ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 1ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση Τ-38/91,
Δημήτριος Κούσιος, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Gian Luigi Valsesia, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1990, καθόσον η απόφαση αυτή δεν περιέχει τις αναγκαίες αποφάσεις για την πραγματική τοποθέτηση του προσφεύγοντος στη θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VII.B.3 και για την ανάθεση στον προσφεύγοντα του φακέλου « ασφάλεια των εναέριων μεταφορών », καθώς και το αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στον προσφεύγοντα ποσό 100 ECU ημερησίως από την 1η Δεκεμβρίου 1989,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Β. Vesterdorf, Πρόεδρο, Χ. Γεραρή και J. Biancarelli, δικαστές,
γραμματέας: Η. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Περιστατικά και νομικό πλαίσιο
1
Με^δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Μαΐου 1991, ο Δημήτριος Κούσιος άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί από το Πρωτοδικείο, πρώτον, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1990, καθόσον η απόφαση αυτή δεν περιέχει τις αναγκαίες αποφάσεις για την πραγματική τοποθέτηση του προσφεύγοντος στη θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VII.B.3 και για την ανάθεση στον προσφεύγοντα του φακέλου « ασφάλεια των εναέριων μεταφορών» και καθόσον δεν προέβλεψε τα αναγκαία μέτρα ελέγχου για την εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων, και, δεύτερον, να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 100 ECU ημερησίως από την 1η Δεκεμβρίου 1989 μέχρι την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων θα μπορεί πράγματι να ασκεί τα καθήκοντα του ως αναπληρωτής προϊστάμενος διοικητικής μονάδας και να συντονίζει το πρόγραμμα Eurocontrol και τη μελέτη ATLAS και να διευθύνει τις εργασίες που αφορούν τον φάκελο « ασφάλεια των εναέριων μεταφορών ».
2
Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Ιουλίου 1991, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση αναρμοδιότητας βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, επί της οποίας ο προσφεύγων διατύπωσε τις παρατηρήσεις του με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στις 27 Αυγούστου 1991.
3
Ο προσφεύγων προσελήφθη, με απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1983, ως κύριος υπάλληλος διοικήσεως στη Γενική Διεύθυνση Μεταφορών, Διεύθυνση « υποδομές, τεχνολογίες και μεταφορές, κρατικές παρεμβάσεις », Τμήμα « κόστος χρήσεως των υποδομών — τεχνολογίες των μεταφορών ». Στη συνέχεια τοποθετήθηκε, με νέα απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1983, στη Διεύθυνση « γενικός προγραμματισμός, διεθνείς σχέσεις και σχέσεις μεταξύ των οργάνων, εναέριες και θαλάσσιες μεταφορές » της ίδιας Γενικής Διευθύνσεως, στο Τμήμα « εναέριες μεταφορές », στην ίδια Γενική Διεύθυνση. Τέλος, με απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1989 του Γενικού Διεθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Μεταφορών, η οποία θα άρχιζε να ισχύει την 1η Δεκεμβρίου 1989, ο προσφεύγων διορίστηκε αναπληρωτής προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας VII.B.3, αρμόδιος για την « ασφάλεια των μεταφορών, έρευνα και τεχνολογία », με ειδικότερη αρμοδιότητα την « ασφάλεια των εναέριων μεταφορών ».
4
Ο προσφεύγων θεώρησε ότι ο διορισμός αυτός δεν έθετε τέρμα στη διαμάχη που είχε προηγηθεί μεταξύ του ίδιου και της διοικήσεως, καθόσον υποστηρίζει ότι δεν του ανατέθηκε κανένα συγκεκριμένο έργο, ότι δεν του επιτρεπόταν να παρίσταται στις συνεδριάσεις των προϊσταμένων και των αναπληρωτών προϊσταμένων των διοικητικών μονάδων, ότι δεν διέθετε γραμματέα και ότι το γραφείο του δεν βρισκόταν καν στον ίδιο χώρο με τα γραφεία των άλλων μελών του τμήματος που υποτίθεται ότι θα διηύθυνε ως αναπληρωτής προϊστάμενος διοικητικής μονάδας.
5
Κατόπιν αυτών ο προσφεύγων υπέβαλε στις 23 Φεβρουαρίου 1990« ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως » των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) κατά της ανωτέρω αποφάσεως της 30ής Νοεμβρίου 1989, με την οποία είχε διοριστεί αναπληρωτής προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας VII.B.3. Με την ένσταση αυτή ο προσφεύγων διευκρίνιζε ότι « βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον συνοδεύεται από μέτρα που την καθιστούν ανενεργή: για παράδειγμα, δεν του ανατίθεται κανένα συγκεκριμένο έργο στον τομέα για τον οποίο είναι αρμόδιος, δεν του επιτρέπεται να παρίσταται στις συνεδριάσεις, ώστε να μπορεί να ασκεί ή να προετοιμάζεται για να ασκήσει τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, και δεν τίθεται στη διάθεση του η αναγκαία εργασιακή διάρθρωση που θα του δώσει τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά (... ) Κατά συνέπεια, ο ενιστάμενος ζητεί από την Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να του δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει πράγματι τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας στη θέση στην οποία διορίστηκε. Ο ενιστάμενος ζητεί, επιπλέον, την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις διαδοχικές παράνομες αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά καταστρατήγηση διαδικασίας και κατά κατάχρηση εξουσίας και συνιστούν παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παράβαση των διατάξεων των άρθρων 7 επ. του ΚΥΚ ».
6
Στην « ένσταση » αυτή δόθηκε ο αριθμός πρωτοκόλλου R/57/90 και στις 27 Ιουλίου 1990 η ακόλουθη απάντηση εκ μέρους του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως:
« Σχετικά με το προαναφερθέν σημείωμα σας, θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι, δεδομένου ότι δεν υφίσταται καμία βλαπτική για σας πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90 του ΚΥΚ, η Επιτροπή δεν προτίθεται να δώσει συνέχεια στην ένσταση σας.
Θεωρώ εντούτοις ότι η ένσταση σας μπορεί να χαρακτηριστεί ως αίτηση αρωγής, δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, και αποφάσισα να τη δεχθώ, ενόψει του καθήκοντος που έχει το όργανο να βοηθεί τους υπαλλήλους του.
Από την εξέταση της περιπτώσεως σας εκ μέρους των υπηρεσιών μου, και ειδικότερα από ιη συζήτηση που διεξήχθη κατά τη συνάντηση της “ διυπηρεσιακής ” ομάδας στις 31 Μαΐου 1990, προέκυψε ότι είναι σκόπιμη η επανεξέταση της υπηρεσιακής καταστάσεως σας εντός της ΓΔ VII.
Επί του παρόντος διεξάγονται συνεννοήσεις με τη Γενική Διεύθυνση στην οποία υπηρετείτε και θα σας ενημερώσω το συντομότερο δυνατόν για τα αποτελέσματα των συνεννοήσεων αυτών. »
7
Ο προσφεύγων, θεωρώντας ότι η κατάσταση του δεν μεταβλήθηκε καθόλου με την έκδοση της « αποφάσεως » αυτής της 27ης Ιουλίου 1990, υπέβαλε στις 26 Οκτωβρίου 1990 νέα « ένσταση » κατά της αποφάσεως που του είχε κοινοποιηθεί με έγγραφο της 27ης Ιουλίου 1990 του Richard Hay, Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως, ο οποίος του ανακοίνωνε ότι είχε αποφασίσει να δεχθεί την αίτηση αρωγής « που είχε υποβάλει ο ενιστάμενος », ενόψει του καθήκοντος που έχει το όργανο να βοηθεί τους υπαλλήλους του. Με την « ένσταση » αυτή ο προσφεύγων, αφού καταρχάς υπενθύμισε διά μακρών τα πραγματικά περιστατικά, τα διάφορα σημεία της διαμάχης του με τη διοίκηση από την έναρξη της απασχολήσεως του στην Επιτροπή, τις περιστάσεις υπό τις οποίες τοποθετήθηκε σε άλλη θέση, τα προβλήματα σε σχέση με την έκθεση βαθμολογίας, τα συμβάντα σχετικά με τον διορισμό του που θα άρχιζε να ισχύει την 1η Δεκεμβρίου 1989 και τις διάφορες ενστάσεις που είχε υποβάλει προηγουμένως, ισχυρίστηκε ότι συνέτρεχαν παράλληλα παράβαση των άρθρων 5, 7, 25 και 45 του ΚΥΚ, καταστρατήγηση διαδικασίας και παράβαση των διατάξεων περί καταρτίσεως των εκθέσεων βαθμολογίας.
8
Η « ένσταση » αυτή κατέληγε ως εξής:
« Ο ενιστάμενος βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον συνοδεύεται από μέτρα που την καθιστούν ανενεργή: για παράδειγμα, δεν του ανατίθεται κανένα συγκεκριμένο έργο στον τομέα για τον οποίο είναι αρμόδιος, δεν του επιτρέπεται να παρίσταται στις συνεδριάσεις, ώστε να μπορεί να ασκεί ή να προετοιμάζεται για να ασκήσει τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, και δεν τίθεται στη διάθεση του η αναγκαία εργασιακή διάρθρωση που θα του δώσει πράγματι τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά (... ) Κατά συνέπεια, ο ενιστάμενος ζητεί από την Επιτροπή να λάβει, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου της 27ης Ιουλίου 1990 του Richard Hay, Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως, όλα τα αναγκαία μέτρα για να του δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει πράγματι τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας στη θέση στην οποία διορίστηκε. »
Στην « ένσταση » αυτή η Επιτροπή δεν έδωσε καμία απάντηση.
9
Στη συνέχεια ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Μεταφορών, ο Ε. Peña, υπέδειξε στους δύο ενδιαφερόμενους διευθυντές της ΓΔ VII, με υπηρεσιακό σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 1991, ότι, επειδή προβλεπόταν η αναδιοργάνωση της ΓΔ VII, η οποία θα συνεπαγόταν αλλαγές στις τοποθετήσεις και τα καθήκοντα, έπρεπε να ανατεθεί στον Δ. Κούσιο ο συντονισμός όλων των εσωτερικής και εξωτερικής χρήσεως εγγράφων που αφορούσαν το πρόγραμμα Eurocontrol και τη μελέτη ATLAS, προκειμένου να αποφευχθεί η πραγματοποίηση διπλής εργασίας και να υπάρχει συνέπεια στην αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων, προς τούτο δε έπρεπε όλη η σχετική αλληλογραφία να διαβιβάζεται στον Δ. Κούσιο, καθόσον αυτός ήταν αρμόδιος για την παρακολούθηση του φακέλου αυτού. Το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα επιβεβαιώθηκε με νέο σημείωμα του Γενικού Διευθυντή, της 31ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με τη διαβίβαση όλης της αλληλογραφίας στον Δ. Κούσιο, με νέο σημείωμα του Γενικού Διευθυντή προς τον Δ. Κούσιο, της 20ής Φεβρουαρίου 1991, με το οποίο τον πληροφορούσε ότι επρόκειτο να τεθούν στη διάθεση του αφενός μια γραμματέας, η οποία θα του έδινε τη δυνατότητα να ασκεί πλήρως τα καθήκοντα του ως αναπληρωτής προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας, και αφετέρου ένα άλλο γραφείο, πολύ κοντά στο γραφείο του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VII.B.3. Τα ανωτέρω μέτρα επιβεβαιώθηκαν με υπηρεσιακό σημείωμα που απέστειλε στις 20 Φεβρουαρίου 1991 ο Γενικός Διευθυντής προς τον Leonardi, προϊστάμενο της μονάδας VII.B.3.
10
Ο προσφεύγων εντούτοις έκρινε ότι, παρά τα μέτρα αυτά, δεν είχε μεταβληθεί καθόλου η θέση του εντός της Γενικής Διευθύνσεως Μεταφορών και ότι δεν ήταν σε θέση να ασκεί τα καθήκοντα του.
Διαδικασία και αιτήματα
11
Υπό τις συνθήκες ακριβώς αυτές ο Δ. Κούσιος άσκησε την παρούσα προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Μαΐου 1991 και κατά της οποίας η Επιτροπή πρόβαλε ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου1 το δικόγραφο της ενστάσεως της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Ιουλίου 1991 και ο προσφεύγων διατύπωσε τις παρατηρήσεις του επί της ανωτέρω ενστάσεως με δικόγραφο που κατέθεσε στις 27 Αυγούστου 1991 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου.
12
Κατά τη διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να δεχθεί την παρούσα ένσταση απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως,
—
να κηρύξει την παρούσα προσφυγή απαράδεκτη,
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά του έξοδα, σύμφωνα με τα άρθρα 87, παράγραφος 2, και 88 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου και να τάξει στην Επιτροπή προθεσμία για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως.
13
Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η διαδικασία επί της ενστάσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Το Πρωτοδικείο ( τρίτο τμήμα ) κρίνει ότι εν προκειμένω τα στοιχεία που προκύπτουν από την εξέταση της δικογραφίας επαρκούν και ότι δεν χρειάζεται να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επί του παραδεκτού
14
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο σκοπός του προαναφερθέντος υπηρεσιακού σημειώματος του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως, της 27ης Ιουλίου 1990, ήταν διττός: πρώτον, με το σημείωμα αυτό απορρίφθηκε η ένσταση του προσφεύγοντος, της 23ης Φεβρουαρίου 1990 δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε προσφυγή εντός τριμήνου κατά της αποφάσεως αυτής που απέρριψε την ένσταση του, αλλά δέκα μήνες αργότερα, η προσφυγή του είναι προδήλως εκπρόθεσμη· δεύτερον, το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα ερμήνευσε επιπλέον την « ένσταση ».του προσφεύγοντος ως « αίτηση » κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι κατόπιν της αιτήσεως του αυτής η υπηρεσιακή του κατάσταση θα « επανεξεταζόταν » και ότι διεξάγονταν ήδη οι κατάλληλες συνεννοήσεις, το αποτέλεσμα των οποίων θα του ανακοινωνόταν το συντομότερο δυνατόν. Το σημείωμα επομένως αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί ως οριστική βλαπτική απόφαση, δηλαδή απόφαση υποκείμενη σε ένσταση ή σε προσφυγή.
15
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, σε απάντηση της αιτήσεως του προσφεύγοντος, της 23ης Φεβρουαρίου 1990, δεν έλαβε καμία οριστική και βλαπτική για τον προσφεύγοντα απόφαση, ούτε εντός του τετραμήνου ούτε και αργότερα. Επομένως, ο προσφεύγων έπρεπε να υποβάλει ένσταση κατά της σιωπηρής αυτής απορριπτικής απόφασης εντός τριμήνου, όπως προβλέπει ο ΚΥΚ. Η ένσταση όμως υποβλήθηκε τέσσερις μήνες μετά τη σιωπηρή αυτή απορριπτική απόφαση, στις 26 Οκτωβρίου 1990, και επομένως πρέπει να χαρακτηριστεί εκπρόθεσμη· συνεπώς, η προσφυγή δεν μπορεί παρά να κηρυχθεί απαράδεκτη.
16
Η Επιτροπή προσθέτει ότι το υπηρεσιακό σημείωμα της 27ης Ιουλίου 1990, με το οποίο απλώς προαναγγέλθηκε η μελλοντική « επανεξέταση » της υπηρεσιακής καταστάσεως του προσφεύγοντος, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως γεγονός που διακόπτει την τρίμηνη προθεσμία εντός της οποίας ο προσφεύγων έπρεπε να προσβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου τη σιωπηρή απόρριψη της ενστάσεως του. Επ' αυτού η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Φεβρουαρίου 1972 στην υπόθεση 401/71, Richez-Parise κατά Επιτροπής ( Rec. 1972, σ. 73 ), και στην απόφαση της 22ας Μαΐου 1981 στην υπόθεση 156/80, Morbelli κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 1357). Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι με το υπηρεσιακό σημείωμα της 27ης Ιουλίου 1990 έγινε δεκτό το αίτημα του προσφεύγοντος, καθόσον η απόφαση που λαμβάνεται από το όργανο εκπροθέσμως και με την οποία γίνεται εν όλω ή εν μέρει δεκτή η ένσταση ή η αίτηση του ενδιαφερομένου δεν αποτελεί καθαυτή πράξη δεκτική προσφυγής. Επ' αυτού η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Μαΐου 1980 στις υποθέσεις 33/79 και 75/79, Kuhner κατά Επιτροπής (Rec. 1980, σ. 1677). Το αντίθετο θα συνέβαινε μόνο αν η απόφαση αυτή αποτελούσε καθαυτή πράξη δεκτική προσφυγής τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού το σημείωμα της 27ης Ιουλίου 1990 δεν συνιστά ούτε βλαπτική πράξη ούτε οριστική πράξη.
