Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Στην υπό κρίση υπόθεση καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί αφενός επί της αιτήσεως αναιρέσεως που έχει ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και αφετέρου επί της αντιθέτου αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρίας Enichem Anic SpA (στο εξής: Anic) (1) κατά της από 17 Δεκεμβρίου 1991 αποφάσεως του Πρωτοδικείου (2). Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή που είχε ασκήσει η Anic, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (στο εξής: Συνθήκη), κατά της από 23 Απριλίου 1986 αποφάσεως της Επιτροπής (3). Η απόφαση αυτή αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης στον τομέα της παραγωγής πολυπροπυλενίου.
Ι - Πραγματικά περιστατικά και εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου
1 Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά της επίδικης διαφοράς και την εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: η δυτικοευρωπαϋκή αγορά πολυπροπυλενίου εφοδιαζόταν πριν από το 1977 σχεδόν αποκλειστικά από δέκα παραγωγούς, μεταξύ των οποίων ήταν και η Anic, με μερίδιο αγοράς κυμαινόμενο μεταξύ 3,7 % και 4,2 %. Το 1977, μετά τη λήξη των διπλωμάτων της ευρεσιτεχνίας της εταιρίας Montedison, επτά νέοι παραγωγοί έκαναν την εμφάνισή τους, με σημαντική παραγωγική ικανότητα. Το γεγονός αυτό δεν συνοδεύτηκε με ανάλογη αύξηση της ζήτησης, με συνέπεια η προσφορά και η ζήτηση να μη βρίσκονται σε ισορροπία, τουλάχιστον μέχρι το 1982. Γενικότερα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου 1977-1983, η αγορά πολυπροπυλενίου χαρακτηριζόταν από χαμηλή αποδοτικότητα ή/και σημαντικές ζημιές.
2 Στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1983 υπάλληλοι της Επιτροπής, στο πλαίσιο των εξουσιών που τους παρέχει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (4) (στο εξής: κανονισμός 17), πραγματοποίησαν συντονισμένους ελέγχους σε μια ομάδα επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα παραγωγής πολυπροπυλενίου. Κατόπιν των ελέγχων αυτών η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 11, του κανονισμού 17, απηύθυνε αιτήσεις παροχής πληροφοριών στις παραπάνω αλλά και σε άλλες συναφούς αντικειμένου επιχειρήσεις. Από τα στοιχεία που συνέλεξε στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων και αιτήσεων παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά την περίοδο μεταξύ των ετών 1977 και 1983, ορισμένοι παραγωγοί πολυπροπυλενίου, μεταξύ των οποίων και η Anic, ενεργούσαν κατά παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης. Στις 30 Απριλίου 1984, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και ανακοίνωσε γραπτώς τις αιτιάσεις της στις παραβαίνουσες επιχειρήσεις.
3 Μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 23 Απριλίου 1986, την προαναφερθείσα απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«όΑρθρο 1
Οι (επιχειρήσεις) (...), Anic SpA, έχουν παραβεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, συμμετέχοντας (...) στην περίπτωση της Anic από το Νοέμβριο περίπου του 1977 έως, το τέλος του 1982 ή τις αρχές του 1983, σε συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική που ανάγονται στα μέσα του 1977, βάσει των οποίων οι παραγωγοί [που] προμήθευαν πολυπροπυλένιο στο έδαφος της κοινής αγοράς:
α) είχαν επαφές μεταξύ τους και τακτικές συναντήσεις (από τις αρχές του 1981, δύο φορές το μήνα) στο πλαίσιο σειράς μυστικών συναντήσεων που αποσκοπούσαν στη συζήτηση και στον καθορισμό της εμπορικής πολιτικής τους
β) καθόριζαν περιοδικά "τιμές-στόχους" (ή κατώτατες τιμές) για την πώληση του προϋόντος σε κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας
γ) συμφώνησαν διάφορα μέτρα για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των ενλόγω τιμών-στόχων, τα οποία περιλάμβαναν (κυρίως) περιοδικούς περιορισμούς στην παραγωγή, ανταλλαγή λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με τις παραδόσεις, πραγματοποίηση τοπικών συναντήσεων και, από το τέλος του 1982, σύστημα "λογιστικής διαχείρισης" που αποσκοπούσε στην εφαρμογή των αυξήσεων των τιμών σε μεμονωμένους πελάτες
δ) προέβησαν σε ταυτόχρονες αυξήσεις τιμών εφαρμόζοντας τους ενλόγω στόχους
ε) κατένειμαν την αγορά παραχωρώντας σε κάθε παραγωγό έναν ετήσιο στόχο πωλήσεων ή "ποσοστώσεις" (1979, 1980 και, τουλάχιστον, για ένα μέρος του 1983) ή, ελλείψει οριστικής απόφασης που να καλύπτει ολόκληρο το έτος, υποχρεώνοντας τους παραγωγούς να περιορίζουν τις μηνιαίες πωλήσεις τους με αναφορά σε προηγούμενη περίοδο (1981, 1982).
(...)
οΑρθρο 3
Τα ακόλουθα πρόστιμα επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, όσον αφορά την παράβαση που διαπιστώνεται στο άρθρο 1.
(...)
i) Anic SpA, πρόστιμο 750 000 ECU ή 1 103 692 500 λίρες Ιταλίας (...).»
4 Δεκατέσσερις από τις δεκαπέντε εταιρίες, αποδέκτριες της ενλόγω αποφάσεως, μεταξύ των οποίων και η εταιρία Anic, άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη, ενώπιον του Πρωτοδικείου, από τις 10 Δεκεμβρίου 1990 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1990, οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του δικαστηρίου.
5 Το Πρωτοδικείο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα δέχτηκε εν μέρει την προσφυγή της Anic και μείωσε το επιβληθέν σε αυτή πρόστιμο, με την από 17 Δεκεμβρίου 1991 προαναφερθείσα απόφασή του. Κατά της αποφάσεως αυτής η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση, ζητώντας τη μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, τον επανακαθορισμό από το Δικαστήριο του προστίμου που πρέπει να επιβληθεί στην Anic και την καταδίκη της τελευταίας στα δικαστικά έξοδα.
6 Η Anic, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ζήτησε αφενός την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής και αφετέρου τη μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, προβάλλοντας προς τον σκοπό αυτό δικούς της λόγους αναιρέσεως.
Παράλληλα ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής στα συνολικά δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και στην κατ' αναίρεση δίκη.
7 Στην εκκρεμή δίκη ζήτησε να παρέμβει υπέρ της Anic η εταιρία DSM NV. H αίτησή της απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την από 30 Σεπτεμβρίου 1992 διάταξη του Δικαστηρίου.
ΙΙ - Οι λόγοι αναιρέσεως
A - Ως προς την ύπαρξη τυπικών ελαττωμάτων της ενδίκου πράξεως της Επιτροπής
8 Η Anic θεωρεί ότι υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες πως η Επιτροπή δεν εξέδωσε την πράξη «Πολυπροπυλένιο» κατόπιν τηρήσεως της νομίμου διαδικασίας. Προς τούτο επικαλείται την απόφαση του Πρωτοδικείου για τη συναφούς αντικειμένου υπόθεση «PVC» (5), καθώς και τις δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατά την προφορική διαδικασία της υποθέσεως αυτής. Από την απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου, η Anic συνάγει ότι η μη τήρηση από την Επιτροπή των διαδικαστικών κανόνων για το γλωσσικό καθεστώς των πράξεών της (6) και για την αυθεντική τους κύρωση (7) οδηγούν δίχως άλλο στην εξαφάνιση της πράξεως που φέρει τα ενλόγω ελαττώματα. Από τις αποκαλύψεις των εκπροσώπων της Επιτροπής, κατά την ακροαματική διαδικασία της υποθέσεως «PVC» ενώπιον του Πρωτοδικείου, η εταιρία αντλεί το συμπέρασμα ότι οι τυπικές πλημμέλειες που εντοπίσθηκαν από το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, πιθανότατα συντρέχουν και στην περίπτωση της ενδίκου πράξεως «Πολυπροπυλένιο». Υπάρχουν, κατά την Anic, επαρκείς ενδείξεις ότι η Επιτροπή, κατά την έκδοση της ενδίκου πράξεως, παρέβη ουσιώδεις διαδικαστικούς κανόνες. Η εταιρία θεωρεί πως το Δικαστήριο μπορεί, σε κάθε περίπτωση, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει τα αναγκαία μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας προκειμένου να ελέγξει πρώτον, κατά πόσον, υπήρχε το κείμενο της ενδίκου πράξεως στα ιταλικά τη στιγμή της εκδόσεώς της και, δεύτερον, αν το πρωτότυπο της πράξεως στην ιταλική είχε κυρωθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής. Ενόψει των ανωτέρω, η Anic ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει την πράξη ανυπόστατη ή, επικουρικώς, άκυρη, κατά το μέρος που την αφορά. Υποστηρίζει μάλιστα ότι το αίτημά της αυτό προβάλλεται παραδεκτώς στο στάδιο της αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 116 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Θεωρεί επίσης, ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει στο στάδιο της αναιρέσεως νέα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προς κρίση, εφόσον τα στοιχεία αυτά ανέκυψαν μετά το πέρας της πρωτόδικης δίκης, κατ' αναλογία της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
9 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της Anic προβάλλονται απαραδέκτως, διότι με αυτούς δεν αποδίδεται κάποιο νομικό σφάλμα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
10 Πράγματι, τα ανωτέρω επιχειρήματα της Anic (8) δεν μπορούν να εξετασθούν από το Δικαστήριο στο στάδιο της αναιρέσεως. Το αίτημα της εταιρίας για κήρυξη της ένδικης πράξεως της Επιτροπής ως ανυπόστατης ή άκυρης, χωρίς παράλληλα να προβάλλεται κάποιο νομικό ελάττωμα της αναιρεσιβαλλομένης, είναι απαράδεκτο· αντίκειται ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται αποκλειστικώς κατά δικαστικών αποφάσεων του Πρωτοδικείου και όχι κατά πράξεων των υπολοίπων κοινοτικών οργάνων (9).
Β - Οι λόγοι που αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού
1) Ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της παραβάσεως
α) Ως προς την έννοια του όρου «εναρμονισμένη πρακτική»
11 Κεντρική σημασία για τη συνολική εκτίμηση της ορθότητας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού παρουσιάζει το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης συμπεριφοράς των εταιριών πολυπροπυλενίου ως «συμφωνίας» και «εναρμονισμένης πρακτικής». Η οριοθέτηση της δεύτερης από τις δύο αυτές έννοιες αποτελεί ουσιαστικά τον ακρογωνιαίο λίθο της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου, αφού τόσο η ορθότητα του ενιαίου χαρακτηρισμού της υπό κρίση συμπεριφοράς ως «συμφωνίας και εναρμονισμένης πρακτικής», όσο και η κατανομή του βάρους της αποδείξεως συναρτώνται άμεσα με το τί ακριβώς είναι «εναρμονισμένη πρακτική» κατά το άρθρο 85 της Συνθήκης. Τυχόν σφάλμα στον προσδιορισμό της έννοιας αυτής θα καθιστούσε την πρωτόδικη απόφαση αναιρετέα.
12 i) Στο πλαίσιο αυτό, η Anic τονίζει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των εννοιών «συμφωνία» και «εναρμονισμένη πρακτική». Η διαφορά αυτή συνίσταται, κατά την Anic, κυρίως, στο ότι η εναρμονισμένη πρακτική, σε αντίθεση με τη συμφωνία, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας εξωτερικής δραστηριότητας στην αγορά, μιας υλικής συμπεριφοράς, η οποία αποτελεί επιπλέον στοιχείο της υποστάσεως της παραβάσεως και συγκεκριμενοποιεί - αν δεν υλοποιεί - το περιεχόμενο της παράνομης διαβουλεύσεως μεταξύ των επιχειρήσεων.
13 H Επιτροπή, εξάλλου, αρνείται την ερμηνευτική προσέγγιση που προβάλλει η Anic, θεωρώντας ότι καταλήγει σε ακρωτηριασμό και αποδυνάμωση της προστασίας του ανταγωνισμού την οποία παρέχει το άρθρο 85, γιατί θέτει κατά αποτέλεσμα δυσκολότερες προϋποθέσεις αποδείξεως για την εναρμονισμένη πρακτική από ό,τι για τη συμφωνία. Κάτι τέτοιο όμως, υποστηρίζει η Επιτροπή, έρχεται σε αντίθεση με τη ratio legis της διατάξεως του άρθρου 85, η οποία συνίσταται στην επέκταση της απαγορεύσεως σε κάθε είδους συνεννόηση η οποία θίγει τον ανταγωνισμό, ακόμη και όταν λαμβάνει μορφή λιγότερο ολοκληρωμένη και συγκεκριμένη από εκείνη μιας συμφωνίας.
14 Μπορεί κανείς να αντιληφθεί, με βάση τα ανωτέρω, ότι στο επίκεντρο της νομικής διαμάχης βρίσκεται η αμοιβαία οριοθέτηση των εννοιών «συμφωνία» και «εναρμονισμένη πρακτική», που περιλαμβάνει το άρθρο 85 της Συνθήκης και ειδικότερα ο προσδιορισμός του τί μπορεί να αποτελεί «εναρμονισμένη πρακτική». Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 85, η αντίθεση προς τον ανταγωνισμό των ενλόγω συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών συνάγεται από το «αντικείμενο» ή το «αποτέλεσμά» τους. Οι ακόλουθοι τέσσερις λογικοί συνδυασμοί παρανόμων συμπεριφορών είναι συνεπώς δυνατοί: συμφωνία/αντικείμενο, συμφωνία/αποτέλεσμα, εναρμονισμένη πρακτική/αντικείμενο και εναρμονισμένη πρακτική/αποτέλεσμα.
15 H έννοια της συμφωνίας δεν θέτει, εν προκειμένω, προβλήματα και άλλωστε έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς νομολογιακής επεξεργασίας. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αρκεί διαζευκτικώς μια συμφωνία να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την προσβολή του ανταγωνισμού για να στοιχειοθετείται παράβαση των κανόνων του άρθρου 85 της Συνθήκης (10).
16 Προβλήματα γεννώνται, αντιθέτως, κατά τον προσδιορισμό της έννοιας «εναρμονισμένη πρακτική». Οι υποθέσεις που απασχόλησαν μέχρι σήμερα το Δικαστήριο αφορούσαν αποκλειστικά περιπτώσεις όπου η εναρμονισμένη πρακτική είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή του ανταγωνισμού. Από τη νομολογία αυτή συνάγονται τα ακόλουθα:
πρώτον, αφετηρία του δικαστικού συλλογισμού αποτελεί, κατά κανόνα, η εκτίμηση του παρατηρουμένου στην αγορά αποτελέσματος,
δεύτερον, διακρίνονται εννοιολογικώς οι νομικές κατηγορίες «εναρμονισμένη πρακτική» και «συμφωνία»,
τρίτον, η «εναρμόνιση» αποτελεί sine qua non στοιχείο της παρανομίας.
