Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Αγωγή - Αγωγή αποζημιώσεως που ασκήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η διοικητική διαδικασία που ορίζει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως - Απαράδεκτο
(ΚΥΚ, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι - Αγωγή - Προηγούμενη διοικητική ένσταση - Διάκριση από την αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90 PAR 1, του ΚΥΚ - Διάκριση που ανήκει στην εκτίμηση του δικαστή
(ΚΥΚ, άρθρο 90 PAR PAR 1 και 2)
Περίληψη
1. Στο σύστημα των ενδίκων μέσων που έχουν καθιερώσει τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, η αγωγή αποζημιώσεως, η οποία συνιστά αυτοτελές ένδικο μέσο σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως, είναι παραδεκτή μόνον όταν έχει προηγηθεί αυτής η διοικητική διαδικασία που ορίζουν οι διατάξεις του ΚΥΚ. Η διαδικασία αυτή διαφέρει ανάλογα με το αν η ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση προκύπτει από βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90 PAR 2 του ΚΥΚ ή από ενέργεια της διοικήσεως που στερείται εκτελεστού χαρακτήρα.
Στην πρώτη περίπτωση απόκειται στον ενδιαφερόμενο να υποβάλει εντός της τασσομένης προθεσμίας στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ)
ένσταση στρεφόμενη κατά της οικείας πράξεως. Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, η διοικητική διαδικασία πρέπει να αρχίζει με την υποβολή αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 90 PAR 1 του ΚΥΚ, με την οποία να ζητείται η παροχή αποζημιώσεως. Η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη αυτής της αιτήσεως αποτελεί τη βλαπτική απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί ένσταση και μόνο μετά τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της ενστάσεως αυτής μπορεί να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου.
2. Προκειμένου περί του χαρακτηρισμού εγγράφου που απευθύνεται από υπάλληλο στην ΑΔΑ ως αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 90 PAR 1 του ΚΥΚ ή ως ενστάσεως κατά την έννοια της PAR 2 του ίδιου άρθρου, το Πρωτοδικείο δεν δεσμεύεται από τη βούληση των διαδίκων.
Οσάκις από την έρευνα των γεγονότων της συγκεκριμένης περιπτώσεως προκύπτει ότι το έγγραφο που ο ενάγων χαρακτήρισε ως ένσταση περιλαμβάνει πρόσκληση προς την ΑΔΑ να εκδώσει απόφαση και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμφισβήτηση αποφάσεως ρητής ή σιωπηρής η οποία βλάπτει τον ενδιαφερόμενο, το εν λόγω έγγραφο πρέπει να θεωρείται ως αίτηση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση Τ-64/91,
Antonio Marcato, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Abano-Terme (Ιταλία), εκπροσωπούμενος από τον G. Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο A. Schmitt, 65, avenue Guillaume,
ενάγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J. Griesmar, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που φέρεται να υπέστη ο ενάγων στο πλαίσιο των καθηκόντων του,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, D. Barrington και H. Kirschner, δικαστές,
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Περιστατικά, διαδικασία και αιτήματα
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Σεπτεμβρίου 1991, ο Antonio Marcato, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής, άσκησε αγωγή με την οποία ζητεί από το Πρωτοδικείο να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό του 1 470 000 βελγικών φράγκων (BFR) για αποκατάσταση της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη από το γεγονός ότι υποχρεώθηκε - κατά τους ισχυρισμούς του - να ζητήσει την πρόωρη συνταξιοδότησή του και το ποσό του 1 000 000 BFR ως ικανοποίηση για τις ταπεινώσεις και ενοχλήσεις τις οποίες - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του - υπέστη.
2 Ο ενάγων, γεννηθείς το 1928, ήταν υπάλληλος βαθμού Β 3 στη ΓΔ ΧΙΧ της Επιτροπής. Κατόπιν αιτήσεώς του συνταξιοδοτήθηκε προώρως από 1ης Μαΐου 1990.
3 Επειδή δεν εγγράφηκε στον πίνακα των υπαλλήλων των πλέον άξιων για να προαχθούν κατά το έτος 1988 στον βαθμό Β 2, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου δύο προσφυγές ζητώντας την ακύρωση του πίνακα αυτού (υποθέσεις 317/88, η οποία κατέστη η Τ-47/89 μετά από παραπομπή στο Πρωτοδικείο, και 115/89, η οποία κατέστη η Τ-82/89). Αφού απέρριψε την προσφυγή στην υπόθεση Τ-47/89 ως απαράδεκτη (απόφαση της 20ής Ιουνίου 1990, Τ-47/89 και Τ-82/89, Marcato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-231), το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση που απέκλεισε τον ενάγοντα από τον εν λόγω πίνακα με την απόφασή του της 5ης Δεκεμβρίου 1990, Τ-82/89, Marcato κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-735). Η ακύρωση απαγγέλθηκε για τον λόγο ότι η επίδικη απόφαση στηρίχθηκε στις
προφορικές δηλώσεις στις οποίες προέβη ο βοηθός του γενικού διευθυντή της ΓΔ ΧΙΧ ενώπιον της επιτροπής προαγωγών. Αντίθετα προς ό,τι ορίζει το άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), οι δηλώσεις αυτές ούτε καταγράφηκαν ούτε καταχωρίσθηκαν στον ατομικό φάκελο του ενάγοντος. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του υποβολής των παρατηρήσεών του επί του θέματος αυτού, πράγμα που αποτελούσε προσβολή του δικαιώματός του άμυνας. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο ενάγων δεν είχε απωλέσει το έννομο συμφέρον του να ζητήσει την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως από το γεγονός ότι συνταξιοδοτήθηκε, διότι είχε διατηρήσει τη δυνατότητα να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που θα μπορούσε να έχει τυχόν υποστεί από την επίδικη πράξη (σκέψη 54 της αποφάσεως). Οι δύο αποφάσεις απέκτησαν ισχύ δεδικασμένου.
4 Τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής προαγωγών της 15ης και της 16ης Ιουνίου 1988, όπου ο βοηθός του γενικού διευθυντή προέβη στις προαναφερθείσες δηλώσεις, περιελήφθησαν στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 1990, που αναφέρθηκε πιο πάνω (σκέψη 7 της αποφάσεως):
"Η επιτροπή προαγωγών λαμβάνει υπόψη τις λεπτομερείς εξηγήσεις που παρέσχε ο εκπρόσωπος της ΓΔ ΧΙΧ σχετικά με τη συμπεριφορά του Marcato (sic). Διαπιστώνει ότι η γνώμη αυτή αντιστοιχεί σε αυτές που εξέφρασαν κατά τη διάρκεια των προηγουμένων ετών άλλοι εκπρόσωποι της ΓΔ ΧΙΧ και επομένως επιβεβαιώνεται. Παρατηρώντας εντούτοις ότι υπάρχουν ορισμένες διαφορές στις εκθέσεις που αφορούν τον Marcato, η επιτροπή προαγωγών θεωρεί ότι πρέπει να διευκρινιστεί η γνώμη που έχουν για τον Marcato οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του".
5 Η εναγομένη επισύναψε στο υπόμνημα ανταπαντήσεώς της στην υπόθεση 317/88 (η οποία κατέστη η Τ-47/89) δύο πρακτικά συζητήσεων που
είχε ο ενάγων με τους ιεραρχικώς προϊσταμένους του τον Απρίλιο και τον Ιούνιο του 1989. Το Πρωτοδικείο εξήρεσε τα εν λόγω πρακτικά από τη συζήτηση με Διάταξη της 6ης Δεκεμβρίου 1989. Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε νέα προσφυγή-αγωγή με την οποία ζήτησε κυρίως την ακύρωση των δύο πρακτικών καθώς και την επιδίκαση συμβολικώς ενός ECU για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που φέρεται ότι υπέστη. Η προσφυγή-αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Σεπτεμβρίου 1991, Τ-5/90, Marcato κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-731) για τον λόγο ότι δεν είχε προηγηθεί η σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ διοικητική διαδικασία. Η απόφαση αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.
6 Στις 6 Φεβρουαρίου 1991 ο ενάγων υπέβαλε στην Επιτροπή έγγραφο με τον τίτλο "ένσταση", το αντικείμενο του οποίου χαρακτηρίστηκε ως "ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 του ΚΥΚ". Στο προβλεπόμενο από την Επιτροπή έντυπο, τόσο για την καταχώρηση των αιτήσεων όσο και των ενστάσεων το οποίο φέρει τον τίτλο "αίτηση/ένσταση", δεν έχει διαγραφεί καμία από τις δύο αυτές ενδείξεις. Με το εν λόγω έγγραφο ο ενάγων ζητούσε αποζημίωση την οποία αποτιμούσε κατά τον εξής τρόπο:
- οικονομική απώλεια 42 000 BFR κατά μήνα επί 35 μήνες, ήτοι 1 470 000 BFR, οφειλόμενη στο γεγονός ότι υποχρεώθηκε να ζητήσει την πρόωρη συνταξιοδότησή του
- αποζημίωση για τις ταπεινώσεις και ενοχλήσεις που υπέστη επί μακρά περίοδο και οι οποίες κατέληξαν στην επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του: 1 000 000 BFR.
7 Για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του αυτούς, ο ενάγων υποστηρίζει κυρίως ότι μια "εκστρατεία δυσφημίσεως" διεξήχθη εναντίον του από δύο διαδοχικούς βοηθούς του γενικού διευθυντή της ΓΔ ΧΙΧ, Leygues και Bruechert, και από τον άμεσο ιεραρχικό προϊστάμενό του, Lemoine, οι οποίοι, και οι τρεις, ήταν αντίθετοι στην προαγωγή του εκφράζοντας επικρίσεις γι' αυτόν ενώπιον της επιτροπής προαγωγών. 'Οταν πληροφορήθηκε τις επικρίσεις που προέρχονταν από τον Lemoine για πρώτη φορά από τους εκπροσώπους του προσωπικού εντός της επιτροπής προαγωγών, ο ενάγων μίλησε μαζί του για τη στάση αυτή τον Ιούλιο του 1985. Ανέφερε ότι είχε αρχίσει να συναντά δυσκολίες στην εργασία του μετά τη συζήτηση αυτή, κατόπιν της οποίας του ανατέθηκαν άλλα καθήκοντα, ώστε να θεωρεί ότι τέθηκε σε "κατάσταση ενεργούς αδρανείας, δηλαδή στην πραγματικότητα 'σε δευτερεύουσα θέση' ". Κατά τον ενάγοντα, η κατάσταση που δημιουργήθηκε από τους Leygues, Bruechert και Lemoine τον εξόργισε και κατέληξε σε πραγματική εξάντληση ψυχική και φυσική, πράγμα που τον εξανάγκασε να ζητήσει την πρόωρη συνταξιοδότησή του τρία έτη πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία.
8 Στις 15 Φεβρουαρίου 1991 η Επιτροπή έστειλε στον ενάγοντα ένα σημείωμα, με στερεότυπη εμφάνιση, που είχε ως αντικείμενο την "ένστασή σας δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (...)", που τον πληροφορούσε για το τμήμα και το πρόσωπο που επιφορτίστηκαν να ερευνήσουν τον φάκελό του και με το οποίο του προσφέρθηκε η δυνατότητα συνεντεύξεως. Στη συνέχεια, με τηλεομοιοτυπία της 29ης Μαΐου 1991, γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα ότι "η αίτησή του 20/91 κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ" θα υποβαλόταν στις 5 Ιουνίου 1991 στην ομάδα "ενδοϋπηρεσιακά-ενστάσεις" της Επιτροπής. Εφιστάτο η προσοχή του ενάγοντος στο "γεγονός ότι οι κανόνες (...) σχετικά με τη διεκπεραίωση των ενστάσεων δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση". Ο ενάγων παρακλήθηκε να γνωστοποιήσει τη λήψη του εγγράφου
αυτού με τηλεομοιοτυπία στην Επιτροπή.
9 Ο ενάγων απάντησε με τηλεομοιοτυπία της 30ής Μαΐου 1991 ως εξής:
"Ευχαριστώ για την πρόσκλησή σας ως συνέχεια (sic) της ενστάσεώς μου κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ που υπέβαλα στις 6.2.1991 (...)".
10 Η συνεδρίαση της ομάδας "ενδοϋπηρεσιακά" της Επιτροπής έγινε στις 5 Ιουνίου 1991. Στη συνέχεια ο ενάγων δεν έλαβε ρητή απάντηση από τη διοίκηση.
11 Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο ενάγων άσκησε την παρούσα αγωγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Σεπτεμβρίου 1991.
12 Με υπόμνημα της 8ης Οκτωβρίου 1991 η Επιτροπή προέβαλε κατά της αγωγής απαράδεκτο δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και ζήτησε να κριθεί το αίτημά της χωρίς να γίνει συζήτηση επί της ουσίας. Ο ενάγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί του απαραδέκτου με υπόμνημα που κατέθεσε στις 4 Δεκεμβρίου 1991 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου.
13 Στη διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την παρούσα αγωγή ως απαράδεκτη
- να κρίνει κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
Ο ενάγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να κρίνει την παρούσα αγωγή παραδεκτή, κατά συνέπεια δε να απορρίψει τις ενστάσεις απαραδέκτου που υπέβαλε η Επιτροπή
- σε κάθε περίπτωση, να συνεξετάσει το παραδεκτό με την ουσία της υποθέσεως και να προχωρήσει συνεπώς η δίκη
- να καταδικάσει την εναγομένη στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
14 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει επαρκώς διαφωτιστεί από την εξέταση των στοιχείων του φακέλου και ότι δεν υπάρχει λόγος να διεξαχθεί προφορική διαδικασία.
Επί του παραδεκτού
15 Η Επιτροπή υπογραμμίζει προεισαγωγικώς ότι η αναφορά στη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 1990 αφορούσε τη ζημία που θα μπορούσε να έχει υποστεί ο ενάγων λόγω του αποκλεισμού του από τον πίνακα των υπαλλήλων των πλέον άξιων κατά το 1988, ενώ η παρούσα αγωγή αφορά διαφορετική ζημία.
16 Για να στηρίξει την ένστασή της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή είναι απαράδεκτη, διότι δεν προηγήθηκε αυτής η διοικητική διαδικασία που ορίζουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Θεωρεί το έγγραφο που φέρει τον τίτλο "ένσταση", που υποβλήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1991 από τον ενάγοντα, ως αίτηση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του
ΚΥΚ, η σιωπηρή απόρριψη του οποίου, η οποία επήλθε στις 6 Ιουνίου 1991, αποτελεί "νομική βλαπτική πράξη". Εφόσον ο ενάγων δεν άσκησε ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατά της σιωπηρής αυτής απορριπτικής αποφάσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 91, παράγραφος 2, εμποδίζει το παραδεκτό της αγωγής.
17 Κατά την Επιτροπή, δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη περίπτωση το ότι πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως. Υπενθυμίζει ότι οι αγωγές αποζημιώσεως οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εργασίας που συνδέει τον υπάλληλο με το όργανο στο οποίο υπάγεται δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά σε εκείνο του άρθρου 179 της Συνθήκης και των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ. Από αυτό συνάγει ότι της δίκης περί αποζημιώσεως πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να έχει προηγηθεί βλαπτική πράξη, η οποία θα πρέπει στη συνέχεια να αποτέλεσε αντικείμενο ενστάσεως που απορρίφθηκε μεταγενεστέρως. Επικαλείται δε την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 32/68, Grasselli κατά Επιτροπής (Rec. 1969, σ. 505, 511), σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η δεκάτη φράση του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ δεν παρέχει στον κοινοτικό δικαστή αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας παρά μόνο στην περίπτωση υπάρξεως διαφοράς η οποία αφορά τη νομιμότητα βλαπτικής πράξεως κατά την έννοια της πρώτης φράσεως του άρθρου 91, παράγραφος 1, και δέχεται ότι, ελλείψει ακυρωτικού αιτήματος, η δίκη αποζημιώσεως εκφεύγει της αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου.
18 Η Επιτροπή αναφέρεται εξάλλου στην προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Σεπτεμβρίου 1991, Τ-5/90, Marcato κατά Επιτροπής, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, στην περίπτωση αγωγής αποκαταστάσεως ζημίας που φέρεται να επήλθε από ενέργειες που στερούνται εννόμων αποτελεσμάτων, η διοικητική διαδικασία πρέπει να αρχίζει με αίτηση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, η οποία καλεί
την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) να αποκαταστήσει τη ζημία αυτή και ότι μόνο κατά της απορρίψεως αυτής της αιτήσεως μπορεί να υποβάλει ο ενδιαφερόμενος ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
19 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο ενάγων υποστηρίζει ότι υπέβαλε ένσταση και όχι αίτηση, όπως ανέφερε στην τηλεομοιοτυπία του της 30ής Μαΐου 1991, που αναφέρθηκε πιο πάνω. Υπογραμμίζει πάντως ότι οι "ενέργειες" των Bruechert, Leygues και Lemoine, κατά των οποίων στρέφεται αυτή η ένσταση, δεν αποτελούν βλαπτικές πράξεις, διότι δεν έχουν τον χαρακτήρα της αποφάσεως. Προσθέτει πάντως ότι σε κάθε περίπτωση, αν οι ενέργειες αυτές ήταν βλαπτικές πράξεις, η ένσταση του ενάγοντος κατά των πράξεων αυτών ήταν εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι προηγήθηκαν κατά πολλά έτη της ημερομηνίας που φέρει η ένσταση.
20 Κατά την Επιτροπή, δεν έχει επίσης τη σημασία ότι ο ενάγων, όπως υποστηρίζει στην αγωγή του, υπέβαλε την ένστασή του εντός προθεσμίας τριών μηνών από της εκδόσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 1990. Διερωτάται επί του θέματος αυτού πώς ο προσφεύγων μπόρεσε να ανακαλύψει στην απόφαση αυτή (που τον δικαίωσε) πράξη που να του παρέχει, όπως μια βλαπτική πράξη, προθεσμία σύμφωνα με τον ΚΥΚ για να υποβάλει ένσταση.
21 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εναγομένη θεωρεί ότι όποια και αν είναι η νομική φύση του εγγράφου της 6ης Φεβρουαρίου 1991 (αίτηση ή ένσταση), η παρούσα αγωγή είναι απαράδεκτη.
22 Ο ενάγων προέβαλε στην αγωγή του ότι εξάντλησε ορθώς τη διοικητική διαδικασία, δεδομένου ότι υπέβαλε την ένστασή του "εντός της προθεσμίας τριών μηνών από της ημερομηνίας της αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 1990" και ότι η ένσταση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο σιωπηράς απορρίψεως στις 6 Ιουνίου 1991. Προσέθεσε δε ότι το έννομό του συμφέρον για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και ότι οι δυσφημιστικές εις βάρος του κακολογίες αποτελούν βλαπτικές πράξεις.
23 Στις παρατηρήσεις του απαντώντας στην ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, ο ενάγων βεβαιώνει ότι η παρούσα αγωγή δεν αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν από την Επιτροπή εις εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 1990, Τ-82/89, Marcato, αλλά επιδιώκει επανόρθωση ανεξάρτητη και συμπληρωματική εκείνης που μπορεί ενδεχομένως να αξιώσει στη συνέχεια της εκτελέσεως της πιο πάνω αποφάσεως.
24 'Οσον αφορά το παραδεκτό της παρούσας αγωγής, ο ενάγων επικαλείται καταρχάς την τελευταία φράση του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ η οποία παρέχει, στις διαφορές που έχουν χρηματικό χαρακτήρα, αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας στον κοινοτικό δικαστή. Από αυτό συνάγει ότι μπορεί να αξιώσει, αυτοτελώς, την αποκατάσταση της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη, αρκεί να έχει προηγουμένως εξαντλήσει τη διαδικασία του άρθρου 90 του ΚΥΚ.
25 Ο ενάγων εκτιμά ότι το άρθρο 90 πρέπει να ερμηνευθεί, προκειμένου περί αγωγής αποζημιώσεως, με την πρωταρχική του λειτουργία, δηλαδή εκείνη που επιτρέπει στην ΑΔΑ να λάβει θέση, πριν ασκηθεί αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, επί των αξιώσεων του ενδιαφερομένου στο ζήτημα της αποζημιώσεως. Υπενθυμίζει ότι η πρωταρχική ουσιαστική προϋπόθεση μιας
τέτοιας αγωγής είναι η ύπαρξη υπηρεσιακού πταίσματος και ότι το πταίσμα αυτό μπορεί να έχει είτε τη μορφή εκτελεστής πράξεως είτε τη μορφή πράξεων αμιγώς υλικών. Κατά τον ενάγοντα, η ένσταση μπορεί εγκύρως να στρέφεται κατά της υπαίτιας συμπεριφοράς η οποία αποτελεί την αιτία της ζημίας, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για πράξη εκτελεστή ή μη.
26 Ο ενάγων είναι της γνώμης ότι στην προκειμένη περίπτωση η υπαίτια αυτή συμπεριφορά αποτελείται από τις δυσφημιστικές κακολογίες οι οποίες, χωρίς να συνιστούν νομικές πράξεις εκτελεστού χαρακτήρα, αποτελούν εκδηλώσεις δολίας προαιρέσεως και ως τοιαύτες μπορούν να δώσουν λαβή σε αποζημίωση.
27 Ο ενάγων εκτιμά ότι δεν ταιριάζει καθόλου στην προκειμένη περίπτωση να απαιτείται να έχει υποβάλει προηγουμένως αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ για να επιτύχει απόφαση της ΑΔΑ ως προς τις αξιώσεις του αποζημιώσεως. Κατ' αυτόν, δεν υπάρχει τίποτε στην προκειμένη περίπτωση που να ζητήσει από την ΑΔΑ κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, δεδομένου ότι δεν απαιτείται τέτοια διαδικασία παρά μόνον όταν ο ενδιαφερόμενος ζητεί τη λήψη θέσεως ικανής να παραγάγει βλαπτική πράξη.
28 Ο ενάγων προσθέτει ότι η υπαίτια συμπεριφορά που αποτελεί την αιτία της ζημίας διαπιστώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 1990. Εκτιμά δε ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, καλώς υπέβαλε, εντός προθεσμίας τριών μηνών από της αποφάσεως αυτής, ένσταση κατά της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς, η οποία τον έβλαψε, προκειμένου να τηρήσει την αρχή κατά την οποία η διοίκηση πρέπει να έχει λάβει προηγουμένως γνώση της αμφισβητήσεως πριν αχθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
29 Τέλος, ο ενάγων αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία η αγωγή αποζημιώσεως είναι αναγκαστικά επικουρική του ακυρωτικού αιτήματος. Θεωρεί δε ότι η διατύπωση της προαναφερθείσας αποφάσεως της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 32/68, Grasselli, την οποία επικαλείται σχετικά η Επιτροπή, εννοεί απλώς ότι πρέπει να υφίσταται πραγματική αμφισβήτηση μεταξύ του υπαλλήλου και του οργάνου στο οποίο υπάγεται και ότι η διαφορά δεν μπορεί να αχθεί προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου παρά μόνο μετά την εξάντληση της προηγουμένης διοικητικής διαδικασίας. Κατά τον ενάγοντα, κανένα ερμηνευτικό στοιχείο στηριζόμενο στη συσχέτιση των νομοθετικών κειμένων δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι η αρχή της αυτονομίας της αγωγής αποζημιώσεως, η οποία έχει επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις ένδικες διαφορές μεταξύ κοινοτικών οργάνων και υπαλλήλων τους. Προσθέτει τέλος ότι τα πράγματα θα είχαν άλλως μόνο στην εξαιρετική περίπτωση όπου η αγωγή αποζημιώσεως θα απέβλεπε στην καταβολή ποσού το ύψος του οποίου θα αντιστοιχούσε ακριβώς στο όφελος που θα αποκτούσε ο ενάγων από την ακύρωση μιας ατομικής πράξεως, πράγμα που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
30 Καταρχάς πρέπει να απορριφθεί η άποψη της Επιτροπής, η οποία στηρίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 32/68, Grasselli, κατά την οποία, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους η αγωγή αποζημιώσεως είναι παραδεκτή μόνον όταν συνοδεύεται με ακυρωτικό αίτημα. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο μεταγενέστερα, ιδίως με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1975, 9/75, Meyer-Burckhardt κατά Επιτροπής (Rec. 1975, σ. 1171, 1182), η προσφυγή ακυρώσεως και η αγωγή αποζημιώσεως αποτελούν αυτοτελή ένδικα μέσα, όχι μόνον όταν ασκούνται βάσει των άρθρων 173 και 178 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά και όταν πρόκειται για διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και
των υπαλλήλων τους, όπως αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 179 της εν λόγω Συνθήκης. Κατόπιν αυτού, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιλέξει είτε το ένα ένδικο μέσο είτε το άλλο είτε και τα δύο μαζί, αρκεί να τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.
31 Το παραδεκτό της παρούσας αγωγής αποζημιώσεως εξαρτάται επομένως από το ζήτημα αν τηρήθηκε η διοικητική διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.
32 Πρέπει να τονιστεί σχετικά ότι η διοικητική διαδικασία που απαιτεί ο ΚΥΚ είναι διαφορετική στην περίπτωση που η ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση οφείλεται σε βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, από εκείνη που απαιτείται στην περίπτωση όπου η ζημία οφείλεται σε συμπεριφορά που στερείται εκτελεστού χαρακτήρα.
33 Στην πρώτη περίπτωση το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως υπόκειται στην προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε στην ΑΔΑ εντός της τασσομένης προθεσμίας ένσταση κατά της πράξεως που του προξένησε ζημία και ότι άσκησε την αγωγή εντός προθεσμίας τριών μηνών από της απορρίψεως της ενστάσεως αυτής (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1975, 9/75, Meyer-Burckhardt, σ. 1182 επ.). Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, η διοικητική διαδικασία που πρέπει υποχρεωτικά να προηγείται της αγωγής αποζημιώσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, περιλαμβάνει δύο φάσεις. Καταρχάς ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει στην ΑΔΑ αίτηση ζητώντας να αποζημιωθεί. Η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη αυτής της αιτήσεως και μόνον αποτελεί βλαπτική απόφαση κατά της οποίας μπορεί να στραφεί η ένσταση, μόνο δε μετά την απόφαση που απορρίπτει ρητά ή σιωπηρά αυτή την ένσταση μπορεί να ασκηθεί αγωγή
αποζημιώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Σεπτεμβρίου 1991, Τ-5/90, Marcato, σκέψη 50 επ., και την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1989, 200/87, Giordani, Συλλογή 1989, σ. 1877, 1901).
34 Κατ' αυτής της απαιτήσεως περί προηγουμένης διαδικασίας σε δύο φάσεις ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αρκεί, για να επιτευχθεί ο σκοπός του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, δηλαδή να πληροφορηθεί η ΑΔΑ τα παράπονα του ενδιαφερομένου προκειμένου να επιτρέψει ή να ευνοήσει φιλικό διακανονισμό της διαφοράς, να υποβάλει στην ΑΔΑ, πριν ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, ένσταση κατά των ενεργειών οι οποίες, χωρίς να παράγουν έννομα αποτελέσματα, αποτελούν πταίσματα της υπηρεσίας που προκάλεσαν ζημία. Η θεωρία αυτή όμως προσκρούει στο γράμμα των οικείων διατάξεων και είναι ασυμβίβαστη με το σύστημα των ενδίκων μέσων που καθιέρωσαν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Το σύστημα αυτό δεν επιτρέπει την προσφυγή στον κοινοτικό δικαστή παρά μόνον όταν υπήρξε πράξη που παρήγαγε νομικά αποτελέσματα που μπορεί να συνίσταται ενδεχομένως σε σιωπηρή απόφαση απορρίψεως αιτήσεως, η δε ένσταση του ενδιαφερομένου κατά της πράξεως αυτής να έχει απορριφθεί. Αντιθέτως, ελλείψει τέτοιας πράξεως, δεν αρκεί να ζητείται αποζημίωση για πρώτη φορά όταν ο ενδιαφερόμενος ασκεί ένσταση (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1989, 200/87, Giordani).
35 Πρέπει να προστεθεί ότι η ερμηνεία του ΚΥΚ την οποία αναπτύσσει ο ενάγων είναι, στην περίπτωση σειράς ζημιογόνων γεγονότων, ασυμβίβαστη με το σύστημα των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 90 του ΚΥΚ. Κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η προθεσμία υποβολής ενστάσεως αρχίζει, ανάλογα με την περίπτωση, σε ακριβώς καθορισμένες ημερομηνίες. Η δημοσίευση της πράξεως, η κοινοποίηση της αποφάσεως, η ημέρα κατά την
οποία έλαβε γνώση αυτής ο ενδιαφερόμενος ή η παρέλευση της προθεσμίας αποτελούν συγκεκριμένα στοιχεία που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό ακριβώς της ενάρξεως της προθεσμίας. Στην περίπτωση σειράς επιζημίων γεγονότων, ελλείπει προφανώς τέτοια ακριβής ημερομηνία. Επομένως, προς το συμφέρον της ασφαλείας δικαίου παρίσταται προφανής η ανάγκη της αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
36 Ο ενάγων υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπου πρόκειται επίσης για σειρά γεγονότων που θεωρεί ως υπηρεσιακά πταίσματα, η προθεσμία άρχισε από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 1990, Τ-82/89, Marcato. Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο ΚΥΚ δεν περιλαμβάνει διατάξεις που να επιτρέπουν τη χρήση της ημερομηνίας δημοσιεύσεως μιας αποφάσεως ως αφετηρίας της προθεσμίας υποβολής ενστάσεως. Η δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως δεν απάλλαξε επομένως τον ενάγοντα από την υποχρέωση τηρήσεως της διοικητικής διαδικασίας που προβλέπει ο ΚΥΚ.
37 Ούτε μπορεί να υποστηρίξει ο ενάγων ότι έλαβε γνώση των γεγονότων που επικαλείται την ημέρα δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως. Πρέπει σχετικά να τονιστεί ότι στη σκέψη 7 της αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 1990, την οποία επικαλείται ο ενάγων, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να παραθέσει ένα απόσπασμα των πρακτικών των συνεδριάσεων της επιτροπής προαγωγών της 15ης και 16ης Ιουνίου 1988. Τα πρακτικά αυτά είχαν ήδη επισυναφθεί ως παράρτημα στο υπόμνημα αντικρούσεως, της 28ης Μαρτίου 1989, που κατέθεσε η Επιτροπή στην υπόθεση 317/88 (που κατέστη η Τ-47/89). Ο ενάγων είχε επομένως πληροφορηθεί τα εν λόγω γεγονότα πολύ πριν το Πρωτοδικείο εκδώσει την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1990.
38 Κατά συνέπεια, η άποψη του ενάγοντος κατά την οποία, στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως, μπορεί να υποβληθεί ένσταση κατά κάθε ενεργείας που συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα, ανεξαρτήτως του
εκτελεστού ή αμιγώς υλικού χαρακτήρα της ενεργείας αυτής, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
39 Πρέπει επομένως να προσδιοριστεί αν η ενέργεια στην οποία φέρεται να οφείλεται η ζημία, την αποκατάσταση της οποίας ζητεί ο ενάγων, αποτελεί βλαπτική ή μη βλαπτική πράξη.
40 Κατά τον ενάγοντα, η ζημία για την οποία παραπονείται απορρέει από δηλώσεις που φέρονται ως δυσφημιστικές και έγιναν γι' αυτόν στο πλαίσιο των επιτροπών προαγωγών σε διάφορα οικονομικά έτη και σε "ταπεινώσεις και ενοχλήσεις" των οποίων αποτέλεσε αντικείμενο. Επομένως, όπως δέχεται ο ίδιος ο ενάγων, οι ενέργειες αυτές αποτελούν αμιγώς υλικά γεγονότα, στερούμενα εκτελεστού χαρακτήρα. Δεν μπορούσαν επομένως να θίξουν τη νομική κατάσταση του ενάγοντος.
41 Η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζεται καθόλου από το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή αποζημιώσεως ασκήθηκε κατόπιν της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση Τ-82/89. Ο ενάγων επικαλείται την απόφαση αυτή για να αποδείξει το βάσιμο των ισχυρισμών του ως προς την ύπαρξη ορισμένων υπηρεσιακών πταισμάτων που προηγήθηκαν της προσβαλλομένης αποφάσεως στην υπόθεση Τ-82/89 τα οποία, κατά την άποψή του, όχι μόνο κατέστησαν παράνομη την εν λόγω απόφαση, αλλά επιπλέον του προκάλεσαν ζημία η οποία βαίνει πέραν των συνεπειών αυτής. Το γεγονός ότι τα υλικά αυτά γεγονότα έγιναν δεκτά από το Πρωτοδικείο για να διαπιστώσει ότι η απόφαση, κατά την προπαρασκευή της οποίας συνέβησαν, ήταν πλημμελής, δεν προσδίδει εκτελεστότητα στις ενέργειες αυτές. Επομένως, η ζημία την οποία προβάλλει ο ενάγων δεν προέρχεται από βλαπτικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, ο ΚΥΚ απαιτεί στην προκειμένη περίπτωση διοικητική διαδικασία σε δύο φάσεις.
42 Επομένως, ο ενάγων έπρεπε πρώτα να υποβάλει αίτηση ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας για την οποία παραπονείται.
43 Στις 6 Φεβρουαρίου 1991 υπέβαλε έγγραφο με τον τίτλο "ένσταση" και στην τηλεομοιοτυπία του της 30ής Μαΐου 1991 βεβαίωσε ότι σκόπευε να υποβάλει στην ΑΔΑ ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Ναι μεν ο ενάγων δεν είχε την πρόθεση να υποβάλει αίτηση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, πρέπει όμως να επισημανθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν δεσμεύεται από τη βούληση των διαδίκων όταν πρόκειται για χαρακτηρισμό εγγράφου που υπέβαλε ο ενάγων ως "αίτηση" ή "ένσταση" (βλ. τη Διάταξη του Πρωτοδικείου της 1ης Οκτωβρίου 1991, Τ-38/91, Κούσιος κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-763, σκέψη 25).
44 Υπό την έποψη αυτή πρέπει να τονιστεί ότι το έγγραφο που φέρει τον τίτλο "ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 του ΚΥΚ" που υπέβαλε ο ενάγων περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία ουσιαστικά ταιριάζουν περισσότερο σε αίτηση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, παρά σε ένσταση δυνάμει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου. 'Ετσι, ο σκοπός που επιδιώκει ο ενάγων είναι να επιτύχει την καταβολή ποσού 2 470 000 BFR. Με το έγγραφο αυτό κάλεσε την ΑΔΑ να αποφασίσει να του χορηγήσει το ποσό αυτό. Επομένως, η πρόσκληση που απηύθυνε στην ΑΔΑ να λάβει απόφαση αποτελεί το τυπικό περιεχόμενο αιτήσεως δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Το τυπικό περιεχόμενο μιας ενστάσεως, αντιθέτως, είναι να ζητείται από την ΑΔΑ να ακυρώσει απόφαση, ρητή ή σιωπηρή, που έχει ήδη λάβει για έναν υπάλληλο. 'Ομως, με το εν λόγω έγγραφο ο ενάγων δεν ζήτησε από την ΑΔΑ να επανεξετάσει κάποιο μέτρο που έλαβε γι'
αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση επομένως τα περιστατικά διαφέρουν τόσον από την περίπτωση όπου η αποζημίωση ζητείται συγχρόνως με την ακύρωση μιας βλαπτικής πράξεως (βλ. παραδείγματος χάρη, την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1989, 200/87, Giordani), όσο και από την περίπτωση όπου ο υπάλληλος ζητεί από την ΑΔΑ να ακυρώσει μια φερομένη απόφαση, η οποία στην πραγματικότητα δεν τον βλάπτει (βλ., παραδείγματος χάρη, την προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Σεπτεμβρίου 1991, Τ-5/90, Marcato). Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις το έγγραφο που υπέβαλε ο υπάλληλος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένσταση, έστω και αν αυτή μπορούσε ενδεχομένως να είναι απαράδεκτη. Αντιστρόφως όμως, στην προκειμένη περίπτωση το έγγραφο που υπέβαλε ο ενάγων δεν έχει το περιεχόμενο ενστάσεως.
45 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η επιστολή της 6ης Φεβρουαρίου 1991, παρά τον χαρακτηρισμό της ως "ενστάσεως" από τον ενάγοντα, αποτελούσε στην πραγματικότητα αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Πρέπει να προστεθεί ότι ο ενάγων ενημερώθηκε γι' αυτό με τηλεομοιοτυπία που του έστειλαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής στις 29 Μαΐου 1991, έστω και αν οι υπηρεσίες αυτές έκαναν χρήση, στο έγγραφό τους της 15ης Φεβρουαρίου 1991, της εννοίας της ενστάσεως.
46 Η αίτηση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, στις 6 Ιουνίου 1991. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως δεν υποβλήθηκε ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. 'Ετσι, δεν προηγήθηκε η διοικητική διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Επομένως, η παρούσα αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Κατά το άρθρο όμως 88 του ίδιου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 25 Φεβρουαρίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy