ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 17ης Δεκεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Finanzgericht Hamburg υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο θα καταστήσει δυνατό σ' αυτό να αποφανθεί σχετικά με το αν η γερμανική εταιρία Möllmann-Fleisch δικαιούται να λάβει επιστροφή λόγω εξαγωγής στο πλαίσιο της εξαγωγής παρτίδας βοείου κρέατος προς την Αίγυπτο.
Πρόκειται για διαφοροποιημένη επιστροφή, δηλαδή για επιστροφή της οποίας το ποσοστό εξαρτάται από τη χώρα προορισμού, και από τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις προκύπτει ότι δεν πρέπει μόνο να διαπιστώνεται ότι τα εμπορεύματα εξήχθησαν εκτός της Κοινότητας, αλλά επίσης ότι «το προϊόν έχει ήδη εισαχθεί στην τρίτη χώρα (...) για την οποία προβλέπεται η επιστροφή», βλ. σχετικά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 2730/79 της Επιτροπής, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα ( 1 ).
Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού, «το προϊόν θεωρείται ότι έχει εισαχθεί όταν πραγματοποιηθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη διάθεση του προς κατανάλωση (...)», και κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, «η απόδειξη της πραγματοποιήσεως αυτών των διατυπώσεων παρέχεται α) με την προσκόμιση του τελωνειακού εγγράφου (...) ή β) με την προσκόμιση του πιστοποιητικού εκτελωνισμού (...)».
2.
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι:
—
τα εξαχθέντα εμπορεύματα έφθασαν στον τόπο προορισμού, την Αίγυπτο, και έτυχαν της επιβαλλομένης τελωνειακής μεταχειρίσεως, σύμφωνα με αιγυπτιακό πιστοποιητικό εκτελωνισμού χωρίς ημερομηνία, επί του οποίου το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να στηριχτεί-·
—
τα εμπορεύματα επέστρεψαν στην Κοινότητα, όπου ετέθησαν υπό καθεστώς προσωρινής εναπόθεσης, στη συνέχεια δε εξήχθησαν από τη γερμανική εταιρία προς άλλη χώρα·
—
ο λόγος για τον οποίο τα εμπορεύματα έπρεπε να επιστρέψουν στην Κοινότητα αμφισβητείται, πρόκειται δε για τη σπουδαιότητα που πρέπει να αποδοθεί σε έγγραφα που μπορούν ίσως να στηρίξουν την άποψη κατά την οποία τα εμπορεύματα είχαν υποστεί υγειονομικό έλεγχο, το αποτέλεσμα του οποίου υπήρξε αρνητικό.
3.
Κατά τις γερμανικές τελωνειακές αρχές, το προσκομισθέν πιστοποιητικό εκτελωνισμού δεν συνιστά, υπό τις παρούσες περιστάσεις, επαρκή απόδειξη της εισαγωγής, ενώ η γερμανική εταιρία ισχυρίζεται, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 20, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2730/79, ότι το πιστοποιητικό εκτελωνισμού συνιστά την αναγκαία και επαρκή απόδειξη της εισαγωγής.
4.
Με το ερώτημα που υπέβαλε, το Finanzgericht Hamburg ερωτά αν κατά τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις,
«προκειμένου να θεωρηθεί ότι η εισαγωγή σε τρίτη χώρα δεν αποδείχθηκε,
—
αρκεί να υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι το αναγραφόμενο στο πιστοποιητικό εκτελωνισμού εμπόρευμα έφθασε πράγματι στην αγορά της τρίτης χώρας, ή·
—
πρέπει να προσκομιστεί η απόδειξη περί του αντιθέτου, δηλαδή η απόδειξη περί της μη εισαγωγής.»
Το Finanzgericht Hamburg επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1984, Dimex ( 2 ), στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο αναγνώρισε, με τη σκέψη 10, ότι η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων διασφαλίζει μόνο «καταρχήν την πραγματική είσοδο του εμπορεύματος στην αγορά της χώρας προορισμού». Κατά το Finanzgericht Hamburg είναι, επομένως, σαφές ότι το τελωνειακό έγγραφο συνιστά απλώς ένδειξη περί της εισαγωγής, η οποία μπορεί να ανατραπεί και, στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα υπό ποίες πραγματικές και νομικές περιστάσεις η ένδειξη περί του πραγματικού της εισαγωγής, την οποία συνιστά το πιστοποιητικό εκτελωνισμού, μπορεί να θεωρηθεί ως ανατραπείσα.
5.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να στηριχτεί στη διαπίστωση ότι η επιστροφή πρέπει να καταβληθεί μόνο όταν το προϊόν έχει εισαχθεί στην εν λόγω τρίτη χώρα.
Το Δικαστήριο έκρινε με τις σκέψεις 8 έως 11 της αποφάσεως στην υπόθεση Dimex,
—
«(...) το σύστημα των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής έχει ως σκοπό να ανοίξει ή να διατηρήσει ανοικτές για τις κοινοτικές εξαγωγές τις αγορές των τρίτων χωρών, τις οποίες αφορά, η δε διαφοροποίηση της επιστροφής οφείλεται ακριβώς στην επιθυμία να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αγοράς εισαγωγής, στην οποία η Κοινότητα, θέλει να διαδραματίσει κάποιο ρόλο»·
—
ότι «(...) ο λόγος υπάρξεως του συστήματος διαφοροποίησης της επιστροφής δεν θα ελαμβάνετο υπόψη, αν για την καταβολή της επιστροφής με υψηλότερο συντελεστή θα αρκούσε το εμπόρευμα να έχει απλώς εκφορτωθεί, χωρίς να έχει φθάσει στην αγορά της χώρας προορισμού»·
—
ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η συναφής διάταξη στην αναφερθείσα υπόθεση (η οποία ως προς το σημείο αυτό αντιστοιχεί με το άρθρο 20 του κανονισμού 2730/79) «εξαρτά την καταβολή της διαφοροποιημένης επιστροφής από τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην τρίτη χώρα, δεδομένου ότι η συμπλήρωση των εν λόγω διατυπώσεων διασφαλίζει καταρχήν την πραγματική είσοδο του εμπορεύματος στην αγορά της χώρας προορισμού», και
—
ότι η διάταξη του κανονισμού που «δίνει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να απαιτήσουν άλλα έγγραφα όταν, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασης της χώρας προορισμού, θεωρούν την απόδειξη της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων ως ανεπαρκή, καταδεικνύει ότι αυτή η απόδειξη αποτελεί απλή ένδειξη της πραγματοποίησης στη συγκεκριμένη περίπτωση του σκοπού των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής, που μπορεί να ανατραπεί.-» (Η υπογράμμιση είναι δική μου)
Επομένως, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων μόνο καταρχήν αποτελεί εγγύηση του ότι τα εν λόγω εμπορεύματα εισήλθαν στην αγορά προορισμού. Σ' αυτό προστίθεται το γεγονός ότι το άρθρο 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 2730/79, όπως ακριβώς και η συναφής διάταξη στο πλαίσιο της υποθέσεως Dimex, ορίζει ότι οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν άλλα έγγραφα εκτός αυτών που προβλέπονται στην παράγραφο 3, παραδείγματος χάριν, βεβαιώσεις εκφορτώσεως και τραπεζικά έγγραφα «αν τα εν λόγω έγγραφα θεωρηθούν ανεπαρκή». Στο πλαίσιο αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το εμφανιζόμενο στην παρούσα υπόθεση πιστοποιητικό εκτελωνισμού αποτελεί μόνο, όπως το υπογραμμίζει και το Finanzgericht Hamburg, μια δυναμένη να ανατραπεί ένδειξη της συγκεκριμένης πραγματοποιήσεως του στόχου των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής, βλ. δε, συναφώς, την προαναφερθείσα σκέψη 11.
6.
Το άρθρο 20, παράγραφος 2, ορίζει, όπως ήδη ανέφερα, ότι «το προϊόν θεωρείται ότι έχει εισαχθεί όταν πραγματοποιηθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη διάθεση του προς κατανάλωση στις τρίτες χώρες» και, συνεπώς, είναι φυσικό ότι τα περιλαμβανόμενα στην παράγραφο 3 τελωνειακά έγγραφα συνιστούν τα στοιχειώδη αποδεικτικά μέσα της συμπληρώσεως των εν λόγω διατυπώσεων.
Αποδίδεται σημασία στα περιλαμβανόμενα στο άρθρο 4 έγγραφα, εάν το τελωνειακό έγγραφο ή το πιστοποιητικό εκτελωνισμού δεν μπορεί να προσκομισθεί ή αν τα έγγραφα αυτά θεωρηθούν ανεπαρκή. Κατά τη γνώμη μου, ούτε στο κείμενο του κανονισμού ούτε στην απόφαση Dimex υπάρχουν στοιχεία, όπως υπεστήριξε η γερμανική εταιρία, τα οποία να επιτρέπουν να προσδίδεται στο πιστοποιητικό εκτελωνισμού τοιαύτη αποδεικτική ισχύς ώστε, αφής το εν λόγω πιστοποιητικό προσκομισθεί, στις διοικητικές τελωνειακές αρχές να εναπόκειται να αποδεικνύει, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, ότι τα εμπορεύματα δεν εισήχθησαν.
Αυτή η ερμηνία των συναφών διατάξεων θα ήταν αντίθετη προς τον στόχο των διαφοροποιημένων επιστροφών, δηλαδή να αποκτά ή να διατηρεί ανοιχτές τις αγορές στις εν λόγω χώρες για τις εισαγωγές που προέρχονται από την Κοινότητα.
Το Δικαστήριο έκρινε με τη σκέψη 16 της αποφάσεως Dimex:
«Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι είναι απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων του συστήματος των διαφοροποιημένων επιστροφών, τα προϊόντα που επιδοτούνται με παρόμοια επιστροφή να φθάνουν πραγματικά στην αγορά προορισμού προκειμένου να διατεθούν εκεί στο εμπόριο.»
Η προσκόμιση του πιστοποιητικού εκτελωνισμού θα αποτελούσε, υπό φυσιολογικές συνθήκες, ασφαλώς, επαρκές έρεισμα για να εικασθεί ότι τα εμπορεύματα εισήχθησαν κατά την έννοια της κοινοτικής ρυθμίσεως, αλλά είναι επίσης βέβαιο, ενόψει του περιεχομένου της εννοίας της «εισαγωγής», ότι μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν περιστατικά τα οποία αποδεικνύουν, παρά τη χορήγηση του πιστοποιητικού εκτελωνισμού, ότι η εισαγωγή κατά την έννοια των κοινοτικών κανονισμών δεν πραγματοποιήθηκε. Το τεκμήριο εισαγωγής που δημιουργείται συνήθως με το πιστοποιητικό εκτελωνισμού θα εφαρμοσθεί, συνεπώς, μόνο αν δεν ανακύψουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι τα εμπορεύματα πράγματι εισήλθαν στην αγορά του εδάφους προορισμού, προκειμένου να διατεθούν εκεί στο εμπόριο. Μπορεί πράγματι να θεωρηθεί, παραδείγματος χάριν, ότι οι εν λόγω βάσιμες αμφιβολίες υφίστανται, αν υπάρχουν έγγραφα τα οποία ερμηνεύονται από τον δικαστή, που οφείλει να εκτιμήσει την απόδειξη, υπό την έννοια ότι τα εμπορεύματα δεν εκρίθηκαν παραδεκτά από υγειονομικής απόψεως από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής και αν μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ότι τα εμπορεύματα επέστρεψαν στην Κοινότητα.
7.
Συνεπώς, προτείνω το Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα ως εξής:
«Η απόδειξη εισαγωγής που παρασχέθηκε με την προσκόμιση του πιστοποιητικού εκτελωνισμού που αναγράφεται στο άρθρο 20, παράγραφος 3, του κανονισμού ΕΟΚ 2730/79, μπορεί να ανατραπεί και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσκομισθείσα εφόσον υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι το περί ου ο λόγος εμπόρευμα εισήλθε πράγματι στην αγορά του εδάφους προορισμού, προκειμένου να διατεθεί εκεί στο εμπόριο.»
( *1 ) Γλοώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70). O αντίστοιχος όρος οτον κανονισμό ΕΟΚ 885/68 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως οτον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 108), περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, δυνάμει του οποίου πρέπει να αποδειχθεί «ότι το προϊόν έφθασε στον προορισμό για τον οποίο έχει καθορισθεί η επιστροφή».
( 2 ) Υπόθεση 89/83, Συλλογή 1984, σ. 2815.
Full & Egal Universal Law Academy