Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Διαδικασία * Δικαστικά έξοδα * Καθορισμός * Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχείο β')
2. Διαδικασία * Δικαστικά έξοδα * Καθορισμός * Αποδοτέα έξοδα * 'Εννοια * Αμοιβή οφειλόμενη στον δικηγόρο από υπάλληλο για τις υπηρεσίες τις οποίες παρέσχε στο πλαίσιο της προς της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας * Δεν περιλαμβάνεται
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχείο β')
Περίληψη
1. Ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν αυτές οι αμοιβές από τον διάδικο που καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Επομένως, ο δικαστής δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ούτε το εθνικό τιμολόγιο που καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων ούτε τυχόν συμφωνία που συνήφθη σχετικά.
Εφόσον το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει διατάξεις περί τιμών, ο δικαστής οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκε να εκτελέσει ο δικηγόρος στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους.
2. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ υπαλλήλου και του κοινοτικού οργάνου στο οποίο υπάγεται, η εξέλιξη της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας μπορεί ενίοτε να καταστήσει επωφελή τη χρησιμοποίηση δικηγόρου, η αμοιβή που οφείλεται για τις υπηρεσίες οι οποίες παρασχέθηκαν σ' αυτό το στάδιο, που έχουν ως αναγκαία συνέπεια την αντίστοιχη μείωση του όγκου της εργασίας του δικηγόρου κατά την ένδικη διαδικασία, δεν αποτελεί αποδοτέο δικαστικό έξοδο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-84/91 Δικαστικά έξοδα,
Mireille Meskens, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη στην κύρια δίκη από την
Union syndicale-Bruxelles, ευρωπαϊκή δημοσία υπηρεσία, με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τον Gerard Collin, δικηγόρο Βρυξελλών, και κατά την προφορική διαδικασία από τη Veronique Leclerc, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Jorge Campinos, jurisconsultum, και τον Manfred Peter, προϊστάμενο τμήματος, με τόπο επιδόσεων τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων μετά την απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 1992, Τ-84/91, Meskens κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2335),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. P. M. Barrington, Πρόεδρο, Κ. Lenaerts και Α. Καλογερόπουλο, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Νοεμβρίου 1991, η Mireille Meskens, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: Κοινοβούλιο), άσκησε προσφυγή με με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να αποκαταστήσει την υλική ζημία και να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που φρονούσε ότι υπέστη, λόγω της αρνήσεως του καθού να λάβει μέτρα εκτελέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 1990, T-56/89, Bataille κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-597), η οποία ακύρωσε μεταξύ άλλων την απόφαση με την οποία το Κοινοβούλιο απέρριψε την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας στον εσωτερικό διαγωνισμό Β/164.
2 Με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1992, Τ-84/91, Meskens κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2335), το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) υποχρέωσε το Κοινοβούλιο να καταβάλει στην προσφεύγουσα, ως αποζημίωση, ποσό 50 000 βελγικών φράγκων (BFR) και το καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας και της Union syndicale-Bruxelles, η οποία είχε παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας.
3 Στην υπόθεση αυτή η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, και η παρεμβαίνουσα από τον Gerard Collin, κατά την προφορική δε διαδικασία από τη Veronique Leclerc, δικηγόρους Βρυξελλών.
4 Με επιστολή της 8ης Οκτωβρίου 1992, ο δικηγόρος Louis απέστειλε στον εκπρόσωπο του Κοινοβουλίου σημείωμα που αφορούσε τη δικηγορική αμοιβή και τα έξοδα που προκάλεσε η δίκη, στο οποίο εμφαίνονταν ένα ποσό 130 000 BFR και ένα άλλο 47 308 BFR, δηλαδή συνολικά 177 308 BFR.
5 Με επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 1992, ο εκπρόσωπος του Κοινοβουλίου, επικαλούμενος την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1978, 54/77, Herpels κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 233, σκέψεις 45 έως 48), κατά την οποία δεν είναι αναγκαία η παρεμβολή δικηγόρου κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση, στις διαφορές μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των υπαλλήλων τους, διαφώνησε με το γεγονός ότι ο δικηγόρος Louis περιέλαβε στο σημείωμά του αμοιβή και έξοδα αφορώντα την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση της υποθέσεως και του ζήτησε να επανεξετάσει τα ποσά που αναφέρονταν στο σημείωμα αυτό.
6 Κατόπιν ανταλλαγής επιστολών και δεδομένου ότι μεταξύ του δικηγόρου Louis και του εκπροσώπου του Κοινοβουλίου εξακολουθούσε να υφίσταται διαφωνία ιδίως ως προς το αν έπρεπε ή όχι να συμπεριληφθούν στο ποσό των αποδοτέων δαπανών τα έξοδα που καταβλήθηκαν κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση, ο δικηγόρος Louis απέστειλε στον εκπρόσωπο του Κοινοβουλίου, με επιστολή της 20ής Ιανουαρίου 1993, τελευταίο σημείωμα αμοιβής και εξόδων συνολικού ποσού 202 008 BFR, που αναλυόταν σε ποσό 150 000 BFR για αμοιβή και σε 52 008 BFR για έξοδα. Για να εξηγήσει τον επιμερισμό των νέων ποσών, ο δικηγόρος Louis εξέθεσε στην προαναφερθείσα επιστολή του της 20ής Ιανουαρίου 1993 ότι, μετά τις αλλεπάλληλες προσκλήσεις που του απηύθυνε το Κοινοβούλιο για να επανεξετάσει τα αποδοτέα ποσά, προσέθεσε τελικά στο ποσό της αμοιβής του και εκείνα που αφορούσαν τις υπηρεσίες που είχε παράσχει κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση, που ανέρχονταν σε 20 000 BFR. Εξάλλου, ο δικηγόρος Louis εξήγησε ότι, μολονότι απήλειψε τα έξοδα που κατέβαλε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση, έτσι ώστε τελικά να λάβει υπόψη μόνο τα έξοδα που κατέβαλε κατά την ένδικη διαδικασία, αύξησε εντούτοις τη χρέωση κάθε δακτυλογραφημένης σελίδας, συμμορφούμενος προς τις σχετικές συστάσεις του εθνικού Δικηγορικού Συλλόγου Βελγίου, πράγμα που επέφερε αύξηση των αποδοτέων εξόδων κατά 4 700 BFR.
7 Με επιστολή της 9ης Οκτωβρίου 1992, η δικηγόρος Leclerc, ενεργούσα εν ονόματι του δικηγόρου Collin με τον οποίο είχαν από κοινού εκπροσωπήσει την παρεμβαίνουσα, υπέβαλε στον εκπρόσωπο του Κοινοβουλίου σημείωμα αμοιβής και εξόδων 150 542 BFR, από τα οποία 120 000 BFR ως αμοιβή και 30 542 BFR ως έξοδα.
8 Με επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 1992, ο εκπρόσωπος του Κοινοβουλίου ζήτησε από τον δικηγόρο Collin να προβεί σε ουσιώδη μείωση των ποσών αυτών. Η αίτηση αυτή του εκπροσώπου του Κοινοβουλίου παρέμεινε αναπάντητη.
9 Υπό τις περιστάσεις αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Φεβρουαρίου 1992, το Κοινοβούλιο υπέβαλε αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων.
10 Κατά την προσφεύγουσα, η υποχρέωση που υπέχουν οι υπάλληλοι να προσδιορίζουν με ακρίβεια τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που πρόκειται να επικαλεσθούν υπέρ της αιτήσεώς τους παροχής εννόμου προστασίας, προστιθέμενη στις τυπικές προϋποθέσεις και στον εξαντλητικό και σαφή χαρακτήρα που πρέπει να παρουσιάζουν οι αιτήσεις και οι ενστάσεις δυνάμει του άρθρου 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως προκύπτουν από την πρόσφατη νομολογία του Πρωτοδικείου (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992, Τ-52/90, Volger κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-121), καθώς και η ανάγκη εκτιμήσεως της σκοπιμότητας ασκήσεως ενδεχομένης προσφυγής καθιστούν αναγκαία την απασχόληση δικηγόρου κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση, όταν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δεν είναι νομικός. Επομένως, τα έξοδα που κατέβαλε για να συμβουλευθεί δικηγόρο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση πρέπει να αποτελέσουν αποδοτέα έξοδα.
11 Εξάλλου, η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα εκθέτουν ότι τα έξοδα που αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως εκ μέρους του Κοινοβουλίου είναι εκείνα που προκύπτουν από τη διαφορά μεταξύ της αρχικής και της τελικής χρεώσεως των δακτυλογραφημένων σελίδων, διότι η τελευταία αυτή χρέωση ανέρχεται σε 300 BFR ανά σελίδα δακτυλογραφήσεως και σε 10 BFR για κάθε φωτοαντίγραφο, σύμφωνα με σχετική σύσταση του εθνικού Δικηγορικού Συλλόγου Βελγίου.
12 Τέλος, όσον αφορά την αμοιβή, η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα εκθέτουν ότι, σύμφωνα με την προαναφερθεία σύσταση καθόσον αφορά το ισχύον ωριαίο τιμολόγιο και ενόψει του αριθμού των ωρών της παρασχεθείσας εργασίας, τα αποδοτέα ως αμοιβή έξοδα ανέρχονται για την προσφεύγουσα σε 349 312 BFR και για την παρεμβαίνουσα σε 197 437 BFR. Επομένως, περιορίζοντας την αμοιβή σε 65 000 BFR ανά πράξη όσον αφορά την προσφεύγουσα (σύνταξη της προσφυγής ακυρώσεως και συμμετοχή στην προφορική διαδικασία) και σε 60 000 BFR ανά πράξη όσον αφορά την παρεμβαίνουσα (σύνταξη του υπομνήματος παρατηρήσεων και συμμετοχή στην προφορική διαδικασία), οι νομικοί τους σύμβουλοι προέβησαν σε ικανοποιητική μείωση των αμοιβών τους.
13 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι, όπως έχει κρίνει επανειλημμένως το Δικαστήριο, ο κοινοτικός δικαστής "δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν αυτές οι αμοιβές από τον διάδικο ο οποίος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα". Επομένως, το Πρωτοδικείο "δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ούτε το εθνικό τιμολόγιο που καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του ενδιαφερομένου διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του". Δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει διατάξεις περί τιμών, το Πρωτοδικείο "οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους" (διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1985, 318/82, Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 3727 διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 1992, Τ-18/89 και Τ-24/89, Ταγαράς κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-153).
14 Εκτιμώντας τα προηγουμένως εκτεθέντα και λαμβάνοντας υπόψη τη δυσκολία της διαφοράς, τον αριθμό των συνταχθέντων υπομνημάτων, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως και ενόψει τέλος του γεγονότος ότι, και αν ακόμη υποτεθεί ότι η εξέλιξη της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας στις διαφορές μεταξύ των οργάνων και των υπαλλήλων τους μπορεί ενίοτε να καταστήσει επωφελή τη χρησιμοποίηση δικηγόρου, η αμοιβή που οφείλεται για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες από τον τελευταίο στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής φάσεως, που έχουν ως αναγκαία συνέπεια την αντίστοιχη μείωση του όγκου της εργασίας που καλείται να εκτελέσει ο δικηγόρος κατά την ένδικη διαδικασία, δεν αποτελεί αποδοτέο έξοδο, πρέπει να καθοριστεί το συνολικό ποσό των δικαστικών εξόδων που θα επιστραφούν στην προσφεύγουσα, ως δικηγορική αμοιβή και ως λοιπά δικαστικά έξοδα, σε 150 000 BFR, πλέον φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) που ενδεχομένως οφείλεται επί του ποσού αυτού.
15 Εκτιμώντας επίσης τη δυσκολία της διαφοράς και τον αριθμό των συνταχθέντων υπομνημάτων, πρέπει να καθοριστεί το συνολικό ποσό των αποδοτέων στην παρεμβαίνουσα δικαστικών εξόδων, ως δικηγορική αμοιβή και ως λοιπά έξοδα, σε 50 000 BFR, πλέον ΦΠΑ που ενδεχομένως οφείλεται επί του ποσού αυτού.
16 Δεδομένου ότι για τον καθορισμό των αποδοτέων δικαστικών εξόδων το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία της υποθέσεως μέχρι και του χρονικού σημείου της σχετικής κρίσεώς του, παρέλκει να αποφανθεί χωριστά επί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της παρούσας συναφούς διαδικασίας (προαναφερθείσες διατάξεις Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής και Ταγαράς κατά Δικαστηρίου).
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Το συνολικό ποσό των αποδοτέων στην προσφεύγουσα δικαστικών εξόδων ανέρχεται στο ποσό των 150 000 BFR, πλέον ΦΠΑ που ενδεχομένως οφείλεται επί του ποσού αυτού.
2) Το συνολικό ποσό των αποδοτέων στην παρεμβαίνουσα δικαστικών εξόδων ανέρχεται στο ποσό των 50 000 BFR, πλέον ΦΠΑ που ενδεχομένως οφείλεται επί του ποσού αυτού.
Λουξεμβούργο, 5 Ιουλίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy