ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 14ης Ιουλίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ποιες είναι οι προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται από ιδιώτη κατά αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία απευθύνεται σε κράτος μέλος; Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κληθεί να αποφανθεί επί του ερωτήματος αυτού.
2.
Ο ιταλικός νόμος 887, της 22ας Δεκεμβρίου 1984 ( 1 )έχει θεσπίσει με το άρθρο 19, τελευταία περίπτωση, ένα σύστημα τιμολογίων υποστηρίξεως για τη σιδηροδρομική μεταφορά ορισμένων προϊόντων που έχουν παραχθεί στη Σικελία και τη Σαρδηνία:
«Οι μεταφορές ορυκτών χύδην που έχουν παραχθεί στα νησιά και αποσταλεί από αυτά απολαύουν εκπτώσεως της τάξης του 30 % επί των κομίστρων των εθνικών σιδηροδρόμων. Η έκπτωση αυτή φθάνει το 60 % για τα προϊόντα που έχουν παραχθεί και υποστεί μεταποίηση στα νησιά. Η διαφορά καλύπτεται από το Δημόσιο Ταμείο το οποίο εξοφλεί στην εθνική εταιρία σιδηροδρόμων τα οφειλόμενα ποσά, σύμφωνα με τις κοινοτικές ρυθμίσεις.»
3.
Σύμφωνα με το άρθρο 80, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν επιτρέπεται η επιβολή από τα κράτη μέλη, στις μεταφορές που εκτελούνται εντός της Κοινότητος, «κομίστρων και όρων που συνεπάγονται καθ' οιονδήποτε τρόπο υποστήριξη ή προστασία προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ορισμένων επιχειρήσεων ή βιομηχανιών», εκτός αν η επιβολή αυτή επιτραπεί από την Επιτροπή.
4.
Με την απόφαση 91/523/ΕΟΚ, της 18ης Σεπτεμβρίου 1991, σχετικά με την εξάλειψη των κομίστρων που συνεπάγονται υποστήριξη των ιταλικών σιδηροδρόμων για τη μεταφορά ορυκτών χύδην και υλών που έχουν παραχθεί και υποστεί μεταποίηση στη Σικελία και τη Σαρδηνία ( 2 ), η Επιτροπή έκρινε ότι το προαναφερθέν σύστημα τιμολογήσεως ενέπιπτε στην απαγόρευση του άρθρου 80, παράγραφος 1, και αποφάσισε ότι η Ιταλία όφειλε να θέσει τέλος στην εφαρμογή του.
5.
Η Επιτροπή υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι τα τιμολόγια αυτά αποτελούσαν «ενίσχυση, η οποία επηρεάζει το κόστος εμπορίας των εν λόγων προϊόντων και ότι ως εκ τούτου ευνοούν την παραγωγή αυτών των προϊόντων σε σχέση με τα αντίστοιχα ανταγωνιστικά των άλλων κρατών μελών τόσο στην ιταλική αγορά όσο και εκείνη των άλλων κρατών μελών» ( 3 ).
6.
Η Ιταλική Δημοκρατία ήταν ο μόνος αποδέκτης της εν λόγω αποφάσεως ( 4 ).
7.
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιανουαρίου 1992, η Federazione Sindacale Italiana dell' Industria estrattiva, η Società Italiana Sali Alcalini SpA, η Thalassia SpA, η Laviosa Chimica Mineraria SpA xctL η Società Sarda di Bentonite SpA (στο εξής: οι προσφεύγουσες) άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως.
8.
Με διατάξεις ΐης 17ης Δεκεμβρίου 1992, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος επέτρεψε την παρέμβαση των διοικητικών περιφερειών της Σαρδηνίας και της Σικελίας.
9.
Η Επιτροπή προβάλλει ευθύς εξαρχής ένσταση απαραδέκτου. Ισχυρίζεται ιδίως ότι η προσβαλλόμενη πράξη, δεδομένου ότι δεν απευθύνεται στις προσφεύγουσες, δεν τις αφορά ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
10.
Πριν ασχοληθούμε με το ζήτημα αυτό, πρέπει να εξετάσουμε το εξής προκαταρκτικό ζήτημα: είναι παραδεκτή η άσκηση από ιδιώτες προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως, της οποίας μόνος αποδέκτης είναι κράτος μέλος; Με άλλα λόγια, η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να θεωρηθεί ότι απευθύνεται «σε άλλο πρόσωπο» κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης;
11.
Με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963 στην υπόθεση Plaumann ( 5 ), το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
«(...) το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης επιτρέπει την προσφυγή των ιδιωτών κατά των αποφάσεων οι οποίες απευθύνονται σε “άλλο πρόσωπο” και τους αφορούν άμεσα και ατομικά, χωρίς το άρθρο αυτό να εξειδικεύει ή να περιορίζει το περιεχόμενο του όρου αυτού.
Η διατύπωση και το γραμματικό νόημα της προαναφερθείσας διατάξεως δικαιολογούν την πιο ευρεία ερμηνεία.
Εξάλλου οι διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής δεν πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά.
Επομένως, επί σιωπής της Συνθήκης, δεν μπορεί να συναχθεί περιορισμός ως προς αυτό» ( 6 ).
12.
Από τα παραπάνω το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ένας ιδιώτης μπορούσε να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως η οποία απευθύνεται σε κράτος μέλος ( 7 ) και δεν θεώρησε την προσφυγή απαράδεκτη για τον λόγο ότι το κράτος αυτό δεν εκπροσωπούνταν στην ενώπιον του διαδικασία.
13.
Ας εξετάσουμε τώρα το ζήτημα εάν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες.
14.
Σε αυτό το σημείο πρέπει, να γίνει διάκριση μεταξύ των προσφευγουσών, ανάμεσα στις επιχειρήσεις που θεωρούν ότι η απόφαση τις αφορά, καθόσον ειδικεύονται στην εξόρυξη των εν λόγω προϊόντων, και την Federazione Sindacale Italiana dell' Industria estrattiva, που είναι μια επαγγελματική ένωση που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των βιομηχανιών που δρουν στον τομέα αυτό.
15.
Ας εξετάσουμε λοιπόν, καταρχάς, το παραδεκτό της προσφυγής, καθόσον ασκείται από την πρώτη ομάδα προσφευγουσών.
16.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Plaumaim,
«από τα άρθρα 189 και 191 της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι η απόφαση χαρακτηρίζεται από τον περιορισμένο αριθμό αποδεκτών στους οποίους απευθύνεται» ( 8 ).
17.
Όπως είδαμε, η απόφαση της Επιτροπής απευθύνεται τυπικά μόνο στην Ιταλική Δημοκρατία.
18.
Με την ίδια πάντοτε απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι
«υποκείμενα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν τα θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη» ( 9 ).
19.
Στην υπόθεση εκείνη, μια απόφαση της Επιτροπής δεν είχε επιτρέψει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναστείλει μερικώς τους ισχύοντες δασμούς για ορισμένα φρούτα εισαγόμενα από τρίτες χώρες. Ο μόνος αποδέκτης της πράξεως ήταν το κράτος μέλος. Το Δικαστήριο θεώρησε απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκήσει ένας εισαγωγέας, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η επίδικη απόφαση τον αφορούσε
«λόγω εμπορικής δραστηριότητας που μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ασκηθεί από οποιονδήποτε και δεν είναι συνεπώς κατάλληλη να τον χαρακτηρίσει σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ανάλογο προς αποδέκτη» ( 10 ).
20.
Όσον αφορά τις αποφάσεις της Επιτροπής που απευθύνονται στα κράτη μέλη, οι προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται από ιδιώτη κινούνται μεταξύ δύο πόλων.
21.
Η απόφαση που ακυρώνει μια ενίσχυση την οποία μια κυβέρνηση σχεδιάζει να χορηγήσει για την αύξηση των παραγωγικών ικανοτήτων ενός παραγωγού τσιγάρων αφορά αποκλειστικά, μέσω του κράτους μέλους, τον εν λόγω παραγωγό. Το παραδεκτό της προσφυγής του δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή ( 11 ).
22.
Αντίθετα, η απόφαση που ακυρώνει μια κρατική ενίσχυση που λαμβάνει τη μορφή προτιμησιακής τιμής του φυσικού αερίου δεν μπορεί να προσβληθεί από τους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών που χρησιμοποιούν το εν λόγω προϊόν.
«(...) Δεδομένου ότι πρόκειται περί ενισχύσεως από την οποία ωφελείται μια ευρύτατη κατηγορία επιχειρηματιών, η απόφαση της Επιτροπής περί καταργήσεως της ενισχύσεως αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικώς τους προσφεύγοντες καλλιεργητές δενδροκηπευτικών» ( 12 ).
23.
Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί η απόφαση στην υπόθεση Union Deutsche Lebensmittelwerke κατά Επιτροπής ( 13 ). Αφορμή για την ανωτέρω υπόθεση ήταν μια απόφαση την οποία η Επιτροπή απηύθυνε στις 25 Φεβρουαρίου 1985 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, περί των μέτρων προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου στην αγορά του (Δυτικού) Βερολίνου. Τέσσερις εταιρίες παραγωγής μαργαρίνης που πραγματοποιούσαν ένα μεγάλος μέρος των πωλήσεων του προϊόντος τους στην αγορά του Βερολίνου άσκησαν προσφυγή για την ακύρωση της αποφάσεως.
24.
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη, καθόσον διαπίστωσε τα ακόλουθα:
«Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά κλειστό κύκλο προσώπων που ήταν συγκεκριμένα κατά τον χρόνο θεσπίσεως της και των οποίων η Επιτροπή θέλησε να ρυθμίσει τα δικαιώματα. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση επηρεάζει τις προσφεύγουσες, αυτό οφείλεται μόνο στις πραγματικές συνέπειες που έχει επί της θέσεως τους στην αγορά. Από τη σκοπιά αυτή η απόφαση αφορά τις προσφεύγουσες όπως ακριβώς και κάθε άλλο πρόσωπο που πωλούσε μαργαρίνη στην αγορά του (Δυτικού) Βερολίνου κατά τη διεξαγωγή της αμφισβητούμενης επιχείρησης και επομένως δεν τις αφορά ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης» ( 14 ).
25.
Μόνο κατ' εξαίρεση το Δικαστήριο δέχεται το παραδεκτό προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται από ιδιώτες κατά των αποφάσεων που απευθύνονται στα κράτη μέλη.
26.
Στην υπόθεση Toepfer ( 15 ), δύο γερμανικές εταιρίες που εισήγαν σιτηρά και ζωοτροφές από τη Γαλλία ζήτησαν από τις γερμανικές τελωνειακές αρχές πιστοποιητικά εισαγωγής που αφορούσαν πολύ σημαντικές ποσότητες, αντί μηδενικού ποσού εισφοράς ( 16 ). Αμέσως μετά την υποβολή της αιτήσεως τους, οι ανακοινώσεις σχετικά με το ποσό αυτό, οι οποίες ήταν τοιχοκολλημένες στο κτίριο των τελωνειακών αρχών, εξαφανίστηκαν και η Γερμανική Κυβέρνηση έλαβε αμέσως μέτρα διασφαλίσεως. Με απόφαση της ίδιας ημερομηνίας, η Επιτροπή καθόρισε μία νέα τιμή «ελεύθερο στα σύνορα» και, δύο μέρες αργότερα, επέτρεψε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να διατηρήσει τα εν λόγω μέτρα. Η επέμβαση αυτή της Επιτροπής εξέφραζε τη βούληση της να αποσοβήσει αμέσως τον κίνδυνο σοβαρής διαταράξεως της γερμανικής αγοράς σιτηρών που είχε προκληθεί από αυτές μόνο τις δύο εταιρίες που είχαν ζητήσει τα πιστοποιητικά.
27.
Το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή, καθόσον διαπίστωσε τα ακόλουθα:
«Το μέτρο αυτό αφορούσε μόνο τους εισαγωγείς που είχαν ζητήσει άδεια εισαγωγής την 1η Οκτωβρίου 1963.
Ο αριθμός και το όνομα αυτών των εισαγωγέων μπορούσε να εξακριβωθεί ήδη πριν από τις 4 Οκτωβρίου, ημέρα εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
II Επιτροπή μπορούσε να γνωρίζει ότι η απόφαση της έθιγε τα συμφέροντα και τη νομική κατάσταση αυτών μόνο των εισαγωγέων.
Υπ' αυτές uç οξύνθηκες, οι αναφερθέντες εισαγωγείς, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες, εξατομικεύτηκαν σε σχέση με όλα τα άλλα πρόσωπα κατά τον ίδιο τρόπο όπως και ο αποδέκτης της αποφάσεως» ( 17 ).
28.
Ήταν, πράγματι, σαφές ότι η απόφαση στρεφόταν ρητά κατά των προσφευγουσών εταιριών και προοριζόταν να αποσοβήσει μια κατάσταση την οποία οι εν λόγω εταιρίες είχαν προκαλέσει άμεσα.
29.
Στην υπόθεση Bock ( 18 ), μια εταιρία που εισήγε προϊόντα διατροφής από τρίτες χώρες ζήτησε άδεια εισαγωγής από τη γερμανική διοίκηση. Η εν λόγω διοίκηση της γνωστοποίησε ότι σκόπευε να απορρίψει την αίτηση της της 4ης Σεπτεμβρίου 1970 ευθύς μόλις θα ελάμβανε τη σχετική άδεια από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 115 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 19 ). Με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1970, η Επιτροπή επέτρεψε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αποκλείσει τα επίμαχα προϊόντα από την κοινοτική μεταχείριση. Η εταιρία εισαγωγών άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως.
30.
Η απόφαση της Επιτροπής, καθόσον αφορούσε, μεταξύ άλλων, «τις εισαγωγές των προϊόντων αυτών, οι αιτήσεις αδείας εισαγωγής των οποίων εκκρεμούν ήδη και κανονικά ενώπιον της γερμανικής διοικήσεως», αφορούσε άμεσα την αίτηση που είχε υποβληθεί από την προσφεύγουσα, δεδομένου ότι η αίτηση της προσφεύγουσας ήταν η μόνη που εκκρεμούσε ακόμη κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως.
31.
Υπ' αυτές τις συνθήκες το Δικαστήριο τόνισε τα ακόλουθα:
«Η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε την απόφαση παρά στο μέτρο που η τελευταία αφορά και τις εισαγωγές για τις οποίες εκκρεμούσαν ήδη αιτήσεις χορηγήσεως αδείας κατά τη θέση της σε ισχύ.
Ο αριθμός και η ταυτότητα των εισαγωγέων που αφορούσε η απόφαση αυτή ήταν καθορισμένος και μπορούσε να εξακριβωθεί ήδη πριν απο την ημερομηνία αυτή.
Η καθής ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η επίδικη διάταξη της αποφάσεως θα επηρέαζε αποκλειστικά τα συμφέροντα των εισαγωγέων αυτών.
Η πραγματική κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε, διαφοροποιεί τους τελευταίους σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και τους εξατομικεύει σαν να ήταν αποδέκτες της αποφάσεως» ( 20 ).
32.
Όπως βλέπουμε για να κριθεί παραδεκτή η προσφυγή του ιδιώτη δεν αρκεί ο αριθμός των επιχειρηματιών που αφορά η απόφαση να είναι καθορισμένος και η ταυτότητα τους να μπορεί να εξακριβωθεί ή οι επιχειρηματίες αυτοί να συνιστούν έναν «κλειστό κύκλο προσώπων που ήταν συγκεκριμένα κατά τον χρόνο της θεσπίσεως της».
33.
Πρέπει επίσης η ρύθμιση να έχει σκοπό να λάβει υπόψη ή να επηρεάσει τα ειδικά και συγκεκριμένα συμφέροντα μιας εξατομικευμένης ομάδας επιχειρηματιών, ιδίως στο πλαίσιο μιας δεδομένης οικονομικής δραστηριότητας.
34.
Οι αποφάσεις Toepfer και Bock αποδεικνύουν ότι το παραδεκτό της προσφυγής προϋποθέτει στην πράξη ότι η απόφαση, παρ' όλο που, για λόγους αρμοδιότητας, απευθύνεται στο κράτος μέλος, ελήφθη για συγκεκριμένα πρόσωπα και αφορά την κατάσταση συγκεκριμένων επιχειρηματιών. Η εμφάνιση της αποφάσεως ως γενικού και κανονιστικού μέτρου υποκρύπτει ένα ή περισσότερα ατομικά μέτρα.
35.
Αυτό συνέβαινε επίσης, στην περίπτωση μιας αποφάσεως της Επιτροπής που κοινοποιήθηκε σε κράτος μέλος και του επέτρεψε να θέσει τις εισαγωγές κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων από άλλο κράτος μέλος υπό σύστημα ποσοστώσεων για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα.
36.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μόνο οι εξαγωγείς των εν λόγω προϊόντων που αποδείκνυαν ότι είχαν συνάψει συμβάσεις που ίσχυαν κατά το χρονικό διάστημα εφαρμογής των ποσοστώσεων θίγονταν ειδικά από την απόφαση αυτή και βρίσκονταν σε «μια πραγματική κατάσταση που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο που αφορά η εν λόγω απόφαση» ( 21 ) και προσκόμιζαν συνεπώς την απόδειξη της υπάρξεως ατομικού συμφέροντος ( 22 ).
37.
Η υπόθεση Spijker κατά Επιτροπής ( 23 ) είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα για τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου.
38.
Στις 18 Ιουνίου 1982 ένας Ολλανδός εισαγωγέας ζήτησε από τις τελωνειακές αρχές άδεια εισαγωγής για μια παρτίδα ψηκτρών (βουρτσών) καταγωγής Κίνας. Με απόφαση της Επιτροπής της 7ης Ιουλίου 1982, επιτράπηκε στην Benelux να εξαιρέσει προσωρινώς το εν λόγω προϊόν από την κοινοτική μεταχείριση. Η Spijker έλαβε άδεια εισαγωγής, δεδομένου ότι είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση πριν από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως της Επιτροπής και δεν προσέβαλε την απόφαση αυτή παρά μόνον καθόσον θα μπορούσε να θίξει τις μελλοντικές εισαγωγές. Η απόφαση της Επιτροπής είχε εκδοθεί λόγω των ενεργειών της εταιρίας Spijker, η οποία ήταν επιπλέον ο μοναδικός εισαγωγέας των εν λόγω προϊόντων στην Benelux.
39.
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής:
«Επομένως (η απόφαση) παρουσιάζεται, έναντι των εισαγωγέων των εν λόγω προϊόντων, ως μέτρο γενικής εφαρμογής που εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιορισμένων καταστάσεων και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων που αντιμετωπίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο» ( 24 ).
«Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η προσφεύγουσα, σύμφωνα με αυτά που εκθέτει και που δεν αμφισβητούνται από την Επιτροπή, είναι ο μόνος έμπορος-εισαγωγέας, εγκατεστημένος στην Benelux, που εισάγει τακτικά στις Κάτω Χώρες ψήκτρες, προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, επ' ευκαιρία δε μιας από τις εισαγωγές αυτές εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 6ης Οκτωβρίου 1982 (307/81, Alusuisse, ...), ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από τη δυνατότητα προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται σε μια δεδομένη στιγμή, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω εφαρμογή γίνεται δυνάμει μιας αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως, που προσδιορίζεται από την πράξη σε σχέση με τον σκοπό της» ( 25 ).
40.
Όπως είδαμε, η απόφαση 91/523/ΕΟΚ της Επιτροπής έθεσε τέλος στο ιταλικό σύστημα τιμολογίων υποστηρίξεως για τη σιδηροδρομική μεταφορά χύδην των ορυκτών τα οποία έχουν είτε μόνο παραχθεί είτε επίσης υποστεί μεταποίηση στη Σικελία ή τη Σαρδηνία.
41.
Η εν λόγω απόφαση θίγει αναμφισβήτητα τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που παράγουν τα ορυκτά και εκείνων που τα μεταποιούν.
42.
Οι πρώτες από τις επιχειρήσεις αυτές πρέπει να κατέχουν άδεια εκμεταλλεύσεως ορυχείου, η οποία χορηγείται από τη δημόσια αρχή, και είναι επομένως εύκολο να προσδιοριστεί η ταυτότητα τους. Αντιθέτως, οι βιομήχανοι που μεταποιούν τα ορυκτά δεν υπέχουν την υποχρέωση αυτή ( 26 ).
43.
Δεν μπορεί επομένως να υποστηριχθεί λυσιτελώς ότι τα τιμολόγια υποστηρίξεως ωφελούσαν μόνον την «σαφώς προσδιορισμένη κατηγορία» των επιχειρήσεων που παράγουν ορυκτά και που κατέχουν άδεια εκμεταλλεύσεως ( 27 ).
44.
Επιπλέον
«η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του πλήθους ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου τα οποία καταλαμβάνει ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρείται ως αφορών τα πρόσωπα αυτά άμεσα και ατομικά» ( 28 ).
45.
Οι προσφεύγουσες εταιρίες δεν αποδεικνύουν — μολονότι φέρουν το σχετικό βάρος — ou δεν θίγονται από την απόφαση μόνο επειδή εμπίπτουν στη γενικά και αφηρημένα οριζόμενη κατηγορία των προσώπων τα οποία αφορά το εν λόγω μέτρο, αλλά και για άλλους λόγους.
46.
Δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι η απόφαση αυτή αφορά ατομικά τις λοιπές προσφεύγουσες, πέραν της επαγγελματικής ενώσεως. Συνεπώς, η προσφυγή ακυρώσεως που έχουν ασκήσει πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
47.
Όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής που άσκησε η Federazione Sindacale Italiana dell' Industria estrattiva, οι παρατηρήσεις μου θα είναι σύντομες.
48.
Η απόφαση της Επιτροπής δεν αφορά «τα ίδια και λειτουργικά συμφέροντα της επαγγελματικής ενώσεως» ( 29 ).
49.
Το Δικαστήριο δεν δέχεται την αρχή «κατά την οποία μια πράξη που θίγει τα γενικά συμφέροντα ορισμένης κατηγορίας επιχειρηματιών αφορά ατομικά μια ένωση υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου της κατηγορίας αυτής» ( 30 ).
50.
Εφόσον οι προσφεύγοντες επιχειρηματίες δεν θίγονται από την απόφαση της Επιτροπής περισσότερο απ' ό,τι όλοι οι υπόλοιποι επιχειρηματίες του επίμαχου τομέα, το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής σε έναν οργανισμό που είναι επιφορτισμένος με την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων των επιχειρηματιών αυτών ( 31 ).
51.
Για να είναι παραδεκτή η προσφυγή της, η ένωση θα έπρεπε να έχει αποδείξει την ύπαρξη ίδιου συμφέροντος, ξεχωριστού από το συμφέρον των επιχειρήσεων που τη συναποτελούν, πράγμα το οποίο δεν έκανε.
52.
Επομένως, η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και όσον αφορά την Federazione Sindacale.
53.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει τις προσφυγές απαράδεκτες και να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Συμπλήρωμα της Gazzella Ufficiale (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλίας), αριθ. φύλλου 356, της 29ης Δεκεμβρίου 1984.
( 2 ) ΕΕ L 283, σ. 20.
( 3 ) Τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως.
( 4 ) Όπ.π., άρθρο 2.
( 5 ) Απόφαση 25/63. Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937.
( 6 ) Οπ,π., ο. 941.
( 7 ) Βλ. επίσης την απόφαση της 17ης Σεπτεμβοΐου 1980, 730/79, Philip Monis κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/111, ο. 13, σκέψη 5).
( 8 ) Σελίδα 941.
( 9 ) Όπ.π.
( 10 ) Όπ.π.
( 11 ) Απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Philip Morris Holland κατά Επιτροπής, σκέψη 5. Βλ. επίσης την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papicrwarenfabrick κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, α 809, σκίψη 13).
( 12 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, Van der Kooy (Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 12).
( 13 ) Λποψααη της 21ης Μαίου 1987. 97/85 (Συλλογή 1987, ο. 2265).
( 14 ) Σκέψη 11.
( 15 ) Λπόα-αοη τη; 1ης Ιουλίου 1965, 106 και 107/63 (Συλλογή τόμο; 1965-1968, ο. 103).
( 16 ) Όπ.π., ο. 105.
( 17 ) Όπ.π., σ. 105, η υπογράμμιση δική μου.
( 18 ) Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 977).
( 19 ) Όπ.π., ο. 981.
( 20 ) Όπ.π., σκέψη 10, η υπογράμμιση δική μου.
( 21 ) Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985. Π/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, ο. 207, σκέψη 19).
( 22 ) Όπ.π.. σκέψη 31.
( 23 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983. 231/82 (Συλλογή 1983, σ. 2559).
( 24 ) Σκέψη 9.
( 25 ) Σκέψη 10.
( 26 ) Παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικά με το παρεμπίπτον ζήτημα διαδικασίας, σ. 4 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 27 ) Βλ. τις παρατηρήσεις της Περιφέρειας της Σαρδηνίας ως προς τον κατάλογο των δικαιούχων ενισχύσεων, ο. 3 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 28 ) Σκέψη 10 της διατάξεως της 14ης Νοεμβρίου 1991 ατις αυνεκδικααθείσες υποθέσεις C-232/91 και C-233/91, Νίκου Πετρίδη (Συλλογή 1991, ο. I-5351).
( 29 ) Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην προαναφερθείσα υπάθεση DEFI (Συλλογή 1986, α. 2473, η υπογράμμιση δική μου).
( 30 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 16/62 και 17/62, Confederation nationale des producteurs de fruits et légumes κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829, συγκεκριμένα σ. 835).
( 31 ) Όπ.π. και απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 282/85, DEFI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, ο. 2469, σκέψη 16).
Full & Egal Universal Law Academy