Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Αντικείμενο - Εντολή προς τη διοίκηση - Απαράδεκτο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρο 91)
2. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Προηγούμενη διοικητική ένσταση - Προθεσμία - Δημοσίας τάξεως - Προσφυγή ασκούμενη πριν από την απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως - Απαράδεκτο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι - Αγωγή - Αγωγή αποζημιώσεως - Ισχυρισμοί - Παράνομος χαρακτήρας αποφάσεως της Αρμοδίας για τους Διορισμούς Αρχής μη προσβληθείσας εντός της τασσομένης προθεσμίας - Απαράδεκτο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
4. Υπάλληλοι - Αγωγή - Άσκηση αγωγής αποζημιώσεως χωρίς να έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη στον ΚΥΚ προηγούμενη διοικητική διαδικασία - Απαράδεκτο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-72/91,
Andrew Macrae Moat, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος από τον Eric Moons, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Lucy Dupong, 14 A, rue des Bains,
προσφεύγων-ενάγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Thomas F. Cusack, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής-εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή-αγωγή με την οποία ζητείται να διαταχθεί η προαγωγή του προσφεύγοντος στον βαθμό Α 3, η αντίστοιχη στον βαθμό αυτό μισθοδότησή του, αναδρομικώς από 1ης Δεκεμβρίου 1986 και η επιδίκαση εις βάρος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Επιτροπή) αποζημιώσεως,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Garcia-Valdecasas, Πρόεδρο, R. Schintgen και C. P. Briet, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Σκεπτικό της απόφασης
1 Ο Andrew Macrae Moat, προσφεύγων-ενάγων, είναι υπάλληλος της Επιτροπής βαθμού Α4. Επικαλούμενος το γεγονός ότι από το 1981 όλες οι εκθέσεις βαθμολογίας του είναι εγκωμιαστικές ως προς τις διευθυντικές ικανότητές του και προτείνεται με αυτές η προαγωγή του, υποστηρίζει ότι θεμιτώς αξιώνει προαγωγή ή μετάθεση.
2 Ο Moat διευκρινίζει ότι στις 9 Αυγούστου 1990 διαπίστωσε ότι οι εκθέσεις βαθμολογίας του για τον μετά τις 30 Ιουνίου 1985 χρόνο δεν είχαν τεθεί στον προσωπικό φάκελό του. Με έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1990, γνωστοποίησε το γεγονός αυτό στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, θέτοντάς του ζήτημα κύρους των διαφόρων διορισμών που μεσολάβησαν κατά το διαρρεύσαν διάστημα.
3 Με έγγραφο της 29ης Οκτωβρίου 1990, ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής απάντησε στο έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1990. Με την απάντησή του, ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής, μολονότι αναγνωρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην ταξινόμηση των εγγράφων των ατομικών φακέλων των υπαλλήλων, βεβαιώνει ότι η κατάσταση τείνει να βελτιωθεί. Προσθέτει ότι ο υπεύθυνος για τις εκθέσεις βαθμολογίας του προσφεύγοντος γενικός διευθυντής ήταν πάντοτε σε θέση να αξιολογήσει τις υποψηφιότητες που είχε υποβάλει ο προσφεύγων. Επίσης, η συμβουλευτική επιτροπή διορισμών, η οποία διέθετε το βιογραφικό σημείωμα του Moat, ήταν σε θέση να εξετάσει τις υποψηφιότητές του, συγκρίνοντας αυτές προς εκείνες των λοιπών υποψηφίων. Ο Moat υποστηρίζει ότι έλαβε το από 29 Οκτωβρίου 1990 έγγραφο μόλις τον Ιανουάριο 1991.
4 Σημειωτέον ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου - αρχές Νοεμβρίου 1990, ο προϊστάμενος της ΓΔ IV Δ4 ορίστηκε σύμβουλος στη ΓΔ IV. Ο προϊστάμενος της ΓΔ IV A4 μετατέθηκε στη θέση του προϊσταμένου της ΓΔ IV Δ4. Ο προσφεύγων-ενάγων υπογραμμίζει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο διέθετε τα προσόντα για να καταλάβει τη θέση του προϊσταμένου της ΓΔ IV Δ4.
5 Στις 14 Φεβρουαρίου 1991, ο Moat υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), διοικητική ένσταση, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1991. Η ένσταση αυτή έβαλλε κατά:
"1. της μη δημοσιεύσεως προκηρύξεως κενής θέσεως για τη θέση συμβούλου στη ΓΔ IV και για τη θέση του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας ΓΔ IV Δ4
2. της μη εκ των προτέρων δημοσιεύσεως της επικειμένης κενώσεως της θέσεως του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας ΓΔ IV Α 3
3. της μη σύννομης ερμηνείας της αποφάσεως της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 1989, περί αναθέσεως ορισμένων εξουσιών στους γενικούς διευθυντές, ή της ελλείψεως νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως, κατά περίπτωση
4. της μη δημοσιεύσεως ή εκ των προτέρων δημοσιεύσεως, εν συνεχεία της εν λόγω μη σύννομης ερμηνείας ή της ελλείψεως νομιμότητας, οποιασδήποτε άλλης θέσεως που ο υποβαλών τη διοικητική ένσταση είναι ικανός να καταλάβει και για την οποία ουδόλως ήταν ενήμερος λόγω της προαναφερθείσας μη δημοσιεύσεως
5. του ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι αιτήσεις του περί μεταθέσεως και του ότι δεν του ανατέθηκε ή δεν του προτάθηκε θέση που θα του επέτρεπε να κάνει ορθότερη χρήση των ικανοτήτων του προς το συμφέρον του οργάνου".
Ο προσφεύγων διευκρινίζει με τη διοικητική του ένσταση πώς, κατ' αυτόν, πληρώθηκε η θέση του προϊσταμένου της ΓΔ IV Δ4, θέση που ισχυρίζεται ότι είναι ο ίδιος ικανός να καταλάβει. Υπό τον τίτλο "νομική εκτίμηση", παραπέμπει στο άρθρο 4 του ΚΥΚ και σε απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 1988, περί της δημιουργίας θέσεων στελεχών, δυνάμει των οποίων οποιαδήποτε κενή θέση πρέπει να αποτελεί αντικείμενο δημοσιεύσεως. Υποστηρίζει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει προσβολή των δύο αυτών πράξεων. Αναφερόμενος, περαιτέρω, σε απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 1989, δυνάμει της οποίας ορισμένες εξουσίες ανατέθηκαν στους γενικούς διευθυντές, ο Moat υποστηρίζει ότι, στον βαθμό που η απόφαση αυτή δεν συμβιβάζεται προς εκείνη της 19ης Σεπτεμβρίου 1988 και προς ορισμένες διατάξεις του ΚΥΚ, στερείται νομιμότητας. Ο προσφεύγων καταλήγει, ζητώντας από την Επιτροπή:
"1. αφενός, να ακυρώσει όλους τους διορισμούς που έγιναν από τις 11 Μαΐου 1989 σε θέσεις προϊσταμένων διοικητικής μονάδας για τις οποίες ο υποβαλών την ένσταση έκρινε ότι διέθετε επαρκή προσόντα και για τις οποίες ενδιαφερόταν να υποβάλει την υποψηφιότητά του, θέσεις για τις οποίες δεν προηγήθηκε δημοσίευση προκηρύξεως κενής θέσεως, αφετέρου, να δημοσιεύσει τις σχετικές προκηρύξεις
2. να λάβει υπόψη της αμελλητί, στα πλαίσια των αποφάσεών της να καλύψει τις εν λόγω θέσεις ή άλλες, τις ικανότητες του ενισταμένου και την επιθυμία του να μετατεθεί, έτσι ώστε να μπορέσει να κάνει χρήση των εν λόγω ικανοτήτων του προς προσωπική ικανοποίησή του και προς καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Επιτροπής για το διάστημα των τριών ετών και ένδεκα μηνών ενεργού υπηρεσίας που του απομένουν
3. να ικανοποιήσει τον ενιστάμενο για την ψυχική οδύνη που του προκάλεσε, επειδή δεν συνεκτίμησε τις εκθέσεις βαθμολογίας του, καθώς και λόγω των ανωτέρω παρανόμων πράξεών της και της ανάγκης εξετάσεως της παρούσας διοικητικής ενστάσεως ως προς αυτές, και για τις απολεσθείσες δυνατότητες προαγωγής ή μεταθέσεώς του".
6 Με έγγραφο της 14ης Μαρτίου 1991, ο Moat υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αίτηση. Εκ λάθους, η αίτηση αυτή πρωτοκολλήθηκε στις 20 Μαρτίου 1991 ως διοικητική ένσταση και όχι ως αίτηση. Αιτιολογώντας την αίτησή του, ο προσφεύγων υπενθυμίζει καταρχάς ότι οι εκθέσεις βαθμολογίας του δεν τέθηκαν στον ατομικό φάκελό του και παραπέμπει στο έγγραφο που απηύθυνε στις 10 Αυγούστου 1990 στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής καθώς και στην απάντηση του τελευταίου. Στη συνέχεια, ο προσφεύγων επικαλείται δύο αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 1991 στις υποθέσεις Τ-63/89 και Τ-27/90, αμφότερες Latham κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-19 και ΙΙ-35 αντίστοιχα) και υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο επιδίκασε, στα πλαίσια των εν λόγω υποθέσεων, αποζημίωση στον προσφεύγοντα, παραδειγματική προφανώς ώστε να ωθήσει την Επιτροπή να "θέσει τάξη στα του οίκου της". Ο προσφεύγων φρονεί ότι δικαιούται και ο ίδιος να τύχει παρομοίας αποζημιώσεως. Διευκρινίζει ότι δεν αποσκοπεί στην ακύρωση των διαφόρων διορισμών που μεσολάβησαν. Καταλήγει, ζητώντας από την Επιτροπή να του καταβάλει ποσό 150 000 βελγικών φράγκων (BFR) ως αποζημίωση, λόγω του ότι δεν μερίμνησε για την τήρηση του προσωπικού φακέλου του, όπως απαιτεί ο ΚΥΚ, και λόγω του ότι δεν έλαβε υπόψη της την υποψηφιότητά του για διάφορες θέσεις.
7 Με έγγραφο της 9ης Απριλίου 1991, ο προσφεύγων υπέβαλε, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, δεύτερη αίτηση, ζητώντας από την Επιτροπή να τον προαγάγει στον βαθμό Α 3. Επικαλείται ιδίως το γεγονός ότι, με σειρά εκθέσεων βαθμολογίας του, οι διευθυντές του πρότειναν την προαγωγή του.
8 Στις 25 Απριλίου 1991, ο προσφεύγων απηύθυνε προς τη διοίκηση έγγραφο, το οποίο περιλαμβάνει αφενός, αίτηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 1, και αφετέρου, ένσταση, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
Με το σκέλος "αίτηση", ζητεί πληροφορίες σχετικά με την εξέταση και αξιολόγηση του ατομικού φακέλου του και διευκρινίσεις ως προς τις εσωτερικές διαδικασίες διορισμού.
Με το σκέλος "διοικητική ένσταση", υπενθυμίζει για μία εισέτι φορά ότι οι εκθέσεις βαθμολογίας του, οι οποίες ήταν εγκωμιαστικές, δεν τέθηκαν εγκαίρως στον ατομικό φάκελό του και προσθέτει ότι έχει την αίσθηση ότι, στα πλαίσια των διαφόρων υποψηφιοτήτων του, οι εκθέσεις βαθμολογίας του ουδέποτε εξετάστηκαν από τους ιεραρχικά προϊσταμένους του, γεγονός που εξηγεί το ότι ουδέποτε ευδοκίμησαν.
Ο προσφεύγων καταλήγει:
"Ο ενιστάμενος δεν ζητεί από την Επιτροπή να ακυρώσει όλους τους διορισμούς που έγιναν από το 1981 σε θέσεις για τις οποίες είχε υποβάλει υποψηφιότητα και για τις οποίες οι εκθέσεις βαθμολογίας του δεν εξετάστηκαν, έστω και αν είχε το δικαίωμα να το πράξει, επειδή δεν επιθυμεί να διαταραχθεί η λειτουργία της υπηρεσίας. Επιφυλάσσεται, πάντως, να ασκήσει το δικαίωμά του να ζητήσει ακύρωση ενός από τους διορισμούς σε περίπτωση που ο αντίστοιχος γενικός διευθυντής, λαμβάνοντας προηγουμένως γνώση των εκθέσεων βαθμολογίας του, θα ήταν της γνώμης ότι ήταν (και εξακολουθεί επομένως να είναι πάντοτε) κατάλληλος υποψήφιος και σε περίπτωση μη ευνοϊκής απαντήσεως στην αίτηση που υπέβαλε, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, στις 9 Απριλίου 1991 για προαγωγή του.
Ο ενιστάμενος ζητεί περαιτέρω αποζημίωση για την υλική ζημία που υπέστη καθώς και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Το ακριβές ύψος θα υποδείξει αργότερα, όταν θα γίνουν γνωστά όλα τα πραγματικά στοιχεία".
9 Στις 19 Ιουλίου 1991, ο προσφεύγων υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση κατά της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως επί της αιτήσεώς του της 14ης Μαρτίου 1991.
10 Στις 13 Αυγούστου 1991, ο προσφεύγων υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, νέα διοικητική ένσταση κατά της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως επί της αιτήσεώς του της 9ης Απριλίου 1991.
11 Ο προσφεύγων δεν έλαβε καμία απάντηση επί των αιτήσεων και διοικητικών ενστάσεών του.
12 Υπό τις περιστάσεις αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 9 Οκτωβρίου 1991 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, ο Moat άσκησε την παρούσα προσφυγή.
13 Ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
1) να κηρύξει την προσφυγή-αγωγή παραδεκτή και βάσιμη
2) να υποχρεώσει την Επιτροπή να τον προαγάγει στον βαθμό Α 3
3) να υποχρεώσει την Επιτροπή να τον μεταθέσει ανυπερθέτως σε θέση που θα του επέτρεπε να υπηρετεί στο εν λόγω θεσμικό όργανο προς ικανοποίηση αυτού του οργάνου, αλλά και του ιδίου, για το υπόλοιπο της σταδιοδρομίας του
4) να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει αποδοχές και σύνταξη αντίστοιχες των ποσών που θα ελάμβανε αν είχε προαχθεί την 1η Δεκεμβρίου 1986, εντόκως από την εν λόγω ημερομηνία, ή να του καταβάλει τη σημερινή καθαρή αξία της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών αυτών και της συντάξεως και των σημερινών αποδοχών και της συντάξεώς του, ποσό που θα υπολογιστεί, εφαρμόζοντας τη μαθηματική μέθοδο του λογισμού των πιθανοτήτων, βάσει της πιθανής διαρκείας ζωής του προσφεύγοντος και της ημερομηνίας που η Επιτροπή πρόκειται να εκδώσει πραγματικά την απόφασή της κατ' εφαρμογή της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, αποφαινομένου σύμφωνα με το ως άνω υπό 2) αίτημα
5) να υποχρεώσει την Επιτροπή να ικανοποιήσει τον προσφεύγοντα για την ψυχική οδύνη που του προξένησε, επειδή δεν εκτίμησε τις εκθέσεις βαθμολογίας του, καθώς και λόγω των ανωτέρω παρανόμων πράξεών της και της ανάγκης εξετάσεων των ενστάσεών του και της συναφούς προς αυτές παρούσας προσφυγής να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως ex aequo et bono σε 750 000 BFR
6) να καταδικάσει την Επιτροπή για παράβαση του άρθρου 54 (αντ' αυτού διάβαζε: "άρθρο 4"), παράγραφος 1, του ΚΥΚ, του άρθρου 43, επειδή δεν τηρήθηκε καμιά εύλογη προθεσμία, καθώς επίσης και του άρθρου 26, και να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει παραδειγματική αποζημίωση, εκτιμωμένη ex aequo et bono σε 250 000 BFR.
14 Προς στήριξη της προσφυγής του, ο Moat διευκρινίζει, καταρχάς, ότι η προσφυγή του εμπεριέχει όλες τις αιτήσεις και διοικητικές ενστάσεις που προηγήθηκαν, όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω. Πρώτον, θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωσή της να μεριμνά ώστε οι εκθέσεις βαθμολογίας να τίθενται στον ατομικό φάκελο και υποστηρίζει ότι η παράλειψη αυτή συνιστά παράβαση των άρθρων 26 και 43 του ΚΥΚ. Δεύτερον, φρονεί ότι η στάση της Επιτροπής, η οποία έγκειται στην αναιτιολόγητη άρνησή της να τον προαγάγει ή να τον μεταθέσει, παραβιάζει το άρθρο 25 του ΚΥΚ. Τρίτον, ο προσφεύγων, επικαλούμενος το γεγονός ότι από τις 11 Μαΐου 1989 η Επιτροπή δεν δημοσιεύει πλέον τις κενές θέσεις προϊσταμένων διοικητικών μονάδων, ισχυρίζεται ότι η πρακτική αυτή παραβιάζει το άρθρο 4 του ΚΥΚ και την απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 1988, περί της δημιουργίας θέσεων στελεχών.
15 Η Επιτροπή, χωρίς να καταθέσει υπόμνημα αντικρούσεως επί της ουσίας, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής πρωτοκολληθείσα στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Νοεμβρίου 1991. Με την εν λόγω ένσταση, η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
1) να αποφανθεί επί του παραδεκτού της προσφυγής, ποιούμενο χρήση των εξουσιών που διαθέτει κατά το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας
2) να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη
3) να αποφανθεί κατά νόμον ως προς τα δικαστικά έξοδα.
16 Ο προσφεύγων κατέθεσε παρατηρήσεις, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν στις 20 Ιανουαρίου 1992 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, με τις οποίες ζητεί την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου.
Επί του παραδεκτού
17 Κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί προσφυγής ή όταν αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιλογημένη Διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι διαφωτίστηκε επαρκώς από τα έγγραφα της δικογραφίας και αποφαίνεται ότι παρέλκει η συνέχιση της διαδικασίας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Προς στήριξη της ενστάσεώς της απαραδέκτου, η καθής-εναγομένη διευκρινίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής.
19 'Οσον αφορά το δεύτερο και τρίτο αίτημα του προσφεύγοντος, η καθής υποστηρίζει ότι τα όσα αιτείται από το Πρωτοδικείο σε βάρος της Επιτροπής υπερβαίνουν τις εξουσίες που ανατέθηκαν σ' αυτό με την απόφαση του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου, και από το άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υποβλήθηκε κανένα αίτημα περί ακυρώσεως πράξεως της Επιτροπής, η οποία έχει έννομες συνέπειες για τον αιτούντα ή έχει γι' αυτόν επιζήμιες επιπτώσεις. Συνεπώς, το αίτημα που συνίσταται στο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να προαγάγει τον προσφεύγοντα στον βαθμό Α 3 είναι απαράδεκτο.
20 Ως προς το τέταρτο και πέμπτο αίτημα του προσφεύγοντος, περί αποκαταστάσεως ζημίας υπό μορφή χρηματικής αντισταθμίσεως, η καθής διευκρινίζει ότι το Πρωτοδικείο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας μόνο στις περιπτώσεις όπου υφίσταται διαφορά κατά την έννοια του άρθρου 91, παράγραφος 1, πρώτη πρόταση, του ΚΥΚ. Δεδομένου ότι το αίτημα του προσφεύγοντος, που συνίσταται στο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τον προαγάγει, είναι προδήλως απαράδεκτο, έπεται ότι και το αίτημα περί χρηματικής αντισταθμίσεως, το οποίο ο προσφεύγων συνέδεσε ρητώς προς το γεγονός ότι δεν προήχθη ή δεν μετατέθηκε, δεν μπορεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου.
21 Ως προς το έκτο από τα αιτήματα του προσφεύγοντος για την επιδίκαση και ετέρας χρηματικής αντισταθμίσεως, μη συνδεομένης προς το γεγονός ότι δεν προήχθη, αλλά προς το ότι ο ατομικός φάκελός του δεν ενημερωνόταν κατά τον προσήκοντα τρόπο, η καθής διακρίνει δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, ήτοι την περίπτωση όπου το αίτημα περί χρηματικής αντισταθμίσεως συνδέεται στενά προς αίτημα ακυρώσεως και την περίπτωση όπου παρόμοιος σύνδεσμος δεν υφίσταται. Ελλείψει αιτήματος ακυρώσεως, η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Επομένως, το παραδεκτό της αιτήσεως εξαρτάται από την τήρηση της προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητικής διαδικασίας, όπως ορίζεται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Συναφώς, η καθής, συνοψίζοντας τις τέσσερις διοικητικές ενστάσεις και τις δύο αιτήσεις που υπέβαλε ο προσφεύγων, διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
- Επί της από 14ης Φεβρουαρίου 1991 διοικητικής ενστάσεως, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1991: η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, επειδή δεν δόθηκε απάντηση στην εν λόγω ένσταση, από τις 18 Ιουνίου 1991 λογίζεται ότι υφίσταται σιωπηρή απορριπτική απόφαση. Συνακόλουθα, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου έληξε στις 18 Σεπτεμβρίου 1991. Επομένως, η προσφυγή που ασκήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1991, στον βαθμό που έχει το αυτό αντικείμενο με εκείνο της διοικητικής ενστάσεως, είναι εκπρόθεσμη.
- Επί της διοικητικής ενστάσεως της 19ης Ιουλίου 1991: η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το αντικείμενό της, όπως περιγράφεται στην αίτηση της 14ης Μαρτίου 1991, συμπίπτει με εκείνο της προσφυγής στον βαθμό που αφορά αίτημα περί χρηματικής αντισταθμίσεως προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο Moat λόγω του γεγονότος ότι οι υποψηφιότητές του για την κατάληψη άλλων θέσεων δεν εξετάστηκαν σοβαρά. Κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, ήτοι στις 9 Οκτωβρίου 1991, η διοίκηση δεν απάντησε στην εν λόγω ένσταση. Επομένως, κατά την ημερομηνία αυτή δεν είχε εκπνεύσει ακόμη η προβλεπόμενη τετράμηνη προθεσμία απαντήσεως. Επομένως, δεν συνέτρεχε περίπτωση σιωπηρής απορρίψεως. Κατά συνέπεια, η προσφυγή, κατά το μέτρο που έχει το αυτό αντικείμενο με τη διοικητική ένσταση της 19ης Ιουλίου 1991, ασκήθηκε προώρως.
- Επί της διοικητικής ενστάσεως της 13ης Αυγούστου 1991: η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ένσταση αναφέρεται σε αίτηση της 9ης Απριλίου 1991, η οποία έχει πανομοιότυπο αντικείμενο με εκείνο της παρούσας προσφυγής, εφόσον αφορά την αιτίαση ότι ο προσφεύγων δεν προήχθη στον βαθμό Α 3. Η εν λόγω διοικητική ένσταση δεν έτυχε μέχρι σήμερα απαντήσεως. Επειδή η εκπνοή της τασσομένης προς απάντηση προθεσμίας τοποθετείται στα μέσα Δεκεμβρίου 1991, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής δεν υφίστατο ακόμα σιωπηρή απορριπτική απόφαση. Επομένως, η προσφυγή, στον βαθμό που στηρίζεται στις ίδιες αιτιάσεις με εκείνες που εκτίθενται στη διοικητική ένσταση της 13ης Αυγούστου 1991, ασκήθηκε επίσης προώρως.
- Επί του εγγράφου της 25ης Απριλίου 1991, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι συνιστά ταυτοχρόνως αίτηση και διοικητική ένσταση. 'Οσον αφορά το σκέλος "αίτηση", ο προσφεύγων ζητεί πληροφορίες αφορώσες τον ατομικό φάκελό του και τις εσωτερικές διαδικασίες διορισμού. Το σκέλος "διοικητική ένσταση" αφορά, αφενός, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τις αιτήσεις του περί μεταθέσεως και, αφετέρου, το γεγονός ότι δεν τον προήγαγε στον βαθμό Α 3. Κατά την Επιτροπή, το δεύτερο αυτό σκέλος μπορεί ακόμη να θεωρηθεί ως αίτηση χρηματικής αντισταθμίσεως, το ύψος της οποίας δεν διευκρινίζεται. Γεγονός παραμένει ότι η διοικητική ένσταση δεν στρέφεται κατά της απορρίψεως αιτήσεως χρηματικής αντισταθμίσεως και για τον λόγο αυτό το παραδεκτό της τίθεται εν αμφιβόλω ενόψει της νομολογίας του Πρωτοδικείου (βλ. απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1991 στην υπόθεση Τ-5/90, Marcato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-731).
Από το σύνολο των όσων προεκτέθηκαν, η καθής συνάγει ότι και το έκτο αίτημα του προσφεύγοντος πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο.
22 Ο προσφεύγων, με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, παραδέχεται ότι, σε σχέση με τη διοικητική ένστασή του της 14ης Φεβρουαρίου 1991, η προσφυγή του ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Υποστηρίζει ότι την 1η Οκτωβρίου 1991 απηύθυνε σημείωμα στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής επί του θέματος αυτού.
23 Πάντως, προς στήριξη του παραδεκτού της προσφυγής του, προβάλλει τέσσερις λόγους, σε σχέση με τις αιτιάσεις της πρώτης αυτής διοικητικής ενστάσεως. Πρώτον, διευκρινίζει ότι η Επιτροπή τον άφησε να εννοήσει ότι επρόκειτο να λάβει απάντηση στη διοικητική ένστασή του, με συνέπεια να αναβάλει την άσκηση της προσφυγής του. Επομένως, στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή δεν δικαιούται να επικαλείται το εκπρόθεσμο της προσφυγής. Δεύτερον, ο προσφεύγων διευκρινίζει ότι αντίκειται προς το γενικό συμφέρον η Επιτροπή να τηρεί αναβλητική στάση και να ωθεί τους δυνάμει προσφεύγοντες να ασκήσουν εσπευσμένα ή αργοπορημένα προσφυγή, ενώ δεν δικαιούται περαιτέρω να αρνείται εσκεμμένα να δώσει απάντηση επί διοικητικής ενστάσεως ή να κοινοποιήσει απάντηση μετά την άσκηση προσφυγής. Τρίτον, ο προσφεύγων διευκρινίζει ότι αντίκειται προς το γενικό συμφέρον υπάλληλος να εξαναγκάζεται να θέτει υπεράνω των καθηκόντων του ως υπαλλήλου τις προσωπικές σχέσεις του με το όργανο στο οποίο υπηρετεί. Τέταρτον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η αντίφαση που νομίζει ότι υφίσταται μεταξύ δύο αποφάσεων γενικής εφαρμογής που εξέδωσε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του ΚΥΚ και μεταξύ της μιας των εν λόγω αποφάσεων και του ιδίου του ΚΥΚ είναι ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί το ταχύτερο δυνατόν από το Πρωτοδικείο.
24 'Οσον αφορά τις διοικητικές ενστάσεις της 19ης Ιουλίου 1991 και 13ης Αυγούστου 1991, ο προσφεύγων παραδέχεται ότι η προσφυγή ασκήθηκε προώρως. Υποστηρίζει ότι προτίθεται να ασκήσει αργότερα νομοτύπως προσφυγή και προτείνει στο Πρωτοδικείο να ενώσει τις διάφορες δίκες.
25 'Οσον αφορά τη διοικητική ένσταση της 25ης Απριλίου 1991, διευκρινίζει ότι στρεφόταν κατά του ότι ο ατομικός φάκελός του δεν είχε ενημερωθεί σύμφωνα με όσα απαιτεί ο ΚΥΚ, επειδή οι εκθέσεις βαθμολογίας του συντάχθηκαν όψιμα και δεν τέθηκαν εντός εύλογης προθεσμίας στον φάκελό του, κατά του ότι οι αιτήσεις του περί μεταθέσεως ή προαγωγής δεν εξετάστηκαν σοβαρά, κατά του ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι αιτήσεις του περί μεταθέσεως και κατά του ότι δεν προήχθη στον βαθμό Α 3.
26 Στη συνέχεια, ο προσφεύγων διευκρινίζει ότι το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας προσφυγής, εφόσον υποβλήθηκε αίτηση για την εξέταση της νομιμότητας διαφόρων πράξεων βλαπτικών για τον ίδιο και οι αιτήσεις περί χρηματικής αντισταθμίσεως συνδέονται στενά προς την εν λόγω αίτηση. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι ως βλαπτική για τον υπάλληλο πράξη μπορεί να αποτελέσει ο αντίκτυπος τόσο θετικής πράξεως όσο και παραλείψεως, το γεγονός δε ότι δεν ενημερώνεται ο ατομικός φάκελος υπαλλήλου συνιστά παράλειψη βλαπτική για τον υπάλληλο όταν ζητεί μετάθεση ή προαγωγή.
27 Ο προσφεύγων επικαλείται περαιτέρω τη συναφή επί του θέματος νομολογία και ιδίως την απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 1991 στην προαναφερθείσα υπόθεση Τ-27/90 (Latham κατά Επιτροπής), στα πλαίσια της οποίας η Επιτροπή υποχρεώθηκε, εκτός της ακυρώσεως όλων των αποφάσεων, να καταβάλει αποζημίωση στον προσφεύγοντα επειδή δεν τήρησε τους ιδίους αυτής κανόνες.
28 Αφού προηγουμένως υπενθύμισε ότι, λόγω της αμελείας την οποία επέδειξε η Επιτροπή, ο προσφεύγων στερήθηκε των δυνατοτήτων σταδιοδρομίας του, ζητεί να κηρυχθεί η προσφυγή παραδεκτή, ενώ, σε περίπτωση κηρύξέως της ως απαράδεκτης, ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει, λόγω παραβάσεως των άρθρων 43, 45 και 26 του ΚΥΚ, αποζημίωση, υπολογιζόμενη ex aequo et bono σε 250 000 BFR.
Νομική εκτίμηση
29 Ως προς το δεύτερο και τρίτο αίτημα του προσφεύγοντος, με τα οποία ζητείται από το Πρωτοδικείο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τον προαγάγει ή να τον μεταθέσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί, χωρίς να σφετεριστεί τα προνόμια της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής, να απευθύνει διαταγές προς κοινοτικό όργανο αφορώσες την υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλου ή τη γενική οργάνωση των υπηρεσιών του οργάνου. Η εν λόγω αρχή ισχύει επίσης και στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 28ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση Τ-45/90, Speybrouck κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-33, σκέψεις 30 έως 32 της 25ης Σεπτεμβρίου 1991 στην υπόθεση Τ-163/89, Sebastiani κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-715, σκέψη 21 και της 27ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση Τ-156/89, Valverde Mordt κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-407, σκέψη 150).
30 'Επεται ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να ζητεί από το Πρωτοδικείο να υποχρεώσει την Επιτροπή να τον προαγάγει στον βαθμό Α 3 ή να τον μεταθέσει σε άλλη θέση. Επομένως, τα όσα ζητεί ο προσφεύγων με το δεύτερο και τρίτο αίτημά του είναι απαράδεκτα.
31 Κατά τα λοιπά και εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει ότι τα αιτήματα περί προαγωγής του προσφεύγοντος δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς. Πράγματι, τα αιτήματα αυτά διατυπώθηκαν ρητώς με την αίτηση που κατέθεσε, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, στις 9 Απριλίου 1991 και επανέλαβε με τη διοικητική ένσταση της 13ης Αυγούστου 1991, η οποία στρεφόταν κατά της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως επί της αιτήσεώς του της 9ης Απριλίου 1991. 'Οπως ορθά διευκρινίζει η καθής, η προσφυγή, στον βαθμό που έχει το αυτό αντικείμενο με τη διοικητική ένσταση της 13ης Αυγούστου 1991, ασκήθηκε προώρως, επειδή κατά την ημερομηνία ασκήσεώς της, ήτοι στις 9 Οκτωβρίου 1991, δεν είχε ακόμη παρέλθει η προς απάντηση της εν λόγω ενστάσεως προβλεπομένη προθεσμία. Κάθε προσφυγή που ασκείται προτού περατωθεί η προκαταρκτική αυτή διαδικασία με την έκδοση ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως είναι, λόγω του προώρου χαρακτήρα της, απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουνίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-47/89 και Τ-82/89, Marcato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-231), οπότε τα αιτήματα του προσφεύγοντος, στον βαθμό που συμπίπτουν με τα αιτήματα του εγγράφου της 9ης Απριλίου 1991, πρέπει, συνακόλουθα, να κηρυχθούν εν πάση περιπτώσει απαράδεκτα.
32 Ως προς το τέταρτο αίτημα του προσφεύγοντος, με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί η καθής να καταβάλει στον προσφεύγοντα αποδοχές και σύνταξη αντιστοιχούσες στα ποσά που αυτός θα ελάμβανε αν είχε προαχθεί, αίτημα που δεν έχει αυτοτελή υπόσταση και συνδέεται στενά προς το δεύτερο και τρίτο αίτημα, το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, "η πρώτη πρόταση του άρθρου 91, παράγραφος 1, διέπει τη δεύτερη, υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν απονέμει στο Δικαστήριο αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας παρά μόνο στις περιπτώσεις όπου υφίσταται διαφορά κατά την έννοια της πρώτης προτάσεως" (βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969 στην υπόθεση 32/68, Grasselli κατά Επιτροπής, ECR 1969, σ. 505, σκέψη 10). Εξάλλου, το Πρωτοδικείο παρατηρεί ότι ο προσφεύγων, ο οποίος δεν προσέβαλε τις πράξεις που ισχυρίζεται ότι είναι γι' αυτόν βλαπτικές, ασκώντας εγκαίρως προσφυγή ακυρώσεως, δεν μπορεί να θεραπεύσει την παράλειψη αυτή, και υπό ορισμένη έννοια, να τύχει νέων προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής με το πρόσχημα του αιτήματος αποζημιώσεως.
33 Επομένως, το υπ' αριθ. 4 αίτημα αποζημιώσεως του προσφεύγοντος είναι επίσης απαράδεκτο.
34 Ως προς το πέμπτο αίτημα του προσφεύγοντος, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η αιτουμένη με αυτό χρηματική αντιστάθμιση δεν έχει αυτοτελή υπόσταση, επειδή συνδέεται προς τα αιτήματά του περί προαγωγής ή μεταθέσεώς του σε άλλη θέση, αιτήματα που αποτελούν αντικείμενο του δευτέρου και τρίτου αιτήματός του. Συνεπώς, το αίτημα αυτό πρέπει, όπως και το τέταρτο, να κηρυχθεί απαράδεκτο.
35 Κατά τα λοιπά και εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει περαιτέρω ότι το αίτημα, βάσει του οποίου το Πρωτοδικείο καλείται να υποχρεώσει την Επιτροπή να ικανοποιήσει τον προσφεύγοντα για την ψυχική οδύνη που υπέστη λόγω του ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι εκθέσεις βαθμολογίας του, δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς. Πράγματι, το αίτημα αυτό αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της προαναφερθείσας διοικητικής ενστάσεως της 14ης Φεβρουαρίου 1991. Κατά συνέπεια, η προσφυγή, στον βαθμό που έχει το αυτό αντικείμενο με εκείνο της διοικητικής ενστάσεως, είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Συγκεκριμένα, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, εν συνεχεία της διοικητικής ενστάσεως της 14ης Φεβρουαρίου 1991 που πρωτοκολλήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1991, έληξε τρεις μήνες μετά την επελθούσα στις 18 Ιουνίου 1991 σιωπηρή απορριπτική απόφαση, ήτοι στις 18 Σεπτεμβρίου 1991. Εξάλλου, επειδή οι προθεσμίες για την υποβολή της διοικητικής ενστάσεως και για την άσκηση της προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως, το σύνολο των λόγων που επικαλέστηκε ο προσφεύγων για να διευκρινίσει και δικαιολογήσει τo εκπρόθεσμο της ασκήσεως της προσφυγής, στον βαθμό που το αντικείμενό της συμπίπτει με εκείνο της ενστάσεως της 14ης Φεβρουαρίου 1991, πρέπει να απορριφθούν (βλ. ιδίως αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση Τ-129/89, Offermann κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-855, και της 25ης Σεπτεμβρίου 1991 στην υπόθεση Τ-54/90, Lacroix κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-749, καθώς και τη Διάταξη της 1ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση Τ-38/91, Κούσιος κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-763). Στη συνέχεια δεν προέκυψε κανένα νέο στοιχείο δυνάμενο να κινήσει νέα προθεσμία. Επομένως, οι αιτιάσεις που παρατίθενται στη διοικητική ένσταση της 14ης Φεβρουαρίου 1991 δεν μπορούν να αποτελέσουν πλέον αντικείμενο συζητήσεως εν προκειμένω.
36 Ως προς το έκτο αίτημα του προσφεύγοντος, το οποίο αφορά τη μη δημοσίευση διαφόρων προκηρύξεων κενών θέσεων (παράβαση του άρθρου 4 του ΚΥΚ), το γεγονός ότι ο ατομικός φάκελός του δεν ενημερώθηκε κατά τον προσήκοντα τρόπο (παράβαση του άρθρου 43 του ΚΥΚ) καθώς και το ότι ο ατομικός φάκελός του δεν περιείχε τις εκθέσεις βαθμολογίας του για τον μετά το 1985 χρόνο (παράβαση του άρθρου 26 του ΚΥΚ), το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει ότι πρόκειται για αίτημα αποζημιώσεως το οποίο δεν συνδέεται με κανένα αίτημα ακυρώσεως. Πάντως, το γεγονός ότι δεν διατυπώθηκε σχετικά αίτημα ακυρώσεως, δεν αρκεί αφ' εαυτού για να απορριφθεί αίτημα αποζημιώσεως, λόγω της αυτοτελείας της προσφυγής ακυρώσεως έναντι της αγωγής αποζημιώσεως. Δυνάμει της αρχής αυτής, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιλέξει είτε το ένα είτε το άλλο ένδικο μέσο είτε και τα δύο συγχρόνως, υπό την προϋπόθεση ότι προσφεύγει στο Πρωτοδικείο εντός τριών μηνών από την απόρριψη της διοικητικής ενστάσεώς του (βλ. τις δύο αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 1991 στις προαναφερθείσες υποθέσεις Τ-63/89 και Τ-27/90, Latham κατά Επιτροπής, καθώς και τη Διάταξη της 6ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση Τ-29/91, Castelletti κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-77, σκέψη 30). Για να εκτιμηθεί, επομένως, το παραδεκτό του έκτου αιτήματος του προσφεύγοντος, πρέπει να εξεταστεί αν η προβλεπομένη στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ διαδικασία, που προηγείται της προσφυγής, τηρήθηκε ως προς το σχετικό αίτημα.
37 'Οπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, οι διοικητικές ενστάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1991 και 13ης Αυγούστου 1991 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Επομένως, όλες οι αιτιάσεις που παρατίθενται με αυτές πρέπει να αποκλειστούν της παρούσας συζητήσεως. Το ίδιο ισχύει για τη διοικητική ένσταση της 19ης Ιουλίου 1991, δεδομένου ότι η προθεσμία προς απάντηση που τάσσεται στη διοίκηση δεν είχε παρέλθει ακόμα κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, ήτοι στις 9 Οκτωβρίου 1991. Επομένως, η προσφυγή είναι ωσαύτως απαράδεκτη στον βαθμό που το αντικείμενό της συμπίπτει με εκείνο της διοικητικής ενστάσεως της 19η Ιουλίου 1991, η οποία στηρίζεται στην αίτηση του προσφεύγοντος της 14ης Μαρτίου 1991.
38 'Οσον αφορά το έγγραφο της 25ης Απριλίου 1991, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του σκέλους "αίτηση" και του σκέλους "διοικητική ένσταση". Μόνο το σκέλος "διοικητική ένσταση" είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη, εφόσον οι αιτιάσεις που παρατίθενται στο σκέλος "αίτηση" πρέπει, προτού έλθουν ενώπιον του Πρωτοδικείου, να αποτελέσουν αντικείμενο διοικητικής ενστάσεως, προκειμένου να τηρηθεί η κατά τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ προηγουμένη της προσφυγής διαδικασία. Επομένως, πρόκειται για εξέταση του περιεχομένου της "διοικητικής ενστάσεως" της 25ης Απριλίου 1991.
39 Υπό το πρίσμα αυτό, το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει ότι με την εν λόγω διοικητική ένσταση ο προσφεύγων δηλώνει ρητώς ότι δεν ζητεί την ακύρωση κάποιας πράξεως, αλλ' ότι περιορίζεται στο να ζητεί αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη λόγω πταισμάτων ή παραλείψεων της διοικήσεως.
40 Το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει ότι, όταν με την προσφυγή επιδιώκεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η αποκατάσταση φερομένης ζημίας που προξένησε συμπεριφορά η οποία, λόγω ελλείψεως εννόμων αποτελεσμάτων, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως πράξη βλαπτική, η διοικητική διαδικασία πρέπει να αρχίζει, σύμφωνα προς το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, με αίτηση του ενδιαφερομένου απευθυνομένη προς την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή (εφεξής: ΑΔΑ), με την οποία η τελευταία καλείται να αποκαταστήσει τη ζημία. Μόνο κατά της απορριπτικής της εν λόγω αιτήσεως αποφάσεως ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει στη διοίκηση διοικητική ένσταση, κατά την παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου (βλ. προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Σεπτεμβρίου 1991 στην υπόθεση Marcato κατά Επιτροπής).
41 Εν προκειμένω, η διοικητική διαδικασία δεν ακολούθησε τη συνήθη πορεία, όπως αυτή προβλέπεται από τις δημοσίας τάξεως διατάξεις του ΚΥΚ. Πράγματι, η διοικητική ένσταση της 25ης Απριλίου 1991 δεν στρέφεται κατά της αρνήσεως της ΑΔΑ να ικανοποιήσει προηγούμενη αίτηση περί αποκαταστάσεως της φερομένης ζημίας. Από τα ανωτέρω πρέπει να συναχθεί ότι η αίτηση του προσφεύγοντος περί αποζημιώσεως δεν αποτέλεσε αντικείμενο νομότυπης διαδικασίας στο προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο. Επομένως, κατά πάγια νομολογία (βλ. ως πρόσφατη τη Διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση Τ-64/91, Marcato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-243, σκέψεις 34 και 35), η αίτηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
42 Επομένως, το έκτο αίτημα του προσφεύγοντος είναι επίσης απαράδεκτο.
43 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων έπεται ότι όλα τα αιτήματα της προσφυγής είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Πάντως, κατά το άρθρο 88 του ιδίου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών των υπαλλήλων κατά των θεσμικών οργάνων των Κοινοτήτων, αυτά φέρουν τα έξοδά τους.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Λουξεμβούργο, 22 Μαΐου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy