Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α * Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του βελγικού Raad van State έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 55 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το ζήτημα που ανακύπτει είναι αν το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει να ορίζεται ότι το επάγγελμα του ορκωτού ελεγκτή μπορεί να ασκείται μόνον από Βέλγους υπηκόους.
2. Ο έλεγχος των ασφαλίσεων διέπεται στο Βέλγιο από τον νόμο της 9ης Ιουλίου 1975 περί ελέγχου των ασφαλιστικών εταιριών (1) (στο εξής: νόμος περί ελέγχου των ασφαλίσεων). Τα άρθρα 29 επ. αναθέτουν την άσκηση του ελέγχου αυτού σε μια ελεκτική αρχή, την Controledienst voor de Verzekeringen (στο εξής: OCA). Η OCA έχει ως αποστολή τον έλεγχο της εφαρμογής του νόμου αυτού και των κατ' εφαρμογήν του εκδιδομένων αποφάσεων.
3. Κατά το βελγικό δίκαιο, οι επιχειρήσεις, των οποίων η οικονομική κατάσταση και οι ετήσιοι λογαριασμοί υπόκειται σε υποχρεωτικό έλεγχο, υποχρεούνται να ορίσουν προς τον σκοπό αυτό έναν ή περισσότερους ελεγκτές λογιστικών (2). Κατά το άρθρο 38 του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων, στις βελγικές ασφαλιστικές εταιρίες, που έχουν τη μορφή ανώνυμης εταιρίας ή συνεταιρισμού, ένας (τουλάχιστον) από τους ελεγκτές αυτούς (στο εξής: ορκωτός ελεγκτής) πρέπει να προέρχεται από τα μέλη του βελγικού σώματος ελεγκτών επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια από την OCA (3). Οι αλλοδαπές ασφαλιστικές εταιρίες υποχρεούνται, ομοίως, να ορίσουν έναν ορκωτό ελεγκτή για τη διαχείριση ειδικά των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων στο Βέλγιο.
4. Ο "ορκωτός ελεγκτής" ασκεί τα καθήκοντά του υπό την εποπτεία της OCA. Καταρχάς, ασκεί καθήκοντα κοινού ελεγκτή, δηλαδή, ελέγχει την οικονομική κατάσταση και τους ετήσιους λογαριασμούς της εταιρίας. Επιπλέον, υποχρεούται να αναφέρει εγκαίρως στην εταιρία και στην OCA κάθε παράβαση του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων και των κατ' εφαρμογήν του εκδιδομένων αποφάσεων καθώς και κάθε γεγονός που θεωρεί ότι μπορεί να βλάψει την οικονομική κατάσταση της εταιρίας (άρθρο 40, παράγραφος 2 του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων). Επιπλέον το άρθρο 40, παράγραφος 4 του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων ορίζει τα εξής:
"Ο ορκωτός ελεγκτής, ο οποίος πληροφορείται την ύπαρξη αποφάσεως της εταιρίας, η εκτέλεση της οποίας θα συνιστούσε ποινική παράβαση, αντιτίθεται στην εκτέλεσή της και ενημερώνει αμελλητί την υπηρεσία. Η αρνησικυρία έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα οκτώ ημερών."
Κατά το άρθρο 55 του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων, στους παραβάτες των διατάξεων του νόμου αυτού ή των κατ' εφαρμογήν του εκδιδομένων αποφάσεων επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως και πρόστιμο (ή μία από τις δύο ποινές).
5. Ο Thijssen, Ολλανδός υπήκοος, υπέβαλε, το 1986, αίτηση για τη χορήγηση αδείας ορκωτού ελεγκτή. Η OCA απέρριψε την αίτησή του επικαλούμενη το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο 1, του κανονισμού 6 της 15ης Ιανουρίου 1986 (4) (που εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων) κατά το οποίο μόνο Βέλγοι υπήκοοι μπορούν να λάβουν άδεια ορκωτού ελεγκτή.