17
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το σημείωμα της 27ης Ιουλίου 1990 δεν συνιστά βλαπτική πράξη, καθόσον δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα και αρνητικά καμία συγκεκριμένη νομική κατάσταση (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1974, 173/73 και 5/74, Reinarz κατά Επιτροπής, Rec. 1974, σ. 819). Όπως όμως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 32/68, Grasselli κατά Επιτροπής (Rec. 1969, σ. 505 ), δεν συνιστά βλαπτική πράξη η απλή ανακοίνωση η οποία ούτε προσδιορίζει τα δικαιώματα που απορρέουν για τον προσφεύγοντα από συγκεκριμένη νομική κατάσταση ούτε δεσμεύει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) όσον αφορά τον μελλοντικό προσδιορισμό των δικαιωμάτων αυτών. Εν προκειμένω το επίμαχο υπηρεσιακό σημείωμα επέβαλε απλώς στη διοίκηση την υποχρέωση να « επανεξετάσει », λόγω του γενικού καθήκοντος αρωγής που έχει, την υπηρεσιακή κατάσταση του προσφεύγοντος.
18
Όσον αφορά τον οριστικό χαρακτήρα της πράξεως, αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής, η Επιτροπή θεωρεί ότι εν προκειμένω το σημείωμα της 27ης Ιουλίου 1990 δεν αποτελούσε απόφαση, αλλά απλώς απάντηση εν αναμονή αποφάσεως, απάντηση που δεν παρήγε κανένα έννομο αποτέλεσμα και της οποίας ο μόνος σκοπός ήταν η αναγγελία εκτελέσεως υποχρεώσεως που προβλέπει ο ΚΥΚ. Η Επιτροπή παραπέμπει επ' αυτού στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Απριλίου 1970 στην υπόθεση 24/69, Nebe κατά Επιτροπής (Rec. 1970, σ. 145), και της 17ης Φεβρουαρίου 1972, Richez-Parise κατά Επιτροπής (όπ. π.). Όπως όμως δέχθηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 53/72, Guillot κατά Επιτροπής (Rec. 1974, σ. 791 ), και της 14ης Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 145/80, Mascetti κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1981, σ. 1975 ), οι νόμιμες προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν μόνο εφόσον η αρμόδια διοικητική αρχή έχει διατυπώσει οριστικά την άποψη της. Εξάλλου, το Δικαστήριο δέχθηκε ρητά, με την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1987 στην υπόθεση 7/86, Vincent κατά Κοινοβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 2473 ), ότι η καθυστερημένη απάντηση του οργάνου, η οποία ανήγγελλε απλώς ορισμένα μέτρα προς επανεξέταση της περιπτώσεως του προσφεύγοντος, δεν ικανοποιούσε τα αιτήματα του προσφεύγοντος και ότι κατά συνέπεια ο προσφεύγων έπρεπε να προσβάλει την προηγηθείσα σιωπηρή απορριπτική απόφαση.
19
Ο προσφεύγων, απαντώντας στην ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή, υποστηρίζει ότι, έχοντας υπόψη τις αρχές της καλής πίστεως, της ορθής διαχειρίσεως και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, είχε σχηματίσει δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι ήταν καλόπιστη η δήλωση της διοικήσεως ότι δεν επρόκειτο να δώσει συνέχεια στην ένσταση του καθαυτή, επειδή δεν υπήρχε βλαπτική για τον ίδιο πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90 του ΚΥΚ, και ότι η διοίκηση, ενόψει της υποχρεώσεως της ορθής διαχειρίσεως που υπέχει και της αποφάσεως της να δεχθεί την ένσταση του, η οποία, κατόπιν αναλύσεως, χαρακτηρίστηκε ως αίτηση, θα ελάμβανε τα μέτρα που θα του έδιναν τη δυνατότητα να ασκεί τα καθήκοντα του στη θέση διορισμού του και ότι, τέλος, η αρμόδια αρχή είχε πράγματι αρχίσει, σύμφωνα με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τις κατάλληλες συνεννοήσεις με τη Γενική Διεύθυνση στην οποία υπηρετούσε, προκειμένου να τεθεί τέρμα στην υπηρεσιακή κατάσταση του, την οποία ο ίδιος θεωρεί παράνομη.
20
Ο προσφεύγων προσθέτει ότι ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού και Διοικήσεως τον πληροφόρησε, με το υπηρεσιακό σημείωμα της 27ης Ιουλίου 1990, ότι είχε αποφασίσει να δεχθεί την « αίτηση » του και υποστηρίζει ότι, ενόψει της διατυπώσεως της « ενστάσεως » του, την οποία η διοίκηση είχε πλέον χαρακτηρίσει ως « αίτηση », η αποδοχή αυτή της αιτήσεως του θα συνίστατο αναγκαστικά στη λήψη μέτρων που θα του έδιναν τη δυνατότητα να ασκεί πράγματι τα καθήκοντα του στη θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, στην οποία είχε διοριστεί. Κατά συνέπεια, ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού και Διοικήσεως έλαβε οπωσδήποτε απόφαση που επηρέαζε άμεσα τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος, καθόσον συνεπαγόταν καταρχάς την επανεξέταση της υπηρεσιακής καταστάσεως του εντός της ΓΔ VII και, στη συνέχεια, τη μεταβολή της καταστάσεως αυτής. Ο προσφεύγων όμως, όταν συνέταξε την ένσταση του στις 26 Οκτωβρίου 1990, δηλαδή εντός τριμήνου από τη λήψη της ευνοϊκής αποφάσεως της 27ης Ιουλίου 1990, ήταν υποχρεωμένος να διαπιστώσει ότι, παρά τα διαβήματα στα οποία είχε προβεί, η διοίκηση δεν τον είχε ενημερώσει για τα μέτρα που θα λάμβανε για να θέσει τέρμα στην κατά τους ισχυρισμούς του παράνομη κατάσταση στην οποία βρισκόταν εντός της ΓΔ VII. Επομένως, η ένσταση του, της 26ης Οκτωβρίου 1990, έβαλε κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία, μολονότι δέχθηκε ότι η « αίτηση » του ήταν βάσιμη, δεν έλαβε κανένα μέτρο για να θέσει τέρμα στην παράνομη αυτή υπηρεσιακή κατάσταση. Η παράλειψη αυτή της Επιτροπής αποτελεί αναμφίβολα βλαπτική για τον προσφεύγοντα πράξη, υποκείμενη καταρχάς μεν σε ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, στη συνέχεια δε σε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
21
Ο προσφεύγων προσθέτει, τέλος, ότι με το « σημείωμα » του της 23ης Φεβρουαρίου 1990 προσέβαλε εμπροθέσμως την απόφαση του διορισμού του ως αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή δεν συνοδευόταν από τα αναγκαία μέτρα που θα του έδιναν πράγματι τη δυνατότητα να ασκήσει τα νέα του καθήκοντα. Η παράλειψη αυτή της ΑΔΑ είναι ιδιαίτερα σοβαρή, καθόσον ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή ήταν να κηρυχθεί « άνευ αντικειμένου » η πρώτη προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου και να επιτευχθεί έτσι η κατάργηση της δίκης. Δεν επιτρέπεται να υποστηρίζει τώρα η Επιτροπή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν βλαπτική για τον ίδιο, αφού μάλιστα μετά την παραλαβή του σημειώματος της 27ης Ιουλίου 1990 οι υπεύθυνοι της διευθύνσεως στην οποία εργαζόταν ο προσφεύγων τον διαβεβαίωσαν επίσημα ότι η κατάσταση του θα τακτοποιούνταν το συντομότερο δυνατόν, επ' ευκαιρία της αναδιοργανώσεως της Γενικής Διευθύνσεως. Επομένως, η απόφαση « αποδοχής της αιτήσεως », την οποία περιείχε το υπηρεσιακό σημείωμα της 27ης Ιουλίου 1990, συνιστούσε οπωσδήποτε οριστική απόφαση και όχι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, απλώς προσωρινή απόφαση.
22
Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών στοιχείων και των προπαρατεθεισών διισταμένων επιχειρηματολογιών, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι πρώτον πρέπει να υπενθυμίσει την εν γένει οικονομία της διαδικασίας που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ πριν από την άσκηση της προσφυγής· δεύτερον, να προβεί στην ανάλυση και τον νομικό χαρακτηρισμό αφενός των διαδοχικών υπηρεσιακών σημειωμάτων που υπέβαλε ο προσφεύγων χαρακτηρίζοντας τα ως « ενστάσεις » και αφετέρου της απαντήσεως που έδωσε η Επιτροπή· και τέλος, τρίτον, να συναγάγει τα αναγκαία συμπεράσματα ως προς το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής.
23
Πρώτον, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ και όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με τη Διάταξη της 4ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 16/86, GP κατά ΟΚΕ ( Συλλογή 1987, σ. 2409 ), τα άρθρα αυτά εξαρτούν το παραδεκτό προσφυγής ασκούμενης από τον υπάλληλο κατά του θεσμικού οργάνου στο οποίο ανήκει από την προϋπόθεση της κανονικής και πλήρους εξελίξεως της προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα. Στην περίπτωση που ο υπάλληλος επιδιώκει να επιτύχει από την ΑΔΑ τη λήψη αποφάσεως ή μέτρου έναντι του, η διοικητική διαδικασία πρέπει να κινηθεί με την υποβολή αιτήσεως του ενδιαφερομένου με την οποία να καλεί την εν λόγω αρχή να λάβει την αιτουμένη απόφαση ή το αιτούμενο μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1. Μόνον κατά της απορριπτικής αποφάσεως της εν λόγω αιτήσεως, η οποία, ελλείψει απαντήσεως της διοικήσεως, λογίζεται υφισταμένη μετά τη λήξη τετράμηνης προθεσμίας, ο ενδιαφερόμενος μπορεί, εντός νέας προθεσμίας τριών μηνών, να υποβάλει στην ΑΔΑ διοικητική ένσταση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου. Αντίθετα, όταν υφίσταται απόφαση της ΑΔΑ που συνιστά βλαπτική για τον υπάλληλο πράξη, είναι σαφές ότι η αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ δεν θα είχε κανένα νόημα και ότι ο υπάλληλος πρέπει στην περίπτωση αυτή να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία της ενστάσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, όταν προτίθεται να ζητήσει την ακύρωση, τη μεταρρύθμιση ή την ανάκληση της βλαπτικής αποφάσεως (βλ. συναφώς τη Διάταξη του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση Τ-14/91, Weyrich κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-235 ).
24
Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ ορίζει ότι κάθε υπάλληλος μπορεί να ζητήσει από την ΑΔΑ να λάβει απόφαση για θέμα που τον αφορά. Ωστόσο, η εν λόγω ευχέρεια δεν παρέχει στον υπάλληλο τη δυνατότητα να αγνοεί τη διαδικασία και τις προθεσμίες που τάσσουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ για την υποβολή αιτήσεως ή ενστάσεως και την άσκηση προσφυγής. Οι προθεσμίες αυτές, που έχουν θεσπιστεί για να εξασφαλίζουν τη σαφήνεια και την ασφάλεια των εννόμων σχέσεων, είναι δημοσίας τάξεως και επομένως οι διάδικοι δεν μπορούν να τις αγνοήσουν ( βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 232/85, Becker κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 3401, και της 14ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 161/87, Muysers κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1988, σ. 3037, καθώς και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση Τ-58/89, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1991, σ. Π-77, και την προαναφερθείσα Διάταξη του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουνίου 1991, Weyrich κατά Επιτροπής ).
25
Συνεπώς, στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να εξετάσει στη συνέχεια τον νομικό χαρακτηρισμό των διαφόρων εγγράφων που απηύθυνε ο προσφεύγων στην Επιτροπή στις 23 Φεβρουαρίου 1990 και στις 26 Οκτωβρίου 1990, καθώς και της απαντήσεως που έδωσε η Επιτροπή στις 27 Ιουλίου 1990. Πράγματι, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1991 στην υπόθεση Τ-1/90, Pérez-Mínguez Casariego κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. II-143), ο χαρακτηρισμός ενός εγγράφου του προσφεύγοντος ως « αιτήσεως » ή « ενστάσεως » εναπόκειται στην κρίση του δικαστή και μόνο και όχι στη βούληση των διαδίκων.
26
Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο πρέπει καταρχάς να εξετάσει τον νομικό χαρακτηρισμό που πρέπει να δοθεί στο έγγραφο που απηύθυνε ο προσφεύγων στις 23 Φεβρουαρίου 1990 προς την ΑΔΑ και το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε ως « ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ». Προκαταρκτικώς πρέπει να διευκρινιστεί ότι η « ένσταση » αυτή βάλλει κατά της αποφάσεως της 30ής Νοεμβρίου 1989, η οποία θα άρχιζε να ισχύει την 1η Δεκεμβρίου 1989 και με την οποία ο Γενικός Διευθυντής Μεταφορών τον τοποθέτησε στη θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VII.B.3, αναθέτοντας του ειδικότερα τον φάκελο « ασφάλεια των εναέριων μεταφορών ». Είναι σαφές για το Πρωτοδικείο ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν καθόλου βλαπτική για τον προσφεύγοντα, αφού, όπως προκύπτει από το ίδιο το δικόγραφο της προσφυγής, ο προσφεύγων είχε εκφράσει στον Γενικό Διευθυντή, με υπηρεσιακό σημείωμα της 4ης Αυγούστου 1989 επ' ευκαιρία προηγούμενης τοποθετήσεως του, την « έκπληξη του για την τοποθέτηση του σε θέση που δεν έχει σχέση με τις εναέριες μεταφορές, παρά τις διαβεβαιώσεις που του είχαν δοθεί ». Εξάλλου, ο ίδιος ο προσφεύγων προσθέτει ότι η απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1989 για τον διορισμό του ως αναπληρωτή προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VII.B.3 με αρμοδιότητα για την « ασφάλεια των εναέριων μεταφορών »« έπρεπε να θέσει τέρμα στη μακροχρόνια διαμάχη » του με τη διοίκηση.
27
Από την εξέταση του εγγράφου του προσφεύγοντος της 23ης Φεβρουαρίου 1990, του δικογράφου της προσφυγής και όλων των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν είχε στην πραγματικότητα καμία πρόθεση να προσβάλει την απόφαση αυτή περί διορισμού του, αλλά απλώς έβαλε κατά των μεταγενέστερων μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, τα οποία δεν του είχαν δώσει τη δυνατότητα να ασκεί πλήρως τα καθήκοντα του ως αναπληρωτής προϊστάμενος διοικητικής μονάδας και να παρακολουθεί τη διεκπεραίωση του φακέλου « ασφάλεια των εναέριων μεταφορών ». Για τον λόγο αυτό άλλωστε ο προσφεύγων, στο καταληκτικό τμήμα του εγγράφου της 23ης Φεβρουαρίου 1990, διευκρινίζει ότι « βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον συνοδεύεται από μέτρα που την καθιστούν ανενεργή: για παράδειγμα, δεν του ανατίθεται κανένα συγκεκριμένο έργο στον τομέα για τον οποίο είναι αρμόδιος, δεν του επιτρέπεται να παρίσταται στις συνεδριάσεις, ώστε να μπορεί να ασκεί ή να προετοιμάζεται για να ασκήσει τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, και δεν τίθεται στη διάθεση του η αναγκαία εργασιακή διάρθρωση που θα του δώσει τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά (... ) ». Για να αποδειχθεί δε ότι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι βλαπτική για τον προσφεύγοντα η ανωτέρω απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1989, αρκεί να αναφερθεί ότι στο τελικό τμήμα του εγγράφου αυτού της 23ης Φεβρουαρίου 1990 ο προσφεύγων εκφράζεται ως εξής: « Κατά συνέπεια, ο ενιστάμενος ζητεί από την Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να του δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει πράγματι τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας στη θέση στην οποία διορίστηκε. Ο ενιστάμενος ζητεί, επιπλέον, την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη (... ) »
Απ' όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι το έγγραφο της 23ης Φεβρουαρίου 1990, παρά τον χαρακτηρισμό του ως « ενστάσεως » εκ μέρους του προσφεύγοντος, συνιστούσε στην πραγματικότητα αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
28
Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, κατόπιν της ανωτέρω αναλύσεως των διατάξεων του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, ότι η σιωπή της αρμόδιας αρχής ισοδυναμεί με τη λήψη στις 23 Ιουνίου 1990 σιωπηρής αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως της 23ης Φεβρουαρίου 1990. Κατά της σιωπηρής αυτής απορριπτικής αποφάσεως ο προσφεύγων μπορούσε να υποβάλει ένσταση εντός τριμήνου, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Είναι εξίσου αναμφισβήτητο ότι ο προσφεύγων δεν υπέβαλε καμία ένσταση πριν από τις 23 Σεπτεμβρίου, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας αυτής. Κατά συνέπεια, η παρούσα προσφυγή δεν μπορεί να στηριχθεί στην αίτηση της 23ης Φεβρουαρίου 1990.
29
Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο πρέπει να εξετάσει τον νομικό χαρακτηρισμό και την έννοια του υπηρεσιακού σημειώματος που απηύθυνε η Επιτροπή προς τον προσφεύγοντα στις 27 Ιουλίου 1990, δηλαδή μετά τη λήψη της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, καθώς και τα αποτελέσματα που είχε ενδεχομένως το σημείωμα αυτό επί της εξελίξεως της διαδικασίας. Με την πρώτη παράγραφο του σημειώματος αυτού πληροφορείται ο προσφεύγων ότι, επειδή δεν υπάρχει καμία βλαπτική για τον ίδιο πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90 του ΚΥΚ, η Επιτροπή δεν προτίθεται να δώσει συνέχεια στην « ένσταση » του καθαυτή. Ορθώς η Επιτροπή έκρινε, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτή η « ένσταση », αφού δεν υπήρχε καμία βλαπτική πράξη. Εντούτοις, το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα συνιστά ρητή απόρριψη της αιτήσεως της 23ης Φεβρουαρίου 1990, σε σχέση με τον χαρακτηρισμό της ως « ενστάσεως » εκ μέρους του προσφεύγοντος, η δε ρητή αυτή απόρριψη, η οποία απλώς επιβεβαίωσε την προηγούμενη σιωπηρή απορριπτική απόφαση, δεν είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσουν να τρέχουν και πάλι υπέρ του προσφεύγοντος οι προθεσμίες της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας. Μολονότι δηλαδή το άρθρο 91, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, του ΚΥΚ ορίζει ότι: « εντούτοις, σε περίπτωση που κατόπιν σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, αλλά εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, ληφθεί ρητή απόφαση για την απόρριψη αιτήματος, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει εκ νέου », η διάταξη αυτή, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά, επειδή αφορά τους τρόπους υπολογισμού των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο στάδιο υποβολής της αιτήσεως και πριν από την υποβολή της ενστάσεως. Κατά συνέπεια, η ρητή απόρριψη αιτήσεως κατόπιν σιωπηρής αποφάσεως περί απορρίψεως της ίδιας αιτήσεως πρέπει να θεωρηθεί ως καθαρά βεβαιωτική πράξη, η οποία δεν δίνει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο τη δυνατότητα να συνεχίσει τη διαδικασία που προβλέπεται πριν από την άσκηση της προσφυγής.
30
Το δεύτερο τμήμα του υπηρεσιακού σημειώματος που απηύθυνε στις 27 Ιουλίου 1990 η Επιτροπή προς τον προσφεύγοντα περιλαμβάνει, πρώτον, τον χαρακτηρισμό της « ενστάσεως » του προσφεύγοντος ως αιτήσεως, δεύτερον, την απόφαση αποδοχής της αιτήσεως αυτής και, τρίτον, την υπόδειξη προς τον προσφεύγοντα να αναμείνει τις αποφάσεις και τα μέτρα που θα λαμβάνονταν μετά την επανεξέταση της υπηρεσιακής καταστάσεως του. Με άλλα λόγια, πρώτον, η Επιτροπή έκρινε ότι το έγγραφο του προσφεύγοντος, της 23ης Φεβρουαρίου 1990, μπορούσε να θεωρηθεί ως αίτηση αρωγής βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ* δεύτερον, ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού και Διοικήσεως προβαίνει στην εξής διευκρίνιση προς τον προσφεύγοντα: «(...) αποφάσισα να τη δεχθώ, ενόψει του καθήκοντος που έχει το όργανο να βοηθεί τους υπαλλήλους του » τέλος, τρίτον, στον προσφεύγοντα γνωστοποιείται ότι επανεξετάζεται και θα επανεξεταστεί η υπηρεσιακή κατάσταση του εντός της ΓΔ VII και ότι θα πληροφορηθεί τα αποτελέσματα της επανεξετάσεως αυτής το ταχύτερο δυνατόν.
31
Μολονότι είναι σαφές ότι το τμήμα αυτό του σημειώματος της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1990, ενέχει στοιχεία αποφάσεως, καθόσον ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού και Διοικήσεως διευκρινίζει ότι « αποφάσισε » να δεχθεί την αίτηση αρωγής βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, η θέση αυτή του Γενικού Διευθυντή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι βλαπτική για τον προσφεύγοντα, επειδή αφενός μεν του παρέχεται ακριβώς η πληροφορία ότι αποφασίστηκε να γίνει δεκτή η αίτηση του και αφετέρου η απόφαση αυτή συνοδεύεται από απάντησηπροτροπή αναμονής της συνολικής επανεξετάσεως της υπηρεσιακής καταστάσεως του. Κατά πάγια όμως νομολογία, βλαπτικές μπορούν να θεωρούνται μόνο οι πράξεις που ενδέχεται να επηρεάζουν άμεσα μια δεδομένη νομική κατάσταση ( απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 1969, Grasselli κατά Επιτροπής, όπ.π. ). Κατά πάγια επίσης νομολογία, η απάντηση με την οποία η διοίκηση ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο ότι η αίτηση του εξετάζεται δεν αποτελεί απόφαση. Η απάντηση αυτί] δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα και, συγκεκριμένα, δεν συνεπάγεται καμία παράταση των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ (προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Απριλίου 1970 στην υπόθεση 24/69, Nebe κατά Επιτροπής, και της 17ης Φεβρουαρίου 1972 στην υπόθεση 40/71, Richez-Parise κατά Επιτροπής' βλ. επίσης προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουνίου 1987, στην υπόθεση 7/86, Vincent κατά Κοινοβουλίου ).
32
Τέλος, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με τη Διάταξη της 16ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 371/87, Προγούλης κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1988, σ. 3081 ), όταν η αίτηση του υπαλλήλου προς την AM έχει απορριφθεί σιωπηρά, η μεταγενέστερη απόφαση με την οποία η ΑΔΑ δέχεται ουσιαστικά την αίτηση αυτή δεν αποτελεί βλαπτική πράξη ανεξάρτητη της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως.
33
Απ' όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε την υποχρέωση, κατόπιν της σιωπηρής αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως του, να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ πριν από τη λήξη τρίμηνης προθεσμίας. Αφού δεν το έπραξε, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επικαλεστεί τα έννομα αποτελέσματα που ισχυρίζεται ότι απορρέουν από το σημείωμα της 27ης Ιουλίου 1990 της Επιτροπής, η ανάλυση του οποίου εκτίθεται ανωτέρω. Πράγματι, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε προσφυγής κατά βλαπτικής πράξεως της ΑΔΑ πρέπει να έχει οπωσδήποτε υποβληθεί διοικητική ένσταση, επί της οποίας να έχει ληφθεί σιωπηρή ή ρητή απορριπτική απόφαση. Η προσφυγή που ασκείται πριν από την περάτωση της διοικητικής αυτής διαδικασίας είναι πρόωρη και κατά συνέπεια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουνίου 1990 στις υποθέσεις Τ-47/89 και Τ-82/89, Marcato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Π-231 ).
34
Το έγγραφο που απηύθυνε στις 26 Οκτωβρίου 1990 προς την Επιτροπή ο προσφεύγων και το οποίο χαρακτήρισε ως « ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ » πρέπει επίσης να χαρακτηριστεί ως αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Μολονότι δηλαδή ο προσφεύγων προσδιορίζει με το έγγραφο αυτό ότι η « ένσταση » του υποβάλλεται « κατά της αποφάσεως που του κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 27ης Ιουλίου 1990 του Richard Hay, Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως, ο οποίος του ανακοίνωνε ότι, ενόψει του καθήκοντος που έχει το όργανο να βοηθεί τους υπαλλήλους του, είχε αποφασίσει να δεχθεί την αίτηση αρωγής που είχε υποβάλει ο ενιστάμενος », το έγγραφο αυτό έχει ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο με το προπαρατεθέν έγγραφο της 23ης Φεβρουαρίου 1990 και στο καταληκτικό τμήμα του διευκρινίζεται ότι « ο ενιστάμενος βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον συνοδεύεται από μέτρα που την καθιστούν ανενεργή: για παράδειγμα, δεν του ανατίθεται κανένα συγκεκριμένο έργο στον τομέα για τον οποίο είναι αρμόδιος, δεν του επιτρέπεται να παρίσταται στις συνεδριάσεις, ώστε να μπορεί να ασκεί ή να προετοιμάζεται για να ασκήσει τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, και δεν τίθεται στη διάθεση του η αναγκαία εργασιακή διάρθρωση που θα του δώσει τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά. Κατά συνέπεια, ο ενιστάμενος ζητεί από την Επιτροπή να λάβει, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου της 27ης Ιουλίου 1990 του Richard Hay, Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως, όλα τα αναγκαία μέτρα για να του δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει πράγματι τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου διοικητικής μονάδας στη θέση στην οποία διορίστηκε ».
35
Από την ανάλυση της αιτήσεως αυτής προκύπτει επομένως σαφώς ότι η αίτηση αυτή ουδόλως βάλλει κατά της θέσεως που εξέφρασε η Επιτροπή στις 27 Ιουλίου 1990, αλλ' ότι αντίθετα ζητείται από την Επιτροπή να λάβει όλες τις αποφάσεις και τα. μέτρα που είναι αναγκαία για να μπορέσει ο προσφεύγων να ασκεί πράγματι τα καθήκοντα του υπό τις προσήκουσες συνθήκες. Το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παρά ως αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Για την υποβολή άλλωστε της αιτήσεως αυτής δεν υπήρχε κανένα απολύτως τυπικό κώλυμα, αφού, κατά πάγια νομολογία, δεδομένου ότι για την υποβολή αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ δεν προβλέπεται καμία προθεσμία, ο υπάλληλος δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι υπέβαλε στην ΑΔΑ νέα αίτηση με ίδιο περιεχόμενο, ακόμη και αν ο κοινοτικός δικαστής έχει ήδη απορρίψει προσφυγή που είχε το ίδιο αντικείμενο, λόγω όμως μιας πλημμέλειας της προηγηθείσας διοικητικής διαδικασίας και μόνο, πράγμα που δεν θίγει τη δυνατότητα προσφυγής στα ένδικα μέσα που προβλέπει ο ΚΥΚ, υπό τον όρο τηρήσεως των απαιτουμένων προϋποθέσεων ( απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 29/80, Reinarz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1311 ).
36
Το γεγονός όμως ότι η διοίκηση σιώπησε σημαίνει ότι η αίτηση αυτή απορρίφθηκε σιωπηρά στις 27 Φεβρουαρίου 1991. Κατόπιν αυτού ο προσφεύγων έπρεπε να υποβάλει ένσταση κατά της σιωπηρής αυτής αποφάσεως εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Δεδομένου ότι δεν το έπραξε και για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, η παρούσα προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Μαΐου 1991, είναι απαράδεκτη, επειδή πριν από την άσκηση της δεν διεξήχθη πλήρως και νομοτύπως η προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουνίου 1990, Marcato κατά Επιτροπής, όπ.π. ).
Επί των δικαστικών εξόδων
37
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εντούτοις, κατά το άρθρο 88 του ίδιου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους τα όργανα φέρουν τα έξοδα τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα έξοδα του.
Λουξεμβούργο, 1η Οκτωβρίου 1991
Ο Γραμματέας
Η.Jung
Ο Πρόεδρος
Β. Vesterdorf
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy