ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 10ης Μαρτίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Landgericht του Αμβούργου ερωτά το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο, κυρίως στο μέτρο που καθιερώνει την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, απαγορεύει την υποχρέωση καταβολής cautio judicatura solvi, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 110, παράγραφος 1, του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
2.
Διάδικοι της κύριας δίκης είναι, αφενός, ο Anthony Hubbard, solicitor που ενεργεί ως εκτελεστής διαθήκης του Karsten και είναι κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου και, αφετέρου, ο Peter Hamburger, κάτοικος Γερμανίας, στον οποίο ο αποθανών είχε παράσχει πληρεξουσιότητα για πάθε θέμα σχετικά με τους τραπεζικούς του λογαριασμούς ( 1 ).
3.
Ο Hamburger, εναγόμενος στην κύρια δίκη, επικαλέστηκε κατά του αντιδίκου του το άρθρο 110, παράγραφος 1, του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Οι αλλοδαποί υπήκοοι που ασκούν αγωγή ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων υποχρεούνται, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου, να παράσχουν ασφάλεια καλύπτουσα τα έξοδα της δίκης και την αμοιβή του δικηγόρου (...)»
4.
Κατά το άρθρο 110, παράγραφος 2, η παροχή ασφαλείας μπορεί να αποφευχθεί μόνο βάσει σχετικής ρήτρας αμοιβαιότητας. Εντούτοις, η ρήτρα αυτή δεν ισχύει πλήρως στις σχέσεις μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Γερμανίας, παρά τη σύναψη δύο σχετικών διεθνών συμφωνιών, στις οποίες τα δύο αυτά κράτη εμφανίζονται ως συμβαλλόμενα μέρη.
5.
Πρόκειται, πρώτον, για τη γερμανοβρετανική δικαστική συμφωνία της 20ής Μαρτίου 1928 ( 2 ), η οποία τέθηκε εκ νέου σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1953 ( 3 ). Η συμφωνία αυτή θέτει ως προϋπόθεση για τη μη παροχή ασφαλείας να έχει ο βρετανός ενάγων κατοικία στη Γερμανία. Όμως, ο Hubbard κατοικεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.
6.
Η δεύτερη συμφωνία — η ευρωπαϊκή συμφωνία περί εγκαταστάσεως η οποία ουνήφθη στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1955 ( 4 ) — ορίζει στο κεφάλαιο περί δικαστικών και διοικητικών εγγυήσεων τα εξής:
«Οι υπήκοοι ενός των συμβαλλομένων μερών, που έχουν κατοικία ή συνήθη διαμονή εντός του εδάφους άλλου συμβαλλόμενου μέρους και οι οποίοι εγείρουν αγωγή ή ασκούν παρέμβαση ενώπιον των δικαστηρίων ενός των συμβαλλομένων μερών, δεν υποχρεούνται σε εγγυοδοσία ή παροχή ασφαλείας, όπως και αν χαρακτηρίζονται αυτές, για τον λόγο ότι είναι αλλοδαποί ή δεν έχουν κατοικία ή διαμονή στη χώρα αυτή (...)» ( 5 ),
όμως, δεν εφαρμόζεται, ως προς το σημείο αυτό, στους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο διατύπωσε σχετική επιφύλαξη.
7.
Επομένως, επειδή το αιτούν δικαστήριο δεν μπορούσε, απ' ό,τι φαίνεται, να μην εφαρμόσει το άρθρο 110, παράγραφος 1, του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είτε κατ' εφαρμογήν του εθνικού δικαίου είτε των προμνημονευθεισών συμφωνιών, ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η διάταξη αυτή συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο.
8.
Από τα τέσσερα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο, τα οποία υπάρχουν στην έκθεση ακροατηρίου ( 6 ), ανακύπτουν, στην πραγματικότητα, δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά το αν η επίμαχη εθνική διάταξη ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το οποίο προβλέπεται στα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης (πρώτο ερώτημα) και, γενικότερα, στην απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, που προβλέπεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης (τρίτο ερώτημα). Το δεύτερο ερώτημα αφορά την ενδεχόμενη επίδραση που ασκούν στην εφαρμογή της Συνθήκης, αφενός, οι προπαρατεθείσες διεθνείς συμφωνίες (δεύτερο ερώτημα) και, αφετέρου, η σύνδεση της επίδικης διαφοράς με το κληρονομικό δίκαιο (τέταρτο ερώτημα).
9.
Θα ασχοληθώ, καταρχάς, με το πρώτο από τα ζητήματα αυτά.
10.
Προκαταρκτικώς, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης, δεν αποφαίνεται ως προς το κατά πόσον συμβιβάζονται οι εθνικές διατάξεις με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αλλά παρέχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα αναγκαία στοιχεία ερμηνείας που θα επιτρέψουν στο δικαστήριο αυτό να κρίνει το ίδιο αν κάποια διάταξη του εσωτερικού δικαίου συμβιβάζεται ή όχι με τους κοινοτικούς κανόνες ( 7 ).
11.
Καταρχάς, θα ήθελα να εξετάσω, ώστε να μη χρειαστεί να επανέλθω στη συνέχεια, την εφαρμογή του άρθρου 7 της Συνθήκης. Η διάταξη αυτή απαγορεύει, στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας, φανερή ή συγκεκαλυμμένη ( 8 ).
12.
Κατ' εφαρμογήν της αρχής «specialia generalibus derogant», το άρθρο αυτό
«μπορεί (...) να εφαρμοστεί αυτοτελώς μόνο σε περιπτώσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων» ( 9 ).
13.
Το υπενθυμίσατε με ιδιαίτερη σαφήνεια στην απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989 επί της υποθέσεως Cowan ( 10 ):
«Κατά το άρθρο 7 της Συνθήκης τα αποτελέσματα της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων επέρχονται, “εντός του πεδίου εφαρμογής της (...) Συνθήκης” και “με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της”. Με την τελευταία αυτή φράση, το άρθρο 7 παραπέμπει κυρίως σε άλλες διατάξεις της Συνθήκης, στις οποίες συγκεκριμενοποιείται για ειδικές καταστάσεις η εφαρμογή της γενικής αρχής που διατυπώνει. Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών» ( 11 ).
14.
Αν η επίμαχη ρύθμιση αντιβαίνει προς το άρθρο 59 της Συνθήκης, τότε αντιβαίνει αναγκαστικά και προς το άρθρο 7. Επομένως, η εξέταση πρέπει να συνεχιστεί όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
15.
Προς τούτο, επαναλαμβάνοντας μια συλλογιστική της οποίας το Δικαστήριο επανειλημμένως έχει κάνει χρήση ( 12 ), πρέπει να αποδειχθεί ότι η εν λόγω δραστηριότητα μπορεί να χαρακτηριστεί ως παροχή υπηρεσιών, ότι το επίμαχο εθνικό μέτρο περιορίζει την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών αυτών και, τέλος, ότι ο περιορισμός αυτός δεν δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος.
16.
Ως προς το αν η επίμαχη δραστηριότητα αποτελεί παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης, θα ήθελα να υπενθυμίσω τον ορισμό και τα χαρακτηριστικά της έννοιας αυτής, όπως προκύπτουν από την απόφαση επί της υποθέσεως Webb ( 13 ):
«Σύμφωνα με το άρθρο 60, εδάφιο 1, της Συνθήκης, ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων (...) ( 14 ).
(...)
(...) οι επιταγές του άρθρου 59 της Συνθήκης κατέστησαν αμέσως και άνευ αιρέσεων εφαρμοστέες (...) ( 15 ).
Οι επιταγές αυτές περιλαμβάνουν την κατάργηση κάθε διακρίσεως εις βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες λόγω της ιθαγενείας του ή του γεγονότος ότι είναι εγκατεστημένος σε διαφορετικό κράτος μέλος από εκείνο όπου πρέπει να παρασχεθεί η υπηρεσία ( 16 ).
(...)
Ο σκοπός του άρθρου 60, εδάφιο 3, είναι (...) να δώσει τη δυνατότητα στον παρέχοντα την υπηρεσία να ασκήσει τη δραστηριότητα του εντός του κράτους μέλους όπου παρέχεται η υπηρεσία, χωρίς διάκριση σε σχέση με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους» ( 17 ).
17.
Επομένως, πρέπει να θεωρείται ως εμπίπτον στον ορισμό αυτό το έργο που παρέχει έναντι αμοιβής εντός κράτους μέλους επαγγελματίας εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και το οποίο έργο συνίσταται στην επιδίωξη, υπέρ των ελκόντων δικαιώματα από τον αποθανόντα πελάτη του, παραδόσεως πραγμάτων της κληρονομίας που βρίσκονται στο έδαφος του πρώτου κράτους.
18.
Ως προς το σημείο αυτό, δεν έχει σημασία αν ο παρέχων τις υπηρεσίες ενεργεί «επ' ονόματί του», όπως διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο, ή επ' ονόματι των ελκόντων δικαιώματα από τον κληρονομούμενο. Πράγματι, στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι τελευταίοι έχουν την ιδιότητα του αποδέκτη παροχής υπηρεσιών ( 18 ).
19.
Αν μια εθνική ρύθμιση υποχρεώνει τον παρέχοντα ή τον αποδέκτη των υπηρεσιών στην καταβολή κάποιου ποσού ως εγγυήσεως, για τον μοναδικό λόγο ότι δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους όπου παρέχεται η υπηρεσία ούτε έχουν κατοικία στο κράτος αυτό, η υποχρέωση αυτή, έστω και αν δεν εμποδίζει ουσιαστικά την παροχή, καθυστερεί την εκπλήρωση της και αυξάνει το κόστος της. Κατά συνέπεια, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών, ο οποίος απαγορεύεται από το άρθρο 59 της Συνθήκης.
20.
Μήπως όμως μπορεί να δικαιολογηθεί, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, ο περιορισμός αυτός;
21.
Σχετικά, το Δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας μια συλλογιστική που είχε ήδη χρησιμοποιήσει στην προπαρατεθείσα απόφαση Webb, τόνισε με την απόφαση Säger ( 19 ) ότι
«η ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, δεν μπορεί να περιορίζεται παρά μόνο από κανονιστικές ρυθμίσεις που δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και εφαρμόζονται σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί μια δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους προορισμού, καθόσον το συμφέρον αυτό δεν προστατεύεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται εκείνος που παρέχει υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος. Ειδικότερα, οι εν λόγω απαιτήσεις πρέπει να είναι αντικειμενικά αναγκαίες, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των επαγγελματικών κανόνων και η προστασία του αποδέκτη των υπηρεσιών, δεν πρέπει δε να βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών» ( 20 ).
22.
Το Δικαστήριο με την απόφαση αυτή θέτει κυρίως δύο προϋποθέσεις για τον ενδεχόμενο περιορισμό της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών: αφενός την ύπαρξη «επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος» και αφετέρου την ομοιόμορφη για όλους τους οικονομικούς παράγοντες εφαρμογή. Επιπλέον, ο περιορισμός αυτός πρέπει να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας.
23.
Σε εννέα κράτη μέλη ( 21 ) εξακολουθεί ακόμη να προβλέπεται ο θεσμός της cautio judicatura solvi. Εντούτοις, ο δικαστής δεσμεύεται αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο κατά την εφαρμογή του.'Ετσι, κατά το γερμανικό δίκαιο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί την ένσταση που έχει ως αίτημα την επιβολή της cautio judicatum solvi, εφόσον ο εναγόμενος υποβάλλει παρόμοια ένσταση και συντρέχουν οι προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις. Αντίθετα, σε άλλα κράτη μέλη όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, ο δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια ως προς την απόρριψη της αιτήσεως.
24.
Ο λόγος για τον οποίον προβλέπεται η παροχή ασφαλείας συνίσταται στην εξασφάλιση της καλύψεως των εξόδων της δίκης στην οποία ο ενάγων είναι αλλοδαπός. Ο θεσμός αυτός, που ισχύει εδώ και πάρα πολλά χρόνια, σκοπεί στην εξασφάλιση της φερεγγυότητας και της διαρκούς συμμετοχής του ενάγοντος στη δίκη.
25.
Ας υποθέσουμε ότι πρόκειται για μια δίκη στην οποία ο ενάγων είναι αλλοδαπός. Το επιληφθέν δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση του. Ο εναγόμενος, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή κακής πίστεως του αντιδίκου του, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιτύχει τουλάχιστον την απόδοση των εξόδων που κατέβαλε, χωρίς να χρειάζεται να προσφύγει ενώπιον αλλοδαπών δικαστηρίων, γεγονός που ενδεχομένως είναι εξαιρετικά δύσκολο και δαπανηρό.
26.
Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, καίτοι ο θεσμός της cautio judicatum solvi εξακολουθεί να προβλέπεται από τη νομοθεσία των περισσοτέρων κρατών μελών, θεωρείται, γενικά, από τη θεωρία ότι έχει περιπέσει σε αχρησία και τείνει να εκλείψει.
27.
Αποτελούν οι προβαλλόμενες ως δικαιολογίες για τη διατήρηση του θεσμού αυτού, δηλαδή, κυρίως, η πρόληψη της αφερεγγυότητας του ενάγοντος, «επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος» ή υπάρχουν και άλλοι τρόποι που επιτρέπουν την εξασφάλιση επαρκών εγγυήσεων, χωρίς να συνεπάγονται παρόμοια δυσμενή διάκριση;
28.
Φρονώ ότι η cautio judicatum solvi συνδέεται με την αντιπροσώπευση του αλλοδαπού και δεν πρέπει να εφαρμόζεται στους κοινοτικούς υπηκόους, οι οποίοι, εντός της ενιαίας αγοράς, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, χωρίς περιορισμούς, να κυκλοφορούν και να ασκούν τις δραστηριότητες τους ( 22 ). Η εγγύηση που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει στον εναγόμενο χάνει πλέον τον λόγο ύπαρξης της, εφόσον όλοι οι κοινοτικοί υπήκοοι έχουν δικαίωμα να ζητούν την εκτέλεση των αποφάσεων κατά το εθνικό δίκαιο, κυρίως δε η σύμβαση των Βρυξελλών εξασφαλίζει σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις την απλοποίηση της διαδικασίας για την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Ελλοχεύει ο κίνδυνος να χρησιμοποιείται η εγγύηση, αντί για την εξασφάλιση της προστασίας του εναγομένου, με σκοπό την παρέλκυση της δίκης, επιτρέποντας στον εναγόμενο να καθυστερεί την άμυνα επί της ουσίας και να προβάλλει πολλαπλά διαδικαστικά προσκόμματα. Εξάλλου, είναι μάλλον δύσκολο να θεωρηθεί ότι η cautio judicatum solvi ανταποκρίνεται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος ( 23 ).
29.
Επιπλέον, θα ήθελα να σημειώσω ότι σε μια υπόθεση που αφορούσε επίσης διαδικαστικό ζήτημα σχετικό όμως με δυσμενή διάκριση ως προς την κατοικία — επειδή μόνο τα πρόσωπα που ήταν εγκατεστημένα στο εθνικό έδαφος μπορούσαν να παρίστανται ως δικαστικοί πληρεξούσιοι ενώπιον ορισμένων δικαστηρίων —, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση περί υπάρξεως κατοικίας στο κράτος μέλος δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από το γενικό συμφέρον ( 24 )
30.
Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι, με πρόσφατη απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992 ( 25 ), το Oberlandesgericht του Μονάχου δεν εφάρμοσε, με δική του πρωτοβουλία, το άρθρο 110 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με την αιτιολογία ότι δεν συνάδει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που περιέχεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης.
31.
Με τη δεύτερη ομάδα των ερωτημάτων το αιτούν δικαστήριο ζητεί να προσδιοριστεί η επίδραση που ασκούν επί των προμνημονευθεισών κοινοτικών διατάξεων αφενός οι διεθνείς συμφωνίες και αφετέρου η σύνδεση της διαφοράς με ένα τομέα του ιδιωτικού δικαίου, και συγκεκριμένα το κληρονομικό δίκαιο, που, προφανώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
32.
Όσον αφορά την επίδραση των διεθνών συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών, θα ήθελα να σημειώσω ότι, πέραν του γεγονότος ότι δεν μπορούν να τύχουν εν προκειμένω εφαρμογής ( 26 ), από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ουδαμώς μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την εφαρμογή κοινοτικών αρχών τόσο θεμελιωδών όπως η ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών.
33.
Στην απόφαση Frilli ( 27 ), καίτοι προβλήθηκε ως επιχείρημα για τη μη χορήγηση δικαιώματος ελαχίστης συντάξεως η έλλειψη συμβάσεως αμοιβαιότητας μεταξύ του Βελγίου και της Ιταλίας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«Η χορήγηση τέτοιας παροχής σε αλλοδαπό εργαζόμενο που συγκεντρώνει αυτές τις προϋποθέσεις δεν εξαρτάται από την ύπαρξη συμβάσεως αμοιβαιότητας με το κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος ο εργαζόμενος αυτός».
34.
Και με την προπαρατεθείσα απόφαση Cowan το Δικαστήριο, αναφερόμενο στη λύση που είχε προηγουμένως δοθεί, έκρινε ότι
«το δικαίωμα για ίση μεταχείριση που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να εξαρτάται από την ύπαρξη σύμβασης αμοιβαιότητας μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και της χώρας υπήκοος της οποίας είναι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο» ( 28 ).
35.
Κατά συνέπεια, η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης ^παροχής υπηρεσιών δεν μπορεί να εξαρτάται από συμφωνίες που συνάπτονται από τα κράτη μέλη εκτός του πλαισίου της Συνθήκης. Ακόμη και αν οι συμφωνίες αυτές μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής, δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν κανένα περιορισμό στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Conegate ( 29 ), το άρθρο 234 της Συνθήκης έχει, στην πραγματικότητα, την έννοια ότι
«δεν μπορεί να γίνει επίκληση, στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών, των συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης προκειμένου να δικαιολογηθούν περιορισμοί στο ενδοκοινοτικό εμπόριο».
36.
Ως προς το δεύτερο σημείο — την επίδραση δηλαδή του κοινοτικού δικαίου σε διαφορά που συνδέεται με το κληρονομικό δίκαιο —, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν καταλείπει περιθώριο αμφιβολίας. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο επανειλημμένως δεν έχει δεχθεί το κλασικό επιχείρημα που χρησιμοποιείται για να παραμεριστεί η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, κατά το οποίο η εσωτερική νομοθεσία αφορά θέματα που δεν ρυθμίζονται από τη Συνθήκη.
37.
Έτσι, στην απόφαση Casagrande ( 30 ) σχετικά με την εκπαιδευτική πολιτική, το Δικαστήριο δεν δέχτηκε το επιχείρημα ότι ο τομέας αυτός εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των κρατών μελών ( 31 ). Με την απόφαση Casati ( 32 ), το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης ότι η ποινική νομοθεσία και οι κανόνες ποινικής δικονομίας εξακολουθούν μεν να εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των κρατών μελών, πλην όμως
«από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο θέτει όρια ως προς τα μέτρα ελέγχου που το δίκαιο αυτό επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των προσώπων» ( 33 ).
38.
Ομοίως, το Δικαστήριο φροντίζει ώστε, στους τομείς που δεν έχει επιτευχθεί εναρμόνιση, όπως π.χ. στον τομέα της άμεσης φορολογίας, οι εθνικές ρυθμίσεις να συνάδουν προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του κοινοτικού δικαίου ( 34 ).
39.
Τέλος, το Δικαστήριο έχει, γενικά, δεχθεί ότι
«η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τον τομέα του εθνικού δικαίου, εντός του οποίου παράγονται τα αποτελέσματα του» ( 35 ).
40.
Επομένως, η φύση της διαφοράς ως διαφοράς του κληρονομικού δικαίου δεν επηρεάζει την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
41.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1)
Τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν επιτρέπουν εθνική ρύθμιση υποχρεώνουσα κοινοτικό υπήκοο, ο οποίος ασκεί αγωγή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους υπό την ιδιότητα του ως παρέχοντος υπηρεσίες, να παράσχει, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου και πριν ο τελευταίος αμυνθεί επί της ουσίας της διαφοράς, για το μοναδικό λόγο ότι ο ενάγων είναι αλλοδαπός, ασφάλεια αποσκοπούσα στη διασφάλιση της αποδόσεως των δικαστικών εξόδων και της αμοιβής δικηγόρου.
2)
Η εφαρμογή από κράτος μέλος των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών επί κοινοτικού υπηκόου που ασκεί τη δραστηριότητα του εντός άλλου κράτους μέλους δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη διεθνών συμφωνιών αμοιβαιότητας που έχουν συναφθεί με το κράτος αυτό ούτε εξαρτάται από τον τομέα του εθνικού δικαίου στον οποίο ο παρέχων τις υπηρεσίες ασκεί τη δραστηριότητα αυτή.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Υπόμνημα τη; Επιτροπής, ο. 2 τη; γαλλικής μεταφράσεως.
( 2 ) DGB1. II, ο. 623.
( 3 ) BGBl. II, σ. 116.
( 4 ) BOBI. 1959, II, σ. 998.
( 5 ) Άρθρο 9.
( 6 ) Σημείο 6.
( 7 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1992C-204/90, Bachmann (Συλλογή 1992, σ. I-249, σκέψη 6).
( 8 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu (Συλλογή 1974, σ. 87, σκέψη 11).
( 9 ) Απόφαση της 30ής Μαίου 1989, 305/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, ο. 1461, σκέψη 13).
( 10 ) Απόφαση C-186/87 (Συλλογή 1989, σ. 195).
( 11 ) Σκέψη 14, η υπογράμμιση δική μου.
( 12 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Bond van Adverteerders (Συλλογή 1988, o. 2085).
( 13 ) Απόφαση τη; 17ης Δεκεμβρίου 1981, 279/80 (Συλλογή 1981, ο. 3305).
( 14 ) Σκέψη 8.
( 15 ) Σκέψη 13.
( 16 ) Σκέψη 14. Β), επίσης την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-76790, Säger (Συλλογή 1991, σ. I-4221, ακέψη 10).
( 17 ) Σκέψη 16.
( 18 ) Συναφώς, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι «η ελευθερία παροχής υπηρεσιών περικλείει την ελευθερία των αποδεκτών των υπηρεσιών να μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος για να δέχονται τις υπηρεσίες, χωρίς να παρεμποδίζονται από περιορισμούς (...)» [απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 286/82 και 26/83, Luisi και Carbono (Συλλογή 1984, σ. 377, σκέψη 16)]. Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα απόφαση Cowan, σκέψη 15. Κατά συνέπεια, είτε πρόκειται για τον ίδιο τον παρέχοντα τις υπηρεσίες είτε για τους έλκοντες δικαιώματα που ενεργούν εντός του εδάφους άλλου κράτους μέλους μέσω του παρέχοντος τις υπηρεσίες, η επίμαχη διάταξη επιβάλλει περιορισμούς: πρέπει, δηλαδή, είτε να καταβάλουν εγγύηση, είτε να επιλέξουν τον παρέχοντα τις υπηρεσίες από τους υπηκόους του κράτους εντός του οποίου ασκείται η αγωγή.
( 19 ) Βλ. παραπομπή της αποφάσεως στην υποσημείωση 16.
( 20 ) Σκέψη 15. Θα ήθελα να σημειώσω ότι, καίτοι το Δικαστήριο χρησιμοποιεί συνήθως τη συλλογιστική αυτή για να δικαιολογήσει κάποιο περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δέχεται επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως, μεταξύ άλλων, στην προπαρατεθείσα απόφαση Bond van Adverteerders, ότι ο περιορισμός μπορεί να δικαιολογείται από λόγους δημόσιας τάξης, κατά την έννοια του άρθρου 56 της Συνθήκης.
( 21 ) Στην Πορτογαλία δεν υπάρχει ο θεσμός της cautio judicatum solvi, στη Γαλλία ο θεσμός αυτός καταργήθηκε με τον νόμο 75/596 της 9ης Ιουλίου 1975 και στην Ιταλία ο θεσμός αυτός εκρίθη αντισυνταγματικός.
( 22 ) Το βελγικό δίκαιο απαλλάσσει τους κοινοτικούς υπηκόους από την cautio judicatum solvi όσον αφορά τα θέματα που ρυθμίζει η Συνθήκη.
( 23 ) Βλ. τη σκέψη 14 της αποφάσεως της 25ης Ιουλίου 1991, C-2S8/89, Collectieve Antcnncvoorzicnuig Couda (Συλλογή 1991, o. I-4007) στην οποία απαριθμούνται ορισμένοι από τους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που έχουν αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο.
( 24 ) Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74. Binsbcrgen (Συλλογή 1974, σ. 513).
( 25 ) RIW 1993, τεύχος 2, σ. 150, 151.
( 26 ) Υπόμνημα της Επιτροπής, α 3 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 27 ) Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1972, 1/72 (Συλλογή 1972-1973, σ. 59).
( 28 ) Σκέψη 12.
( 29 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1986, 121/85 (Συλλογή 1986, σ. 1007, σκέψη 25).
( 30 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1974, 9/74 (Συλλογή 1974, σ. 35).
( 31 ) Σχέψη6.
( 32 ) Απόφαση τικ 11ης Νοεμβρίου 1981, 203/80 (Συλλογή 1981. σ. 2595).
( 33 ) Σκέψη 27. Βλ. ομοίως τη οχέψη 19 της αποφάσεως Cowan.
( 34 ) Βλ. σχέφη 24 της αποφάσεως της 28ης Ιανουαρίου 1986, 270/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Σνλλογή 1986, σ. 285).
( 35 ) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1972, 82/71, SAIL (Rec. 1972, a 119).
Full & Egal Universal Law Academy