6. Ο Thijssen άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Raad van State, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
Ισχύει η εξαίρεση από την ελευθερία εγκαταστάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 55, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ ως προς τα καθήκοντα του ορκωτού ελεγκτή, όπως προσδιορίζονται από τα άρθρα 38 έως 40 του νόμου της 9ης Ιουλίου 1975 σχετικά με τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιριών;
Β * Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
7. Κατά το άρθρο 55, πρώτο εδάφιο της Συνθήκης ΕΟΚ, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως (άρθρο 52 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ) οι δραστηριότητες που συνδέονται σε έναν κράτος μέλος έστω και περιστασιακά, με την άσκηση δημοσίας εξουσίας.
8. Λόγω του θεμελιώδους χαρακτήρα που έχει η ελευθερία εγκαταστάσεως μέσα στο όλο σύστημα της Συνθήκης (5), η διάταξη αυτή που προβλέπει εξαίρεση πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύεται συσταλτικά. Επομένως, οι εξαιρέσεις που δέχεται το άρθρο 55 δεν μπορούν να προσλάβουν τέτοια έκταση που να "υπερβαίνει τον σκοπό για τον οποίο περιελήφθη η ρήτρα αυτή εξαιρέσεως" (6). Κατά συνέπεια, η εξαίρεση πρέπει να περιορίζεται σε εκείνες μόνο τις δραστηριότητες, οι οποίες, αυτές καθαυτές, "συνεπάγονται άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημοσίας εξουσίας" (7). Αν ένα επάγγελμα περιλαμβάνει δραστηριότητες, που συνδέονται με την άσκηση δημοσίας εξουσίας, η επέκταση της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 55 σε ολόκληρο το επάγγελμα μπορεί να γίνει δεκτή μόνο στην περίπτωση που οι δραστηριότητες αυτές συνδέονται κατά τέτοιο τρόπο με την άσκηση του επαγγέλματος, ώστε να μην μπορούν να αποσπαστούν από αυτό και να αντιμετωπισθούν χωριστά (8).
9. Επομένως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν στον ορκωτό ελεγκτή έχει ανατεθεί η άσκηση δημοσίας εξουσίας.
'Ασκηση δημοσίας εξουσίας
10. Η δραστηριότητα της OCA συνδέεται αδιαμφισβήτητα με την άσκηση δημοσίας εξουσίας όπως γίνεται δεκτό από όλους τους συμμετέχοντες στη δίκη. Η από τον νόμο ανατεθείσα στην OCA αποστολή του ελέγχου των ασφαλίσεων αποσκοπεί στην προστασία των ασφαλισμένων και στην προάσπιση του γενικού συμφέροντος. Η OCA μπορεί, προς εκπλήρωση της αποστολής της, να επεμβαίνει άμεσα στην επαγγελματική δραστηριότητα των ασφαλιστικών εταιριών, επιβάλλοντας υποχρεώσεις και απαγορεύσεις.
11. Κατά τη γνώμη μου, και η δραστηριότητα του ορκωτού ελεγκτή συνδέεται με την άσκηση δημοσίας εξουσίας.
12. Κατά την εξέταση του ζητήματος αυτού πρέπει, πάντως, να διακρίνουμε μεταξύ των δραστηριοτήτων του "κοινού" ελεγκτή και των ειδικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που ο νόμος περί ελέγχου των ασφαλίσεων αναθέτει στον ορκωτό ελεγκτή.
13. Ο ελεγκτής ελέγχει την οικονομική κατάσταση και τους ετήσιους λογαριασμούς της εταιρίας και υποβάλλει στη γενική συνέλευση έκθεση σχετικά με τους ελέγχους που διενήργησε. Για τη διενέργεια των ελέγχων αυτών έχει δικαίωμα, ανά πάσα στιγμή, να λαμβάνει γνώση των εγγράφων της εταιρίας και να ζητεί από τους υπευθύνους κάθε αναγκαία πληροφορία (9). Οι δραστηριότητες αυτές δεν συνδέονται * όπως βεβαίωσε και η Βελγική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της * με την άσκηση δημοσίας εξουσίας.
14. Μεταξύ των ειδικών καθηκόντων που, βάσει του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων, ανατίθενται στον ορκωτό ελεγκτή πρέπει να αναφερθεί, καταρχάς, η υποχρέωση αναφοράς στην OCA, σε τακτά χρονικά διαστήματα ή κάθε φορά που του το ζητεί η υπηρεσία αυτή, και η υποχρέωση γνωστοποιήσεως σε αυτήν ορισμένων ειδικών περιστατικών. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι αυτό συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική οικονομική σφαίρα της συγκεκριμένης επιχειρήσεως και συνάγει το συμπέρασμα ότι ο ορκωτός ελεγκτής ασκεί δημόσια εξουσία. Επ' αυτού όμως πρέπει να σημειωθεί ότι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άσκηση δημοσίας εξουσίας, διότι λείπει η κυριαρχική πράξη με την οποία προσβάλλονται τα δικαιώματα της εταιρίας ή δημιουργούνται εις βάρος της υποχρεώσεις. Η εκπλήρωση της υποχρεώσεως υποβολής εκθέσεως και ενημερώσεως εξυπηρετεί οπωσδήποτε και το δημόσιο συμφέρον. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η δραστηριότητα αυτή ως άσκηση δημοσίας εξουσίας. 'Ετσι, το άρθρο 6 της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Ιουνίου 1991 για την πρόληψη της χρησιμοποιήσεως του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (10), την οποία μνημόνευσε ο δικηγόρος του Thijssen κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση (σε άλλο πλαίσιο) ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί οφείλουν να ενημερώνουν τις αρχές, με δική τους πρωτοβουλία, για κάθε γεγονός που προκαλεί υποψίες. Δυσχερώς, όμως, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι τράπεζες ασκούν στην περίπτωση αυτή δημόσια εξουσία.
15. Το ίδιο ισχύει φυσικά * a fortiori * ως προς την υποχρέωση του ορκωτού ελεγκτή να ενημερώνει την ίδια την ασφαλιστική εταιρία για τυχόν παραβάσεις του νόμου και γεγονότα που θα μπορούσαν να βλάψουν την οικονομική της κατάσταση. Οι εταιρίες δεν υποχρεούνται να ακολουθήσουν τις υποδείξεις αυτές.
16. Ομοίως, η εξουσία του ορκωτού ελεγκτή να λαμβάνει από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση τις αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του πληροφορίες δεν έχει εν προκειμένω σημασία, αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Η εξουσία αυτή δεν απορρέει από τις διατάξεις του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων, αλλά από τις προμνημονευθείσες γενικές διατάξεις του δικαίου των εταιριών (11). Είναι προφανές ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άσκηση δημοσίας εξουσίας.
17. Ακόμα και το γεγονός ότι ο ορκωτός ελεγκτής υποχρεούται να δώσει όρκο ότι θα εκπληρώνει πιστά τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν δεν μου φαίνεται καθοριστικό. Η ορκοδοσία δεν έχει σημασία για το αν η δραστηριότητα, η άσκηση της οποίας ενόρκως διασφαλίζεται, περιλαμβάνει, από τη φύση της, άσκηση δημοσίας εξουσίας.
18. Αποφασιστική σημασία έχει, όμως, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι ο ορκωτός ελεγκτής έχει την εξουσία * και την υποχρέωση * να προβάλλει βέτο στην εφαρμογή ορισμένων μέτρων. Θα συμφωνήσω, βεβαίως, με την Επιτροπή, ότι ο όρος "βέτο" δεν είναι, εν προκειμένω, ο πλέον ενδεδειγμένος, αφού δεν πρόκειται για απαγόρευση του μέτρου, αλλά για χρονικά περιορισμένη αναστολή της εφαρμογής του. 'Ομως, είναι γεγονός, ότι το μέτρο που προτίθεται να εφαρμόσει η ασφαλιστική εταιρία δεν μπορεί, για οκτώ το πολύ ημέρες, να εκτελεστεί. Ωστόσο, ακόμα και μια περιορισμένη χρονικά αναστολή μπορεί να έχει σοβαρές ή μάλιστα μη αναστρέψιμες συνέπειες στην οικονομική ζωή * αρκεί να σκεφθεί κανείς τα σχέδια προσφοράς εξαγοράς ή άλλες χρηματιστηριακές συναλλαγές στις οποίες ο χρονικός παράγοντας έχει αποφασιστική σημασία. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για επέμβαση στη δραστηριότητα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως, η οποία συνεπάγεται για την εταιρία άμεση νομική υποχρέωση. Παρόμοια μέτρα ελέγχου των ασφαλίσεων συνιστούν, επομένως, άσκηση δημοσίας εξουσίας, έστω και αν δεν επιβάλλονται από την ίδια την εποπτεύουσα αρχή, αλλά από πρόσωπα που την επικουρούν.
19. Κατά τούτο διαφοροποιείται, παραδείγματος χάρη, η δραστηριότητα του ορκωτού ελεγκτή από αυτή του δικηγόρου (12) ή του πραγματογνώμονα επί τροχαίων ατυχημάτων (13) που απασχόλησαν το Δικαστήριο σε προηγούμενες υποθέσεις. Στις υποθέσεις εκείνες το Δικαστήριο έκρινε ότι η άσκηση των (χαρακτηριστικών) δραστηριοτήτων του δικηγορικού επαγγέλματος και οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων δεν δεσμεύουν τα δικαστήρια και "δεν επηρεάζουν την κρίση της δικαστικής αρχής και την ανεξάρτητη άσκηση της δικαστικής εξουσίας" (14). Ομοίως, τα μέτρα που λαμβάνει ο ορκωτός ελεγκτής ουδόλως προδικάζουν την απόφαση της OCA. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να επιφέρουν πρακτικές συνέπειες που ούτε η OCA μπορεί να εξαλείψει. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ορθώς, υποστήριξε ότι τα μέτρα αυτά του ορκωτού ελεγκτή ομοιάζουν, ως προς τις συνέπειες, με απόφαση δικαστηρίου ασφαλιστικών μέτρων.
20. Για να εξαντλήσω το θέμα, θα ήθελα, τέλος, να προσθέσω ότι το γεγονός ότι ο ορκωτός ελεγκτής λαμβάνει την αμοιβή του από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση και όχι από την OCA (ή απευθείας από το Δημόσιο) δεν επηρεάζει τη φύση των καθηκόντων του. Ομοίως, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο ορκωτός ελεγκτής μπορεί, βάσει του νόμου, να αποφασίζει ο ίδιος αν και πότε θα προβάλει βέτο χωρίς να δεσμεύεται από τις υποδείξεις της OCA. Ο δικαστής είναι επίσης ανεξάρτητος και υπόκειται μόνο στις επιταγές του νόμου, εντούτοις, ασκεί δημόσια εξουσία.
Η έκταση εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 55
21. Καίτοι ο ορκωτός ελεγκτής μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να ασκήσει δημόσια εξουσία, τίθεται το ερώτημα αν η δραστηριότητά του εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 55. Καταρχάς, είναι αμφίβολο αν η δραστηριότητα αυτή συνιστά "άμεση και ειδική" συμμετοχή στην άσκηση δημοσίας εξουσίας, κατά τον όρο που διατύπωσε το Δικαστήριο * όπως ήδη προανέφερα (15) * με την απόφαση επί της υποθέσεως Reyners. Η άσκηση του δικαιώματος βέτο εκ μέρους του ορκωτού ελεγκτή αποσκοπεί καταφανώς στο να δώσει τη δυνατότητα στην OCA να λάβει τα αναγκαία μέτρα. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η ισχύς του "βέτο" είναι χρονικά περιορισμένη. Ο ορκωτός ελεγκτής ενεργεί απλώς και μόνον ως βοηθός της OCA.
22. Η τελευταία σκέψη εγείρει ένα επιπλέον ερώτημα. Αν η κύρια υποχρέωση του ορκωτού ελεγκτή συνίσταται στη, διά της ασκήσεως του δικαιώματος βέτο, πρόσκαιρη διατήρηση της υπάρχουσας καταστάσεως, ώστε να μπορέσει η OCA να επέμβει, ανακύπτει το ερώτημα αν η δραστηριότητα αυτή πράγματι συνδέεται τόσο στενά με το επάγγελμα του ορκωτού ελεγκτή, αυτό καθαυτό, ώστε να μη μπορεί να αποσπαστεί απ' αυτό. Στην εποχή των συγχρόνων δυνατοτήτων τηλεπικοινωνίας είναι προφανές ότι ο σκοπός που εξυπηρετεί η ρύθμιση αυτή μπορεί εξίσου να επιτευχθεί, αν ο ορκωτός ελεγκτής απλώς ενημερώσει την OCA, η οποία στη συνέχεια διατάσσει, η ίδια, την προσωρινή αναστολή της συγκεκριμένης συναλλαγής.
23. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το κοινοτικό δίκαιο θέτει όρια στις εξαιρέσεις από την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως που επιτρέπει το άρθρο 55, προς αποφυγή "της εξουδετερώσεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας της Συνθήκης στον τομέα αυτό με μονομερείς διατάξεις των κρατών μελών" (16). Το άρθρο 55, πρώτο εδάφιο, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποκλείουν την πρόσβαση των αλλοδαπών σε δραστηριότητες που συνδέονται με την άσκηση δημοσίας εξουσίας (17). Πρόκειται όμως για εξαιρετική διάταξη, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Η έκταση εφαρμογής του άρθρου 55 περιορίζεται, επομένως, σε ό,τι "είναι απολύτως αναγκαίο, για την προστασία των συμφερόντων, την οποία η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη" (18).
24. Κατά τη γνώμη μου, η βελγική ρύθμιση δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Οι ορκωτοί ελεγκτές είναι (κοινοί) ελεγκτές, η χορήγηση άδειας στους οποίους υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις και στους οποίους ο νόμος περί ελέγχου των ασφαλίσεων αναθέτει κάποια ειδικά, επιπλέον, καθήκοντα. Πρέπει να υπομνησθεί ότι η όγδοη οδηγία της 10ης Απριλίου 1984 του Συμβουλίου για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων (19) καθορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις σχετικά με τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι λογιστές. Η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημεία 2 έως 9 (20) του κανονισμού 6 της OCA εξαρτά τη χορήγηση της άδειας για την άσκηση των καθηκόντων του ορκωτού ελεγκτή από την πλήρωση αυστηρών προϋποθέσεων * ιδιαίτερα όσον αφορά την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα. Δεν αντιλαμβάνομαι για ποιους λόγους απαιτείται για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, εκτός των άλλων προϋποθέσεων, και συγκεκριμένη ιθαγένεια.
25. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ελεγκτές μπορούν χωρίς αμφιβολία να επικαλούνται την ελευθερία εγκαταστάσεως που θεσπίζει το άρθρο 52. Θα επρόκειτο για δυσανάλογη προσβολή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, αν η θεμελιώδης αυτή ελευθερία μπορούσε να παραμεριστεί για μόνο τον λόγο ότι ο ορκωτός ελεγκτής έχει δικαίωμα επεμβάσεως (με τη μορφή της προβολής βέτο), δεδομένου μάλιστα ότι ο αποκλεισμός των υπηκόων άλλων κρατών μελών δεν εξυπηρετεί την καλύτερη επίτευξη των στόχων του βελγικού νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων.
26. Πρέπει, όμως, να τονίσω ότι η ίδια η συμπεριφορά του βελγικού κράτους αποδεικνύει ότι η βελγική ρύθμιση δεν συνάδει προς το άρθρο 55.
27. Η προϋπόθεση της βελγικής ιθαγενείας καθιερώθηκε πρώτη φορά το 1986. Σημειωτέον ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2, της 20ής Νοεμβρίου 1978 (21) προέβλεπε ότι και οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών, ακόμα δε και υπήκοοι κρατών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να λάβουν άδεια (22). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε το 1986 με τον προμνημονευθέντα κανονισμό 6 (23), ο οποίος, όμως, παράλληλα προέβλεπε ότι όσοι έλαβαν άδεια βάσει του κανονισμού 2 μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους (24). Αυτό σημαίνει ότι οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών που έλαβαν άδεια κατά το διάστημα από το 1976 έως το 1986 συνεχίζουν και σήμερα ανεμπόδιστα την άσκηση του επαγγέλματός τους.
28. Τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να παραιτηθούν από την επίκληση της εξαιρέσεως του άρθρου 55. Παράδειγμα τέτοιας παραιτήσεως υπάρχει στη "δήλωση σχετικά με την προληπτική ιατρική και τον έλεγχο των ζωικών τροφών ή τροφών ζωικής προελεύσεως" (25). Με τη δήλωση αυτή τα κράτη μέλη δεσμεύονται να περιορίσουν την εφαρμογή του άρθρου 55 όσον αφορά τις δραστηριότητες των κτηνιάτρων.
29. Σχετικά με την παρούσα υπόθεση, το Βέλγιο αναγνώρισε, κατά τη γνώμη μου, με την έκδοση του κανονισμού 2 το 1978 ότι η βελγική ιθαγένεια δεν ήταν απαραίτητη για την άσκηση της δραστηριότητας του ορκωτού ελεγκτή. Η χορήγηση άδειας σε υπηκόους άλλων κρατών μελών αποδεικνύει ότι δεν θίγονται τα συμφέροντα, που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν εξαίρεση από την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
30. Πάντως, μια διαφορετική εκτίμηση θα μπορούσε να γίνει δεκτή μόνον αν η καθιέρωση της προϋποθέσεως της βελγικής ιθαγενείας ήταν απαραίτητη για να αντιμετωπιστούν δυσχέρειες που ανέκυψαν από την προηγούμενη χορήγηση άδειας σε αλλοδαπούς. Δεν αναφέρθηκε όμως τίποτα σχετικό.
31. Το Δικαστήριο ζήτησε από τη Βελγική Κυβέρνηση να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους καθιερώθηκε η προϋπόθεση της βελγικής ιθαγενείας. Η απάντηση της Βελγικής Κυβερνήσεως περιορίστηκε στην απλή παρατήρηση ότι αυτό "εκρίθη αναγκαίο". Εξέτασα επισταμένως την άποψη αυτή, όμως κατέληξα στο συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει και ο Φάουστ, όπως λέει ο ίδιος, αφού μελέτησε τη νομική και άλλες επιστήμες.
32. Επομένως, διαπιστώνεται ότι οι λόγοι που οδήγησαν, το 1986, το Βέλγιο να εξαρτήσει την άσκηση του επαγγέλματος του ορκωτού ελεγκτή από την κατοχή της βελγικής ιθαγενείας παραμένουν αδιευκρίνιστοι. Δεν μπορεί, επομένως, να διαπιστωθεί αν η ρύθμιση αυτή ήταν "απολύτως αναγκαία" για την προστασία των συμφερόντων που το άρθρο 55 επιτρέπει στα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, η καθιέρωση της προϋποθέσεως της βελγικής ιθαγένειας γαι τον ορκωτό ελεγκτή δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΟΚ.
33. Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μπορούν, και μετά την πάροδο της μεταβατικής περιόδου, να επικαλούνται την προβλεπόμενη στο άρθρο 55 εξαίρεση δεν επηρεάζει την κρίση αυτή. Ως γνωστόν, το άρθρο 53 της Συνθήκης ΕΟΚ θεσπίζει υποχρέωση για μη μεταβολή της υφισταμένης καταστάσεως. 'Ομως, κατά το άρθρο 55, οι διατάξεις του κεφαλαίου σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως * συμπεριλαμβανομένου και του άρθρου 53 * δεν ισχύουν για δραστηριότητες που συνδέονται με την άσκηση δημοσίας εξουσίας. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για το (μη αμφισβητούμενο) δικαίωμα του Βελγίου να κάνει χρήση της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 55. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν το Βέλγιο μπορούσε να αποφασίσει, το 1986, ότι για την άσκηση του επαγγέλματος του ορκωτού ελεγκτή απαιτείται η βελγική ιθαγένεια. Πρόκειται, δηλαδή, για το ζήτημα αν η βελγική ρύθμιση είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας και, ιδίως, αν ήταν απολύτως αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 55. Για τους ήδη μνημονευθέντες λόγους πρέπει στο ζήτημα αυτό να δοθεί αρνητική απάντηση.
Γ * Συμπέρασμα
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα:
"Η προβλεπόμενη στο άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΟΚ εξαίρεση από την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως δεν ισχύει για τα καθήκοντα του ορκωτού ελεγκτή όπως ορίζονται στα άρθρα 38 έως 40 του βελγικού νόμου περί ελέγχου των ασφαλιστικών εταιριών της 9ης Ιουλίου 1975."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) * Wet betreffende de controle der verzekeringsondernemingen, βελγική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 29ης Ιουλίου 1975, σ. 9267.
(2) * Βλ. άρθρο 64 του Ενάτου Κεφαλαίου του Πρώτου Βιβλίου του Εμπορικού Κώδικα (για τις ανώνυμες εταιρίες).
(3) * Παρόμοιες διατάξεις ισχύουν βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 3 για τις εταιρίες που έχουν ιδρυθεί με τη μορφή ενώσεων αμοιβαίας ασφαλίσεως ή μη κερδοσκοπικών ενώσεων.
(4) * Βελγική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 26ης Μαρτίου 1986, σ. 3978 και 3985.
(5) * Βλ., λόγου χάρη, την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1985, 197/84, Steinhauser κατά Biarritz (Συλλογή 1985, σ. 1819, σκέψη 14).
(6) * Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74, Reyners κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1974, σ. 317, σκέψη 43).
(7) * Προπαρατεθείσα (στην υποσημείωση 6) απόφαση επί της υποθέσεως 2/74, σκέψη 54.
(8) * Βλ. προπαρατεθείσα (στην υποσημείωση 6) απόφαση επί της υποθέσεως 2/74, σκέψεις 46, 47.
(9) * Βλ. άρθρο 64 επ. του Ενάτου Κεφαλαίου, του Πρώτου Βιβλίου του Εμπορικού Κώδικα.
(10) * ΕΕ 1991, L 166 της 28ης Ιουνίου 1991, σ. 177.
(11) * 'Οπως βεβαιώνει το άρθρο 40, τρίτο εδάφιο του νόμου περί ελέγχου των ασφαλίσεων, ο ορκωτός ελεγκτής έχει εκτός από τα καθήκοντα που του αναθέτει ο νόμος αυτός και τις υποχρεώσεις και, κατά συνέπεια, τα δικαιώματα των κοινών ελεγκτών.
(12) * Προπαρατεθείσα (υποσημείωση 6) απόφαση επί της υποθέσεως 2/74.
(13) * Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-306/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1991, σ. Ι-5863).
(14) * Προπαρατεθείσα (υποσημείωση 6) απόφαση επί της υποθέσεως 2/74, σκέψεις 52 και 53 προπαρατεθείσα (υποσημείωση 13) απόφαση επί της υποθέσεως C-306/89, σκέψη 7.
(15) * Βλ. παραπάνω σημείο 8.
(16) * Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 1637, σκέψη 8).
(17) * Προπαρατεθείσα (υποσημείωση 6) απόφαση επί της υποθέσεως 2/74, σκέψη 44.
(18) * Προπαρατεθείσα (υποσημείωση 16) απόφαση επί της υποθέσεως 147/86, σκέψη 7 (η υπογράμμιση δική μου).
(19) * ΕΕ 1984, L 126, σ. 20.
(20) * Το σημείο 10 της διατάξεως αυτής περιλαμβάνει μία ακόμη προϋπόθεση που, απ' ό,τι φαίνεται, διέφυγε της προσοχής της Επιτροπής.
(21) * Βελγική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 15ης Δεκεμβρίου 1978, σ. 15569.
(22) * Βλ. ως προς τις ειδικές προϋποθέσεις το κείμενο της διατάξεως που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.1.4 της εκθέσεως ακροατηρίου.
(23) * Βλ. ανωτέρω (υποσημείωση 3).
(24) * 'Αρθρο 20 του κανονισμού 6.
(25) * JO 1978, C 308, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy