ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟ
της 7ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση Τ-19/91 R,
Société d'hygiène dermatologique de Vichy, εταιρία γαλλικού δικαίου, με έδρα το Vichy ( Γαλλία ), εκπροσωπούμενη από τους Robert Collin, Marie-Laure Coignard και Jeanne-Marie Henriot-Bellargent, δικηγόρους Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Decker, 16, avenue Marie-Thérèse,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Bernhard Jansen, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Hervé Lehman, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον G. Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 91/153/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου ( ΙV/31.624-Vichy ),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 21 Μαρτίου 1991 και πρωτοκολλήθηκε στις 25 Μαρτίου 1991, η Société d'hygiène dermatologique de Vichy (εφεξής: Vichy) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, της 11ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου ( ΙV/31.624-Vichy ).
2
Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 24 Απριλίου 1991, η προσφεύγουσα υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
3
Η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων στις 13 Μαΐου 1991. Οι εκπρόσωποι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στις 30 Μαΐου 1991.
4
Προτού εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως περί λήψεως προσωρινών μέτρων, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί το πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως και ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά που ώθησαν την Επιτροπή να εκδώσει την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1991, την αναστολή εκτελέσεως της οποίας ζητεί η αιτούσα.
5
Στις 26 Ιουνίου 1985, τα εργαστήρια δερματολογικών εφαρμογών της Vichy et Cie, θυγατρικής της Vichy, κοινοποίησαν στην Επιτροπή σύστημα αποκλειστικής διανομής μέσω φαρμακείων των καλλυντικών προϊόντων Vichy αποκλειστικά για το γαλλικό έδαφος.
6
Με την από 9 Ιουνίου 1987 απόφαση του γαλλικού συμβουλίου ανταγωνισμού, επικυρωθείσα με απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1988 του cour d'appel του Παρισιού και της25ης Απριλίου 1989 του γαλλικού Cour de cassation, η Vichy υποχρεώθηκε να τροποποιήσει το σύστημα διανομής της στη Γαλλία, επειδή θεωρήθηκε ότι η αποκλειστική διανομή μέσω φαρμακείων αντέκειτο προς το εθνικό δίκαιο και προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
7
Κατόπιν των αποφάσεων των γαλλικών δικαστηρίων, η Vichy κοινοποίησε στις 29 Αυγούστου 1989 στην Επιτροπή το τροποποιηθέν για τη Γαλλία σύστημα διανομής καθώς και το σύστημα διανομής για τα λοιπά κράτη μέλη, πλην της Δανίας όπου τα προϊόντα Vichy δεν διανέμονται. Αντικείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, κατά της οποίας υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου, είναι αποκλειστικά το τελευταίο αυτό σύστημα, το οποίο ισχύει για τα κράτη μέλη πλην της Γαλλίας και το οποίο στηρίζεται σε αποκλειστική διανομή μέσω φαρμακείων.
8
Με την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1991, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, ύστερα από προσωρινή εξέταση βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25, εφεξής: κανονισμός 17 ), οι διατάξεις των συμβάσεων που συνήψε η Vichy με τους χονδρεμπόρους διανομής καθώς και με τους φαρμακοποιούς λιανέμπορους πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν δικαιολογείται εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, στο βαθμό που οι εν λόγω συμφωνίες προβλέπουν την αποκλειστική διανομή των καλλυντικών προϊόντων της Vichy μέσω φαρμακείων.
Σκεπτικό
9
Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Πρωτοδικείο δύναται, εφόσον εκτιμά ότι το απαιτούν οι περιστάσεις, να διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
10
Το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου — που εφαρμόζεται mutatis mutandis στην ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία έως ότου τεθεί σε ισχύ ο δικός του Κανονισμός Διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 11, τρίτο εδάφιο, της προαναφερθείσας αποφάσεως του Συμβουλίου — προβλέπει ότι οι αιτήσεις περί λήψεως προσωρινών μέτρων του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να προσδιορίζουν τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, το αιτούμενο προσωρινό μέτρο. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να είναι προσωρινά με την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας.
11
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα ισχυρίζεται κατ' ουσίαν, προς στήριξη της αιτήσεως της, ότι η απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Ιανουαρίου 1991, ισοδυναμεί με πραγματική διαταγή επιφέροντας εξαιρετικά οχληρές συνέπειες και σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, υπό την έννοια ότι της αφαιρεί το συνδεόμενο με την κοινοποίηση των συμφωνιών της πλεονέκτημα της μη επιβολής προστίμου. Συγκεκριμένα, είτε η αιτούσα εξακολουθεί τη διανομή των προϊόντων της σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις και, συνακόλουθα, διατρέχει τον κίνδυνο επιβολής αυξημένου προστίμου, αν ληφθεί υπόψη, εν όψει της διαρκείας της παραβάσεως, η ενώπιον του κοινοτικού δικαστή διαδικασία, η οποία προχωρεί ανεξαρτήτως της θελήσεως της, είτε παραιτείται από την αποκλειστική πώληση των προϊόντων της μέσω φαρμακείων και υποχρεώνεται, συνακόλουθα, να προβεί σε αναδιοργάνωση του συνόλου της πολιτικής της σχετικά με τη διανομή των προϊόντων της, γεγονός που συνεπάγεται σημαντικό φόρτο εργασίας και κόστος, με προοπτική την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και αδυναμία επανόδου στο προγενέστερο καθεστώς που διασφαλίζει τέλεια διανομή των προϊόντων της.
12
Στην πραγματικότητα, η αιτούσα υποστηρίζει ότι υφίσταται ισχυρό τεκμήριο υπέρ του βάσιμου της κυρίας προσφυγής της. Συναφώς, η Vichy διατυπώνει σειρά ισχυρισμών που άπτονται της παραβάσεως ουσιώδους τύπου και της παραβιάσεως της Συνθήκης, ιδίως του άρθρου 85, παράγραφοι 1 και 3, και των εκδοθεισών προς εφαρμογήν του πράξεων.
13
Η αιτούσα ισχυρίζεται ιδίως, σε σχέση με την επίδικη απόφαση, ότι δεν υπήρξε διαβούλευση με την κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, συμβουλευτική επιτροπή, και ότι το εκδοθέν βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 προσωρινό μέτρο δεν δικαιολογείται. Προσάπτει, περαιτέρω, στην Επιτροπή ότι στην απόφαση της δεν αιτιολογεί το γεγονός ότι θίγεται αισθητά ο ανταγωνισμός και επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Τέλος, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής παραβιάζει την αρχή της Ισης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών, υπό την έννοια ότι, λόγω της κοινοποιήσεως στην οποία προέβη αυθορμήτως και της αποφάσεως της Επιτροπής ως απορροίας της εν λόγω κοινοποιήσεως, βρίσκεται σε λιγότερο πλεονεκτική θέση από εκείνη των ανταγωνιστών της που δεν προέβησαν σε καμιά κοινοποίηση.
14
Η Επιτροπή, εξάλλου, εκτιμά, πρώτον, ότι η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δεν επιβάλλει κανένα πρόστιμο, δεν μπορεί, λόγω της φύσεως της, να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως, με αποτέλεσμα η αίτηση της Vichy να είναι απαράδεκτη. Δεύτερον και επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία για το παραδεκτό αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως δεν πληρούνται, δεδομένου ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι τεκμαίρεται το βάσιμο της κυρίας προσφυγής της ούτε ότι η αμφισβητούμενη απόφαση είναι ικανή να της προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Τέλος, η Επιτροπή προσθέτει ότι απόφαση με την οποία γίνεται δεκτό το αίτημα αναστολής προδικάζει κατ' ανάγκη απόφαση επί της ουσίας και σημαίνει ότι οποιαδήποτε απόφαση, εκδιδομένη κατ' εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17, πρέπει να απολαμβάνει ipso facto του πλεονεκτήματος της αναστολής εκτελέσεως. Τούτο θα περιέκοπτε μέχρις εξαφανίσεως τις αρμοδιότητες που της απονέμει η εν λόγω διάταξη.
15
Το άρθρο 15, παράγραφος 5, του κανονισμού 17 ορίζει ότι τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 πρόστιμα δεν μπορούν να επιβληθούν για πράξεις μεταγενέστερες της κοινοποιήσεως στην Επιτροπή και προγενέστερες της αποφάσεως με την οποία αυτή δέχεται ή αρνείται την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, στο μέτρο που δεν εκφεύγουν των ορίων της περιγραφόμενης με την κοινοποίηση δραστηριότητας.
16
Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 6, οι προηγούμενες διατάξεις δεν εφαρμόζονται από τη στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή γνωστοποιεί στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ότι, ύστερα από προσωρινή εξέταση, εκτιμά ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και ότι δεν δικαιολογείται εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3.
17
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση περί ανακλήσεως του πλεονεκτήματος της μη επιβολής προστίμου περιορίζεται στο να θέσει τέρμα σε μια κατάσταση απαλλαγής που μπορούσε να επικαλεστεί η επιχείρηση, λόγω της κοινοποιήσεως της συμφωνίας, και να επαναφέρει τον αποδέκτη της αποφάσεως στη νομική κατάσταση που ίσχυε γι' αυτόν πριν από την κοινοποίηση της συμφωνίας στην Επιτροπή. Δεν συνεπάγεται την επιβολή καμιάς κυρώσεως και κανενός προστίμου στη Vichy ούτε νομικά ούτε πραγματικά. Συνεπώς, η επίδικη απόφαση ουδόλως θίγει την ισότητα μεταξύ επιχειρηματιών, την οποία επικαλείται η Vichy.
18
Πράγματι, όπως το Πρωτοδικείο (πρώτο τμήμα) έκρινε με τη Διάταξη της 23ης Ιανουαρίου 1991, στην υπόθεση Τ-3/90, Vereniging Prodifarma κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. II-1, σκέψεις 41 και 42), μολονότι παρόμοια απόφαση παράγει έναντι των μερών μιας συμπράξεως έννομα αποτελέσματα, εντούτοις δεν έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει τα μέρη να θέσουν σε εφαρμογή τη σύμπραξη τους. Γεγονός είναι ότι ο κίνδυνος της επιβολής προστίμου ενδέχεται να επενεργεί ανασχετικώς για τα μέρη της συμπράξεως, πλην όμως είναι εξίσου αληθές ότι στον ίδιο ακριβώς κίνδυνο εκτίθεται και κάθε άλλη επιχείρηση που δεν κοινοποιεί στην Επιτροπή συμφωνία δυνάμενη να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής της κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύσεως.
19
Μόνο στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή εξέδιδε απόφαση, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17, διαπιστώνοντας παράβαση εκ μέρους της Vichy των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, η ανάκληση του πλεονεκτήματος της μη επιβολής προστίμου θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της διαρκείας της παραβάσεως και, συνακόλουθα, για τον υπολογισμό του ύψους του επιβλητέου προστίμου. Στην περίπτωση αυτή η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα διέθετε τα ένδικα μέσα που θα της επέτρεπαν να επικαλεστεί τα δικαιώματά της λυσιτελώς ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για μέλλουσα, αβέβαιη και πιθανολογούμενη ζημία την οποία η ίδια η ενδιαφερόμενη επιχείρηση είναι σε θέση να εκτιμήσει και στην οποία μπορεί, εφόσον το κρίνει ενδεδειγμένο, να θέσει τέρμα ανά πάσα στιγμή.
20
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, από την ίδια της τη φύση, η εκδιδομένη από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17, απόφαση δεν ενέχει καμιά διαταγή προς εκτέλεση σε βάρος της ενδιαφερόμενης επιχειρίσεως. Περιορίζεται στο να γνωστοποιήσει στην επιχείρηση, προς την οποία απευθύνεται η απόφαση, την προσωρινή γνώμη της Επιτροπής επί του συμβιβαστού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενός συστήματος αποκλειστικής διανομής προς το άρθρο 85 της Συνθήκης. Συνακόλουθα, η απόφαση αυτή όχι μόνο δεν είναι δυνατό να συνεπάγεται για τον αποδέκτη της σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αλλά δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μέτρου αναστολής εκτελέσεως.
21
Κατόπιν αυτού και χωρίς να απαιτείται η εξέταση των λόγων που προέβαλε η αιτούσα προς στήριξη του τεκμαιρομένου βασίμου της κυρίας προσφυγής της, διαπιστώνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν κατά νόμο τη χορήγηση του αιτουμένου προσωρινού μέτρου και ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 7 Ιουνίου 1991.
Ο Γραμματέας
Η.Jung
Ο Πρόεδρος
J. L. Cruz Vilaça
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy