Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Το Bundesfinanzhof υποβάλλει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν, κατ' ουσίαν, την ερμηνεία της εκφράσεως "αλατισμένα κρέατα", η οποία απαντά στη διατύπωση της κλάσεως 0210 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου. Ακριβέστερα, ερωτά αν το βόειο κρέας, στο οποίο προστέθηκε αλάτι σε αναλογία τέτοια ώστε η ολική περιεκτικότητα σε αλάτι, να αντιπροσωπεύει πλέον του τριπλασίου της φυσικής περιεκτικότητας σε αλάτι, πρέπει να κατατάσσεται στην κλάση 0210 και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, σε τί επίπεδο πρέπει να φθάνει η περιεκτικότητα σε αλάτι και ποιες άλλες προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το εν λόγω προϊόν να κατατάσσεται στην προαναφερθείσα κλάση.
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Gausepohl-Fleisch και της Oberfinanzdirektion του Αμβούργου σε σχέση με τη δασμολογική κατάταξη δύο παρτίδων κατεψυγμένου βοείου κρέατος με συνολική περιεκτικότητα σε αλάτι μεταξύ του 0,71 % και του 1,2 %, ενώ η φυσική περιεκτικότητα σε αλάτι του εν λόγω κρέατος είναι 0,15 %.
2. Δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι το εν λόγω κρέας υπάγεται στο κεφάλαιο 2 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας "κρέατα και παραπροϊόντα σφαγείων, βρώσιμα", το οποίο περιλαμβάνει τόσο τα κατεψυγμένα βόεια κρέατα (κλάση 0202) όσο και τα αλατισμένα (κλάση 0210). Η διαφορά από την οποία προέκυψε η παρούσα δίκη αφορά ακριβώς το ερώτημα αν το εν λόγω προϊόν πρέπει να κατατάσσεται στη διάκριση 0202 3090 (άλλα κρέατα βοοειδών, κατεψυγμένα), σύμφωνα με την κατάταξη στην οποία προέβη η Oberfinanzdirektion με τις συναφείς δεσμευτικές γνωμοδοτήσεις περί δασμολογικής κατατάξεως, ή στην κλάση 0210 2090 (κρέατα βοοειδών χωρίς κόκκαλα, αλατισμένα), όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα.
Το εθνικό δικαστήριο βασίστηκε στη σκέψη ότι το εν λόγω κρέας πρέπει να κατατάσσεται στην κλάση 0202, δηλαδή ως κατεψυγμένο κρέας, μόνον οσάκις δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκώς αλατισμένο για να υπαχθεί στην κλάση 0210 ακριβώς για τον λόγο αυτό, τα υποβληθέντα ερωτήματα επιδιώκουν κατ' ουσίαν να κριθεί σε τί ποσοστό το προστιθέμενο αλάτι προσδίδει αναμφισβήτητα στο επίμαχο βόειο κρέας την ποιότητα του "αλατισμένου" κρέατος κατά την έννοια της κλάσεως 0210.
3. Στη συνέχεια, ας υπενθυμίσω καταρχάς ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, "λαμβανομένων υπόψη των επιταγών της ασφάλειας του δικαίου και της διευκολύνσεως των ελέγχων, το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει να αναζητείται, γενικώς, στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και τις ιδιότητές τους, όπως αυτά ορίζονται στη διατύπωση των κλάσεων και διακρίσεων του ΚΔ, καθώς και των σημειώσεων των τμημάτων ή των κεφαλαίων" (1). Προς τούτο, μπορούν επίσης να προσφέρουν κάποια βοήθεια οι επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων (2).
