ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 13ης Ιανουαρίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά αναίρεση που άσκησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 11 Δεκεμβρίου 1991. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε επί προσφυγής του Erik Dan Frederiksen, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 3ης Ιουλίου 1989 περί προαγωγής της Χ στη θέση γλωσσικού συμβούλου στο τμήμα της δανικής μεταφράσεως.
Για πλήρη έκθεση των πραγματικών περιστατικών και της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, του αντικειμένου της αιτήσεως αναιρέσεως και των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι διάδικοι, παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
2.
Προς στήριξη της αιτήσεως του αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο προβάλλει δύο λόγους. Και οι δύο στηρίζονται στη φερόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα δε νομολογιακών αρχών που προκύπτουν από αποφάσεις του Δικαστηρίου.
Πριν εξετασθούν οι δύο αυτοί λόγοι, μου φαίνεται χρήσιμο να υπενθυμίσω ότι, κατά το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, των αντιστοίχων διατάξεων των λοιπών συνθηκών και του άρθρου 51 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεων του Πρωτοδικείου πρέπει να αφορά μόνο νομικά ζητήματα. Τούτο σημαίνει όχι μόνον ότι είναι απαράδεκτοι οι λόγοι που αφορούν πραγματικά περιστατικά, αλλά επίσης ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη πραγματικά επιχειρήματα που αφορούν την ουσία της υποθέσεως, τα οποία προβάλλουν οι διάδικοι προς στήριξη των νομικών λόγων ή προς απόκρουση νομικών λόγων. Στην αναιρετική δίκη η έρευνα στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο περιορίζεται στην αναιρεσιβαλ-λομένη απόφαση και στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου. Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η απόφαση αυτή, το Δικαστήριο δεσμεύεται από τις συναφείς διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλο-μένη απόφαση.
Πρώτος λόγος αναιρέσεως
3.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει το Κοινοβούλιο στηρίζεται στην αρχή κατά την οποία ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να ασκήσει δικαστικό έλεγχο της εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) σε θέματα προαγωγής παρά μόνο σε περίπτωση προδήλου πλάνης. Το Πρωτοδικείο παραβίασε αυτήν την αρχή και το Κοινοβούλιο προβάλλει δύο επιχειρήματα για να στηρίξει τον ισχυρισμό αυτό.
Το πρώτο επιχείρημα αφορά τις σκέψεις 66 ως 68 και 71 ως 75 της αναιρεσιβαλλο-μένης αποφάσεως. Στις σκέψεις αυτές το Πρωτοδικείο ερευνά το ζήτημα αν ų Χ πληρούσε μια από τις προϋποθέσεις που προέβλεπε η ανακοίνωση κενής θέσεως δηλαδή αν είχε γνώση των «τεχνικών πληροφορικής εφαρμοζόμενων στις εργασίες οργανώσεως και διοικήσεως». Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε αρνητικά επ' αυτού.
Το δεύτερο επιχείρημα αφορά τη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τη σκέψη αυτή το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, σε κάθε περίπτωση, το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι η εκτίμηση της αντιστοιχίας των γνώσεων της Χ με τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως έγινε από την ΑΔΑ με τη δέουσα αντικειμενικότητα και ακρίβεια. Πράγματι, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η αρχή αυτή δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για να προβεί σε τέτοια εκτίμηση και ότι οι εκτιμήσεις των κατωτέρων αρχών στηρίζονταν σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σύμφωνα δε με το Πρωτοδικείο, η Νομική Υπηρεσία του Κοινοβουλίου στηρίχθηκε επίσης, κατά την εκτίμηση της ενστάσεως του προσφεύγοντος, επί της εσφαλμένης αυτής προϋποθέσεως.
Κατά τη γνώμη μου, το δεύτερο αυτό επιχείρημα δεν πρέπει να ερευνηθεί από το Δικαστήριο διότι στηρίζεται σε διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου, οι οποίες δεσμεύουν το Δικαστήριο. Αντιθέτως, το πρώτο επιχείρημα χρήζει πιο εκτεταμένης διερευνήσεως: πράγματι, όπως φαίνεται πιο κάτω, αφορά το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο παρέμεινε εντός των ορίων της αρμοδιότητας του.
