Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Kύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Finanzgericht (Φορολογικό Δικαστήριο) Duesseldorf υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου (2).
2. Προκειμένου να περιοριστεί το πλεόνασμα γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην κοινή αγορά, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου (3) θέσπισε δύο είδη πριμοδοτήσεων: μια πριμοδότηση μη εμπορίας και μια πριμοδότηση μετατροπής. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 (4) του Συμβουλίου, με την προσθήκη ενός νέου άρθρου, του 5γ, στον κανονισμό 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (5), καθιέρωσε μια πρόσθετη εισφορά επί των παραδόσεων γάλακτος που υπερβαίνουν το ετήσιο εγγυημένο όριο, γνωστό ως ποσότητα αναφοράς.
3. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς. Δυμάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός (εναλλακτική λύση Α) ή αγόρασε ο αγοραστής (εναλλακτική λύση Β) κατά το ημερολογιακό έτος 1981, προσαυξημένη κατά 1 %. Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν ωστόσο να προβλέπουν ότι στο έδαφός τους η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 για το οικείο κράτος μέλος. Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, η Γερμανία επέλεξε ως έτος αναφοράς το έτος 1983.
4. Ο κανονισμός 857/84 δεν προέβλεπε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, λόγω δεσμεύσεως που ανέλαβαν βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του επιλεγέντος από το οικείο κράτος μέλος έτους αναφοράς, και οι οποίοι, κατά τη λήξη της περιόδου δεσμεύσεώς τους επιθυμούσαν να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος (στο εξής: επανερχόμενοι παραγωγοί).
5. Στις υποθέσεις Mulder κατά Minister van Landbouw en Visserij (Mulder I) (6) και Von Deetzen κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas (7), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 857/84 ήταν ανίσχυρος, καθόσον δεν πρόβλεπε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς αυτούς, για τον λόγο ότι προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους.
6. Συμμορφούμενο προς τις αποφάσεις αυτές, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 (8). Ο κανονισμός αυτός πρόσθεσε ένα νέο άρθρο, το 3α, στον κανονισμό 857/84, το οποίο όριζε κατά τα ουσιώδη ότι οι επανερχόμενοι παραγωγοί λαμβάνουν υπό ορισμένες προϋποθέσεις ειδική ποσότητα αναφοράς ίση προς το 60 % της παραδοθείσας ποσότητας γάλακτος ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος που πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά τους δώδεκα ημερολογιακούς μήνες που προηγήθηκαν του μηνός κατάθεσης της αίτησης για χορήγηση πριμοδότησης μη εμπορίας ή μετατροπής.
7. Στις υποθέσεις Spagl (9) και Pastaetter (10) το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 ήταν ανίσχυρο καθόσον περιόριζε την ειδική ποσότητα αναφοράς που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή στο 60 % της ποσότητας του παραδοθέντος γάλακτος ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος η οποία πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά τη διάρκεια της περιόδου των δώδεκα ημερολογιακών μηνών που προηγήθηκαν της καταθέσεως της αιτήσεως για χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό για τον λόγο ότι αυτός ο περιορισμός αντιβαίνει προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
8. Προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις αυτές, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1639/91, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, εισάγοντας νέο τρόπο υπολογισμού της ειδικής ποσότητας αναφοράς.
9. 'Οσον αφορά το υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση ζήτημα, το άρθρο 3α, παράγραφος 2, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει τα εξής:
"Η ειδική ποσότητα αναφοράς καθορίζεται από το κράτος μέλος βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, μειώνοντας την ποσότητα για την οποία κρατήθηκε [διατηρήθηκε] ή αποκτήθηκε το δικαίωμα πριμοδότησης, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, κατά ένα ποσοστό αντιπροσωπευτικό του συνόλου των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2, συμπεριλαμβανομένης, εν πάση περιπτώσει, της κατά 4,5 % βασικής μείωσης, ή σύμφωνα με το άρθρο 6."
10. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, το άρθρο 6α, παράγραφος 1, του γερμανικού νόμου Milch-Garantiemengen-Verordnung (MGVO), όρισε το ύψος της περικοπής σε ποσοστό 15 % (11).
11. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, κύριος και κυρία Kamp (οι προσφεύγοντες), είναι παραγωγοί γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι, με απόφαση του αρμόδιου διευθυντή του Γεωργικού Επιμελητηρίου της Ρηνανίας, της 7ης Μαΐου 1981, έλαβαν, δυνάμει του κανονισμού 1078/77, πριμοδότηση μη εμπορίας 66 434,76 γερμανικών μάρκων (DM) για 118 201 κιλά (kg) γάλακτος. Μετά τη λήξη της δεσμεύσεως μη εμπορίας, το 1985, υπέβαλαν αίτηση για ειδική ποσότητα αναφοράς. Η αίτησή τους αρχικά απορρίφθηκε. Κατόπιν, δυνάμει του άρθρου 6α του MGVO, τους χορηγήθηκε ειδική ποσότητα αναφοράς 100 471 kg, η οποία ισοδυναμούσε προς το 85 % της ποσότητας επί της οποίας είχε υπολογιστεί η πριμοδότηση. Κατόπιν τούτου, οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Duesseldorf με αίτημα την αύξηση της ποσότητας αναφοράς τους στο 100 %.
12. Στο πλαίσιο της δίκης αυτής, το Finanzgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα:
"1. 'Εχει το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1639/91, ως προς το ποσοστό μειώσεως των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς, την έννοια ότι το ύψος της περικοπής καθορίζεται μόνο βάσει του ποσοστού που είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου των περικοπών περιλαμβανομένης τουλάχιστον, της βασικής μειώσεως, ή μήπως το ύψος της περικοπής καθορίζεται βάσει του ποσοστού που είναι αντιπροσωπευτικό για το σύνολο των περικοπών προστιθεμένης της βασικής μειώσεως;
2. Είναι έγκυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91, μολονότι δεν είναι σαφής ο τρόπος υπολογισμού της βασικής μειώσεως;
3. Είναι έγκυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1639/91, δεδομένου ότι η ποσότητα ως προς την οποία κτήθηκε, κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77, δικαίωμα για πριμοδότηση στηρίζεται στην παραγωγή του έτους 1981, ενώ τα αντιπροσωπευτικά ποσοστά μειώσεως υπολογίστηκαν με βάση την παραγωγή του έτους 1983 και, κατά συνέπεια, είναι υψηλότερα λόγω της αυξήσεως της παραγωγής μεταξύ των ετών 1981 και 1983;
4. Είναι έγκυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91, καθόσον δεν παρέχεται στα κράτη μέλη, για τον υπολογισμό της ειδικής ποσότητας αναφοράς των παραγωγών οι οποίοι ανέλαβαν υποχρέωση μη εμπορίας κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77, δυνατότητα αντίστοιχη εκείνης που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 για επιβολή κλιμακωτών μειώσεων;"
Επί του πρώτου ερωτήματος
13. Σχετικά με το πρώτο ερώτημα, φαίνεται ότι υπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής αφενός και του Συμβουλίου αφετέρου. Η Γερμανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η βασική μείωση κατά 4,5 % δεν συμπεριλαμβάνεται αλλά πρέπει να προστεθεί στο ποσοστό που είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς, οι οποίες καθορίζονται βάσει του άρθρου 2. Αντιθέτως, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, έχει την έννοια ότι το ποσοστό που είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου των περικοπών συμπεριλαμβάνει τη βασική μείωση κατά 4,5 %.
