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως και δυνάμενες να εμπίπτουν και στο άρθρο 85, ιδίως δε στην παράγραφο 3, έχει την ευχέρεια, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να αξιολογήσει, με γνώμονα μόνο το άρθρο 66, παράγραφος 7, το ύψος των ποσοστών που καθορίστηκαν, για τη χορήγηση αδειών εξορύξεως, από παραγωγό κατέχοντα το αποκλειστικό δικαίωμα κατεργασίας και εξορύξεως άνθρακα, χωρίς να αποφανθεί επί της νομιμότητας των ποσοστών αυτών με γνώμονα το άρθρο 65 της εν λόγω Συνθήκης.
Εξάλλου, εφόσον το άρθρο 66, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΚΑΧ θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 4, στοιχείο δ', της ίδιας Συνθήκης, το οποίο εφαρμόζεται αυτοτελώς μόνον ελλείψει ειδικοτέρων διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι η απόφαση, η οποία μετά από ανάλυση του ύψους των ποσοστών στηρίχθηκε ρητώς μόνο στο πρώτο από τα άρθρα αυτά για να απορρίψει μια καταγγελία, εφάρμοσε συγχρόνως τα δύο αυτά άρθρα. Πράγματι, όταν επαναλαμβάνονται ή θεσπίζονται σε άλλες διατάξεις της Συνθήκης, οι κανόνες δικαίου που συνδέονται με την ίδια διάταξη πρέπει να λογίζονται ως ενιαίο σύνολο και να εφαρμόζονται συγχρόνως.
Εν πάση περιπτώσει, η εξέταση του ύψους των ποσοστών δεν εμπίπτει στο άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Πράγματι, η διάταξη αυτή, εφόσον αφορά μόνο τις πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού και τις πρακτικές που δημιουργούν διακρίσεις στον τομέα της τιμής των προϊόντων, δεν έχει εφαρμογή επί των αδειών εξορύξεως άνθρακα που χορηγεί ο παραγωγός. Κατά το μέτρο που χορηγεί άδειες εξορύξεως, ο παραγωγός αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πωλητής προϊόντων.
4. Η διαδικασία που κινείται από την Επιτροπή στο πλαίσιο της μέριμνάς της για την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού από τις επιχειρήσεις δεν αποτελεί διαδικασία κατ' αντιδικίαν μεταξύ της καταγγέλλουσας επιχειρήσεως και της επιχειρήσεως που αφορά η διαδικασία αυτή. Επομένως, οι δύο ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση από διαδικαστικής απόψεως, η δε καταγγέλλουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί τα ίδια δικαιώματα υπερασπίσεως με αυτά που αναγνωρίζονται στην άλλη επιχείρηση και βάσει των οποίων αυτή πρέπει να μπορεί να γνωστοποιήσει την άποψή της επί των αιτιάσεων που ενδέχεται να γίνουν δεκτές εις βάρος της, καθώς και επί των εγγράφων που στηρίζουν τις αιτιάσεις αυτές.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η καταγγέλλουσα επιχείρηση δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα τυπικής ακροάσεως πριν η Επιτροπή απορρίψει την καταγγελία της.
5. Η αιτιολογία μιας βλαπτικής αποφάσεως πρέπει, αφενός, να επιτρέπει στον αποδέκτη της να γνωρίσει τους δικαιολογητικούς λόγους του ληφθέντος μέτρου, προκειμένου να επικαλεστεί, ενδεχομένως, τα δικαιώματά του και να εξακριβώσει αν η απόφαση είναι ή όχι βάσιμη, και, αφετέρου, να παρέχει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του.
Εντούτοις, κατά την αιτιολογία των αποφάσεων που καλείται να λαμβάνει για να εξασφαλίζει την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει θέση επί όλων των πραγματικών ή νομικών ζητημάτων που έχουν εγερθεί από τους καταγγέλλοντες προς στήριξη της αιτήσεώς τους περί διαπιστώσεως μιας παραβάσεως των κανόνων αυτών. Αρκεί ότι εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά και οι νομικές σκέψεις που έχουν ουσιώδη σημασία για την οικονομία της ληφθείσας αποφάσεως.
Τέλος, η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να αξιολογείται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υποθέσεως, ιδίως δε με το περιεχόμενο της επίμαχης πράξεως, τη φύση της παρατιθεμένης αιτιολογίας και το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η πράξη αυτή.
6. Μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, κρισίμων και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι έχει εκδοθεί με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό να επιτύχει έναν στόχο άλλον από αυτόν τον οποίο επικαλείται ή να περιγράψει μια διαδικασία που προβλέπεται ειδικά για την αντιμετώπιση των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως.
Full & Egal Universal Law Academy