4.
Καθόσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, το Κοινοβούλιο προβάλλει ότι, κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η Χ πληρούσε τις προϋποθέσεις που έθετε η ανακοίνωση κενής θέσεως, το Πρωτοδικείο έπρεπε να περιοριστεί στην έρευνα του ζητήματος αν η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη, αντί να ερευνήσει αν υφίστατο πράγματι αντικειμενική αντιστοιχία μεταξύ των γνώσεων της Χ στην πληροφορική και των γνώσεων που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως. Το Κοινοβούλιο επικρίνει ιδίως το ότι το Πρωτοδικείο προσέφυγε στην εκτίμηση πραγματογνώμονα προκειμένου να αποφανθεί ότι δεν υπήρχε αντιστοιχία μεταξύ των δύο αυτών δεδομένων.
5.
Στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο αρχίζει την εκτίμηση του προβαίνοντας σε διάκριση, όσον αφορά τη φύση του δικαιοδοτικού ελέγχου, μεταξύ αφενός μεν των προϋποθέσεων που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως, αφετέρου δε της συγκριτικής εξετάσεως των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων που προβλέπει το άρθρο 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ). Η διάκριση αυτή συνάδει προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, από την απόφαση Grassi κατά Συμβουλίου, είναι αναμφισβήτητο ότι,
«πράγματι, ναι μεν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τη σύγκριση των ουσιαστικών προσόντων και των βαθμολογιών των υποψηφίων και μπορεί να κάνει χρήση της εξουσίας αυτής ιδίως ενόψει της προς πλήρωση θέσεως, είναι όμως υποχρεωμένη να το πράξει εντός του πλαισίου που η ίδια έθεσε στον εαυτό της με την ανακοίνωση κενής θέσεως» ( 1 ).
Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, για τη σύγκριση των ουσιαστικών προσόντων εκείνων των υποψηφίων που πληρούν τις ελάχιστες αντικειμενικές απαιτήσεις, η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία. Με τη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο δέχεται κατόπιν αυτού ότι, στο πεδίο αυτό, ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν, ενόψει των μέσων που μπόρεσαν να οδηγήσουν τη διοίκηση στην εκτίμηση της, η τελευταία κινήθηκε μέσα σε εύλογα όρια και δεν έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο. Το Πρωτοδικείο παραπέμπει στην προκειμένη περίπτωση στην απόφαση Vaysse κατά Επιτροπής ( 2 ).
Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το χωρίο που παρατέθηκε πιο πάνω, όσον αφορά τις απαιτήσεις που θέτει η ανακοίνωση κενής θέσεως, η ΑΔΑ δεσμεύεται νομικά από το πλαίσιο που η ίδια έθεσε στον εαυτό της. Πράγματι, η ανακοίνωση κενής θέσεως παίζει «ουσιώδη ρόλο (...) δηλαδή στην πληροφόρηση των ενδιαφερομένων κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο για τη φύση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την πλήρωση της θέσεως περί της οποίας πρόκειται, για να μπορέσουν να κρίνουν αν μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα» ( 3 ).
6.
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι σ' αυτό εναπόκειται ο έλεγχος περί του αν η ΑΔΑ τήρησε σχολαστικά τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως.
Όταν το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται με τις παρατηρήσεις του ότι ο έλεγχος αυτός έπρεπε να περιοριστεί σε πρόδηλα σφάλματα, κατά τη γνώμη μου, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας του Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις de Hoe ( 4 ) και Hochbaum ( 5 ) δεν περιείχαν ενδείξεις από τις οποίες μπορούσε να προκύψει ότι οι εμπλεκόμενοι διάδικοι δεν πληρούσαν τις αντικειμενικές προϋποθέσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Και το χωρίο της αποφάσεως Vaysse ( 6 ) που επικαλέστηκε το Κοινοβούλιο αφορά τον έλεγχο της συγκριτικής εξετάσεως των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων, που απαιτεί το άρθρο 45 του ΚΥΚ.
7.
Για τον έλεγχο του ζητήματος αν ορθώς έγινε δεκτή από την ΑΔΑ συγκεκριμένη υποψηφιότητα ενόψει των προϋποθέσεων προαγωγής που αναφέρονται στην ανακοίνωση κενής θέσεως, ο κοινοτικός δικαστής πρέπει ασφαλώς να ερευνήσει ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις και πώς πρέπει να γίνουν κατανοητές αντικειμενικά, δηλαδή από έναν τρίτο που πρέπει να εκτιμήσει αν μπορεί να υποβάλει την υποψηφιότητα του. Μπορεί να συμβεί να θεωρήσει ο κοινοτικός δικαστής ότι είναι ανεπαρκώς πληροφορημένος για να προβεί στην έρευνα αυτή. Τούτο συμβαίνει ειδικότερα όταν η ανακοίνωση περιέχει κριτήρια τόσο τεχνικής ή ειδικής φύσεως, ώστε το περιεχόμενο τους να είναι, ασφαλώς, αντικειμενικώς κατανοητό για τους ενδιαφερομένους υποψηφίους που αφορά η ανακοίνωση, όχι όμως για τον δικαστή. Στην περίπτωση αυτή, ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, μπορεί να κριθεί σκόπιμο για τον δικαστή να ενημερωθεί από πραγματογνώμονα. Σύμφωνα με το άρθρο 49 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, στο Πρωτοδικείο απόκειται να αποφασίσει επί του θέματος, υπό το φως των συγκεκριμένων στοιχείων της υποθέσεως. Συνεπώς, από μόνο το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο απευθύνθηκε σε πραγμογνώμονα δεν μπορεί να συναχθεί ότι παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο.
8.
Από τις σκέψεις 71 έως 75 της αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο περιορίστηκε καταρχάς να διαπιστώσει ποιες είναι οι συγκεκριμένες απαιτήσεις της σχετικής ανακοινώσεως, κατόπιν δε, χάρη στη βοήθεια πραγματογνώμονα, να καθορίσει την αντικειμενική έννοια αυτών των απαιτήσεων, για να εξακριβώσει τελικά, υπό το φως των απαιτήσεων που ερμηνεύθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο αντικειμενικά, αν μπορούσε λογικά να θεωρηθεί ότι η Χ πληρούσε αυτές τις απαιτήσεις. Θεωρώ ότι με την ενέργεια του αυτή το Πρωτοδικείο παρέμεινε εντός των ορίων της αρμοδιότητας του και επομένως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι καταπίπτει νομικά ο πρώτος λόγος που προβάλλει το Κοινοβούλιο — κατά το μέτρο που δεν στηρίζεται σε πραγματικά επιχειρήματα των οποίων η εκτίμηση δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως
9.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει το Κοινοβούλιο αφορά τη φερομένη παραβίαση από το Πρωτοδικείο της αρχής ότι οι πράξεις που πάσχουν διαδικαστικές πλημμέλειες ακυρώνονται μόνον όταν οι πλημμέλειες είχαν αποφασιστική επίπτωση στη διαδικασία προαγωγής ( 7 ). Αυτό δεν συμβαίνει ιδίως όταν φαίνεται ότι οι πλημμέλειες διορθώθηκαν μεταγενέστερα, πράγμα που συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι μεταγενέστερα επαναλήφθηκε η συγκριτική εξέταση και στη συνέχεια προστέθηκαν ή συμπληρώθηκαν τα ελλείποντα στοιχεία.
10.
Ο λόγος αυτός αφορά τις σκέψεις 77 ως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τις σκέψεις αυτές το Πρωτοδικείο ερευνά τον τρόπο με τον οποίο η ΑΔΑ προέβη, βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ, στη συγκριτική εξέταση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων. Όπως παρατήρησα πιο πάνω (σημείο 5), το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η αρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή να ελέγχει την ευρεία διακριτική ευχέρεια της ΑΔΑ επ' αυτού, περιορίζεται στο ζήτημα μήπως η αρχή αυτή έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο.
Στις προπαρατεθείσες σκέψεις της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η ΑΔΑ πράγματι υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συγκριτικής εξετάσεως. Προς τούτο, το Πρωτοδικείο παραπέμπει, πρώτον, στις διαπιστώσεις που έκανε (και που ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω) όσον αφορά την εκτίμηση της αντιστοιχίας των γνώσεων της Χ με τις απαιτήσεις που θέτει η ανακοίνωση κενής θέσεως. Από αυτό συνάγει το Πρωτοδικείο ότι οι διαπιστώσεις αυτές είναι επαρκείς αφ' εαυτών για να διαπιστωθεί ότι η συγκριτική εξέταση των ουσιαστικών προσόντων δεν είχε τη δέουσα αντικειμενικότητα και ακρίβεια (σκέψη 77).
Το Πρωτοδικείο προσθέτει ότι «η μόνη συγκριτική εκτίμηση που περιήλθε στη γνώση του Προέδρου του Κοινοβουλίου, υπό την ιδιότητα του ως ΑΔΑ για την απόφαση προαγωγής που έπρεπε να λάβει, δηλαδή η εκτίμηση της De Enterria στο υπηρεσιακό της σημείωμα της 10ης Μαρτίου 1989, ήταν ατελής και έπασχε πρόδηλη πραγματική και νομική πλάνη» (σκέψη 77). Ο ατελής χαρακτήρας αυτής της εξετάσεως αφορούσε ιδίως τις γνώσεις και την πείρα των υποψηφίων στο πεδίο της πληροφορικής, ενώ τα πρόδηλα σφάλματα αφορούσαν ένα «σοβαρό σφάλμα στην αξιολόγηση των εκθέσεων βαθμολογίας διότι η Χ και ο προσφεύγων — αντίθετα προς ό,τι αναφέρεται στο σημείωμα — βρίσκονταν σε ίση μοίρα όσον αφορά τον αριθμό των χαρακτηρισμών “άριστα” που είχαν λάβει» (σκέψη 78).
11.
Γιά την εκτίμηση της επιχειρηματολογίας του Κοινοβουλίου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τις σκέψεις που αφορουν πραγματικά περιστατικά- μπορεί μόνον να ελέγξει αν το Πρωτοδικείο πράγματι παρέβλεψε τη νομική αρχή ότι οι διαδικαστικές πλημμέλειες μπορούν να καλυφθούν με μεταγενέστερη διόρθωση. Θεωρώ ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Θα ήθελα να ερευνήσω καταρχάς την παραπομπή, στη σκέψη 77 της αποφάσεως, στη διαπίστωση που έκαμε προηγουμένως το Πρωτοδικείο, κατά την οποία οι γνώσεις της Χ δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις προαγωγής που ανέφερε η ανακοίνωση κενής θέσεως (διαπίστωση κατά της οποίας στρεφόταν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που ήδη απερρίφθη πιο πάνω). Δεν αντιλαμβάνομαι τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να διορθωθεί αυτή η πλημμέλεια σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας. Εξάλλου, βάσει ακριβώς αυτής της ελλείψεως «της δέουσας αντικειμενικότητας και ακρίβειας» κατέληξε το Πρωτοδικείο ότι η ΑΔΑ έπρεπε να απορρίψει την υποψηφιότητα της Χ (σκέψη 75). Φρονώ ότι από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει κατ' ανάγκη ότι η συγκριτική εξέταση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων δεν μπορούσε πλέον, ούτε αυτή, να γίνει με ακρίβεια.
Ως εκ περισσού προσθέτει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 79 τα εξής:
«Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι τέτοια έλλειψη αντικειμενικότητας και ακρίβειας δεν μπορεί να αντισταθμισθεί, όπως ισχυρίστηκε το Κοινοβούλιο, ούτε από το γεγονός ότι ο φάκελος που διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο περιείχε ένα μηχανογραφικό πίνακα επί του οποίου ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου είχε κακογράψει μια ακριβή εκτίμηση των εκθέσεων βαθμολογίας — χωρίς όμως να διορθώσει την εκτίμηση της De Enterria —, ούτε από το γεγονός ότι η γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας του Κοινοβουλίου, η οποία συντάχθηκε για την έρευνα της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος, σημειώνει μεταξύ παρενθέσεων στη δέκατη τρίτη σελίδα της το σφάλμα της De Enterria στο σημείο αυτό.»
Από αυτό προκύπτει επαρκώς ότι το Πρωτοδικείο ερεύνησε πραγματικά το ζήτημα μήπως οι πλημμέλειες που είχε διαπιστώσει διορθώθηκαν στα μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας, κατά το μέτρο που αυτό ήταν ακόμη δυνατό. Καταλήγω ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως καταπίπτει επίσης νομικά.
«Ανταγωγικό» αίτημα
12.
Αφού διαπίστωσα ότι οι δύο λόγοι που προβάλλει το Κοινοβούλιο καταπίπτουν, προχωρώ στην έρευνα του «ανταγωγικού» αιτήματος που διατύπωσε ο Erik Dan Frederiksen. Στο υπόμνημα του αντικρούσεως και στο υπόμνημα του ανταπαντήσεως ζητεί να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο στην καταβολή ενός φράγκου συμβολικά, προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η παρελκυστική και καταχρηστική άσκηση αναιρέσεως.
Φρονώ ότι στην αναιρετική δίκη δεν είναι δυνατή η υποβολή τέτοιου «ανταγωγικού» αιτήματος. Το άρθρο 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι:
«Τα αιτήματα του υπομνήματος αντικρούσεως έχουν ως αντικείμενο:
—
την ολική ή μερική απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ή την ολική ή μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου·
—
την ολική ή μερική αποδοχή των αιτημάτων που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, αποκλειομένου κάθε νέου αιτήματος.»
Η παράγραφος 2 προσθέτει ότι «το υπόμνημα αντικρούσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης». Αποκλείεται επομένως η δυνατότητα υποβολής, με το υπόμνημα αντικρούσεως, αιτήματος αποζημιώσεως λόγω καταχρηστικής ασκήσεως της αναιρέσεως.
Εξάλλου, το Δικαστήριο διαθέτει κατάλληλο μέσο κατά της καταχρηστικής ασκήσεως αναιρέσεως. Το άρθρο 119 του κανονισμού διαδικασίας επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατά πάσα στάση της δίκης, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως που είναι προφανώς απαράδεκτη ή προφανώς αβάσιμη, με διάταξη. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, η καταχρηστική άσκηση αναιρέσεως είναι ακόμη λιγότερο επίφοβη.
Πρόταση
13.
Προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, να απορρίψει το «ανταγωγικό»αίτί\μα συμβολικής αποζημιώσεως λόγω καταχρηστικής ασκήσεως της αναιρέσεως και να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: ι] ολλανδική.
( 1 ) Απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974,188/73, Grassi κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1974, σ. 445, σκέψη 38), που επιβεβαιώθηκε κατ' επανάληψη, μεταξύ άλλων με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, C-343/87, Culm κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-225).
( 2 ) Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, 26/85, Vaysse κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 3131, σκέψη 26).
( 3 ) Απόφαση Grassi, σκέψη 40.
( 4 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 151/80, de Hoe (Συλλογή 1981, σ. 3161).
( 5 ) Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1992, C-107/90 Ρ, Hoclibaum (Συλλογή 1992, σ. I-157, οχίψη 9).
( 6 ) Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, 26/85, Vaysse (Συλλογή 1986, σ. 3131, σκέψεις 26 και 27).
( 7 ) Εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο παραπέμπει μεταξύ άλλων στις αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1980, 24/79, Oberthür (Συλλογή τόμος 1980/11, ο. 229, σκέψη 11), της 18ης Δεκεμβρίου 1980, 156/79 και 51/80, Grateau (Συλλογή τόμος 1980/ΙΠ, σ. 567, σκέψη 24), και της 27ης Ιανουαρίου 1983, 263/81, Lisi (Συλλογή 1983, σ. 103, σκέψεις 26 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy