ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 18ης Μαΐου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Το Hof van cassatie (βελγικό ακυρωτικό) ζήτησε στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη συμφωνία της 22ας Ιουλίου 1972 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας, ειδικότερα το πρωτόκολλο 3, στο οποίο περιέχονται οι κανόνες για τον ορισμό της εννοίας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής» και για τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας ( 1 ).
Το νομικό πλαίσιο
2.
Η συμφωνία θεσπίζει ένα προτιμησιακό τελωνειακό καθεστώς για εμπορεύματα που κατάγονται από την Αυστρία ή την Κοινότητα. Το πρωτόκολλο αριθ. 3 καθορίζει τους κανόνες καταγωγής και ορίζει ότι η καταγωγή των εμπορευμάτων αποδεικνύεται με την προσκόμιση ενός πιστοποιητικού κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 (πρβλ. άρθρο 8, παράγραφος 1).
Το πιστοποιητικό EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής (πρβλ. άρθρο 9, παράγραφος 1). Οι τελωνειακές αρχές, παραδείγματος χάριν, της Αυστρίας έχουν εξουσιοδοτηθεί να χορηγούν το πιστοποιητικό EUR.1 όχι μόνο για εμπορεύματα που κατάγονται από την Αυστρία (πρβλ. άρθρο 9, παράγραφος 2), αλλά για εμπορεύματα τα οποία βρίσκονται στην Αυστρία και τα οποία κατάγονται από την Κοινότητα ή από τις άλλες χώρες της ΕΖΕΣ, με τις οποίες έχουν συναφθεί αντίστοιχες συμφωνίες προς τη συμφωνία που υφίσταται μεταξύ της Κοινότητας και της Αυστρίας (πρβλ. άρθρο 9, παράγραφος 3).
Το πιστοποιητικό EUR.1 εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα (πρβλ. άρθρο 10, παράγραφος 1) ο οποίος οφείλει να συνυποβάλει με την αίτηση του όλα τα σχετικά συμπληρωματικά στοιχεία από τα οποία μπορεί να αποδειχθεί ότι τα εμπορεύματα που Ga εξαχθούν πληρούν τις προϋποθέσεις για την έκδοση του πιστοποιητικού EUR.1 (πρβλ. άρθρο 10, παράγραφος 4. Αν ένα εμπόρευμα έχει προηγουμένως κυκλοφορήσει εντός του χώρου ελευθέρων συναλλαγών ΕΚ/ΕΖΕΣ, πρέπει να υποβληθούν τα πιστοποιητικά EUR.1 που είχαν εκδοθεί προηγουμένως (πρβλ. άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο). Εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για να εξακριβώσουν την καταγωγή των εμπορευμάτων και να ελέγχουν τις άλλες ενδείξεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό (πρβλ. άρθρο 10, παράγραφος 3). Οι αιτήσεις για την έκδοση πιστοποιητικών EUR.1 καθώς και όλα τα προηγουμένως εκδοθέντα πιστοποιητικά, τα οποία αποτέλεσαν το έρεισμα για την έκδοση τους, πρέπει να φυλάσσονται τουλάχιστον επί δύο έτη στις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής (πρβλ. άρθρο 10, παράγραφος 6).
Το πιστοποιητικό EUR.1 τίθεται στη διάθεση του εξαγωγέα αφότου πραγματοποιηθεί η εξαγωγή (πρβλ. άρθρο 9, παράγραφος 1) και πρέπει να προσκομισθεί εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών στις τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής (πρβλ. άρθρο 12, παράγραφος 1), οπότε μπορεί να εφαρμοστεί κατά τη συμφωνία προτιμησιακό καθεστώς δασμών και ποσοστώσεων (πρβλ. άρθρο 8, παράγραφος 1, και άρθρο 10, παράγραφος 3).
3.
Εκτός από τον έλεγχο στον οποίο προβαίνουν οι αρχές της χώρας εξαγωγής όσον αφορά την έκδοση του πιστοποιητικού EUR.1, το πρωτόκολλο αριθ. 3 παρέχει τη δυνατότητα εκ των υστέρων ελέγχου όσον αφορά την ακρίβεια του πιστοποιητικού (πρβλ. άρθρο 17, παράγραφος 1). Ο εκ των υστέρων έλεγχος πραγματοποιείται κατόπιν αιτήσεως των τελωνειακών αρχών της χώρας εισαγωγής από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής οι οποίες γνωστοποιούν στις τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής τα αποτελέσματα του ελέγχου το συντομώτερο δυνατό. Τα αποτελέσματα αυτά πρέπει να καθιστούν δυνατή τη διαπίστωση αν το πιστοποιητικό EUR.1, του οποίου αμφισβητείται η γνησιότητα, μπορεί να εφαρμοστεί επί των πράγματι εξαχθέντων εμπορευμάτων και αν τα εμπορεύματα αυτά μπορούν πράγματι να τύχουν της εφαρμογής του προτιμησίακού καθεστώτος (πρβλ. άρθρο 17, παράγραφος 3).
Όταν οι αμφισβητήσεις αυτού του είδους δεν είναι δυνατόν να ρυθμιστούν μεταξύ των τελωνειακών αρχών του κράτους εισαγωγής και εκείνων του κράτους εξαγωγής, υποβάλλονται στην τελωνειακή επιτροπή που υπάγεται στη μικτή επιτροπή (πρβλ. άρθρο 17, παράγραφος 3).
Η Επιτροπή διευκρίνισε óu για διοικητικούς λόγους δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιείται συστηματικός εκ των προτέρων έλεγχος και γι αυτό ακριβώς το πρωτόκολλο αριθ. 3 αποδίδει μεγάλη σημασία στη δυνατότητα πραγματοποιήσεως αυτού του εκ των υστέρων ελέγχου.
Το πρωτόκολλο αριθ. 3 ορίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις κατά παντός ο οποίος συμπληρώνει ή μεριμνά για τη συμπλήρωση εγγράφου που περιέχει ανακριβή στοιχεία προκειμένου να γίνει δεκτό εμπόρευμα με το ευεργέτημα του προτιμησίακού καθεστώτος (πρβλ. άρθρο 16, παράγραφος 4).
Τα πραγματικά περιστατικά και τα υποβληθέντα ερωτήματα
4.
Τα υποβληθέντα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης που κίνησε το βελγικό δημόσιο κατά του διευθυντή μιας βελγικής εταιρίας, η οποία εισήγαγε το 1985 από την Αυστρία ένα μηχάνημα για την κόλληση των πτυσσόμενων κιβωτίων που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές και κατά δύο υπαλλήλων της εταιρίας που διεκπεραίωσε τις διατυπώσεις εισαγωγής ( 2 ). Το ιστορικό της υποθέσεως έχει ως εξής:
Κατά την εξαγωγή του μηχανήματος προς το Βέλγιο, οι αυστριακές αρχές εξέδωσαν ένα πιστοποιητικό EUR.1 στο οποίο αναγραφόταν ότι το μηχάνημα ήταν καταγωγής Δυτικής Γερμανίας. Το πιστοποιητικό αυτό προσκομίστηκε από τους κατηγορουμένους στις βελγικές αρχές προκειμένου να τύχουν δασμολογικής προτιμήσεως.
Οι βελγικές αρχές ζήτησαν στη συνέχεια από τις αυστριακές τελωνειακές αρχές να ελέγξουν την ακρίβεια του πιστοποιητικού EUR.1. Με έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1987, οι αυστριακές αρχές ανακοίνωσαν ότι από τον εκ των υστέρων έλεγχο προέκυψαν τα ακόλουθα:
«Το μηχάνημα για την κόλληση των πτυσσόμενων κιβωτίων που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές, πλήρες αλλά χρησιμοποιημένο, το οποίο αφορά το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είχε αγοραστεί το 1970 — ήτοι πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ η συμφωνία περί ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Αυστρίας και της EOK — από την εταιρία Jagenberg του Ντίσελντορφ η οποία ήταν και ο κατασκευαστής του μηχανήματος. Κατόπι της αιτήσεως σας για διεξαγωγή ελέγχου, η εταιρία Schausberger (δηλαδή ο αυστριακός εξαγωγέας) προσπάθησε να λάβει από τον τότε εξαγωγέα (δηλαδή την εταιρία Jagenberg στη Δυτική Γερμανία) στοιχεία που να αποδεικνύουν ενδεχομένως ότι θα ήταν δυνατόν, τουλάχιστον πλασματικής, να θεωρηθεί ότι το μηχάνημα είναι καταγωγής Δυτικής Γερμανίας, όπως θα συνέβαινε αν, ενόψει των υφισταμένων συνθηκών παραγωγής, είχε κατασκευαστεί σήμερα υπό τις ίδιες συνθήκες. Πάντως, όπως κατέστησε γνωστό η εταιρία Jagenberg του Ντίσελντορφ, όλα τα σχετικά στοιχεία έχουν ήδη καταστραφεί.»
Κατόπιν αυτού, οι αυστριακές αρχές κατέληξαν στο ακόλουθο συμπέρασμα:
«Ο Γερμανός εξαγωγέας (...) δεν μπορεί πλέον να παράσχει καμιά συγκεκριμένη απόδειξη. Κατά συνέπεια, το εμπόρευμα πρέπει να θεωρηθεί ως άγνωστης καταγωγής, οπότε το πιστοποιητικό δεν μπορεί πλέον να ληφθεί υπόψη.»
Βάσει αυτών των δεδομένων, οι βελγικές αρχές αποφάσισαν να ζητήσουν την καταβολή δασμού λόγω του ότι το μηχάνημα ήταν άγνωστης καταγωγής, οπότε δεν μπορούσε να εφαρμοστεί το προτιμησιακό καθεστώς. Επιπλέον, απαγγέλθηκε κατηγορία κατά των προαναφερθέντων προσώπων ότι«εκτελώνισαν εμπορεύματα για άμεση κατανάλωση στο Βέλγιο, προσκομίζοντας ή μεριμνώντας για την προσκόμιση πλαστών, παραπλανητικών ή ανακριβών εγγράφων, δηλαδή του πιστοποιητικού EUR.1 το οποίο κακώς εξέδωσαν οι αυστριακές τελωνειακές αρχές (...)».
5.
Η πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι, εφεσιβλήθηκε ενώπιον του Hof van beroep, Gent (Εφετείου της Γάνδης), το οποίο την επικύρωσε. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το Hof van beroep διαπίστωσε ότι στην πραγματικότητα οι αυστριακές τελωνειακές αρχές δεν ζήτησαν, όπως εκτίθεται στο προαναφερθέν έγγραφο, από τον αυστριακό εξαγωγέα να προσκομίσει τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται αφενός μεν σε ορισμένα στοιχεία που παρασχέθηκαν τηλεφωνικώς από τον Αυστριακό εξαγωγέα στις 9 Δεκεμβρίου 1987 στο πλαίσιο της εξετάσεως εκ μέρους των βελγικών τελωνειακών αρχών ενός από τους κατηγορουμένους, αφετέρου δε, στο γεγονός ότι η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο πλαίσιο της διαδικασίας ένα τιμολόγιο που είχε εκδώσει η εταιρία Jagenberg για την εταιρία Schausberger στις 25 Ιανουαρίου 1970, από το οποίο προκύπτει ότι το μηχάνημα είναι καταγωγής Δυτικής Γερμανίας. Το Hof van beroep διαπίστωσε βάσει αυτών των δεδομένων ότι το γεγονός ότι από τον μετέπειτα έλεγχο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενδείξεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό EUR.1 είναι ορθές οφείλεται στο ότι οι αυστριακές τελωνειακές αρχές επέδειξαν «αμέλεια είτε αυτή είναι “κακόβουλη” είτε όχι». Κατόπιν αυτού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε με την απόφαση του ότι η παράλειψη των αρχών ενός από τα συναλλαχθέντα μέρη πρέπει να θεωρηθεί ως ανωτέρα βία η οποία λειτουργεί υπέρ των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι δεν πρέπει αυτοί να υποστούν τις συνέπειες από την αδράνεια των αρχών.
6.
Το βελγικό δημόσιο άσκησε αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Hof van cassatie το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία ερωτήματα:
«1)
Οσάκις το ευνοούμενο κράτος (εν προκειμένω η Αυστρία), από το οποίο ζητείται να ελέγξει το πιστοποιητικό καταγωγής EUR. 1, δεν μπορεί να διαπιστώσει την ακριβή καταγωγή του εμπορεύματος, έχει τούτο ως συνέπεια ότι το εμπόρευμα είναι άγνωστης καταγωγής και, ως εκ τούτου, κακώς χορηγήθηκαν το πιστοποιητικό EUR. 1 και ο προτιμησιακός δασμός;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, οφείλει το κράτος εισαγωγής (εν προκειμένω το Βέλγιο) να ζητήσει στη συνέχεια την καταβολή των μη καταβληθέντων κατά την εισαγωγή δασμών;
3)
Συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας για τον εισαγωγέα του κράτους μέλους εισαγωγής (εν προκειμένω του Βελγίου) η οφειλόμενη σε αμέλεια “ενσυνείδητη” ή μη, αδυναμία της αυστριακής τελωνειακής αρχής να διαπιστώσει την ακρίβεια της καταγωγής που αναγράφεται στο χορηγηθέν από αυτήν πιστοποιητικό EUR. 1;»
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
7.
Κατά την κρίση της παρούσας υποθέσεως, η οποία βάσει των υφισταμένων στοιχείων δεν φαίνεται να αντιμετωπίστηκε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τις εμπλεκόμενες αρχές, έχει σημασία να επισημανθεί
—
ότι, όπως επίσης τόνισε η Επιτροπή, δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι το εισαχθέν μηχάνημα κατάγεται πράγματι από τη Δυτική Γερμανία και
—
ότι το Hof van beroep έλαβε ως βάση ότι οι αυστριακές τελωνειακές αρχές δεν έδωσαν στον Αυστριακό εξαγωγέα τη δυνατότητα να προσκομίσει στο πλαίσιο του εκ των υστέρων ελέγχου τα αποδεικτικά στοιχεία ως προς την καταγωγή του εμπορεύματος.
8.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι από το προαναφερθέν έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1987 των αυστριακών αρχών προκύπτει ότι οι αρχές αυτές δεν έχουν συγκεκριμένο λόγο για να αμφιβάλλουν ως προς την καταγωγή του μηχανήματος, αλλά φρονούν ότι το μηχάνημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως άγνωστης καταγωγής, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να προσκομισθεί ένα έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το εμπόρευμα κατάγεται από τη Δυτική Γερμανία. Εντούτοις, όπως ελέγχθη, προσκομίστηκε ένα τιμολόγιο, του οποίου τη γνησιότητα δεν φαίνεται να αμφισβητούν οι βελγικές αρχές, και από το οποίο προκύπτει ότι το μηχάνημα είναι καταγωγής Δυτικής Γερμανίας. Δεν είναι δυνατόν βάσει των υφισταμένων στοιχείων να κριθεί με βεβαιότητα το πότε προσκομίστηκε το τιμολόγιο, εντούτοις όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι απολύτως πιθανό ότι προσκομίστηκε από τον εισαγωγέα στο πλαίσιο των ανακρίσεων στις οποίες προέβησαν οι βελγικές τελωνειακές αρχές. Το Hof van beroep επισήμανε πράγματι στην απόφαση του ότι το τιμολόγιο είχε επισυναφθεί στον φάκελο της υποθέσεως τον οποίο προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή κατά την ένδικη διαδικασία ( 3 ).
9.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι από την απόφαση του Hof van beroep προκύπτει ότι ήδη στις 9 Δεκεμβρίου 1987, στο πλαίσιο της εξετάσεως ενός από τους κατηγορουμένους εκ μέρους των βελγικών τελωνειακών αρχών διευκρινίστηκε ότι οι αυστριακές αρχές δεν είχαν δώσει κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο τη δυνατότητα στον Αυστριακό εξαγωγέα να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με την καταγωγή του εμπορεύματος.
10.
Το στοιχείο αυτό θα έπρεπε να είχε ωθήσει της βελγικές τελωνειακές αρχές να έλθουν σε επαφή με τις αυστριακές τελωνειακές αρχές προκειμένου να αρθεί η αμφιβολία που είχε δημιουργηθεί ως προς την ακρίβεια των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου των αυστριακών τελωνειακών αρχών. Όπως προέκυψε από τη διαδικασία, οι βελγικές τελωνειακές αρχές δεν επικοινώνησαν με τις αυστριακές τελωνειακές αρχές και, κατά τη γνώμη μου, είναι δυνατόν, βάσει αυτών των δεδομένων, να προκύψουν αμφιβολίες ως προς το αν οι βελγικές αρχές είχαν επαρκείς λόγους για να συνεχίσουν τη διαδικασία εκτελωνισμού, θεωρώντας ότι το εμπόρευμα ήταν άγνωστης καταγωγής. Δεδομένου ότι το αποτέλεσμα, το οποίο ανακοίνωσαν οι αυστριακές αρχές στις βελγικές τελωνειακές αρχές, δεν φαίνεται εντούτοις να μπορούσε να χρησιμεύσει άμεσα κατά τον εκτελωνισμό του εμπορεύματος, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το έρεισμα του εκτελωνισμού θα έπρεπε να είναι το πιστοποιητικού EUR.1 το οποίο είχαν αρχικώς εκδώσει οι αυστριακές αρχές.
Η άποψη αυτή δεν υποστηρίχθηκε εντούτοις ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων ούτε με τις γραπτές και τις προφορικές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Όπως θα δούμε, τα υποβληθέντα ερωτήματα καθιστούν αντιθέτως αναγκαίο τον σχηματισμό γνώμης επί διαφόρων βασικών ζητημάτων, μεταξύ των οποίων του ζητήματος κατά πόσον οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής υποχρεούνται να λάβουν ως βάση το αποτέλεσμα του εκ των υστέρων ελέγχου που γνωστοποιείται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής, του ζητήματος κατά πόσον ένα τιμολόγιο αποτελεί επαρκές αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια του πρωτοκόλλου αριθ. 3 xaL του ζητήματος κατά πόσον μπορεί να συναχθεί από το πρωτόκολλο αριθ. 3η υποχρέωση του εισαγωγέα ενός εμπορεύματος να είναι σε θέση να αποδείξει την καταγωγή του εμπορεύματος αυτού.
11.
Ας μου επιτραπεί, για να ολοκληρώσω τις εισαγωγικές αυτές παρατηρήσεις, να επισημάνω ou τα υποβληθέντα ερωτήματα έχουν ανακύιμει στο πλαίσιο μιας ποινικής υποθέσεως και ότι η Επιτροπή, κατά τη γνώμη μου, ορθώς υπογράμμισε ότι το πρωτόκολλο αριθ. 3 πρέπει ασφαλώς να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι οι αρχές της χώρας εισαγωγής πρέπει να ζητούν την καταβολή του δασμού από τον εισαγωγέα, όταν μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι ένα εισαγόμενο εμπόρευμα είναι άγνωστης καταγωγής, αλλά ότι η συμφωνία και το πρωτόκολλο δεν επιτάσσουν την επιβολή ποινής στον εισαγωγέα σε όλες τις περιπτώσεις. Βεβαίως, το άρθρο 16, παράγραφος 4, του πρωτοκόλλου ορίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση συμπληρώσεως εγγράφου «που περιέχει ανακριβή στοιχεία, για να γίνει δεκτό το εμπόρευμα με το ευεργέτημα του προτιμησιακού καθεστώτος», πλην όμως η υποχρέωση αυτή ισχύει, κατά τη γνώμη μου, μόνον όσον αφορά πρόσωπα ως προς τα οποία συντρέχουν ειδικές υποκειμενικές προϋποθέσεις προκειμένου αυτά να υπέχουν ποινική ευθύνη.
Το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα
12.
Το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου συνδέονται στενά μεταξύ τους και, επομένως, θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού.
13.
Το γεγονός ότι στο πρωτόκολλο αριθ. 3 αναφέρονται και ορίζονται ρητώς οι μέθοδοι για την πραγματοποίηση εκ των υστέρων ελέγχου της ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στο πιστοποιητικό EUR.1 αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να διαπιστωθεί ότι το πιστοποιητικό EUR.1 δεν αποτελεί αδιάσειστη απόδειξη ότι ένα εμπόρευμα έχει την καταγωγή που αναφέρεται σ' αυτό και, επομένως, πρέπει να εφαρμοστεί, ως προς αυτό, το προτιμησιακό καθεστώς.
Εφόσον σε συνάρτηση με τον εκ των υστέρων έλεγχο διαπιστώνεται ότι σε αντίθεση προς τα στοιχεία που περιέχονται στο πιστοποιητικό EUR.1 δεν είναι πράγματι δυνατό να καθοριστεί η καταγωγή ενός εμπορεύματος, αυτό σημαίνει ότι κακώς εκδόθηκε το πιστοποιητικό EUR.1 και ότι ομοίως κακώς επομένως εφαρμόστηκε το προτιμησιακό καθεστώς. Οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής πρέπει κατά συνέπεια να έχουν τη δυνατότητα να συναγάγουν τις συνέπειες από τη διαπίστωση αυτή, απαιτώντας εκ των υστέρων τους μη καταβληθέντες δασμούς ( 4 ).
14.
Όπως τόνισα στις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις, το παράδοξο στην παρούσα υπόθεση είναι εντούτοις ότι οι αυστριακές τελωνειακές αρχές φαίνεται να φρονούν ότι το μηχάνημα πρέπει να θεωρηθεί άγνωστης καταγωγής απλώς και μόνον επειδή δεν κατέστη δυνατό να προσκομιστεί ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, ενώ στις βελγικές αρχές προσκομίστηκε πράγματι ένα αποδεικτό έγγραφο, δηλαδή το τιμολόγιο, αλλά παρά ταύτα αυτές επιμένουν ότι το μηχάνημα είναι άγνωστης καταγωγής, όπως ανακοίνωσαν οι αυστριακές αρχές. Αυτό καθιστά σαφές ότι το βασικό στοιχείο στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι κατά πόσον «το ευνοούμενο κράτος (εν προκειμένω η Αυστρία) (...) έχει τούτο ως συνέπεια ότι (το εμπόρευμα) είναι άγνωστης καταγωγής και, ως εκ τούτου, κακώς (χορηγήθηκε) το πιστοποιητικό EUR.1» (η υπογράμμιση δική μου). Με άλλα λόγια, κατά την απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να κριθεί το ζήτημα κατά πόσον οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής υποχρεούνται σε κάθε περίσταση να λαμβάνουν ως βάση το αποτέλεσμα του εκ των υστέρων ελέγχου που έχουν γνωστοποιήσει οι τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής.
Αν στο ερώτημα αυτό δοθεί η απάντηση ότι οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής μπορούν εν πάση περιπτώσει να μην στηριχθούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο αποτέλεσμα του εκ των υστέρων ελέγχου το οποίο έχουν γνωστοποιήσει οι τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής, ανακύπτει, όπως τόνισε η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις ή όπως αναφέρθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, το ζήτημα κατά πόσο πρέπει εν προκειμένω να θεωρηθεί ένα τιμολόγιο ότι αποτελεί απόδειξη ως προς την καταγωγή ενός εμπορεύματος.
Κατά πόσον οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής υποχρεούνται να λάβουν ως βάση το αποτέλεσμα του εκ των υστέρων ελέγχου που έχουν γνωστοποιήσει οι τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής;
15.
Η Επιτροπή εξέθεσε με τις γραπτές της παρατηρήσεις ότι «θα ήταν παράλογο να μην εφαρμοστεί ως προς το μηχάνημα το προτιμησιακό καθεστώς» όταν προκύπτει ότι, «στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να αμφισβητείται η κοινοτική καταγωγή του μηχανήματος» και ότι «το προσκομισθέν τιμολόγιο (...) αποτελεί συναφή ένδειξη». Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου η απάντηση ότι οι αρχές της χώρας εισαγωγής δικαιούνται να ζητήσουν την καταβολή δασμού σαν να επρόκειτο για εμπόρευμα άγνωστης καταγωγής, όταν ο εξαγωγέας ενός εμπορεύματος δεν μπορεί, σε συνάρτηση μ' έναν εκ των υστέρων έλεγχο, να αποδείξει την καταγωγή του εμπορεύματος, «εκτός αν η προτιμησιακή καταγωγή μπορεί παρά ταύτα να διαπιστωθεί εκ των υστέρων με επαρκή βεβαιότητα».
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση την άποψη της ως εξής: οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής εξαρτώνται καταρχήν κατά την κρίση του ζητήματος αν μπορεί να χορηγηθεί προτιμησιακή μεταχείριση, από τα στοιχεία που παρέχουν οι τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής. Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου προκύπτει ότι τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου γνωστοποιούνται στο κράτος εισαγωγής το συντομότερο δυνατόν και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο διαπιστώνεται αν πρέπει να εφαρμοστεί το προτιμησιακό καθεστώς. Επομένως, εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής να κρίνουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση προτιμησιακής μεταχειρίσεως και αν τα παρασχεθέντα στοιχεία επιβεβαιώνουν το κύρος του πιστοποιητικού και αίρουν οποιαδήποτε αμφιβολία όσον αφορά την καταγωγή του εμπορεύματος. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα: «Πράγματι, κατά την άποψη της Επιτροπής, η χώρα εισαγωγής διαθέτει ορισμένη διακριτική ευχέρεια, καίτοι περιορισμένη, όσον αφορά τη χορήγηση της προτιμησιακής μεταχειρίσεως, αυτό δε αν εκ των υστέρων, η χώρα εξαγωγής δεν μπορεί, όσον αφορά το κύρος του πιστοποιητικού EUR.1 να παράσχει όλες τις αναγκαίες διασφαλίσεις».
16.
Κατά τη γνώμη μου, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως της Επιτροπής κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής πρέπει να έχουν ορισμένη αυτοτέλεια προκειμένου να κρίνουν αν σε συνάρτηση με έναν εκ των υστέρων έλεγχο έχουν προσκομιστεί επαρκείς αποδείξεις σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται σ' ένα πιστοποιητικό EUR.1.
Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, το άρθρο 17, παράγραφος 3, ορίζει ότι «τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου γνωστοποιούνται (...) στις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής» και ότι τα αποτελέσματα αυτά «πρέπει να καθιστούν δυνατή τη διαπίστωση εάν το αμφισβητούμενο πιστοποιητικό EUR.1 (...) δύνανται να ισχύουν ως προς τα πράγματι εξαχθέντα εμπορεύματα και αν τα εμπορεύματα αυτά δύνανται πράγματι να τύχουν της εφαρμογής του προτιμησιακού καθεστώτος». Το γράμμα της διατάξεως αυτής μπορεί προφανώς θα θεωρηθεί ότι επιρρωννυει την άποψη όη τελικά εναπόκειται εν πάση περιπτώσει στις τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής να κρίνουν αν το πιστοποιητικό EUR.1 μπορεί να τύχει εφαρμογής. Στην παρούσα υπόθεση, οι αυστριακές αρχές γνωστοποίησαν ότι το εκδοθέν πιστοποιητικό EUR.1 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, εντούτοις όμως δεν φαίνεται το ίδιο το άρθρο 17, παράγραφος 3, να προϋποθέτει ότι οι τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής πρέπει ή μπορούν να προβούν στην τελική κρίση.
Επίσης, λογικές εκτιμήσεις και λόγοι σκοπιμότητας που αφορούν τους οικείους επιχειρηματίες συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας αυτής. Αν, παραδείγματος χάριν, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής, σε συνάρτηση με την διενέργεια εκ των υστέρων ελέγχου, λαμβάνουν απευθείας από τον εισαγωγέα αποδεικτικά έγγραφα τα οποία εκτιμούνται από τις αρχές αυτές ότι αποτελούν επαρκή ένδειξη περί του ότι το πιστοποιητικό EUR.1 έχει εκδοθεί ορθώς, δεν μπορεί ο σκοπός των κανόνων αυτών να συνεπάγεται ότι τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπό\|)η ως έρεισμα προτιμησιακής μεταχειρίσεως για τον λόγοότι τα έγγραφα αυτά δεν περιήλθαν σης τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής και δεν εξετάστηκαν από αυτές. Από το άρθρο 16, παράγραφος 1, μπορεί να συναχθεί ότι ο σκοπός των κανόνων περί διοικητικής συνεργασίας συνίσταται αντιθέτως στο να διασφαλισθεί ότι δεν χορηγείται προ-τιμησιακή μεταχείριση, όταν δεν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις και στο ότι χορηγείται η μεταχείριση αυτή, όταν πράγματι συντρέχουν οι προϋποθέσεις.
17.
Έχει εντούτοις σημασία να υπενθυμιστεί, κατά τον προσδιορισμό των ορίων της αυτοτελούς αρμοδιότητας των αρχών του κράτους εισαγωγής, ότι οι μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας του πρωτοκόλλου αριθ. 3 στηρίζονται σε ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από τον αμοιβαίο σεβασμό των αποφάσεων που λαμβάνουν οι οικείες τελωνειακές αρχές. Όταν οι τελωνειακές αρχές ενός κράτους προτίθενται να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις που έχουν λάβει οι τελωνειακές αρχές ενός άλλου κράτους, αυτό πρέπει κατ' αρχήν να πραγματοποιείται μέσω υποβολής ερωτήματος στην τελωνειακή επιτροπή. Στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 επί της υποθέσεως 218/83, Les Rapides Savoyards ( 5 ), το Δικαστήριο περιέγραψε το σύστημα του αντίστοιχου πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Ελβετίας ως εξής:
«Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο καθορισμός της καταγωγής των εμπορευμάτων, σύμφωνα με το πρωτόκολλο 3, στηρίζεται στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των τελωνειακών αρχών των συμβαλλομένων στη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών, υπό την έννοια ότι η καταγωγή καθορίζεται από τις αρχές του κράτους εξαγωγής, δεδομένου ότι ο έλεγχος λειτουργίας του συστήματος αυτού εξασφαλίζεται χάρη στη συνεργασία μεταξύ των ενδιαφερομένων υπηρεσιών και από τις δύο πλευρές. (...)
Ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνον αν η τελωνειακή υπηρεσία του κράτους εισαγωγής αναγνωρίζει τις εκτιμήσεις στις οποίες έχουν προβεί νόμιμα οι αρχές του κράτους εξαγωγής. Η αναγνώριση τέτοιων αποφάσεων που γίνεται από τις τελωνειακές υπηρεσίες των κρατών μελών είναι αναγκαία για να μπορέσει και η Κοινότητα να ζητήσει από τις αρχές των άλλων κρατών, που δεσμεύονται έναντί της στο πλαίσιο των συστημάτων ελευθέρων συναλλαγών, την αναγνώριση των αποφάσεων που έχουν λάβει οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών ως προς την καταγωγή των προϊόντων που εξάγονται από την Κοινότητα προς τα κράτη αυτά.
Δεν υπάρχει φόβος ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών μπορεί να διευκολύνει καταχρηστική πρακτική, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα άρθρα 16 και 17 του πρωτοκόλλου 3, κυρίως στη νέα τους διατύπωση, έχουν ρυθμίσει με λεπτομέρειες τις μεθόδους συνεργασίας μεταξύ των ενδιαφερομένων τελωνειακών υπηρεσιών σε περίπτωση αμφισβητήσεων σχετικά με την καταγωγή ή σε περίπτωση απάτης των εξαγωγέων ή εισαγωγέων» ( 6 ).
18.
Το Δικαστήριο με την απόφαση του αυτή θέλησε να καταστήσει σαφές ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής υποχρεούνται να σέβονται τα πιστοποιητικά EUR.1 που εκδίδουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής. Το Δικαστήριο δέχθηκε επομένως ρητώς ότι ο έλεγχος της λειτουργίας της ρυθμίσεως πρέπει να πραγματοποιείται μέσω αμοιβαίας συνεργασίας και ότι η δυνατότητα πραγματοποιήσεως εκ των υστέρων ελέγχου συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας όη ένα σύστημα που στηρίζεται στην αμοιβαία αναγνώριση λαμβανομένων αποφάσεων διευκολύνει καταχρηστικές μεθόδους. Καθόσον οι εκτιμήσεις του Δικαστηρίου ως προς τη σημασία που έχει ο αμοιβαίος σεβασμός λαμβανομένων αποφάσεων μπορούν παρά ταύτα να θεωρηθούν ότι ισχύουν για τα αποτελέσματα των εκ των υστέρων ελέγχων που γνωστοποιεί το κράτος εξαγωγής, έχει, κατά τη γνώμη μου, σημασία να τονισθεί ότι η ανάγκη αναγνωρίσεως αποφάσεων αυτού του είδους υφίσταται πρωτίστως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος εισαγωγής, σε αντίθεση προς το κράτος εξαγωγής, θεωρεί ότι δεν έχουν προσκομισθεί επαρκείς αποδείξεις ως προς την ακρίβεια του πιστοποιητικού EUR.1 και, επομένως, δεν προτίθεται να χορηγήσει την προτιμησιακή μεταχείριση. Στην περίπτωση αυτή η μέριμνα για τη λειτουργία της ρυθμίσεως και για μια αποτελεσματική κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των τελωνειακών αρχών συνηγορεί υπέρ του ότι το κράτος εισαγωγής υποχρεούται να σέβεται την απόφαση του κράτους εξαγωγής, εκτός αν το ζήτημα τεθεί στην κρίση της τελωνειακής επιτροπής και αυτή εκδώσει διαφορετική απόφαση.
Στην αντίστροφη περίπτωση όμως κατά την οποία οι αρχές του κράτους εξαγωγής θεωρούν ότι δεν κατέστη δυνατή η προσκόμιση επαρκών αποδείξεων ως προς το ότι το αρχικώς εκδοθέν πιστοποιητικό EUR.1 είναι πράγματι ορθό, ενώ οι αρχές του κράτους εισαγωγής θεωρούν ότι έχουν στην κατοχή τους μια τέτοια επαρκή απόδειξη, έχω τη γνώμη ότι δεν πρόκειται για την ίδια μέριμνα. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, το κράτος εισαγωγής προτίθεται ενδεχομένως να χορηγήσει για τα εμπορεύματα που προέρχονται από το κράτος εξαγωγής ευνοϊκότερη μεταχείριση από αυτή την οποία το κράτος εξαγωγής θεωρεί εν προκειμένω ou υποχρεούται να χορηγήσει το κράτος εισαγωγής. Αν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής προτίθενται παρ' ελπίδα να διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά μιας τέτοιας ευνοϊκής μεταχειρίσεως, έχουν τη δυνατότητα να φέρουν το ζήτημα ενώπιον της τελωνειακής επιτροπής. II λύση αυτή νομίζω ότι είναι πλέον ενδεδειγμένη από μια λύση η οποία θα εμπόδιζε γενικώς τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής να εκδίδουν αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται ότι τα πιστοποιητικά EUR.1 εκδόθηκαν ορθώς.
Επομένως, το γεγονός ότι το άρθρο 17 ορίζει ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος πραγματοποιείται από τις αρχές του κράτους εξαγωγής σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, πρωτίστως ότι πρόκειται για έναν κανόνα με τον οποίον επιδιώκεται η δημιουργία ερείσματος για μια αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των οικείων αρχών. Αντιθέτως, νομίζω ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω κανόνας συνεπάγεται ότι το κράτος εισαγωγής στερείται της δυνατότητας να λάβει αυτοτελώς απόφαση για την εφαρμογή των πιστοποιητικών EUR.1.
19.
Ακόμη και αν το Δικαστήριο δεν θα συμφωνούσε με την ερμηνεία αυτή, κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πρέπει γενικώς να έχουν αυτοτελώς αρμοδιότητα για την έκδοση ευνοϊκών αποφάσεων για την εφαρμογή των πιστοποιητικών EUR.1, νομίζω ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορούν να διατυπωθούν ουσιώδεις ενδοιασμοί ως προς την παροχή μιας τέτοιας αρμοδιότητας στις αρχές, όταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, δεν συντρέχει μια περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής τροποποιούν ή δεν λαμβάνουν υπόψη μια εκτίμηση αποδείξεων στην οποία έχουν προβεί οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής αλλά, αντιθέτως, συντρέχει μια περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη συμπληρωματικές αποδείξεις που τους έχουν παρασχεθεί.
20.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής μπορούν να λάβουν υπόψη αποδεικτικά έγγραφα τα οποία έχουν προσκομισθεί σ' αυτές και βάσει αυτών να εκδώσουν απόφαση για την εφαρμογή του πιστοποιητικού EUR.1, αυτό δε ανεξάρτητα από το αν οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να προκειμένω, ανάλογα με τις περιστάσεις, να μη λάβουν ως βάση τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου που τους έχουν γνωστοποιήσει οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής.
Κατά πόσο ένα τιμολόγιο αποτελεί επαρκές αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια του πρωτοκόλλου 3;
21.
Δεδομένου óxl οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη αποδεικτικά έγγραφα τα οποία τους προσκομίζονται και δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για το ότι στις βελγικές αρχές προσκομίστηκε ένα τιμολόγιο, μια πλήρης απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα προϋποθέτει την εξέταση του ζητήματος αν ένα τιμολόγιο αποτελεί επαρκές αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια του πρωτοκόλλου 3.
22.
Η Επιτροπή τόνισε ότι από το άρθρο 9, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου προκύπτει κατ' αρχήν ότι ένα πιστοποιητικό EUR.1, σε περίπτωση επανεξαγωγής. προς την Κοινότητα, μπορεί να εκδίδεται μόνο μέσω προσκομίσεως του προηγουμένως εκδοθέντος πιστοποιητικούEUR.Ι ( 7 ). Η Επιτροπή θεωρεί πάντως 6η μια τέτοια ερμηνεία συνιστά αδικαιολόγητη τυπολατρεία σε μια κατάσταση όπως η υπό κρίση, κατά την οποία το εμπόρευμα εξήχθη από την Κοινότητα στην Αυστρία σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η συμφωνία μεταξύ των μερών αυτών δεν είχε ακόμη αρχίσει να ισχύει. Δεδομένου ότι στην κατάσταση αυτή δεν είναι δυνατόν να παρασχεθεί απόδειξη μέσω προσκομίσεως ενός προηγουμένως εκδοθέντος πιστοποιητικού EUR.1, η Επιτροπή φρονεί ότι θα πρέπει να επιτραπεί η απόδειξη της καταγωγής του εμπορεύματος από την Κοινότητα με άλλον τρόπο, π.χ., μέσω προσκομίσεως ενός τιμολογίου του αρχικού εξαγωγέα.
23.
Συμμερίζομαι πλήρως την άποψη της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι το πρωτόκολλο 3 αποσκοπεί στον αποκλεισμό της προτιμησιακής μεταχειρίσεως ως προς εμπορεύματα τα οποία κατάγονται από την Κοινότητα αλλά εξήχθησαν στην Αυστρία πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας μεταξύ Κοινότητας και Αυστρίας. Η ερμηνεία αυτή επιρρωνύεται, κατά τη γνώμη μου, από το γεγονός ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4271/88 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988 ( 8 ), οπότε δεν απαιτείται πλέον η προσκόμιση προηγουμένως εκδοθέντων πιστοποιητικών EUR.1 παρά μόνο «απόδειξη της καταγωγής που εκδόθηκε προηγουμένως». Περαιτέρω, πιο συγκεκριμένα, έχω τη γνώμη ότι σε μια κατάσταση όπως η υπό κρίση, στην οποία δεν φαίνεται να υφίσταται λόγος αμφιβολίας ότι το μηχάνημα πράγματι κατάγεται από τη Δυτική Γερμανία, φαίνεται λογικό να γίνει δεκτό ότι το τιμολόγιο που εκδόθηκε από τον αρχικό εξαγωγέα όχι μόνο ασκεί επιρροή αλλά και αποτελεί επαρκές αποδεικτικό έγγραφο ( 9 ).
24.
ΓΊα τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ένα τιμολόγιο αποτελεί αποδεκτή και, ανάλογα με τις περιστάσεις, απόδειξη της καταγωγής ενός εμπορεύματος, καθόσον πρόκειται για εμπόρεύμα που έχει εξαχθεί από το αρχικό κράτος σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν είχε ακόμη αρχίσει να ισχύει η συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της Αυστρίας, και για το οποίο, επομένως, δεν είναι δυνατόν να προσκομισθεί.ένα προηγουμένως εκδοθέν πιστοποιητικό EUR.1.
Το τρίτο ερώτημα
25.
Μπορεί να θεωρηθεί ότι η πρόταση μου για την απάντηση στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου καθιστά περιττή την απάντηση στο τρίτο του ερώτημα που αφορά την ανωτέρα βία. Αν ληφθεί ως βάση ότι οι βελγικές τελωνειακές αρχές μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να λάβουν υπόψη ένα αποδεικτικό έγγραφο προκειμένου να μπορούσε να ισχύσει το πιστοποιητικό EUR.1 και ότι το προσκομισθέν τιμολόγιο αποτελεί βάσει των υφισταμένων περιστάσεων αποδεκτό και προφανώς επαρκές αποδεικτικό έγγραφο ως προς την καταγωγή του μηχανήματος, είναι πρόδηλο ότι οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν επαρκές έρεισμα προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν μπορεί να επιβληθεί ποινή στην κατηγορουμένη και αν μπορεί να ζητηθεί η καταβολή δασμού. Με άλλα λόγια, δεν φαίνεται αναγκαίο να κριθεί το ζήτημα αν ο Βέλγος εξαγωγέας μπορεί να επικαλεστεί ως περίπτωση ανωτέρας βίας το γεγονός ότι οι αυστριακές τελωνειακές αρχές δεν ήταν σε θέση, συνεπεία της αμέλειας τους, να διαπιστώσουν την ακρίβεια των στοιχείων του εκδοθέντος πιστοποιητικού EUR.1.
Είναι εντούτοις δυνατό το αιτούν δικαστήριο να είναι αναγκασμένο, για διαδικαστικούς λόγους, να αποφανθεί επί του ζητήματος αν ο τρόπος ενεργείας των αυστριακών αρχών αποτελεί, όπως έκρινε το Hof van beroep, περίπτωση ανωτέρας βίας και, επομένως, για τον λόγο αυτό θα λάβω θέση επί του ζητήματος αυτού.
26.
Δεδομένου ότι το πρωτόκολλο 3 δεν περιέχει ρητές διατάξεις περί ανωτέρας βίας, πρέπει κατά την απάντηση στο ερώτημα αυτό να εξετασθεί πρώτον το ζήτημα κατά πόσον ο Βέλγος εισαγωγέας μπορεί καν να επικαλεστεί την αρχή αυτή.
Το Δικαστήριο ουδέποτε αναγνώρισε ρητώς ότι η ανωτέρα βία περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, αλλά αρνήθηκε αντιθέτως σε ορισμένες υποθέσεις να αναγνωρίσει την ύπαρξη ανωτέρας βίας χωρίς να υφίσταται επίδικη διάταξη περί αυτής ( 10 ). Αυτό δεν αποκλείει πάντως ότι και χωρίς την ύπαρξη ρητού ερείσματος εν προκειμένω ορισμένες προϋποθέσεις μπορούν να αναγνωρίζονται ότι συνιστούν επιφύλαξη ανωτέρας βίας. Εν προκειμένω έχει σημασία το ότι μπορεί να θεωρηθεί η επιφύλαξη αυτή ως συγκεκριμένη έκφραση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία αναμφισβήτητα περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο έχει πράγματι αναγνωρίσει ότι ακόμη και ελλείψει ρητού ερείσματος μπορεί να δικαιολογείται απαλλαγή του επιχειρηματία από ορισμένες υποχρεώσεις, όταν η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών οφείλεται σε περιστάσεις που μπορούν να εξομειωθούν με ανωτέρα βία και όταν η απαλλαγή από τις υποχρεώσεις αυτές δεν έρχεται σε σύγκρουση με τον ουσιώδη σκοπό των ειδικών διατάξεων ( 11 ).
Κατά τη γνώμη μου, στην παρούσα κατάσταση πρέπει να μπορεί να εφαρμοστεί μια τέτοια άγραφη ρήτρα ανωτέρας βίας. Ο σκοπός που επιδιώκεται με τη συμφωνία συνίσταται στην παροχή δασμολογικής προτιμήσεως για εμπορεύματα ως προς τα οποία συντρέχουν τα σχετικά ουσιαστικά κριτήρια, δηλαδή ότι κατάγονται από την Κοινότητα ή την Αυστρία. Οι κανόνες του πρωτοκόλλου 3 σκοπούν στην παροχή ερείσματος για την αποτελεσματική επίτευξη του σκοπού αυτού. Κατά τη γνώμη μου, δεν αντίκειται προς τον σκοπό αυτόν το να παρασχεθεί η δυνατότητα, μέσω εφαρμογής ρήτρας ανωτέρας βίας, να διορθώνονται ελαττωματικές από ουσιαστικής απόψεως αποφάσεις που έχουν εκδοθεί συνεπεία περιστάσεων που μπορούν να εξομειώνο-νται με ανωτέρα βία.
27.
Επομένως, θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανωτέρας βίας στην παρούσα υπόθεση.
Η Βελγική Κυβέρνηση προέβαλε με τις γραπτές παρατηρήσεις της óu ο Βέλγος εισαγωγέας δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη ανωτέρας βίας, επειδή όχι μόνον ο εξαγωγέας αλλά και ο εισαγωγέας «κατά το χρονικό σημείο της αρχικής συμβάσεως (...) έπρεπε να λάβει υπόψη την ανάγκη συγκεντρώσεως των αποδεικτικών εγγράφων που πιστοποιούν την καταγωγή των εμπορευμάτων». Για τον λόγο αυτό, η Βελγική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ενδεχόμενες δυσχέρειες ή ασαφείς απαντήσεις κατά το χρονικό σημείο του εκ των υστέρων ελέγχου μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν “αντικειμενική” ανωτέρα βία» και ότι «οι δύο συμμετέχοντες εις αρχικές εμπορικές διαπραγματεύσεις πρέπει να είναι εν γνώσει της υποχρεώσεως τους τεκμηριώσεως και να εφοδιαστούν εξ αρχής με τα αναγκαία αποδεικτικά έγγραφα», οπότε «δεν υφίσταται εν προκειμένω ούτε το υποκειμενικό στοιχείο της ανωτέρας βίας». Στην πρόταση της απαντήσεως επί του τρίτου ερωτήματος, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υποχρέωση αυτή των συμβαλλομένων για την απόκτηση των αναγκαίων αποδεικτικών εγγράφων συνεπάγεται ότι «η αμέλεια (“κακόβουλη” ή μη) της διοικήσεως με την συνακόλουθη γι' αυτήν δυνατότητα ελέγχου της πραγματικής καταγωγής των εμπορευμάτων κατά το χρονικό αυτό σημείο δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας για τον εισαγωγέα ή το κράτος μέλος εισαγωγής». Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση ενέμεινε στην άποψη της ότι οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνταν από κοινού έναντι των τελωνειακών αρχών να προσκομίσουν αποδείξεις, εξέθεσε όμως συγχρόνως ότι «το αποδεικτικό αυτό στοιχείο έπρεπε κανονικά να προέλθει από τον Αυστριακό εξαγωγέα, αλλά (...) αυτός που θα πρέπει να καταβάλει τους δασμούς είναι ο Βέλγος εισαγωγέας. Επομένως, οφείλουν, από εμπορικής απόψεως, να προασπίσουν κοινά συμφέροντα».
28.
Η Επιτροπή υποστηριζόμενη από την κατηγορουμένη της κύριας δίκης, εξέθεσε στις γραπτές παρατηρήσεις της ótl «το πρωτόκολλο αριθ. 3 δεν περιέχει καμία διάταξη που να αναφέρεται σε ενέργειες του εισαγωγέα σε σχέση με τον προσδιορισμό και τον έλεγχο της καταγωγής των εμπορευμάτων. Τη σχετική ευθύνη φέρει ο εξαγωγέας, ο οποίος υποτίθεται ότι έχει στην κατοχή του τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία (...), καθώς και οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής (...). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το βελγικό δημόσιο δεν σκέφθηκε να λάβει υπόψη το γεγονός αυτό όταν αποφάσισε να κινήσει μια ποινική και αστική διαδικασία κατά του εισαγωγέα και των συνδεομένων εμπορικώς με αυτόν προσώπων.»
29.
Κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει δίκιο ως προς το ότι δεν μπορεί να συναχθεί από τους κανόνες του πρωτοκόλλου 3η υποχρέωση του εισαγωγέα να έχει ο ίδιος στην κατοχή του ή να έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει τα αναγκαία αποδεικτικά έγγραφα. Φρονώ óu η υποχρέωση αποδείξεως της καταγωγής του εμπορεύματος σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 3 βαρύνει αποκλειστικά τον εξαγωγέα και τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής ( 12 ).
Η Βελγική Κυβέρνηση στηρίζει τους ισχυρισμούς της περί υποχρεώσεως αποδείξεως που υπέχει ο εισαγωγέας στο άρθρο 12, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 το οποίο ορίζει: «το πιστοποιητικό EUR.1 πρέπει να προσκομίζει μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία εκδόσεως από το τελωνείο του κράτους εξαγωγής στο τελωνείο του κράτους εισαγωγής, όπου προσκομίζονται τα εμπορεύματα (...). Οι εν λόγω αρχές έχουν το δικαίωμα (...) να ζητήσουν μετάφραση του πιστοποιητικού. Δύνανται επιπλέον να ζητήσουν τη δήλωση της διασαφήσεως εισαγωγής με ένδειξη του εισαγωγέα, που να βεβαιώνει ότι τα εμπορεύματα πληρούν τους όρους που απαιτούνται για την εφαρμογή της συμφωνίας.» Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει εντούτοις το γεγονός, όπως τόνισε η Επιτροπή, ότι ο εξαγωγέας υποχρεούται, κατά το πρωτόκολλο αριθ. 3 να προσκομίσει αποδεικτικά έγγραφα για την καταγωγή ενός εμπορεύματος. Επομένως, δεν βλέπω να υφίσταται κανένα στοιχείο για να θεωρηθεί ότι η ένδειξη του εισαγωγέα με το προαναφερθέν περιεχόμενο θα σήμαινε ότι ο εισαγωγέας αναλαμβάνει την υποχρέωση αυτή. Η Βελγική Κυβέρνηση δεν αναφέρθηκε σε άλλες διατάξεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο εισαγωγέας υποχρεούται να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία.
Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το ζήτημα αν υφίσταται στην κυριολεξία υποχρέωση του εισαγωγέα δεν πρέπει να συγχέεται με το φυσικό του συμφέρον να είναι σε θέση να μπορεί να προσκομίσει τα αναγκαία αποδεικτικά έγγραφα. Ο εισαγωγέας πρέπει φυσικά να έχει συνείδηση του γεγονότος ότι εκτίθεται σε κίνδυνο, όταν συμβάλλεται με έναν εξαγωγέα, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί ότι ο εξαγωγέας αυτός έχει στην κατοχή του έγγραφα που αποδεικνύουν την καταγωγή του εμπορεύματος. Αν ο εξαγωγέας, σε αντίθεση προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το πρωτόκολλο αριθ. 3, δεν παράσχει τα αναγκαία έγγραφα, ο εισαγωγέας οφείλει να υποστεί τις σχετικές συνέπειες που συνίσταται στην καταβολή δασμών ( 13 ).
30.
Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα κατά πόσον το γεγονός ότι ο εξαγωγέας συνεπεία του τρόπου ενεργείας των αυστριακών αρχών δεν είχε τη δυνατότητα να εκπληρώσει, όσον αφορά τον εκ των υστέρων έλεγχο, την υποχρέωση του προσκομίσεως αποδείξεων για την καταγωγή του μηχανήματος μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας την οποία μπορεί να επικαλεστεί ο Βέλγος εισαγωγέας.
Το Δικαστήριο έχει δεχτεί με η νομολογία του ότι «(...) προς ανωτέρα βία πρέπει να νοηθούν οι περιστάσεις που είναι ξένες προς τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία, ασυνήθεις και απρόβλεπτες των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όση επιμέλεια και αν είχε καταβληθεί (...)» ( 14 ).
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μέτρα που λαμβάνονται από δημόσιες αρχές μπορούν, ανάλογα με την περίσταση, να συνιστούν ανωτέρα βία. Στην απόφαση του της 18ης Μαρτίου 1993 επί της υποθέσεως C-50/92, Firma Molkerei-Zentrale Süd ( 15 ), το Δικαστήριο έκρινε στις σκέψεις 12 και 13 τα ακόλουθα:
«Η καθυστέρηση της διοικήσεως ενός κράτους μέλους να προβεί στον έλεγχο της μεταποιήσεως του βουτύρου και στην επιστροφή του αντιτύπου ελέγχου στις αρχές του κράτους προελεύσεως συνιστά περίσταση ξένη προς τον επιχειρηματία, στο μέτρο που ο τελευταίος δεν έχει καμία δυνατότητα να επέμβει για την ολοκλήρωση των ενεργειών αυτών.
Η προϋπόθεση που αφορά τον ασυνήθη και απρόβλεπτο χαρακτήρα των περιστάσεων, στις οποίες οφείλονται οι επιζήμιες για τον επιχειρηματία συνέπειες, συντρέχει όταν, στο πλαίσιο καθεστώτος διαχειρίσεως των γεωργικών αγορών η συμπεριφορά διοικητικής αρχής, στις υπηρεσίες της οποίας οφείλει αναγκαστικά να καταφύγει ο επιχειρηματίας, περιάγει τον επιχειρηματία αυτόν σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει η κοινοτική ρύθμιση.»
Το Hof van beroep της Γάνδης διαπίστωσε, ως γνωστόν, με την απόφαση του ότι την παρούσα υπόθεση πρόκειται για το ότι οι αυστριακές αρχές δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους να προβούν σε εκ των υστέρων έλεγχο και επιπλέον έδωσαν εν προκειμένω εσφαλμένα και παραπλανητικά στοιχεία. Κατά τη γνώμη μου, η κατάσταση αυτή ισοδυναμεί με τελείως ασυνήθη και ανεξάρτητη της θελήσεως του επιχειρηματία περίσταση.
Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον ο Βέλγος εισαγωγέας επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια, έχω τη γνώμη ότι, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, τίποτα δεν μπορεί να του προσαφθεί. Ως γνωστόν, οι κατηγορούμενοι ήρθαν σε τηλεφωνική επαφή με τον Αυστριακό εξαγωγέα προκειμένου να διευκρινισθεί τί συνέβη σε σχέση με την εξέταση τους από τις βελγικές τελωνειακές αρχές. Η τελική κρίση ως προς το ζήτημα αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αφεθεί στο αιτούν δικαστήριο ( 16 ).
Πρόταση
Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα ως ακολούθως:
Το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα
Όταν στο πλαίσιο εκ των υστέρων ελέγχου της ακρίβειας των στοιχείων ενός πιστοποιητικού EUR.1, που διενήργησαν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας (ΕΕ 1984, L 323, σ. 1), διαπιστώνεται ότι δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί η naxayiûyu ενός εμπορεύματος, το πιστοποιητικό EUR.1 κακώς έχει εκδοθεί, πράγμα που συνεπάγεται ότι κακώς χορηγήθηκε προτιμησιακή μεταχείριση κατ' εφαρμογή της συμφωνίας. Στην περίπτωση αυτή οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής μπορούν να ζητήσουν κατόπιν αυτού την καταβολή του δασμού που δεν εισπράχθηκε κατά την εισαγωγή.
Ακόμη και όταν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, από τις οποίες ζητήθηκε να προβούν στον προαναφερθέντα εκ των υστέρων έλεγχο, έχουν ανακοινώσει στις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής ότι δεν είναι δυνατόν να προσκομισθεί απόδειξη για την πραγματική καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής μπορούν να αποφασίσουν ότι ισχύει το αρχικώς εκδοθέν πιστοποιητικό προκειμένου να χορηγηθεί δασμολογική προτιμησιακή μεταχείριση, εφόσον στις αρχές αυτές έχουν προσκομισθεί νέα αποδεικτικά έγγραφα από τα οποία μπορεί να αποδειχθεί ότι η naxaywyu είναι πράγματι αυτή που αναφέρεται στο πιστοποιητικό EUR.1.
Αν πρόκειται για εμπορεύματα τα οποία εξήχθησαν από το κράτος καταγωγής σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η εν λόγω συμφωνία δεν είχε ακόμη αρχίσει να ισχύει και ως προς τα οποία, επομένως, δεν μπορεί να προσκομισθεί προηγουμένως εκδοθέν πιστοποιητικό EUR.1 κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου αριθ. 3, τιμολόγιο εκδοθέν από αρχικό εξαγωγέα, μπορεί, ανάλογα με την περίσταση, να συνιστά επαρκή απόδειξη για την καταγωγή του εμπορεύματος.
Το τρίτο ερώτημα
Εάν το γεγονός ότι οι σχετικές αποδείξεις για την καταγωγή ενός εμπορεύματος δεν έχουν προσκομισθεί από τον εξαγωγέα στο πλαίσιο του εκ των υστέρων ελέγχου οφείλεται σε πλάνη ή αμέλεια των τελωνειακών αρχών του κράτους εξαγωγής, ο εισαγωγέας μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη ανωτέρας βίας. Αυτό ισχύει εντούτοις μόνον εφόσον ο εισαγωγέας δεν κατόρθωσε να αποφύγει τις συνέπειες που απορρέουν από την πλάνη ή την αμέλεια των αρχών παρ' όλο που κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
( 1 ) Η συμφωνία, καθώ; και το πρωτόκολλο 3, έχουν δημοσιευθώ ω; παράρτημα του κανονισμού (ΠΟΚ) 2836/72 του Συμβουλίου, -nu 19η; Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. εκδ. 11/003, σ.2). Το πρωτόκολλο αριθ. 3 τροποποιήθηκε επανειλημμένο);. Π τροποποίηση που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεαη έχει δημοσιευθεί ας παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 3386/84 του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1984 (ΕΕ L 323, ο. 1).
( 2 ) Οι δύο εταιρίες κλητεύθηκαν στη δίκη ως αστικώς υπεύθυνες.
( 3 ) Επομένως, δεν είναι ακριβές, όπως διευκρίνισε η Βελγική Κυβέρνηση ν.ατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να εξακριβωθεί πότε και πώς προσκομίστηκε το τιμολόγιο, αλλά ότι αυτό «κατ' ανάγκη έγινε στο πλαίσιο της συζητήσεως ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου επί των παραβάσεων των τελωνειακών διατάξεων που αποτελούσαν το αντικείμενο της ποινικής υποθέσεως».
( 4 ) Βλ., εν προκειμένω, την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 1980, 827/79, Amministrazione delle finanze κατά Acampora (Συλλογή 1980/ΙΠ, σ. 455), η οποία αφορούσε ένα σύστημα δασμολογικών προτιμήσεων προϊόντων καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών. Το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 8: «Πρέπει να γίνει δεκτό óu η δυνατότητα ελέγχου, μεταγενέστερου της εισαγωγής, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερωθεί γι' αυτό ο εισαγωγέας, μπορεί να του δημιουργήσει δυσκολίες, όταν πίστεψε, καλόπιστα, ótl εισάγει εμπορεύματα που απολαύουν δασμολογικών προτιμήσεων, βασιζόμενος σε ανακριβή (...) πιστοποιητικά. Ως προς αυτό όμως πρέπει να παρατηρηθεί κατ' αρχήν ότι η Κοινότητα δεν είναι υποχρεωμένη να υποστεί τις επιβλαβείς συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς των προμηθευτών των υπηκόων της, κατά δεύτερο λόγο, ότι ο εισαγωγέας μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά του πλαστογράφου και, κατά τρίτο λόγο, ότι υπολογίζοντας τα πλεονεκτήματα που μπορεί να του αποφέρει το εμπόριο προϊόντων για τα οποία μπορούν να ισχύουν δασμολογικές προτιμήσεις, ένας συνετός επιχειρηματίας που γνωρίζει την ισχύουσα ρύθμιση πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει τους κινδύνους της αγοράς στην οποία σκοπεύει να κινηθεί και να τους δεχτεί, ως υπαγόμενους στην κατηγορία των συνηθισμένων δυσχερειών του εμπορίου.»
( 5 ) Συλλογή 1984, σ.3105.
( 6 ) Σκέψεις 26, 27 και 28.
( 7 ) Το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ορίζει: «Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 2 και. ενδεχομένως του άρθρου 3 του παρόντος πρωτοκόλλου, τα πιστοποιητικά EUR.1 εκδίδονται από τις τελωνειακές αρχές καθεμιάς από τις χώρες που αφορούν, όπου τα εμπορεύματα παρέμειναν προ της επανεξαγωγής τους στην κατάσταση που ευρίσκοντο (...), με την προσκόμιση των πιστοποιητικών EUR.1 που εκδόθηκαν προηγουμένως». Ανεξάρτητα από την παραπομπή αυτή, τα άρθρα 2 και 3, τα οποία αφορούν τις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και της Αυστρίας, αφενός, και των έξι υπόλογων χωρών ΕΖΕΣ, αφετέρου, έχω τη γνώμη ότι η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι ο όρος της προσκομίσεως προηγουμένως εκδοθέντων πιστοποιητικών EUR.1 ισχύει επίσης στην περίπτωση κατά την οποία ένα εμπόρευμα εξήχθη από την Κοινότητα προς την Αυστρία απ' όπου πρόκειται και να επανεξαχθεί.
( 8 ) ΕΕ L 381, σ. 1.
( 9 ) Η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το τιμολόγιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές αποδεικτικό έγγραφο, επειδή δεν παρέχει επαρκώς ασφαλές έρεισμα για να γίνει δεκτό ότι το μηχάνημα είναι πανομοιότυπο με το μηχάνημα που είχε αρχικώς εξαχθεί στην Αυστρία, επιπλέον δε ότι το μηχάνημα δεν τροποποιήθηκε ή δεν προστέθηκαν α' αυτό ουσιώδη εξαρτήματα. Δεν νομίζω ότι μπορεί να αποδοθεί σημασία στην άποψη αυτή. Αφενός μεν, η άποψη αυτή ισοδυναμεί με την επιβολή στον εισαγωγέα της υποχρεώσεως να προσκομίσει μια αδύνατη απόδειξη, δεδομένου ότι δύσκολα γίνεται αντιληπτό ποια συμπληρωματικά ή άλλα έγγραφα θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι το μηχάνημα δεν έχει υποστεί ουσιώδεις τροποποιήσεις στην Αυστρία, και, αφετέρου, δεν νομίζω ότι εν προκειμένω υφίσταται ουσιώδης διαφορά μεταξύ της αποδεικτικής δυνάμεως ενός τιμολογίου και ενός ενδεχομένως εκδοθέντος προηγουμένως πιστοποιητικού EUR.1.
( 10 ) Πλ., π.χ., την απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1980, 38/79, Nordmark (Συλλογή 1980/1, u. 643, σκέψεις 7, 8 χαι9).
( 11 ) Βλ., ev προκειμένω, την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Απριλίου 1988, 71/87, Inlcr-Kom (Συλλογή 1988. ο. 1979), όπου το Δικαστήριο στις σκέψεις 10 και 11, δέχθηκε ότι, μολονότι η σχετική διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν προέβλεπε ρητώς την υπόρξη ανωτέρας βίας, έπρεπε ενόψει της οικονομίας και του σκοπού της υπό κρίση διατάξεως να ερευνηθεί αν μπορούσε να γίνει δεκτή σιωπηρή ρήτρα περί ανωτέρας βίας.
( 12 ) Όπως τονίζει 7] Επιτροπή οτις γραπτές της παρατηρήσεις, με τον κανονιομό (ΠΟΚ) 1598/88 του Συμβουλίου, της 24ης Μαΐου 1988 (ΕΕ L 149, ο. 1) θεσπίστηκε ένα νέα άρθρο 15. παράγραφο; 2, στο πρωτόκολλο αριθ. 3 κατά το οποίο ο εξαγωγέας υποχρεούται να διατηρεί στοιχεία που αποδεικνύουν την καταγωγή του εμπορεύματος επί δύο τουλάχιστον έτι]. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, αυτό προκύπτει ήδη εμμέοως από τους κανόνες του εφαρμοστέου εν προκειμένω πρωτοκόλλου αριθ. 3, ιδίως από το όρθρο 10, παράγραφος 4, ότι ο εξαγωγέας οφείλει, κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο, να είναι σε θέση να προσκομίσει αμέσως τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα. Ιϊλ., όσον αφορά την υποχρέιοαη διατηρήσεως των οχετικών εγγράφων που έχουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, το άρθρο 10, παράγραφος 6, και το άρθρο 17, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3.
( 13 ) Λπό τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εισαγωγέας δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη ανωτέρας {ϊίας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η έλλειψη προοκομί-οεως αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να κατα?.ογιστεί ατον εξαγωγέα. Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι οι πράξεις του αντισυμβαλλομένου δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι ανεξάρτητες από τι) βούληση του πράττοντος. II άποψη αυτή μπορεί να σημαίνει ότι εναπόκειται στον πράττοντα να επιλέγει τους εμπορικούς του εταίρους προσεκτικά και να τους επιβάλλει μέσω συμβάσεως την υποχρέωση να τηρούν τους όρους της συμβάσεως με επαρκή ακρίβεια και ενδεχομένως να προβλέπει κυρώσεις λόγω πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως. Ιίλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1979, 42/79, Eicrkomor (Συλλογή 1979/11, 0.745, οκέφη 10) και της 13ης Νοεμβρίου 1984, 98/83 και 230/83, Van Genii & Loos (Συλλογή 1984,0.3763).
( 14 ) Βλ., τελευταία την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 1993, C-50/92, Firma Molkcrci-Zcniralc Süd (Συλλογή 1993, σ. 0000). Βλ. περαιτέρω τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70, Internationale Handclsgcscllschafl (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ.581), της 22ας Ιανουαρίου 1986, 266/84, Dcnkavil France (Συλλογή 1986, σ. 149) και της 7ης Μαΐου 1991, C-338/89, Danske Slagterier (Συλλογή 1991, σ. I-2315).
( 15 ) Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz επί της υποθέσεως αυτής, της 9ης Φεβρουαρίου 1993.
( 16 ) Βλ., με το ίδιο πνεύμα, την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Firma Molkerei-Zentrale Siid, σκέψη 15.
Full & Egal Universal Law Academy