14. Ωστόσο, από τις έγγραφες παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν κατά τη συνεδρίαση, προκύπτει ότι αυτή η διάσταση απόψεων δεν είναι ουσιώδης. Η Γερμανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή θεωρούν τη βασική μείωση κατά 4,5 % και το αντιπροσωπευτικό ποσοστό ως ξεχωριστές συνιστώσες, οι οποίες πρέπει να εφαρμοστούν σωρευτικά. Αντιθέτως, το Συμβούλιο θεωρεί ότι η βασική μείωση του 4,5 % αποτελεί μέρος του αντιπροσωπευτικού ποσοστού. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η βασική μείωση του 4,5 % δεν πρέπει να προστεθεί στο αντιπροσωπευτικό ποσοστό, αν έχει ήδη ληφθεί υπόψη από τα κράτη μέλη, προκειμένου να υπολογιστεί το ποσοστό αυτό. Και οι δύο τρόποι υπολογισμού οδηγούν συνεπώς στο ίδιο αποτέλεσμα: η βασική μείωση του 4,5 % πρέπει να εφαρμοστεί στους επανερχομένους παραγωγούς μία και μόνη φορά. Αυτή είναι η ορθή ερμηνεία του άρθρου 3α, παράγραφος 2.
15. Κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 2, η ειδική ποσότητα αναφοράς υπολογίζεται βάσει τριών παραγόντων: α) της ποσότητας για την οποία διατηρήθηκε ή αποκτήθηκε το δικαίωμα πριμοδοτήσεως, β) του ποσοστού που είναι αντιπροσωπευτικό για το σύνολο των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς που καθορίζονται βάσει του άρθρου 2, γ) της βασικής μειώσεως κατά 4,5 %. Θα εξετάσω διαδοχικά τους δύο τελευταίους παράγοντες. Θα αρχίσω από τη βασική μείωση του 4,5 %.
16. Η μείωση αυτή καθιερώθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 775/87 του Συμβουλίου (12) ο οποίος, σε μια περαιτέρω προσπάθεια να περιορίσει το πλεόνασμα γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων πρόβλεψε την προσωρινή αναστολή μιας ενιαίας αναλογίας κάθε ποσότητας αναφοράς που καθορίζεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68.
17. Ο κανονισμός 775/87 καθόρισε την αναστελλόμενη ποσότητα σε ποσοστό 4 % για την τέταρτη περίοδο εφαρμογής της πρόσθετης εισφοράς (ήτοι από 1ης Απριλίου 1987 έως 31 Μαρτίου 1988) και 5,5 % για την πέμπτη περίοδο (ήτοι από 1ης Απριλίου 1988 έως 31 Μαρτίου 1989). Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3882/89 του Συμβουλίου (13) καθόρισε την αναστελλόμενη ποσότητα σε ποσοστό 4,5 % για τις επόμενες τρεις περιόδους (14). Αυτό το ποσοστό εφαρμοζόταν όταν εκδόθηκε ο κανονισμός 1639/91.
18. Η βασική μείωση του 4,5 % αντιπροσωπεύει μια προσωρινή αναστολή η οποία δεν αποτελεί μείωση της συνολικής εγγυημένης ποσότητας. Μέχρι την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 816/92 του Συμβουλίου (15), η προσωρινά αναστελλόμενη ποσότητα αποτελούσε μέρος της συνολικής εγγυημένης ποσότητας κάθε κράτους μέλους η οποία καθορίζεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68. Μόνο μετά τον κανονισμό 816/92 η προσωρινώς αναστελλόμενη ποσότητα καθορίζεται χωριστά από τη συνολική εγγυημένη ποσότητα.
19. Σε αντίθεση προς τη βασική μείωση του 4,5 %, το αντιπροσωπευτικό ποσοστό του συνόλου των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς οι οποίες καθορίζονται βάσει του άρθρου 2 δεν είναι το ίδιο για ολόκληρη την Κοινότητα, αλλά διαφέρει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος.'Οπως επισημαίνουν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, όσον αφορά τη Γερμανία, η οποία επέλεξε το έτος 1983 ως έτος αναφοράς, η αντιπροσωπευτική περικοπή προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της συνολικής εγγυημένης ποσότητας για το 1990-1991 και των παραδόσεων γάλακτος του 1983. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3879/89 του Συμβουλίου (16) καθόρισε τη συνολική εγγυημένη ποσότητα για τη Γερμανία και για καθεμία από τις τρεις δωδεκάμηνες περιόδους από 1ης Απριλίου 1989 έως 31 Μαρτίου 1992 σε 22 519 080 χιλιάδες τόνους. 'Οπως προκύπτει από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, οι παραδόσεις γάλακτος στη Γερμανία το 1983 ανήλθαν σε 25 176 εκατομμύρια τόνους. Από τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσοτήτων προκύπτει περικοπή ποσοστού 10,5 %. Κατά συνέπεια, αντίθετα προς την άποψη που εκφράζεται με τη Διάταξη περί παραπομπής, η οποία και φαίνεται ότι οδήγησε το εθνικό δικαστήριο στην υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος, η βασική μείωση του 4,5 % δεν ελήφθη υπόψη δύο φορές από τη γερμανική εκτελεστική νομοθεσία.
20. 'Οπως ανέφερα ήδη, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφός τους η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 για το οικείο κράτος μέλος.
21. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, ορίζει επίσης ότι αυτό το ποσοστό μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το ύψος των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών παραγωγών, την εξέλιξη των παραδόσεων σε ορισμένες περιοχές μεταξύ 1981 και 1983 ή την εξέλιξη των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών παραγωγών κατά την ίδια χρονική περίοδο. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν τα ποσοστά που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, προκειμένου να διευκολυνθεί η χορήγηση των ειδικών και των προσθέτων ποσοτήτων αναφοράς σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών.
22. Είναι συνεπώς σαφές ότι, βάσει του άρθρου 2, τα κράτη μέλη απολαύουν διακριτικής ευχέρειας ως προς την εφαρμογή διαφορετικών ποσοστών στις διάφορες κατηγορίες παραγωγών. Τούτο και μόνο αρκεί για να φανεί ότι, αντίθετα προς τη βασική μείωση του 4,5 %, το, κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 2, αντιπροσωπευτικό ποσοστό όλων των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς που καθορίζονται βάσει του άρθρου 2, μπορεί να ποικίλλει στα διάφορα κράτη μέλη.
23. 'Οπως ήδη αναφέρθηκε, το Συμβούλιο στην ουσία συμφωνεί με τη Γερμανική Κυβέρνηση, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή ότι η βασική μείωση του 4,5 % δεν πρέπει να εφαρμόζεται στους επανερχομένους παραγωγούς δύο φορές, αν και καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό για άλλους λόγους.
24. Κατά την άποψή μου, αν και το πρακτικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο, είναι ακριβέστερο να λέγεται ότι η βασική μείωση του 4,5 % δεν αποτελεί μέρος του ποσοστού που είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς οι οποίες καθορίζονται βάσει του άρθρου 2 και, ως εκ τούτου, πρέπει να προστίθεται σ' αυτό το ποσοστό. Για την ακρίβεια, δεν θα ήταν σωστό να θεωρηθεί ότι η βασική μείωση αποτελεί μέρος του ποσοστού που είναι "αντιπροσωπευτικό του συνόλου των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2". Πρώτον, δεν είναι "αντιπροσωπευτική", δεδομένου ότι η εφαρμογή της είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη την Κοινότητα, και, δεύτερον, αντίθετα προς τις περικοπές που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς που καθορίζονται βάσει του άρθρου 2, αποτελεί προσωρινή αναστολή. Διαφέρει συνεπώς από το αντιπροσωπευτικό ποσοστό, τόσο κατά τον τρόπο υπολογισμού όσο και κατά τη νομική φύση.
25. Συνεπώς, σε απάντηση του πρώτου ερωτήματος καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η βασική μείωση κατά 4,5 % δεν αποτελεί μέρος του ποσοστού που είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς οι οποίες καθορίζονται βάσει του άρθρου 2 και πρέπει να προστίθεται στο ποσοστό αυτό. Αυτές οι περικοπές δεν περιλαμβάνουν τη βασική μείωση του 4,5 %.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
26. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ουσιαστικά ερωτά πώς έχει υπολογιστεί η κατά 4,5 % μείωση του άρθρου 3α, παράγραφος 2. 'Οπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, το ερώτημα βασίζεται στην υπόθεση ότι, καίτοι η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1639/91 αναφέρει ότι η μείωση κατά 4,5 % στηρίζεται στον κανονισμό 775/87, ο κανονισμός αυτός δεν προβλέπει αυτή τη μείωση.
27. Αυτή η υπόθεση είναι ωστόσο εσφαλμένη. 'Οπως προαναφέρθηκε, το ποσοστό 4,5 % δεν μνημονεύεται στον κανονισμό 775/87 όπως εκδόθηκε αρχικά, αλλά προστέθηκε με τον κανονισμό 3882/89. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού αντικατέστησε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 775/87 και καθόρισε την προσωρινώς αναστελλόμενη ποσότητα σε ποσοστό 4,5 % για την έκτη, έβδομη και όγδοη δωδεκάμηνη περίοδο.
28. Συνεπώς, αντίθετα με όσα αναφέρει το αιτούν δικαστήριο στο δεύτερο ερώτημά του, ο τρόπος υπολογισμού της βασικής μειώσεως είναι σαφής.
Επί του τρίτου ερωτήματος
29. Πριν ασχοληθώ με τα ζητήματα που θέτει το τρίτο ερώτημα, θεωρώ χρήσιμο να εξετάσω προσεκτικότερα τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Spagl και Pastaetter, δεδομένου ότι κατόπιν αυτών ακριβώς των αποφάσεων το Συμβούλιο τροποποίησε το άρθρο 3α, παράγραφος 2. Είναι επίσης απαραίτητο να εξεταστεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Mulder II) (17). Αυτή η απόφαση εκδόθηκε μετά την κατάθεση των εγγράφων παρατηρήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην όμως οι προσφεύγοντες την επικαλέστηκαν συχνά κατά την προφορική διαδικασία.
30. Είδαμε ότι στις υποθέσεις Spagl και Pastaetter το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3α, όπως ίσχυε τότε, ήταν ανίσχυρο ως αντίθετο προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθόσον περιόριζε τη χορηγούμενη στους επανερχομένους παραγωγούς ποσότητα αναφοράς στο 60 % της ποσότητας του παραδοθέντος γάλακτος ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος η οποία πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά τη διάρκεια της περιόδου των δώδεκα ημερολογιακών μηνών που προηγήθηκαν της καταθέσεως της αιτήσεως για χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής.
31. Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο διατύπωσε δύο αρχές ως προς τον τρόπο υπολογισμού της χορηγουμένης στους επανερχομένους παραγωγούς ποσότητας αναφοράς (18): πρώτον, η ποσότητα αναφοράς πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι ο επανερχόμενος παραγωγός, κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς του, δεν θα υπόκειται σε περιορισμούς που τον θίγουν ειδικά λόγω ακριβώς της δεσμεύσεως που ανέλαβε (19) δεύτερον, ο επανερχόμενος παραγωγός δεν πρέπει να ευνοείται αδικαιολόγητα σε σχέση με τους παραγωγούς που συνέχισαν να παραδίδουν γάλα. Επί τη βάσει των δύο αυτών αρχών το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, προκειμένου να υπολογιστεί η χορηγούμενη στους επανερχομένους παραγωγούς ποσότητα αναφοράς, το Συμβούλιο μπορούσε να επιβάλει εγκύρως ένα συντελεστή μειώσεως αντιπροσωπευτικό των ποσοστών μειώσεως που ισχύουν για τους παραγωγούς οι οποίοι εμπίπτουν στο άρθρο 2 (20) (στο εξής: συνεχίζοντες παραγωγοί).
32. Στην υπόθεση Mulder II, οι ενάγοντες ήταν παραγωγοί οι οποίοι, κατόπιν δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που είχαν επιλέξει τα οικεία κράτη μέλη. Αίτημα της αγωγής τους ήταν να αποκαταστήσει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα τη ζημία που υπέστησαν συνεπεία της εφαρμογής των κανονισμών 857/84 και 764/89 στο μέτρο που οι κανονισμοί δεν πρόβλεψαν τη χορήγηση προς αυτούς αντιπροσωπευτικής ποσότητας αναφοράς.
33. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες εδικαιούντο αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστησαν συνεπεία του ότι δεν τους χορηγήθηκε αντιπροσωπευτική ποσότητα αναφοράς από τον κανονισμό 857/84, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί από τον κανονισμό 764/89. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν εδικαιούντο αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστησαν συνεπεία της χορηγήσεως μειωμένης προσωρινής ποσότητας αναφοράς βάσει του κανονισμού 764/89. Το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή για τον λόγο ότι, αντίθετα με τον κανονισμό 857/84, ο κανονισμός 764/89 δεν παραβίαζε κατάφωρα ανώτερο κανόνα δικαίου που προστατεύει τα άτομα, πράγμα το οποίο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αποτελεί προϋπόθεση η οποία πρέπει να πληρούται προκειμένου να υπέχει η Κοινότητα εξωσυμβατική ευθύνη συνεπεία της νομοθεσίας της.
34. 'Οσον αφορά την έκταση της ζημίας την οποία έπρεπε να αποκαταστήσει η Κοινότητα, το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη το διαφυγόν κέρδος των εναγόντων. Καταρχήν, αυτό το διαφυγόν κέρδος συνίστατο στη διαφορά μεταξύ, αφενός μεν των εισοδημάτων που θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιήσει οι ενάγοντες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από τις παραδόσεις γάλακτος τις οποίες θα είχαν διενεργήσει αν τους είχαν χορηγηθεί, κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Απριλίου 1984, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 857/84, και της 29ης Μαρτίου 1989, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 764/89, οι ποσότητες αναφοράς που δικαιούνταν, αφετέρου δε, του εισοδήματος που πράγματι αποκόμισαν από τις παραδόσεις τους γάλακτος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου χωρίς οποιαδήποτε ποσότητα αναφοράς, προσαυξημένου κατά το εισόδημα που πραγματοποίησαν, ή θα είχαν μπορέσει να πραγματοποιήσουν, κατά την ίδια αυτή περίοδο, από ενδεχόμενες εναλλακτικές δραστηριότητες (σκέψη 26 της αποφάσεως).
35. Στις σκέψεις 28 έως 31 της αποφάσεως το Δικαστήριο καθόρισε τον τρόπο υπολογισμού των ποσοτήτων αναφοράς τις οποίες εδικαιούντο οι ενάγοντες κατά την κρίσιμη περίοδο. Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε από αυτούς κατά την αντιπροσωπευτική περίοδο που προηγείται της περιόδου μη εμπορίας, δηλαδή η ποσότητα που χρησιμοποιήθηκε ως βάση του υπολογισμού για την πριμοδότηση μη εμπορίας. Η τελευταία αυτή ποσότητα πρέπει να αυξηθεί κατά 1 %, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ενάγοντες δεν θα υποστούν κανέναν ειδικό περιορισμό σε σχέση με τους συνεχίζοντες παραγωγούς. Πάντως, στην ποσότητα που προκύπτει πρέπει να εφαρμοστεί ποσοστό μειώσεως, αντιπροσωπευτικό των ποσοστών μειώσεως που ισχύουν για τους συνεχίζοντες παραγωγούς, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέλθουν αδικαιολόγητα οι ενάγοντες σε ευνοϊκότερη θέση έναντι της τελευταίας αυτής κατηγορίας επιχειρηματιών.
36. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί το αντιπροσωπευτικό ποσοστό μειώσεως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το ποσοστό που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84. Τούτο διότι το ποσοστό αυτό αποσκοπεί στην αντιστάθμιση της αύξησης της γενικής παραγωγικότητας μεταξύ 1981 και 1983. Η εφαρμογή του έναντι των εναγόντων θα ισοδυναμούσε με επιβολή ειδικού περιορισμού σ' αυτούς, εφόσον οι ποσότητες αναφοράς που τους οφείλονταν πρέπει να καθοριστούν βάσει των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποιήθηκαν πριν από το 1982.
37. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι για τον καθορισμό του αντιπροσωπευτικού ποσοστού μειώσεως πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η αποζημίωση που προβλέπει ο κανονισμός 775/87 για την προσωρινή αναστολή μέρους των ποσοτήτων αναφοράς των συνεχιζόντων παραγωγών.
38. Συνεπώς, υπάρχουν δύο διαφορές μεταξύ του τρόπου υπολογισμού της ειδικής ποσότητας αναφοράς την οποία προβλέπει το άρθρο 3α, παράγραφος 2, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1639/91 και του τρόπου που ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mulder II για τον υπολογισμό των ποσοτήτων αναφοράς τις οποίες εδικαιούντο οι ενάγοντες στην υπόθεση εκείνη.
39. Οι διαφορές αυτές είναι οι εξής:
α) Κατά τον τρόπο υπολογισμού που ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mulder II, η ποσότητα βάσει της οποίας κτήθηκε το δικαίωμα πριμοδοτήσεως δυνάμει του κανονισμού 1078/77 πρέπει να αυξηθεί κατά ποσοστό 1 %. Αντιθέτως, τέτοια αύξηση δεν χωρεί δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 2.
β) Κατά τον τρόπο υπολογισμού που ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mulder II, η ποσότητα που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του αντιπροσωπευτικού ποσοστού περικοπών. Αντιθέτως, το άρθρο 3α, παράγραφος 2, προβλέπει την αφαίρεση ενός ποσοστού αντιπροσωπευτικού "του συνόλου των περικοπών" που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς οι οποίες καθορίζονται βάσει του άρθρου 2. Καθίσταται επομένως σαφές ότι οι περικοπές που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του αντιπροσωπευτικού ποσοστού περικοπών.
40. Κατόπιν των διαφορών αυτών, θα ήταν επωφελέστερο για έναν παραγωγό ευρισκόμενο στη θέση των προσφευγόντων να υπολογιστούν οι ποσότητες αναφοράς του κατά τον τρόπο που ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mulder II παρά κατά τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2.
41. Βάσει των προεκτεθέντων έρχομαι τώρα στο τρίτο ερώτημα. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, λόγω του ότι αυτό καθιστά δυσμενέστερη τη θέση των παραγωγών που, κατ' εφαρμογή δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1983, το οποίο επελέγη από τη Γερμανία ως έτος αναφοράς, έναντι των παραγωγών που παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αυτού.
42. Μεταξύ του έτους 1981 και του 1983 υπήρξε σημαντική αύξηση της παραγωγής γάλακτος στη Γερμανία, τόσο των παραδόσεων γάλακτος στους αγοραστές όσο και της παραγωγής γάλακτος ανά αγελάδα. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, η γερμανική νομοθεσία πρόβλεψε συγκεκριμένες περικοπές προκειμένου να εξασφαλίσει τη μη υπέρβαση της εγγυημένης ποσότητας που καθόρισε για τη Γερμανία το άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68.
43. Με τις έγγραφες παρατηρήσεις τους, οι προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι, εφόσον ανέλαβαν δέσμευση μη εμπορίας το 1981, δεν συνέβαλαν στην αύξηση της παραγωγής γάλακτος η οποία σημειώθηκε μεταξύ του 1981 και του 1983. Υποστηρίζουν ότι το αντιπροσωπευτικό των περικοπών που προβλέφθηκαν συνεπεία της αυξήσεως αυτής ποσοστό δεν πρέπει να αφαιρεθεί από την ποσότητα βάσει της οποίας απέκτησαν το δικαίωμα πριμοδοτήσεως. Ισχυρίζονται ότι μια τέτοια αφαίρεση συνιστά δυσμενή μεταχείρισή τους έναντι των παραγωγών που παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους 1983 και αποτελεί διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο.
44. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζουν ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, είναι έγκυρο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επανερχόμενοι παραγωγοί και οι συνεχίζοντες παραγωγοί δεν μπορεί να τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως, διότι οι περιπτώσεις τους δεν μπορούν να συγκριθούν. Ισχυρίζεται ότι, στον υπολογισμό της χορηγουμένης προς επανερχομένους παραγωγούς ποσότητας αναφοράς, δεν εφαρμόζεται η αρχή της ισότητας αλλά η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Spagl.
45. Κατά την προφορική διαδικασία, οι προσφεύγοντες αναφέρθηκαν στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mulder II. Πρότειναν έναν τρόπο υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς τους βάσει των κριτηρίων που έθεσε το Δικαστήριο για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως που εδικαιούντο οι ενάγοντες στην υπόθεση εκείνη. Κατά την άποψή τους, ο τρόπος αυτός εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση των επανερχομένων και των συνεχιζόντων παραγωγών και πρέπει να υιοθετηθεί από την Κοινότητα.
46. Σκοπός της παρούσας δίκης δεν είναι ασφαλώς ο καθορισμός του τρόπου υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς των προσφευγόντων. Πράγματι, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί του τρόπου αυτού αλλά στις εθνικές αρχές που ενεργούν δυνάμει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να εξεταστεί, έχοντας υπόψη τα προδικαστικά ερωτήματα, κατά πόσον η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mulder II επηρεάζει την ερμηνεία ή το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2.
47. Κατά την άποψή μου, δεν είναι ορθό να λεχθεί ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, είναι άκυρο απλώς και μόνο διότι ο τρόπος υπολογισμού της ειδικής περιόδου αναφοράς τον οποίο προβλέπει είναι διαφορετικός από αυτόν που ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mulder II. Μπορεί, πρώτον, να παρατηρηθεί ότι, όταν το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1639/91, δεν είχε εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως αυτής. Καίτοι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό αυτό, μνημονευόταν στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven (21), δεν ήταν επίδικο στην υπόθεση εκείνη ούτε εξετάστηκε από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ αφενός του υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς που έπρεπε να έχει χορηγηθεί σ' έναν παραγωγό μια συγκεκριμένη περίοδο στο παρελθόν, για την εκτίμηση της οφειλομένης προς αυτόν αποζημιώσεως σε μια δίκη σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας και αφετέρου του υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς που πρέπει να χορηγηθεί στο μέλλον σε μια γενική κατηγορία παραγωγών.
48. Ο πρώτος υπολογισμός γίνεται από το Δικαστήριο, ενώ ο δεύτερος εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου, το οποίο ασκώντας την αρμοδιότητα αυτή απολαύει, εντός ορισμένων ορίων, διακριτικής εξουσίας. Επιπλέον, οι δύο τρόποι υπολογισμού έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες. Ο πρώτος υπολογισμός γίνεται εκ των υστέρων και έχει υποθετικό χαρακτήρα. Σκοπός του είναι να προσδιορίσει ποσοτικώς τη ζημία που προκάλεσε η Κοινότητα σε συγκεκριμένους παραγωγούς, υπολογίζοντας τη διαφορά μεταξύ των εισοδημάτων που θα είχαν αποκομίσει οι παραγωγοί αυτοί αν δεν είχε εκδοθεί η παράνομη πράξη της Κοινότητας και των εισοδημάτων τα οποία πράγματι αποκόμισαν ή έπρεπε να έχουν αποκομίσει από ενδεχόμενες εναλλακτικές δραστηριότητες κατά την κρίσιμη περίοδο.
49. Αντιθέτως, ο δεύτερος υπολογισμός, όπως προανέφερα, αφορά μια γενική κατηγορία παραγωγών και αναφέρεται στο μέλλον. Καθορίζοντας μια τέτοια μέθοδο υπολογισμού, το Συμβούλιο προβαίνει σε επιλογή οικονομικής πολιτικής, προκειμένου να συμβιβάσει αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις. Ειδικότερα, το Συμβούλιο οφείλει να προστατεύει τα έννομα συμφέροντα των επανερχομένων παραγωγών και να σέβεται τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους βάσει των κριτηρίων που καθόρισε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Spagl και Pastaetter. Πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τα έννομα συμφέροντα των συνεχιζόντων παραγωγών. Περαιτέρω, κατά την ικανοποίηση των εννόμων συμφερόντων αυτών των ομάδων παραγωγών, πρέπει να αποφεύγει να διακυβεύει τους στόχους του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος.
50. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί μια πολυσύνθετη οικονομική πραγματικότητα, όπως στην περίπτωση της κοινής γεωργικής πολιτικής, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη φύση και την έκταση εφαρμογής των ληπτέων μέτρων: βλ. Erpelding κατά Secretaire d' Etat a l' Agriculture et a la Viticulture (22).
51. Νομίζω επομένως ότι, κατά τον καθορισμό του τρόπου υπολογισμού της ειδικής ποσότητας αναφοράς που πρέπει να χορηγηθεί στους επανερχομένους παραγωγούς στο μέλλον, το Συμβούλιο δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει τον τρόπο υπολογισμού τον οποίο ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mulder II. Θα πρέπει ωστόσο, να αναγνωριστεί ως ανίσχυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 2, αν το Συμβούλιο, θεσπίζοντάς το, υπερέβη τη διακριτική του εξουσία. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mulder II θα πρέπει βεβαίως να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του κατά πόσον συντρέχει εδώ τέτοια περίπτωση.
52. Θα υπενθυμίσω ότι, κατά τους προσφεύγοντες, το ποσοστό που καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό του αντιπροσωπευτικού ποσοστού μειώσεως το οποίο εφαρμόζεται στους επανερχομένους παραγωγούς, για τον λόγο ότι δεν συνέβαλαν στην αύξηση της παραγωγής που σημειώθηκε μεταξύ 1981 και 1983. Αυτός ο ισχυρισμός ενισχύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mulder II (βλ. πιο πάνω, παράγραφο 36). Κατά τη γνώμη μου πάντως, δεν είναι απόλυτα πειστικός.
53. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο παραγωγός ο οποίος διέκοψε αυτοβούλως την παραγωγή του επί ορισμένο χρονικό διάστημα δεν μπορεί ευλόγως να προσδοκά ότι θα μπορεί να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή υπό τις ίδιες συνθήκες που ίσχυαν προηγουμένως και ότι δεν θα υπάγεται ενδεχομένως σε ορισμένους κανόνες που στο μεταξύ θεσπίστηκαν στον τομέα της εμπορικής πολιτικής και της διαρθρωτικής πολιτικής: βλ. απόφαση Mulder I, σκέψη 23, απόφαση Von Deetzen, σκέψη 12.
54. Συνεπώς, οι επανερχόμενοι παραγωγοί, όταν επανέρχονται στην αγορά μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους, δεν μπορούν να προσδοκούν ότι θα βρουν την αγορά όπως την άφησαν και είναι θεμιτό να υποβληθούν στους κανόνες που υπαγορεύει η ανάπτυξη της αγοράς κατά τη διάρκεια της απουσίας τους. Μπορεί ως εκ τούτου να υποστηριχθεί ότι, το γεγονός ότι οι επανερχόμενοι παραγωγοί δεν συνέβαλαν στη γενική αύξηση της παραγωγής, συνεπεία της αυτόβουλης παραμονής τους εκτός αγοράς για μια συγκεκριμένη περίοδο, δεν τους δίδει το δικαίωμα, κατά την επάνοδό τους στην αγορά, να εξαιρούνται από περιοριστικούς κανόνες, η θέσπιση των οποίων κατέστη απαραίτητη συνεπεία αυτής της αυξήσεως.
55. Οι επανερχόμενοι παραγωγοί απείχαν από την παραγωγή αυτοβούλως και αντί καταβολής πριμοδοτήσεως. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η επιβολή της περικοπής του άρθρου 2, παράγραφος 2, στους παραγωγούς αυτούς, η οποία είναι πολύ μικρότερη από την ενιαία περικοπή του 40 % που πρόβλεπε το άρθρο 3α, παράγραφος 2, όπως ίσχυε προηγουμένως, αποτελεί φυσιολογικό επιχειρηματικό κίνδυνο, τον οποίο ευλόγως καλούνται να αναλάβουν και συνεπώς δεν αντιβαίνει προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι η επιβολή αυτής της περικοπής στους επανερχομένους παραγωγούς δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, οι περιπτώσεις των συνεχιζόντων παραγωγών και των επανερχομένων παραγωγών δεν μπορούν να συγκριθούν.
56. Ακόμη και αν δεν γίνουν δεκτά αυτά τα επιχειρήματα, νομίζω ότι η εφαρμογή στους επανερχομένους παραγωγούς της περικοπής του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεν πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη ούτε προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ούτε προς την αρχή της ισότητας.
57. 'Οπως είδαμε, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Mulder I και Spagl, κατά τον καθορισμό του τρόπου υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς που πρέπει να χορηγηθεί στους επανερχομένους παραγωγούς, το Συμβούλιο δεν πρέπει να επιβάλει στους παραγωγούς αυτούς περιορισμούς οι οποίοι θα τους θίγουν ειδικά, λόγω ακριβώς της αναλήψεως αυτής της δεσμεύσεως. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι, αν ένας περιορισμός εφαρμοζόταν εξίσου στους επανερχομένους παραγωγούς και στους συνεχίζοντες παραγωγούς των οποίων οι περιπτώσεις μπορούν να συγκριθούν, δεν θα αποτελούσε περιορισμό ο οποίος θίγει ειδικά την πιο πάνω κατηγορία παραγωγών ακριβώς λόγω της αναλήψεως αυτής της δεσμεύσεως. Η κατηγορία των συνεχιζόντων παραγωγών των οποίων η περίπτωση μπορεί να συγκριθεί με αυτή των επανερχομένων παραγωγών περιλαμβάνει τους παραγωγούς οι οποίοι, για ανεξάρτητους από τη θέλησή τους λόγους, δεν συνέβαλαν στην αύξηση της παραγωγής γάλακτος μεταξύ 1981 και 1983. 'Ενα κράτος μέλος μπορεί πάντως να επιβάλει στους παραγωγούς αυτούς την προβλεπόμενη από το άρθρο 2, παράγραφος 2, περικοπή.
58. Τούτο συμβαίνει επί παραδείγματι στις ακόλουθες υποθέσεις, οι οποίες αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84. Βάσει της διατάξεως αυτής, οι παραγωγοί των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή επηρεάστηκε κατά το έτος αναφοράς που επέλεξε το οικείο κράτος μέλος από εξαιρετικά γεγονότα που συνέβησαν πριν ή κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, μπορούν να ζητήσουν να τους χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς καθοριζομένη βάσει άλλου ημερολογιακού έτους αναφοράς εντός της χρονικής περιόδου από το 1981 ως το 1983.
59. Στην υπόθεση Erpelding, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 857/84 δεν επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη, υπέρ του συνεχίζοντος παραγωγού του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή επηρεάστηκε από εξαιρετικό γεγονός καθ' όλη την περίοδο από 1981 έως 1983, η ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε κατά τη διάρκεια έτους προ του 1981 ή μια θεωρητική ποσότητα, υπολογιζόμενη κατά συναγωγή βάσει της ομαλής εξελίξεως των παραδόσεων που πραγματοποίησε σε περίοδο προς της επελεύσεως του εν λόγω εξαιρετικού γεγονότος.
60. Η απόφαση στην υπόθεση Erpelding επαναλαμβάνεται στην υπόθεση Leukhardt κατά Hauptzollamt Reutlingen (23). Σ' εκείνη την υπόθεση, ο Leukhardt, συνεχίζων παραγωγός, η παραγωγή του οποίου επηρεάστηκε αισθητά από εξαιρετικό γεγονός καθ' όλη την περίοδο από 1981 έως 1983, ζήτησε επικουρικώς να υπολογιστούν οι ποσότητες αναφοράς του βάσει των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποίησε το 1981 πλέον 1 %, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84. Ο Leukhardt ήταν παραγωγός γάλακτος στη Γερμανία, η οποία, βάσει του καθοριζομένου από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 τρόπου, προέβλεψε ότι η ποσότητα αναφοράς για τους παραγωγούς ήταν καταρχήν ίση με την ποσότητα γάλακτος που παρέδωσαν αυτοί κατά το 1983, μειωμένη κατά 4 %.
61. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο παραγωγός του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή έχει επηρεαστεί αισθητά από εξαιρετικό γεγονός κατά το έτος αναφοράς που λαμβάνει υπόψη το οικείο κράτος μέλος, μπορεί να ζητήσει, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, να ληφθεί υπόψη η ποσότητα γάλακτος την οποία παρέδωσε κατά τη διάρκεια ενός άλλου έτους εντός της περιόδου 1981 έως 1983, αλλά στις παραδόσεις αυτές θα εφαρμοστεί το ποσοστό το οποίο γενικά εφαρμόζεται σ' αυτό το κράτος μέλος. Συνεπώς, η ποσότητα αναφοράς την οποία εδικαιούτο ο Leukhardt ήταν ίση προς την ποσότητα γάλακτος που παρέδωσε κατά το 1981, υποκείμενη όμως στην εφαρμογή του ποσοστού που καθορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 2, προσαρμοζομένου, ενδεχομένως, κατά την τελευταία περίοδο της διατάξεως αυτής (βλ. σκέψη 25).
62. Συνεπώς, από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Leukhardt καθίσταται σαφές ότι ο συνεχίζων παραγωγός, ο οποίος για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του δεν συνέβαλε στην αύξηση της παραγωγής μεταξύ 1981 και 1983, μπορεί να υποβληθεί στην προβλεπόμενη από το άρθρο 2, παράγραφος 2, μείωση.
63. Κατά την άποψή μου, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Erpelding και Leukhardt δείχνουν ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, δεν είναι ανίσχυρο, καθόσον επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλουν στους επανερχομένους παραγωγούς την προβλεπομένη από το άρθρο 2, παράγραφος 2, μείωση. 'Ενα κράτος μέλος πρέπει να έχει δικαίωμα να μεταχειρίζεται έναν επανερχόμενο παραγωγό κατά τρόπο όμοιο με έναν συνεχίζοντα παραγωγό, ο οποίος δεν αύξησε την παραγωγή γάλακτος μεταξύ 1981 και 1983. Τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου η μείωση που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, επιβάλλεται και στις δύο αυτές κατηγορίες παραγωγών, δεν αποτελεί περιορισμό ο οποίος θίγει ειδικά τον επανερχόμενο παραγωγό, λόγω ακριβώς της αναλήψεως της σχετικής δεσμεύσεως. Δεν αντιβαίνει συνεπώς ούτε προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ούτε προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
64. Καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, λόγω του ότι, για λόγους υπολογισμού των χορηγουμένων προς τους επανερχομένους παραγωγούς ποσοτήτων αναφοράς, προβλέπει την εφαρμογή μιας μειώσεως αντίστοιχης προς το ποσοστό που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2.
65. Προτού προχωρήσω στην εξέταση του τέταρτου ζητήματος, θα σχολιάσω εν συντομία δύο περαιτέρω ζητήματα αφορώντα το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2.
66. Υπενθυμίζω ότι, αντίθετα προς τον τρόπο υπολογισμού της ειδικής ποσότητας αναφοράς τον οποίο ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mulder II, το άρθρο 3α, παράγραφος 2, δεν προβλέπει την αύξηση κατά 1 % της ποσότητας βάσει της οποίας διατηρήθηκε ή κτήθηκε το δικαίωμα πριμοδοτήσεως. Θα μπορούσε να ανακύψει το ερώτημα κατά πόσον το γεγονός ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, δεν προβλέπει την αύξηση αυτή, επηρεάζει το κύρος του. Το ερώτημα δεν έχει υποβληθεί από το εθνικό δικαστήριο και δεν χρειάζεται να εξεταστεί. Αρκεί να σημειωθεί ότι, για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, για τον λόγο αυτό, το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η διαφορετική μεταχείριση των συνεχιζόντων παραγωγών σε σχέση με τους επανερχομένους παραγωγούς, συνεπεία της μη εφαρμογής της αυξήσεως 1 % στους επανερχομένους παραγωγούς, αποτελεί φυσιολογικό επιχειρηματικό κίνδυνο τον οποίο πρέπει να αναμένουν ότι θα φέρουν οι παραγωγοί αυτοί και ότι, κατά συνέπεια, αυτή δεν αντιβαίνει προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι οι επανερχόμενοι παραγωγοί και οι συνεχίζοντες παραγωγοί βρίσκονται σε αντικειμενικά διαφορετική θέση.
67. Το δεύτερο ζήτημα αφορά τη χορήγηση αποζημιώσεως στους επανερχομένους παραγωγούς συνεπεία της εφαρμογής σ' αυτούς της βασικής μειώσεως του 4,5 %. 'Οπως είδαμε, ο κανονισμός 775/87 πρόβλεψε την προσωρινή αναστολή μιας ενιαίας αναλογίας κάθε ποσότητας αναφοράς, που καθορίστηκε σε ποσοστό 4 % για την τέταρτη περίοδο εφαρμογής της πρόσθετης εισφοράς και σε 5,5 % για την πέμπτη περίοδο. Η προσωρινή αναστολή καθορίστηκε από τον κανονισμό 3882/89 σε ποσοστό 4,5 % για τις επόμενες τρεις περιόδους. Οι κανονισμοί 775/87 και 3882/89 πρόβλεψαν τη χορήγηση αποζημιώσεως για τις αναστελλόμενες ποσότητες στους συνεχίζοντες παραγωγούς. Στην υπόθεση Mulder II, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προβλεπόμενη από τον κανονισμό 775/87 αποζημίωση πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να καθοριστεί το αντιπροσωπευτικό ποσοστό μειώσεως κατά τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς που έπρεπε να έχει χορηγηθεί στους ενάγοντες της υποθέσεως εκείνης. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι πρέπει να τους χορηγηθεί αποζημίωση για τη βασική μείωση κατά 4,5 % που εφαρμόζεται στην περίπτωσή τους.
68. 'Ομως, από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι αυτός ο ισχυρισμός προβλήθηκε από τους προσφεύγοντες κατά την κύρια δίκη. Το αιτούν δικαστήριο τον απέρριψε και δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα επί του ζητήματος αυτού, με το σκεπτικό ότι η πληρωμή αποζημιώσεως στους συνεχίζοντες παραγωγούς θα μπορούσε ίσως να δικαιολογήσει το αίτημα ενός επανερχομένου παραγωγού για την πληρωμή μιας τέτοιας αποζημιώσεως αλλά όχι τη χορήγηση προς τους προσφεύγοντες υψηλοτέρων ποσοτήτων αναφοράς. Κατά την άποψή μου, αυτός ο ισχυρισμός είναι ορθός.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
69. Το τέταρτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά το κατά πόσον είναι έγκυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1639/91, παρά το γεγονός ότι δεν παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα επιβολής κλιμακωτών μειώσεων ως προς τη χορήγηση ειδικών ποσοτήτων αναφοράς στους επανερχομένους παραγωγούς, όπως αυτές που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 για τους συνεχίζοντες παραγωγούς.
70. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, όπως συμπληρώθηκε από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής (24) προβλέπει ότι τα κράτη μέλη τα οποία επιλέγουν ως έτος αναφοράς το ημερολογιακό έτος 1982 ή 1983 μπορούν να προσαρμόζουν τις ποσότητες αναφοράς που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 χωρίς να υπερβαίνουν το ύψος της συνολικής εγγυημένης ποσότητας, λαμβάνοντας υπόψη έναν από τους εξής παράγοντες:
α) το επίπεδο των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών των υπόχρεων προς καταβολή της εισφοράς
β) την εξέλιξη των παραδόσεων σε ορισμένες περιοχές μεταξύ του 1981 και 1983
γ) την εξέλιξη μεταξύ 1981 και 1983 των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών των υπόχρεων προς καταβολή της εισφοράς.
71. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι, αντίθετα προς την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, το άρθρο 3α, παράγραφος 2, χορηγεί στα κράτη μέλη την εξουσία να προσαρμόζουν το ποσοστό της εφαρμοζομένης στους επανερχομένους παραγωγούς περικοπής βάσει του ύψους των παραδόσεών τους. Το Συμβούλιο θεωρεί επίσης ότι τα κράτη μέλη δύνανται να προβούν στην προσαρμογή αυτή, αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή εγκατέλειψε την άποψη που είχε υιοθετήσει με τις γραπτές παρατηρήσεις της και συμφώνησε με την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και του Συμβουλίου ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν το ποσοστό της εφαρμοζομένης στους επανερχομένους παραγωγούς περικοπής.
72. Κατά την άποψή μου, η ερμηνεία αυτή είναι ορθή. Πράγματι, το άρθρο 3α, παράγραφος 2, αναφέρεται σ' ένα ποσοστό αντιπροσωπευτικό όλων των περικοπών που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς οι οποίες καθορίζονται βάσει του άρθρου 2. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το αντιπροσωπευτικό ποσοστό δεν μπορεί ποτέ να προσαρμόζεται. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να καθοριστεί με αντικειμενικά κριτήρια. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 3α, παράγραφος 2, δεν έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν την χορηγουμένη στους επανερχομένους παραγωγούς ειδική ποσότητα αναφοράς, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες παρόμοιους με αυτούς που προβλέπονται για τους συνεχίζοντες παραγωγούς.
73. Η άποψη αυτή ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1911/86 του Συμβουλίου (25) τροποποίησε το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84, ούτως ώστε να επιτρέπεται στα κράτη μέλη τα οποία επέλεξαν ως έτος αναφοράς το ημερολογιακό έτος 1981 να προσαρμόζουν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ποσότητες αναφοράς λαμβάνοντας υπόψη τους ίδιους παράγοντες με τους εφαρμοζόμενους στα κράτη μέλη τα οποία επέλεξαν ως έτος αναφοράς το ημερολογιακό έτος 1982 ή 1983. Κατά το προοίμιο του κανονισμού 1911/86, η τροποποίηση αυτή θεσπίστηκε προκειμένου να αποκτήσουν τα κράτη μέλη μεγαλύτερη ευελιξία και να ληφθούν καλύτερα υπόψη τα χαρακτηριστικά και οι πραγματικές εξελίξεις της παραγωγής και της συλλογής γάλακτος μέχρι την έναρξη ισχύος του καθεστώτος της πρόσθετης εισφοράς. Η εκδοχή ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν την εξουσία να προσαρμόζουν τη χορηγουμένη στους επανερχομένους παραγωγούς ειδική ποσότητα αναφοράς δεν συνάδει προς αυτή την πολιτική.
74. 'Οπως παρατηρεί ωστόσο η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο δεύτερος και ο τρίτος παράγων που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, επί τη βάσει των οποίων μπορούν να ποικίλλουν οι ποσότητες αυτές, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στον καθορισμό των χορηγουμένων προς τους επανερχομένους παραγωγούς ποσοτήτων αναφοράς. Τούτο διότι οι παράγοντες αυτοί αφορούν την εξέλιξη των παραδόσεων κατά την περίοδο μεταξύ 1981 και 1983, κατά τη διάρκεια της οποίας οι επανερχόμενοι παραγωγοί δεν προέβαιναν σε παραδόσεις. Κατά συνέπεια, ο μόνος παράγων από αυτούς που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, ο οποίος μπορεί να εφαρμοστεί στους επανερχομένους παραγωγούς είναι το επίπεδο των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών των υποχρέων προς καταβολή της εισφοράς. Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88, οι κατηγορίες αυτές πρέπει να οριστούν βάσει των ετησίων παραδόσεων και σε σχέση με τον μέσο όρο παραδόσεων ανά εκμετάλλευση στο οικείο κράτος μέλος.
75. Για να ολοκληρώσω, προσθέτω ένα ακόμη σημείο. Οι επανερχόμενοι παραγωγοί πρέπει, όπως είδαμε, να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως με όσους παραγωγούς δεν αύξησαν την παραγωγή γάλακτος μεταξύ του 1981 και του 1983. Κατά συνέπεια, αν εφαρμόστηκαν στους δευτέρους κλιμακωτές μειώσεις, κατά τη χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, θα πρέπει να εφαρμοστεί ομοίως μειωμένη περικοπή στους επανερχομένους παραγωγούς που έλαβαν ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 2.
76. Καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι, αντιθέτως προς την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, το άρθρο 3α, παράγραφος 2, επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν τις χορηγούμενες προς τους επανερχομένους παραγωγούς ποσότητες αναφοράς βάσει του επιπέδου των παραδόσεών τους, όπως προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, σχετικά με τους συνεχίζοντες παραγωγούς. Συνεπώς, το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί με την αιτιολογία ότι η διάταξη αυτή δεν παρέχει τη δυνατότητα τέτοιου είδους προσαρμογών.
Συμπέρασμα
77. Προτείνω συνεπώς να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα:
1) Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι η βασική μείωση κατά 4,5 % δεν αποτελεί μέρος του ποσοστού που είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου των περικοπών οι οποίες εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς που καθορίζονται βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84 και πρέπει να προστίθεται στο ποσοστό αυτό. Αυτές οι περικοπές δεν περιλαμβάνουν τη βασική μείωση του 4,5 %.
2) Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν τις χορηγούμενες στους επανερχομένους παραγωγούς ποσότητες αναφοράς βάσει του επιπέδου των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών από αυτούς.
3) Από την εξέταση των επιδίκων ζητημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάζει το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) - ΕΕ L 90, σ. 13.
(2) - ΕΕ L 150, σ. 35.
(3) - OJ L 131, σ. 1.
(4) - ΕΕ L 90, σ. 10.
(5) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82.
(6) - Υπόθεση 120/86, Συλλογή 1988, σ. 2321.
(7) - Υπόθεση 170/86, Συλλογή 1988, σ. 2355.
(8) - ΕΕ L 84, σ. 2.
(9) - Υπόθεση C-189/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-4539.
(10) - Υπόθεση C-217/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-4585.
(11) - Βλ. εικοστή κανονιστική απόφαση περί τροποποιήσεως του MGVO της 19.7.1991, Bundesgesetzblatt (Γερμανική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), σ. 1597.
(12) - ΕΕ L 78, σ. 5.
(13) - ΕΕ L 378, σ. 6.
(14) - Ο κανονισμός 775/87 ήδη τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3643/90 του Συμβουλίου (ΕΕ L 362, σ. 9).
(15) - ΕΕ L 86, σ. 83.
(16) - ΕΕ L 378, σ. 1.
(17) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-104/89 και C-37/90, Συλλογή 1992, σ. Ι-3061.
(18) - Βλ. απόφαση Spagl, σκέψεις 21 έως 24 απόφαση Pastaetter, σκέψεις 12 έως 15.
(19) - Αυτή η αρχή είχε ήδη διατυπωθεί από το Δικαστήριο στις υποθέσεις Mulder Ι, στη σκέψη 24 της αποφάσεως και, Von Deetzen, στη σκέψη 13 της αποφάσεως.
(20) - Βλ. απόφαση Spagl στη σκέψη 24, απόφαση Pastaetter στη σκέψη 15.
(21) - Βλ. Συλλογή 1992, σ. Ι-3098-3099, 3119-3120.
(22) - Yπόθεση 84/87, Συλλογή 1988, σ. 2647, σκέψη 27.
(23) - Yπόθεση 113/88, Συλλογή 1989, σ. 1991. Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-67/89, Berkenheide, Συλλογή 1990, σ. Ι-2615, και στην υπόθεση C-85/90, Dowling, Συλλογή 1992, σ. Ι-5305.
(24) - ΕΕ L 139, σ. 12.
(25) - ΕΕ L 165, σ. 6.
Full & Egal Universal Law Academy