Η έννοια του "αλατισμένου" που περιλαμβάνεται στο κείμενο της κλάσεως 0210 δεν ορίζεται ούτε στις σημειώσεις των τμημάτων ή των κεφαλαίων ούτε στις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από ορισμένα έγγραφα που κατέθεσε η Επιτροπή, το ζήτημα του αναγκαίου ποσοστού άλατος, προκειμένου να προσδοθεί στο βόειο κρέας η ιδιότητα του "αλατισμένου" κρέατος, κατά την έννοια της κλάσεως 0210, τέθηκε, και συζητήθηκε ανεπιτυχώς, τόσο στην ad hoc Ομάδα Γεωργίας όσο και στην επιτροπή της Ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου. Αποδείχθηκε, κατά τρόπο εμφαντικό, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι η πρακτική των διαφόρων κρατών μελών ποικίλλει από την άποψη αυτή εξαιρετικά. Εντούτοις, όπως θα δούμε, πρόσφορες ενδείξεις * για τους σκοπούς που ενδιαφέρουν εν προκειμένω * μπορούν να συναχθούν από τη γενική οικονομία του κεφαλαίου 2.
4. Προτού να ασχοληθώ με την ερμηνεία της κλάσεως 0210 και, ιδιαίτερα, του όρου "αλατισμένο", θεωρώ πάντως αναγκαίο να προβώ σε μερικές διευκρινίσεις όσον αφορά τα κριτήρια που καθιστούν δυνατό, σε μία περίπτωση όπως η προκειμένη, να ορισθούν οι τρόποι κατατάξεως των κρεάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο τόσο μιας καταψύξεως όσο κι ενός αλατίσματος.
Το κεφάλαιο 2 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, όπως προκύπτει επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου (3), περιλαμβάνει κρέατα που έχουν υποστεί επεξεργασίες αποβλέπουσες στη διατήρησή τους, μεταξύ των οποίων είναι, ακριβώς, η κατάψυξη και το αλάτισμα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το κεφάλαιο 2 των επεξηγηματικών σημειώσεων του εναρμονισμένου συστήματος, τα νωπά κρέατα (δηλαδή, τα ευρισκόμενα στη φυσική κατάσταση) παραμένουν νωπά, ακόμη κι αν έχουν πασπαλισθεί με αλάτι, προκειμένου να διασφαλισθεί η διατήρηση κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, πράγμα που συνεπάγεται ότι ένα επιφανειακό αλάτισμα δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ως "αλατισμένο" το κρέας για το οποίο πρόκειται. Προφανώς, το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται όσον αφορά τα κατεψυγμένα κρέατα Πράγματι, αν δεν ήταν έτσι, όλα τα κρέατα στα οποία θα είχε προστεθεί αλάτι, ανεξάρτητα της ποσότητας του αλατιού, θα ήταν "αλατισμένα" κατά την έννοια της κλάσεως 0210.
Η κατάταξη ενός προϊόντος μάλλον σε μία κλάση (κατεψυγμένα κρέατα) παρά σε μία άλλη (αλατισμένα κρέατα), επομένως, εξαρτάται ουσιαστικά από τη διαδικασία που χρησιμοποιείται στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να διασφαλισθεί πραγματική διατήρηση του προϊόντος για το οποίο πρόκειται, με αποτέλεσμα ότι, οσάκις η πραγματική διατήρηση διασφαλίζεται με την κατάψυξη, το γεγονός ότι προστέθηκε αλάτι (δεν έχει σημασία αν αυτό έγινε πριν ή μετά) δεν μπορεί παρά να είναι αλυσιτελές για τη δασμολογική κατάταξη.
Μετά τη διευκρίνιση αυτή, πιστεύω πάντως ότι, από τη διάταξη περί παραπομπής, γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται, εν προκειμένω, για κρέας παρεμβάσεως αρχικά καταψυχθέν, και το οποίο επομένως δεν είχε αλατισθεί παρά μόνον αφού αποψύχθηκε. Σε παρόμοια περίπτωση, προφανώς, η προσθήκη αλατιού θα μπορούσε να έχει ως σκοπό τη διατήρηση του εν λόγω κρέατος και ως συνέπεια την κατάταξή του ως "αλατισμένου" κρέατος κατά την έννοια της κλάσεως 0210. Και ακριβώς υπό την έννοια αυτή πρέπει να αναγνωσθεί, κατά τη γνώμη μου, η διάταξη περί παραπομπής, κατά την οποία μόνον στην περίπτωση όπου αυτή η κατάταξη θα ήταν αδύνατη θα έπρεπε να καταταχθεί το εν λόγω κρέας ως κατεψυγμένο κρέας, στο μέτρο που * όπως το υπενθυμίζει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο * το αρχικά κατεψυγμένο κρέας υπάγεται στο ίδιο καθεστώς με το κατεψυγμένο κρέας, ακόμη και αν είναι εξ ολοκλήρου ή μερικώς αποψυγμένο (4).
5. Οι προηγούμενες παρατηρήσεις, που αποβλέπουν στην διευκρίνιση των όρων του ζητήματος που μας απασχολεί, επιτρέπουν ήδη να καταστούν εμφανή ορισμένα σημεία σχετικά με την ερμηνεία της κλάσεως 0210: α) δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από τη Συνδυασμένη Ονοματολογία το ποσοστό σε αλάτι που πρέπει να υφίσταται στο κρέας, για να θεωρείται αυτό ως "αλατισμένο" β) η προστιθεμένη ποσότητα αλατιού πρέπει να είναι τέτοια ώστε να συνιστά αλάτισμα αποσκοπούν στη διατήρηση του εν λόγω κρέατος, επομένως, το αλάτισμα δεν μπορεί να είναι απλώς επιφανειακό τέλος, γ) το αλάτισμα αυτό δεν πρέπει να πραγματοποιείται μόνο ενόψει της μεταφοράς.
'Ολα αυτά επιβεβαιώνονται τόσο από το γεγονός ότι οι άλλες προβλεπόμενες στην κλάση 0210 διαδικασίες, δηλαδή η διαδικασία με άρμη, η αποξήρανση ή η διαδικασία των καπνιστών, επιδιώκουν τη διασφάλιση διατηρήσεως μακρύτερης διάρκειας, όσο και από την προαναφερθείσα απόφαση Dinter, απ' όπου προκύπτει ότι το κεφάλαιο 2 περιλαμβάνει τα κρέατα που έχουν υποστεί διαδικασίες αποβλέπουσες στη διατήρησή τους και ότι, ειδικότερα, δεν αποτελούν μέρος των "αλατισμένων" κρεάτων κατά την έννοια του κεφαλαίου αυτού τα κρέατα στα οποία προστέθηκε αλάτι ως απλό "καρύκευμα", κρέατα τα οποία πράγματι περιλαμβάνονται ως "παρασκευάσματα" στο κεφάλαιο 16.
Επομένως, απομένει μόνο να καθορισθεί πότε το αλάτισμα μπορεί να συνιστά είδος διατηρήσεως και/ή πότε μπορεί να λεχθεί ότι αυτό πραγματοποιήθηκε για σκοπούς άλλους εκτός της διασφαλίσεως της διατηρήσεως του προϊόντος κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Συναφώς, έχει ήδη καταστεί εμφανές ότι τα απλώς πασπαλισμένα με αλάτι κρέατα δεν πρέπει να κατατάσσονται ως αλατισμένα κρέατα κατά την έννοια της κλάσεως 0210. Η ίδια επισήμανση απαντά στην επεξηγηματική σημείωση σχετικά με τις διακρίσεις 0210 11 11 και 0210 11 19 όσον αφορά το χοίρειο κρέας, η οποία πολύ συζητήθηκε εν προκειμένω, προκειμένου να καθορισθεί αν οι διευκρινίσεις τις οποίες αυτή περιέχει ισχύουν επίσης για τα αλατισμένα βόεια κρέατα.
Εκ προοιμίου λέω ότι αυτό το ζήτημα δεν μου φαίνεται αποφασιστικής σημασίας: πρώτον, επειδή τα περισσότερα από τα παρεχόμενα με τη σημείωση αυτή στοιχεία, δηλαδή το γεγονός ότι το αλάτισμα πρέπει να πραγματοποιείται σε βάθος, καθώς και το γεγονός ότι το ποσοστό σε αλάτι μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τα τεμάχια και τη φύση του κρέατος, δεν μπορούν να μεταβάλουν τους όρους του προβλήματος και, εν πάση περιπτώσει, συνάγονται, όπως είδαμε, από την οικονομία του κεφαλαίου 2, έστω και δι' απαλείψεως. Δεύτερον, αν κοιτάξουμε από πιο κοντά, ακόμη και ο ρητά αναφερόμενος στην εν λόγω σημείωση όρος, κατά τον οποίο η διάρκεια της διατηρήσεως πρέπει να υπερβαίνει κατά πολύ τη διάρκεια της μεταφοράς, δεν αποτελεί νέο στοιχείο και, εν πάση περιπτώσει, απορρέει λογικά από το γεγονός ότι το αλάτισμα κατά την έννοια της κλάσεως 0210 πρέπει να έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της διατηρήσεως για σκοπούς άλλους εκτός της μεταφοράς.
6. Στην πραγματικότητα, οι δυσχέρειες απορρέουν ακριβώς από την απουσία ενός κριτηρίου που να καθιστά δυνατή τη διάκριση του αλατίσματος που διασφαλίζει μόνο τη διατήρηση των κρεάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς από το αλάτισμα που αποτελεί, αντιθέτως, μέθοδο πραγματικής (έστω και προσωρινής) διατηρήσεως. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποστηρίχθηκε συναφώς ότι, από επιστημονική άποψη, για να θεωρηθεί το αλάτισμα ότι μπορεί να "διατηρεί" πράγματι το προϊόν, χρειάζεται περιεκτικότητα σε αλάτι 4 έως 5 % (5). Αφετέρου, όπως ορθώς κατεδείχθη, η διατήρηση * ή καλύτερα, η διάρκειά της * δεν εξαρτάται μόνο από την περιεκτικότητα σε αλάτι, αλλά επίσης από άλλους παράγοντες, όπως ο τύπος και το τεμάχιο του εν λόγω κρέατος, οι συνθήκες περιβάλλοντος, ο βαθμός υγιεινής της συσκευασίας. Επομένως, δεν είναι δυνατό να καθορισθεί αφηρημένα αυτό που πρέπει να νοείται ως αλάτισμα σε βάθος.
Ούτε είναι δυνατό να καθορισθεί κατά πόσον πρέπει η διάρκεια της διατηρήσεως, προκειμένου να θεωρηθεί το κρέας ως "αλατισμένο", να υπερβαίνει (κατά πολύ) τη διάρκεια της μεταφοράς. Εν προκειμένω, για παράδειγμα, η διάρκεια της μεταφοράς του επίδικου κρέατος ήταν μόνο μιας ώρας, ενώ η διατήρηση που επιτεύχθηκε με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται έως δύο ημέρες κατ' ανώτατο όριο, οπότε θα μπορούσαμε να σκεφθούμε ότι υπερβαίνει κατά πολύ τη διάρκεια της μεταφοράς. Πάντως, σ' αυτή την περίπτωση, η διάρκεια κάθε μεταφοράς θα είχε αποφασιστική σημασία, πράγμα που θα σήμαινε αποτελέσματα εισάγοντα διακρίσεις σε σχέση προς ένα και τον αυτό τύπο κρέατος με την αυτή περιεκτικότητα σε αλάτι.
7. Η εξέταση στην οποία έχω προβεί μέχρι τώρα αποδεικνύει καλώς, εν τέλει, ότι τα απορρέοντα από την οικονομία του κεφαλαίου 2 της Συνδιασμένης Ονοματολογίας και ανωτέρω αναφερθέντα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό του βοείου κρέατος ως "αλατισμένου" κρέατος κατά την έννοια της κλάσεως 0210, στερούνται της απαραίτητης αντικειμενικότητας προκειμένου να καταστεί δυνατή η κατά τρόπο ενιαίο κατάταξη ορισμένου προϊόντος σε μία συγκεκριμένη δασμολογική κλάση.
Για να αποφευχθεί το συμπέρασμα αυτό, το οποίο αφήνει στον εθνικό δικαστή * βεβαίως υπό το φως των κριτηρίων που αναφέραμε * το καθήκον να ελέγξει αν το βόειο κρέας στο οποίο προστέθηκε αλάτι πρέπει ή όχι να καταταχθεί ως "αλατισμένο" κρέας κατά την έννοια της κλάσεως 0210, η Επιτροπή * κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας * μετέβαλε μερικώς τη θέση της, αναφέροντας μία ελάχιστη περιεκτικότητα σε αλάτι που το κρέας θα πρέπει να έχει για να μπορεί να καταταχθεί στην κλάση 0210: δηλαδή, 1,2 % του βάρους. Αυτό το ποσοστό μπορεί, ασφαλώς, να αποτελεί για τον εθνικό δικαστή σημαντικό σημείο αναφοράς, στο μέτρο που η Επιτροπή * όπως διευκρίνισε * προτίθεται να προτείνει την προσθήκη αυτού του κριτηρίου στη συναφή Συνδυασμένη Ονοματολογία. Πάντως, λαμβάνοντας συναφώς υπόψη το παρόν κείμενο της σχετικής Ονοματολογίας, μου φαίνεται ότι πρέπει να αποκλεισθεί, για τους σκοπούς της ερμηνείας που το Δικαστήριο καλείται να δώσει, η δυνατότητα να θεωρείται αυτό το κριτήριο αποφασιστικό.
Εν τέλει, θεωρώ αφενός ότι περιεκτικότητα σε αλάτι ανώτερη από το τριπλάσιο της φυσικής περιεκτικότητας σε αλάτι δεν αρκεί καθεαυτή για να θεωρηθεί το κρέας ως "αλατισμένο" κατά την έννοια της κλάσεως 0210 και αφετέρου ότι το βόειο κρέας, ακόμη και αν προηγουμένως κατεψύχθει, πρέπει να κατατάσσεται ως "αλατισμένο" κατά την έννοια της κλάσεως 0210 οσάκις περιέχει ποσότητα αλατιού κατάλληλη για να διασφαλίσει τη σχετική διατήρηση για διάρκεια που υπερβαίνει κατά πολύ τη διάρκεια της μεταφοράς, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τους άλλους παράγοντες που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
8. Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Bundesfinanzhof ερωτήματα ως εξής:
"1) Το βόειο κρέας που έχει περιεκτικότητα σε αλάτι ανώτερη του τριπλασίου της φυσικής περιεκτικότητάς του σε αλάτι δεν μπορεί, καθεαυτό, να κατατάσσεται στην κλάση 0210 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου.
2) Στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το βόειο κρέας πρέπει να κατατάσσεται ως αλατισμένο, κατά την έννοια της κλάσεως 0210 οσάκις έχει αλατισθεί σε βάθος, πράγμα το οποίο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το τμήμα του εν λόγω κρέατος, τις κλιματικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, μπορεί να διασφαλίσει τη διατήρηση για περίοδο πολύ μεγαλύτερη από τη διάρκεια της μεταφοράς."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-120/90, Ροst (Συλλογή 1991, σ. Ι-2391, σκέψη 11).
(2) * Ας υπενθυμίσω πράγματι ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι επεξηγηματικές σημειώσεις, παρ' όλον ότι δεν μπορούν να τροποποιήσουν το κείμενο του Δασμολογίου, αποτελούν σημαντικό μέσο ερμηνείας που καθιστά δυνατό να διευκρινίζεται ή να καθίσταται εύληπτο το περιεχόμενο των διαφόρων δασμολογικών κλάσεων και διακρίσεων.
(3) * Βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 1983, 175/82, Dinter (Συλλογή 1983, σ. 969, σκέψη 6).
(4) * Βλ. τις γενικές σκέψεις που αφορούν την παράγραφο 3 του κεφαλαίου 2 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.
(5) * Βλ. την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας 'Ερευνας όσον αφορά το κρέας (παράρτημα 1 των παρατηρήσεων της Επιτροπής).
Full & Egal Universal Law Academy