17 ςΕτσι, το Δικαστήριο έκρινε, ότι: (11)
«Ναι μεν το άρθρο 85 διακρίνει την έννοια της "εναρμονισμένης πρακτικής" από την έννοια "συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων" ή "αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων", αυτό όμως γίνεται με την πρόθεση να υπαχθεί στις απαγορεύσεις αυτού του άρθρου μια μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων η οποία ακόμα χωρίς να έχει φτάσει μέχρι του σημείου πραγματοποιήσεως μιας καθεαυτής συμφωνίας, αντικαθιστά συνειδητά τους κινδύνους του ανταγωνισμού με πρακτική συνεργασίας μεταξύ τους έναντι των κινδύνων του ανταγωνισμού. Από την ίδια της τη φύση η εναρμονισμένη πρακτική δεν συγκεντρώνει επομένως όλα τα στοιχεία μιας συμφωνίας, αλλά μπορεί ιδίως να προκύπτει από συντονισμό ο οποίος εξωτερικεύεται με τη συμπεριφορά των μετεχόντων» (οι υπογραμμίσεις δικές μου).
18 Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι δεν αποτελεί παράβαση του άρθρου 85 κάθε επιχειρηματική συμπεριφορά που εκδηλώνεται στην αγορά κατά τρόπο περίπου ομοιόμορφο:
«Τα κριτήρια του συντονισμού και της συνεργασίας που δέχεται η νομολογία του Δικαστηρίου, τα οποία δεν απαιτούν την επεξεργασία ενός πραγματικού "σχεδίου", πρέπει να νοηθούν υπό το φως της αντιλήψεως που εμπεριέχεται στις διατάξεις της Συνθήκης περί ανταγωνισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει κατά τρόπο αυτοτελή την πολιτική που σκέπτεται να ακολουθήσει στην κοινή αγορά, περιλαμβανομένης της επιλογής των αποδεκτών των προσφορών του και των πωλήσεών του. Είναι μεν αληθές ότι η απαίτηση αυτή της αυτοτέλειας δεν αποκλείει το δικαίωμα των επιχειρηματιών να προσαρμόζονται ευφυώς στη διαπιστωθείσα ή αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους, εμποδίζει όμως αυστηρά κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών, που έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά στην αγορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή είτε να αποκαλύψει σε ένα τέτοιο ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ένας επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή αντιμετωπίζει να τηρήσει ο ίδιος στην αγορά» (12) (η υπογράμμιση δική μου).
19 Κατά συνέπεια, στις μέχρι σήμερα αντιμετωπισθείσες από τον κοινοτικό δικαστή περιπτώσεις «εναρμονισμένης πρακτικής», το ζητούμενο ήταν πάντοτε να αποδειχθεί ότι η δεδομένη πρακτική, έτσι όπως εκφραζόταν στην αγορά, ήταν αποτέλεσμα εναρμονίσεως (13).
20 Γεννάται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσον, κατά τη νομολογία αυτή, η ύπαρξη αποτελεσμάτων στην αγορά του επιτευχθέντος συντονισμού μεταξύ των επιχειρήσεων αποτελεί στοιχείο της εννοίας της εναρμονισμένης πρακτικής, ως παραβάσεως προβλεπομένης από το άρθρο 85. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν νοητή η ύπαρξη συμπεριφοράς, η οποία να μπορεί να χαρακτηρισθεί εναρμονισμένη πρακτική κατά το αντικείμενό της και μόνο; Αλλά και αντιστρόφως: τί άλλο μπορεί να σημαίνει «πρακτική», αν θεωρηθεί ότι η παράβαση συντελέσθηκε από μόνο το συντονισμό, δηλαδή την επαφή και τη συνεννόηση των επιχειρήσεων χωρίς συνεπώς αποτελέσματα στην αγορά;
21 Η προβληματική αυτή μόνο παρεμπιπτόντως έχει τύχει επεξεργασίας από το Δικαστήριο, μέσα από τις προτάσεις των γενικών εισαγγελέων. Στις προτάσεις αυτές φαίνεται ότι παλαιότερα υιοθετείτο η άποψη πως η κοινή de facto συμπεριφορά στην αγορά αποτελεί sine qua non συμπλήρωμα της εναρμονίσεως (14), για να έχει συντελεσθεί η παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης· ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια αποστασιοποίηση από τη θέση αυτή, αποστασιοποίηση η οποία σηματοδοτείται με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Darmon στις υποθέσεις του «χαρτοπολτού» (15).
22 Νομίζω πως η εξέλιξη της νομολογίας, ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει να δρομολογηθεί προς την κατεύθυνση που χάραξε ο γενικός εισαγγελέας κ. Darmon, με τις προαναφερθείσες προτάσεις του.
23 Εξηγούμαι: όπως ήδη, πιστεύω, έγινε φανερό, η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 85 δεν επιλύει το πρόβλημα ως προς αυτή του τη διάσταση. Μάλλον επιτρέπει να υποστηριχθούν περισσότερες εκδοχές που, όμως, οδηγούν σε διαμετρικώς αντίθετα συμπεράσματα. Το τί αποτελεί, λοιπόν, εναρμονισμένη πρακτική με «αντικείμενο» αντίθετο προς τον ανταγωνισμό πρέπει τελικά να καθορισθεί με βάση, τόσο μία ανάγνωση που θα διασφαλίζει τη νοηματική συνοχή του άρθρου 85 στο σύνολό του, όσο και κυρίως, με αναφορά στο σκοπό που επιχειρούν να εξυπηρετήσουν οι διατάξεις περί ανταγωνισμού γενικώς και το άρθρο 85 ειδικότερα (συστηματική και τελολογική ερμηνεία).
24 Στο πλαίσιο αυτό, πιστεύω πως το Δικαστήριο ορθώς έχει υιοθετήσει ως πρότυπο επιχειρηματικής δράσεως σύμφωνης προς τις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης τον «επιχειρηματία που (...) καθορίζει κατά τρόπο αυτοτελή την πολιτική που σκέφτεται να ακολουθήσει στην κοινή αγορά». Υπό το πρίσμα αυτό, «η απαίτηση αυτή της αυτοτέλειας (...) εμποδίζει αυστηρά κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών που έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα (...) να αποκαλύψει σε ένα τέτοιο ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ένας επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή αντιμετωπίζει να τηρήσει (...) ο ίδιος στην αγορά» (Suiker Unie, ό.π. σκέψεις 173 και 174).
25 Η νόθευση, επομένως, του πνεύματος των περί ανταγωνισμού διατάξεων έχει επέλθει ήδη από το χρονικό σημείο όπου υπήρξε επαφή με αντικείμενο την αποκάλυψη μεταξύ ανταγωνιστών της πολιτικής που σκοπεύουν να τηρήσουν στην αγορά. Από εκείνο το χρονικό σημείο έχει καταρρεύσει το ιδανικό πρότυπο του ελεύθερου ανταγωνισμού που αναζητούν οι κοινοτικές διατάξεις, κατά το οποίο, κάθε επιχειρηματίας καταστρώνει ατομικώς την πολιτική που θα ακολουθήσει στην αγορά μετά από προσωπική του εκτίμηση επί των δεδομένων της τελευταίας.
26 Η συλλογιστική που περιγράφεται ανωτέρω διασφαλίζει μεγαλύτερη νοηματική διαύγεια των όρων του άρθρου 85, δεν διασπά την παρεχόμενη στον ανταγωνισμό προστασία και είναι, κατά την άποψή μου, συστηματικώς η ορθότερη. Περιλαμβάνοντας στο πεδίο του άρθρου 85 και τις εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν απλώς ως αντικείμενο την προσβολή του ανταγωνισμού διασφαλίζεται πληρέστερα όχι μόνο το γράμμα αλλά και η ratio των περί ανταγωνισμού διατάξεων.
27 Στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει μία παρατήρηση για το νόημα του όρου «πρακτική». Αν η παράβαση του άρθρου 85 στοιχειοθετείται και στην περίπτωση της εναρμονισμένης πρακτικής/αντικείμενο με μόνο τον «συντονισμό» των επιχειρήσεων (δηλαδή με μόνο το στοιχείο της συμπράξεως στο παράνομο αντικείμενο ορισμένης συνεννοήσεως), τότε η έννοια της πρακτικής είναι άσχετη με οποιαδήποτε αποτελέσματα, ή, έστω, δράση στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, το υπονοούμενο υλικό-εξωτερικό στοιχείο, που εμπεριέχει η έννοια πρακτική, ταυτίζεται με τη συνεννόηση αυτή καθεαυτή. Το αντεπιχείρημα που θα μπορούσε κανείς να προτάξει είναι ότι η ταύτιση στην ουσία εναρμονίσεως και πρακτικής θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ύπαρξης γλωσσικού πλεονασμού στο νομοθετικό κείμενο.
28 Δεν νομίζω, όμως, ενόψει της τελολογίας των διατάξεων περί ανταγωνισμού, ότι μπορεί κανείς να στηριχθεί σε παρόμοιο επιχείρημα για να καταλήξει σε συναγωγή ολοκληρωμένων ερμηνευτικών πορισμάτων. Κάτω από αυτή την οπτική, η χρήση του όρου πρακτική πρέπει να θεωρηθεί ότι «(...) διακρίνει και αντιπαραθέτει (...) την εν τοις πράγμασι εναρμόνιση, την εναρμόνιση στην πράξη, προς τη ρητή εναρμόνιση, η οποία στηρίζεται σε συμφωνία» (16). Κρίσιμη, επομένως, για τη στοιχειοθέτηση παραβάσεως του άρθρου 85, παραμένει, σε κάθε περίπτωση, η υπό ευρεία έννοια εναρμόνιση. Η απόδειξή της πληροί, άνευ άλλου, την «αντικειμενική υπόσταση» της παραβάσεως, ανεξαρτήτως του ρητού (περίπτωση της συμφωνίας) ή μη (περίπτωση της εναρμονισμένης πρακτικής) χαρακτήρα της (17).
29 Η αποδοχή αυτή του αμιγώς «αντικειμενικού» χαρακτήρα της παραβάσεως, που συνίσταται στη σύμπραξη σε μία συμπεριφορά η οποία αντικειμενικώς εξεταζόμενη, είναι αντίθετη προς τον ανταγωνισμό και η μη αναζήτηση αποτελέσματος της εναρμονίσεως στην αγορά, αναδεικνύουν ως αποφασιστικό στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της παρανομίας το περιεχόμενο ορισμένης συμπεριφοράς και περιορίζουν την εννοιολογική διαφορά μεταξύ «συμφωνίας» και «εναρμονισμένης πρακτικής». Για τη στοιχειοθέτηση «συμφωνίας» απαιτείται, απλώς, ένας υψηλότερος βαθμός συνεννοήσεως των μερών, μέσω της επιδειχθείσας συμπτώσεως των βουλήσεών τους. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί φυσική συνέπεια όσων υποστηρίχθηκαν ανωτέρω, σχετικώς με μια σύμφωνη προς το πνεύμα των διατάξεων περί ανταγωνισμού ερμηνεία (18).
30 Eπομένως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής/αντικείμενο είναι ανεξάρτητη από τυχόν υλοποίησή της στην αγορά. Για να έχει συντελεσθεί η σχετική παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης δεν απαιτούνται αποτελέσματα στο εμπόριο τα οποία να συνίστανται, είτε σε δραστηριότητες των εμπλεκομένων εταιριών, οι οποίες να βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με την προηγηθείσα εναρμόνιση, όπως υποστηρίζει η Anic, είτε σε απλή δραστηριοποίηση των εταιριών αυτών στην αγορά.
31 ii) Περαιτέρω, είναι ανάγκη να εξειδικευθεί το περιεχόμενο που πρέπει να έχει μία συνεννόηση προκειμένου να συνιστά συμπεριφορά παράνομη κατά το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (19).
32 Κριτήριο για τη νομιμότητα της επιχειρηματικής δράσεως παραμένει η διατήρηση της αυτοτέλειας κάθε επιχειρηματία κατά την επιλογή της πολιτικής που αυτός προσανατολίζεται να ακολουθήσει στην αγορά. Πότε, όμως, αίρεται αυτή η αυτοτέλεια; Με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση της «ζάχαρης» (20) κρίθηκε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι απαιτείται η «(...) άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών (...) να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή είτε να αποκαλύψει σε ένα τέτοιο ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ένας επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή αντιμετωπίζει να τηρήσει ο ίδιος στην αγορά» (σκέψη 174). Επομένως, αρκεί η, μέσω επαφής, άσκηση επιρροής στη συμπεριφορά του ανταγωνιστή. Η αναιρεσιβαλλομένη ακολουθεί αυτό ακριβώς το κριτήριο όταν κρίνει ότι: «(...) Μετέχοντας (εννοεί την προσφεύγουσα) στις συναντήσεις αυτές, συνέπραξε με τους ανταγωνιστές της σε διαβούλευση που είχε ως σκοπό να επηρεάσει τη συμπεριφορά τους στην αγορά και να αποκαλύψει τη συμπεριφορά που κάθε παραγωγός είχε κατά νου να τηρήσει ο ίδιος στην αγορά. άΕτσι, η προσφεύγουσα (...) επεδίωξε να άρει προληπτικά την αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών της (...) και πρέπει να έλαβε υπόψη, άμεσα ή έμμεσα τις πληροφορίες (...)» (σκέψεις 200 και 201 της προσβαλλομένης).
33 Πιο πρόσφατα, όμως, το Δικαστήριο, στις υποθέσεις του «χαρτοπολτού» (21) όταν κλήθηκε να εξετάσει τη νομιμότητα του συστήματος των τριμηνιαίων ανακοινώσεων τιμών που είχε καθιερωθεί στην αγορά αυτή, αφού υπενθύμισε την υποχρέωση αυτοτελούς καθορισμού της πολιτικής την οποία έχει κάθε επιχειρηματίας, έκρινε ότι:
«Εν προκειμένω οι γνωστοποιήσεις αποτελούν απόρροια των ανακοινώσεων τιμών προς τους χρήστες και αποτελούν και οι ίδιες εκδήλωση συμπεριφοράς εντός της αγοράς που δεν μειώνει την αβεβαιότητα που έχει κάθε επιχείρηση σχετικά με τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών της. Καμία επιχείρηση δεν έχει, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο προβαίνει στην ανακοίνωση, βεβαιότητα ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά των άλλων επιχειρήσεων» (σκέψη 64). Με το σκεπτικό αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε διαπραχθεί, στην ενλόγω υπόθεση, παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης.
34 Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο φαίνεται να υιοθετεί, σε τελική ανάλυση, ένα αυστηρότερο κριτήριο από εκείνο της αποφάσεως Suiker Unie. Δεν φαίνεται να πληροί την αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 85 η «επιρροή» στη συμπεριφορά ενός επιχειρηματία, η οποία αντιστοιχεί στη «μείωση της αβεβαιότητάς» του για τη συμπεριφορά που σκοπεύουν να τηρήσουν οι ανταγωνιστές του, κατά τη νομολογία «Suiker Unie», αλλά δεν ισοδυναμεί με «βεβαιότητα» για τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών αυτών. νΥστερα από όσα δέχθηκε το Δικαστήριο στις υποθέσεις του «χαρτοπολτού», τίθεται το ζήτημα, επομένως, άν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, για να στοιχειοθετηθεί εναρμονισμένη πρακτική, απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, η εξασφάλιση βεβαιότητας ως προς τη συμπεριφορά που πρέπει να αναμένεται από τους ανταγωνιστές, καθενός από τους μετέχοντες στις σχετικές επαφές (22).
35 Δε νομίζω, ωστόσο, ότι η κρίση του Δικαστηρίου στις υποθέσεις του «χαρτοπολτού» μπορεί να μεταφερθεί στο σύνολο των περιπτώσεων όπου τίθεται ζήτημα υπάρξεως εναρμονισμένων πρακτικών. Κάτι τέτοιο θα συρρίκνωνε υπερβολικά το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως και τη συνακόλουθη προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Πράγματι, είναι ιδιαίτερα αμφίβολο το κατά πόσο μπορεί κανείς να αποκτήσει «βεβαιότητα» για τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών του, ακόμη κι αν έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ τους με σχετικό περιεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση, η προσέγγιση αυτή θα δημιουργούσε σημαντικά προβλήματα αποδείξεως της εναρμονισμένης πρακτικής, αφού σε περιπτώσεις ανταλλαγής πληροφοριών, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, θα προϋπέθετε την απόλυτη αξιοπιστία των στοιχείων, καθώς και μία σαφή δέσμευση υλοποιήσεως των ανακοινωθέντων, δεδομένα δηλαδή ασυμβίβαστα με την «ευλύγιστη» έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής.
36 Περαιτέρω, νομίζω ότι το κριτήριο της «βεβαιότητας» χρησιμοποιήθηκε από το Δικαστήριο λόγω των ειδικών περιστάσεων της υποθέσεως του «χαρτοπολτού», για την ιδιαίτερη περίπτωση της έμμεσης επαφής μεταξύ των επιχειρηματιών, μέσω της ανακοινώσεως τιμών στους καταναλωτές. Κατά τούτο θεωρώ ότι δεν θίγονται τα παραδεδεγμένα με την απόφαση Suiker Unie για τις υπόλοιπες περιπτώσεις, όπου εξετάζεται το ζήτημα της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής και έχει διαπιστωθεί ευθεία και a fortiori, μυστική επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών. Κρίσιμο παραμένει πάντοτε το αν το περιεχόμενο των επαφών έχει ως αντικείμενο τον επηρεασμό της συμπεριφοράς ορισμένης εταιρίας (η ορισμένων εταιριών) στην αγορά, μειώνοντας την αβεβαιότητά της (τους) σε σχέση με τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών.
Επομένως, ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών που περιέχονται στην πρωτόδικη απόφαση είναι και ως προς αυτήν του την πτυχή ορθός.
37 iii) Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η εξέταση ενός τελευταίου ζητήματος, που άπτεται και αυτό του νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης συμπεριφοράς και το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο της παρούσης υποθέσεως. Το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω συνίσταται στο αν στοιχειοθετείται εναρμονισμένη πρακτική, όταν στο πλαίσιο των επαφών μεταξύ εταιριών με την ειδικότερη μορφή της παροχής στοιχείων, δεν υφίσταται αμοιβαιότητα στην ανταλλαγή πληροφοριών· συνακόλουθα ο περιορισμός ή η άρση της αβεβαιότητας για τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους, επιτυγχάνεται για ορισμένες μόνο από τις επιχειρήσεις (23).
38 Είναι, βέβαια, εξαιρετικά δύσκολο να φαντασθεί κανείς περιπτώσεις στις οποίες να απουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο αμοιβαιότητας με την ευρεία έννοια του όρου. Ο κανόνας μάλιστα είναι η εγκαθίδρυση μεταξύ των επιχειρήσεων μιας σχέσης ανταλλακτικού χαρακτήρα, με ανακοινώσεις ομοειδούς περιεχομένου, οι οποίες πραγματοποιούνται με ελάχιστη - ή και ανύπαρκτη - χρονική απόσταση μεταξύ τους. Θα μπορούσε, όμως, να εμφανισθεί, επί παραδείγματι, η περίπτωση εκ περιτροπής μονομερών ανακοινώσεων (24) ή μονομερών ανακοινώσεων που υπαγορεύονται από διαφορετικού χαρακτήρα επιχειρηματικές ανάγκες ή υπολογισμούς.
39 Κατά μία άποψη, «(...) προϋπόθεση της υπάρξεως εναρμονίσεως είναι εξ ορισμού η αμοιβαιότητα των ανακοινώσεων μεταξύ των ανταγωνιστών.» (25).
40 Δεν βλέπω, ωστόσο, τον λόγο για τον οποίο η αμοιβαιότητα πρέπει να θεωρηθεί στοιχείο της έννοιας της εναρμονισμένης πρακτικής. Το ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί «συντονισμός» μεταξύ επιχειρήσεων και όχι το κατά πόσον ο «συντονισμός» αυτός στηρίζεται στη βάση της αμοιβαιότητας. Με άλλα λόγια, κρίσιμο σε κάθε περίπτωση είναι να διαπιστώνεται επαφή μεταξύ των ανταγωνιστών, η οποία έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα τη μείωση της αβεβαιότητας σχετικά με μελλοντικές ενέργειες στην αγορά. Το αν, στο πλαίσιο αυτό, η ανακοίνωση των στοιχείων γίνεται ή όχι στη βάση της αμοιβαιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την άποψή μου, αποφασιστική παράμετρος.
41 Το έννομο αγαθό που προστατεύουν οι διατάξεις του άρθρου 85 δεν είναι η αυτοτέλεια της επιχειρηματικής δράσεως του κάθε συγκεκριμένου επιχειρηματία, αλλά ο ελεύθερος ανταγωνισμός ως θεσμός, ο οποίος αντικατοπτρίζεται, ακριβώς, στο πρότυπο του επιχειρηματία που κινείται αυτοτελώς στην αγορά. Από την άποψη αυτή, αντικείμενο αντίθετο προς τον ανταγωνισμό έχει η επαφή μεταξύ των επιχειρήσεων που αναιρεί την αβεβαιότητα, έστω και μιας από αυτές, ως προς τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών της (26). Στην περίπτωση αυτή, έχουν συμμετάσχει στην «εναρμονισμένη πρακτική», τόσο οι εταιρίες που παρέχουν, όσο και εκείνες που είναι αποδέκτριες των πληροφοριών, με την προϋπόθεση ότι προκύπτει ή μπορεί να συναχθεί η σύμπραξη των τελευταίων στην παράνομη συμπεριφορά (27).
42 Ανακεφαλαιώνοντας, παρατηρώ ότι:
- η έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» δεν προϋποθέτει αναγκαστικώς κάποια συμπεριφορά στην αγορά,
- «εναρμονισμένη πρακτική» υφίσταται, όταν διαπιστώνονται συμπεριφορές που αποβλέπουν στη μείωση της αβεβαιότητας μεταξύ ανταγωνιστών, σχετικά με τη δράση τους στην αγορά και
- εναρμονισμένη πρακτική μπορεί, δυνητικώς, να υπάρξει και στο πλαίσιο μονομερούς παροχής πληροφοριών από έναν εκ των ανταγωνιστών στους υπολοίπους.
β) Ως προς το αν μια συμπεριφορά μπορεί να χαρακτηρισθεί νομικώς ως «συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική»
43 Στενά συνδεδεμένο με την ορθή ερμηνεία της έννοιας της εναρμονισμένης πρακτικής είναι το ζήτημα κατά πόσο το Πρωτοδικείο ορθώς εδέχθη, αφενός, το νομικό χαρακτηρισμό κάθε επιμέρους συμπεριφοράς των επιχειρήσεων εναλλακτικώς ως «συμφωνία» ή «εναρμονισμένη πρακτική» και αφετέρου, το νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς στο σύνολό της, ως «συμφωνίας και εναρμονισμένης πρακτικής».
44 Αναλυτικότερα, το Πρωτοδικείο έκρινε, αφενός, στη σκέψη 202, ότι: «(...) δικαιολογημένα η Επιτροπή χαρακτήρισε, ως εκ του σκοπού τους, επικουρικώς ως εναρμονισμένη πρακτική, κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, τις περιοδικές συναντήσεις παραγωγών πολυπροπυλενίου, στις οποίες συμμετέσχε η προσφεύγουσα από τα τέλη του 1978 ή από τις αρχές του 1979 μέχρι τα μέσα του 1982, καθώς και την εκ μέρους της προσφεύγουσας γνωστοποίηση στην ICI, στα τέλη Οκτωβρίου του 1982, των προσδοκιών της σχετικά με τον όγκο πωλήσεων για το πρώτο τρίμηνο του 1983».
45 Αφετέρου, με τη σκέψη 205 της αναιρεσιβαλλομένης κρίθηκε ότι «(...) επιβάλλεται να λεχθεί, εξάλλου, ότι η Επιτροπή δικαιολογημένα χαρακτήρισε την ενιαία αυτή παράβαση ως "συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική", κατά το μέτρο που η παράβαση αυτή εμπεριείχε ταυτόχρονα στοιχεία που πρέπει να χαρακτηριστούν ως "συμφωνίες" και στοιχεία που πρέπει να χαρακτηριστούν ως "εναρμονισμένες πρακτικές". Συγκεκριμένα, εφόσον πρόκειται για σύνθετη παράβαση, ο διττός χαρακτηρισμός, τον οποίο χρησιμοποιεί η Επιτροπή στο άρθρο 1 της Αποφάσεως, δεν πρέπει να νοηθεί ως χαρακτηρισμός που προϋποθέτει ταυτόχρονα και σωρευτικά την απόδειξη του ότι καθένα από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά εμφανίζει τα συστατικά στοιχεία και της συμφωνίας και της εναρμονισμένης πρακτικής, αλλά ως προσδιορίζων ένα σύνθετο όλον, που περιέχει πραγματικά στοιχεία από τα οποία ορισμένα χαρακτηρίστηκαν ως συμφωνίες και άλλα ως εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο δεν προβλέπει κάποιον ειδικό χαρακτηρισμό γι' αυτού του είδους τη σύνθετη παράβαση».
46 Κατά την Anic, κάθε πτυχή της φερομένης ως παρανόμου συμπεριφοράς των επιχειρήσεων έπρεπε να τύχει χωριστού νομικού χαρακτηρισμού, κατά πόσον δηλαδή συνιστά «συμφωνία» ή «εναρμονισμένη πρακτική»· η ίδια συλλογιστική ήταν νομικά επιβεβλημένη και για το νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς στο σύνολό της. Η εξέταση του βάσιμου της ερμηνευτικής αυτής προσεγγίσεως του άρθρου 85 δεν στερείται σημασίας, στο μέτρο που άπτεται της επιλύσεως και άλλων ζητημάτων, όπως εκείνων της κατανομής του βάρους της αποδείξεως ή της προστασίας του δικαιώματος άμυνας του κατηγορουμένου.
47 Από την ανάλυση που προηγήθηκε στα σημεία 11 έως 30 των προτάσεών μου, συνάγεται νομίζω, ότι οι τέσσερις κατηγορίες παραβάσεων του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν έχουν διαφορετική νομική φύση. Κρίσιμο κάθε φορά παραμένει το αντικείμενο ή το αποτέλεσμα της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης πρακτικής (28)· αυτό είναι κατά κύριο λόγο το ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, η αποδοχή από το Πρωτοδικείο της εννοίας της εναρμονισμένης πρακτικής ως επικουρικού, σε σχέση με την έννοια της συμφωνίας, νομικού χαρακτηρισμού της ιδίας συμπεριφοράς (σκέψη 202 της πρωτόδικης απoφάσεως) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 85.
48 Εξάλλου, στην ομοιότητα γένους μεταξύ των δύο αυτών μορφών παραβάσεων στηρίζεται και ο νομικός χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς, στο σύνολό της, ως «συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική» (29). Η σώρευση, όμως, των νομικών αυτών χαρακτηρισμών για την περιγραφή μιας σύνθετης ενότητας συμπεριφορών δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεικνύεται επίσης σωρευτικώς πως κάθε επιμέρους συμπεριφορά συνιστά και συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική. Ορθώς ως προς το σημείο αυτό, η απόφαση του Πρωτοδικείου επισημαίνει ότι «(...) ο διττός χαρακτηρισμός (...) δεν πρέπει να νοηθεί ως χαρακτηρισμός που προϋποθέτει ταυτόχρονα και σωρευτικά την απόδειξη του ότι καθένα από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά εμφανίζει τα συστατικά στοιχεία και της συμφωνίας και της εναρμονισμένης πρακτικής (...)». Οι δύο έννοιες του άρθρου 85, παρά τη συγγένεια που παρουσιάζουν στην υπό κρίση υπόθεση, δεν χάνουν την αυτοτέλειά τους. Κάθε επιμέρους συμπεριφορά μπορεί, σε τελευταίο βαθμό, να αποτελεί είτε συμφωνία είτε εναρμονισμένη πρακτική, όχι και τα δύο μαζί (30). Υπό το πρίσμα αυτό, μόνο το σύνολο των επιμέρους συμπεριφορών, μπορεί να αποδοθεί με τον γενικό όρο «συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική».
49 Συμπερασματικώς, ο διττός νομικός χαρακτηρισμός που υιοθετείται με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να θεωρηθεί, στο πλαίσιο του πραγματικού της παρούσης υποθέσεως, ότι συνιστά κακή εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης.
2) Ως προς την κατανομή του βάρους αποδείξεως
50 Η Anic προβάλλει, πως, σε ό,τι αφορά τη διαπίστωση της παραβάσεως, το Πρωτοδικείο παραβίασε τους κανόνες σε σχέση με το βάρος της αποδείξεως. Στρέφεται ειδικότερα κατά της σκέψεως 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η σύμπραξη της Anic στις πρωτοβουλίες καθορισμού τιμών συνάγεται από τη συμμετοχή της εταιρίας αυτής στις αντίστοιχες συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου και, συγχρόνως, ζήτησε από την Anic την παροχή ενδείξεων που να στηρίζουν τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της. Περαιτέρω, η εταιρία προσάπτει στο Πρωτοδικείο, πως δεν εκτίμησε ως τέτοια ένδειξη το γεγονός ότι η Anic δεν εφήρμοσε τις πρωτοβουλίες τιμών που είχαν συζητηθεί στο πλαίσιο των συναντήσεων μεταξύ των παραγωγών (31).
51 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο δεν προχώρησε σε εσφαλμένη κατανομή του βάρους της αποδείξεως, συνάγοντας, από τη συμμετοχή στις συναντήσεις, σύμπραξη και στο περιεχόμενο των συναντήσεων αυτών. Υποστηρίζει ακόμη ότι η μη εφαρμογή όσων αποτέλεσαν αντικείμενο διαβουλεύσεως είναι αδιάφορη για το κατά πόσον αποδεικνύεται ή όχι η συμμετοχή στις ενλόγω παραβάσεις.
52 Πρέπει, αρχικώς, να παρατηρηθεί, σε σχέση με τον υπό εξέταση λόγο αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο θεμελίωσε την κρίση του περί παραβάσεως του άρθρου 85, στο αντικείμενο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου, που ήταν, κυρίως, ο καθορισμός επιδιωκομένων τιμών. Η προσέγγιση αυτή, στηρίζεται στην ερμηνευτική σύλληψη του άρθρου 85 κατά την οποία είναι δυνατόν, πρώτον, να υφίσταται εναρμονισμένη πρακτική έστω και χωρίς να διαπιστώνεται σχετικό αποτέλεσμα στην αγορά, και, δεύτερον, μια συμπεριφορά να χαρακτηρίζεται, εναλλακτικώς, ως συμφωνία ή ως εναρμονισμένη πρακτική (32). Υπό το πρίσμα αυτό, κρίσιμο είναι να διασαφηνίζεται κάθε φορά, το περιεχόμενο της ελεγχόμενης συμπεριφοράς και η συμβατότητά του ή μη με τους κανόνες του ανταγωνισμού.
53 Συνεπώς, εναπόκειτο στην Επιτροπή, ως «κατηγορούσα αρχή» να αποδείξει ότι το περιεχόμενο των συνεννοήσεων μεταξύ παραγωγών πολυπροπυλενίου ήταν αντίθετο με τους κανόνες του άρθρου 85. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ανταπεξήλθε στην υποχρέωσή της αυτή, όπως συνάγεται από τη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης, διότι τεκμηριώθηκε επαρκώς ότι αντικείμενο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου ήταν συμφωνίες καθορισμού τιμών.
54 Καθώς η συμμετοχή της Anic στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου δεν αμφισβητείται, γεννάται περαιτέρω το ερώτημα, αν από τη συμμετοχή και μόνο μπορεί να συναχθεί η σύμπραξη της εταιρίας στο παράνομο αντικείμενο των σχετικών συναντήσεων. Πράγματι, το Πρωτοδικείο δέχεται ότι η Anic συνέπραξε στις παράνομες συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές σχετικά με τις τιμές, λόγω του ότι, αφενός, συμμετείχε στις σχετικές συναντήσεις και, αφετέρου, δεν προέβαλε ενδείξεις από τις οποίες να συνάγεται ότι, η συμμετοχή στις συναντήσεις δεν συνιστούσε και σύμπραξη στο παράνομο αντικείμενο των συναντήσεων αυτών (σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης).
55 Σχετικά με την πτυχή αυτή του ζητήματος, πρέπει, καταρχάς, να γίνει δεκτό - το οποίο νομίζω ότι προκύπτει και από τη διατύπωση της σχετικής σκέψεως της αναιρεσιβαλλομένης - πως είναι θεωρητικώς δυνατή η συμμετοχή σε συνάντηση, στο πλαίσιο της οποίας οι άλλοι συμμετέχοντες συμφωνούν κάτι το αθέμιτο, χωρίς ταυτόχρονη σύμπραξη στην αθέμιτη πράξη. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η απλή συμμετοχή δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε σύμπραξη και άρα στην παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (33).
56 Σημαίνει, όμως, αυτό, περαιτέρω, ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να προσκομίζει επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία που στοιχειοθετούν τη μετάβαση από την απλή συμμετοχή στη σύμπραξη, δηλαδή στη διάπραξη παρανομίας; Νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό η απάντηση δεν μπορεί κατ' ανάγκη να είναι ίδια σε κάθε περίπτωση. Η επίκληση και προσαγωγή των αποδείξεων από τον έχοντα το σχετικό βάρος δεν καθορίζονται αφηρημένα, αλλά σε συνάρτηση με τα δεδομένα της κάθε υποθέσεως. Σε ό,τι αφορά την υπό κρίση διαφορά, χρήσιμο είναι να τονισθούν τα εξής: είναι διαφορετική η περίπτωση συμμετοχής επιχειρηματία σε μεμονωμένη συνάντηση με παράνομο αντικείμενο, από εκείνη της παρουσίας σε μια σειρά παρόμοιων συναντήσεων, οι οποίες εκτείνονται σε ορισμένη χρονική περίοδο περισσοτέρων ετών, όπως στην προκειμένη υπόθεση. Στην τελευταία περίπτωση, η απόδειξη της προσελεύσεως σε διαδοχικές συναντήσεις με το ίδιο παράνομο περιεχόμενο, αρκεί, ακόμη και καθεαυτή, για να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή θεμελίωσε, καταρχήν με επάρκεια, τη σύμπραξη στην παρανομία. Εναπόκειται πλέον στην αντίδικο να προσκομίσει ενδείξεις που κλονίζουν την κατ' αυτό τον τρόπο εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.
57 Επομένως, το Πρωτοδικείο δεχόμενο τις θέσεις της Επιτροπής, προέβη σε ορθή κατανομή του βάρους της αποδείξεως, ως προς τη διαπίστωση της διαπράξεως παρανομίας από μέρους της Anic, ενώ η ενλόγω εταιρία είχε το περιθώριο να προσκομίσει τις ενδείξεις περί του αντιθέτου.
58 Η Anic θέτει επιπλέον το ερώτημα κατά πόσον αποτελεί ένδειξη που ανατρέπει τις διαπιστώσεις περί συμπράξεώς της στην παράνομη συμπεριφορά, το γεγονός ότι η εταιρία δεν έθεσε σε εφαρμογή τις πρωτοβουλίες καθορισμού τιμών.
59 Παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται στα αποτελέσματα των όσων συζητήθησαν στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου. Η μη υλοποίηση των αντικειμένων των συναντήσεων προβάλλεται ως απόδειξη μη συμπράξεως στις σχετικές συνεννοήσεις. Ουσιαστικά, όμως, κατ' αυτόν τον τρόπο η Anic επιχειρεί να μετατοπίσει τη νομική βάση της επιχειρηματολογίας της υιοθετώντας την άποψη ότι δεν μπορεί να υπάρξει εναρμονισμένη πρακτική χωρίς υλοποίησή της στην αγορά. Η θέση αυτή εξετάσθηκε και απορρίφθηκε σε προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου (34).
60 πΟπως ήδη παρατηρήθηκε, το κρίσιμο προς απόδειξη ζήτημα ήταν, στην υπό εξέταση υπόθεση, το αντικείμενο των διαδοχικών συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου. Η υλοποίηση ή μη των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο των συναντήσεων αυτών δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως ένδειξη μη συμπράξεως στις υπό κρίση παράνομες δραστηριότητες. Επομένως, εφόσον το Πρωτοδικείο στηρίζει ορθώς τα συμπεράσματά του σε μόνο το γεγονός ότι συνομολογήθηκαν πρωτοβουλίες καθορισμού τιμών (σκέψεις 112 και 113 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως), δεν παραβίασε κανόνα σχετικό με το βάρος της αποδείξεως, μη λαμβάνοντας υπόψη, ως ένδειξη περί της συμπράξεως ή μη στο αντικείμενο των συναντήσεων, τους ισχυρισμούς της Anic, οι οποίοι αναφέρονται στην πιστή ή όχι εφαρμογή των αποτελεσμάτων των συναντήσεων αυτών. Οι τελευταίοι προβάλλονται στο σημείο αυτό αλυσιτελώς.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
3) Ως προς την ορθότητα του όρου «ενιαία παράβαση»
61 Το σημαντικότερο κεφάλαιο της νομικής αντιπαραθέσεως μεταξύ της Επιτροπής και της Anic στο παρόν αναιρετικό στάδιο αναφέρεται στο ζήτημα του χαρακτηρισμού της υπό κρίση συμπεριφοράς ως «ενιαίας παράβασης», τον οποίο χρησιμοποιεί η Επιτροπή και δέχεται το Πρωτοδικείο, καθώς και στη σχέση της έννοιας αυτής με εκείνη της «συλλογικής ευθύνης».
62 Στο ζήτημα αυτό αναφέρεται τόσο το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλει η Επιτροπή προκειμένου να στηρίξει την αίτησή της, όσο και ένα σημαντικό τμήμα της αιτήσεως αναιρέσεως της Anic. Η σύμπτωση του νομικού προβλήματος που θίγουν οι δύο διάδικοι, επιβάλλει την ενιαία εξέταση των επιχειρημάτων που προβάλλονται, τα οποία συχνά δεν αποτελούν παρά την αντεστραμμένη όψη των επιχειρημάτων του αντιδίκου.
63 Ξρήσιμη είναι καταρχάς η παράθεση των σκέψεων 203 και 204 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που έχουν ως εξής:
«ςΟσον αφορά το ζήτημα αν η Επιτροπή δικαιολογημένα έκρινε ότι υπήρχε ενιαία παράβαση, την οποία χαρακτηρίζει, στο άρθρο 1 της Αποφάσεως, ως "συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική", το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι οι διάφορες παρατηρηθείσες εναρμονισμένες πρακτικές και οι διάφορες συναφθείσες συμφωνίες εντάσσονταν, ως εκ της ταυτότητας του σκοπού τους, σε συστήματα περιοδικών συναντήσεων καθορισμού επιδιωκομένων τιμών και ποσοστώσεων.
Πρέπει να τονιστεί ότι τα συστήματα αυτά εντάσσονταν σε σειρά προσπαθειών των εμπλεκομένων επιχειρήσεων που συνέκλιναν σε ένα και τον αυτό οικονομικό σκοπό: να νοθευθεί η φυσιολογική εξέλιξη των τιμών στην αγορά του πολυπροπυλενίου. Είναι, επομένως, τεχνητή η απόπειρα να υποδιαιρεθεί αυτή η συνεχής συμπεριφορά, που χαρακτηρίζεται από ένα και τον αυτό σκοπό, αναλυόμενη σε πλείονες και χωριστές παραβάσεις. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα έλαβε μέρος - επί σειρά ετών - σε ολοκληρωμένο σύνολο συστημάτων, τα οποία συνιστούν ενιαία παράβαση, η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε προοδευτικά τόσο με συμφωνίες όσο και με αθέμιτες εναρμονισμένες πρακτικές.»
α) Τα επιχειρήματα των διαδίκων
64 Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής εστιάζεται στον καθορισμό του περιεχομένου της ευθύνης κάθε παραγωγού πολυπροπυλενίου ενόψει του γεγονότος ότι αυτοί είχαν υποπέσει σε «ενιαία παράβαση». Με τον όρο αυτό επιχειρείται να περιγραφεί κατά κύριο λόγο το σύνολο των παρανόμων συνεννοήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου, σε μια εκτεταμένη χρονική περίοδο. Κατά την Επιτροπή, η υιοθέτηση του χαρακτηρισμού της παραβάσεως ως ενιαίας συνεπάγεται την αναγνώριση της ευθύνης κάθε παραγωγού ειδικά, για το σύνολο της παράνομης δραστηριότητας, κατά το διάστημα της συμμετοχής του στις συνεννοήσεις, ανεξαρτήτως του αν παρέστη σε κάθε μία από τις οργανωθείσες συναντήσεις ή αν συνέπραξε σε όλες τις επιμέρους εκδηλώσεις της συνολικώς παράνομης συμπεριφοράς. Η απόδειξη της συμμετοχής στις επιμέρους παράνομες ενέργειες αποκτά σημασία, υποστηρίζει η Επιτροπή, μόνο για τη επιμέτρηση του προστίμου.
65 Η Επιτροπή τονίζει ότι αυτή είναι η έννοια των όσων δέχθηκε με την ένδικη πράξη «Πολυπροπυλένιο». Επομένως, το Πρωτοδικείο, ακυρώνοντας την πράξη της Επιτροπής κατά το μέρος, με το οποίο αναγνώριζε την ευθύνη της Anic για ορισμένες από τις επιμέρους συμπεριφορές που περιλαμβάνονται στην «ενιαία παράβαση» (συγκεκριμένα, τη συμμετοχή της, πρώτον, στις πρωτοβουλίες καθορισμού τιμών για το διάστημα μετά το δεύτερο εξάμηνο του 1982, δεύτερον, στον περιορισμό των μηνιαίων πωλήσεών της για το δεύτερο αυτό εξάμηνο και τρίτον, στα μέτρα που αποσκοπούσαν στη διευκόλυνση της θέσεως σε εφαρμογή των πρωτοβουλιών καθορισμού των τιμών, βλ. σκέψεις 115, 178 και 127 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως), ερμήνευσε εσφαλμένως την πράξη «Πολυπροπυλένιο» συνάγοντας από αυτή διαπιστώσεις που δεν περιείχε. Παράλληλα, ο αποκλεισμός της ευθύνης της Anic για τις επιμέρους αυτές πράξεις είναι, σύμφωνα με την ίδια συλλογιστική, ασυμβίβαστος με την κρίση του Πρωτοδικείου κατά την οποία ορθώς έγινε δεκτό από την Επιτροπή ότι η παράβαση των παραγωγών πολυπροπυλενίου έχει «ενιαίο χαρακτήρα» (σκέψεις 203 και 204 της αναιρεσιβαλλομένης). H Επιτροπή, θεωρεί ότι το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αντιφάσκει, στο σημείο αυτό, με το διατακτικό της.
66 Εν συνόψει, η Επιτροπή ζητεί να αναιρεθεί το μέρος εκείνο της αναιρεσιβαλλομένης με το οποίο δεν γίνεται δεκτή η ευθύνη της Anic για το σύνολο της παραβάσεως, κατά το χρόνο της συμμετοχής της σε αυτή και περιορίζεται, για το λόγο αυτό, το επιβληθέν πρόστιμο.
67 Αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης επικαλείται, από άλλη βεβαίως σκοπιά, και η Anic. Υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, αφού θεώρησε ως αποφασιστικό κριτήριο για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της, τη συμμετοχή της στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου, θα έπρεπε να δεχτεί, ως συνέπεια του ενιαίου χαρακτήρα της παραβάσεως, τον αποκλεισμό της ευθύνης της Anic για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε πάψει να συμμετέχει στις συναντήσεις αυτές (δηλαδή για το χρόνο μετά τα μέσα του 1982, βλ. σκέψεις 91 και 100 της αναιρεσιβαλλομένης). Συγχρόνως, προβάλλει ελλείψεις της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς το τμήμα της που αφορά τη συμμετοχή της εταιρίας στην παράβαση μετά τα μέσα του 1982.
68 Περαιτέρω, η Anic συμπληρώνει, περαιτέρω, την κριτική της κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, αμφισβητώντας τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως «ενιαίας», κυρίως λόγω των συνεπειών που ο χαρακτηρισμός αυτός έχει και οι οποίες, κατά την εταιρία, συνίστανται στην απόδοση συλλογικής ευθύνης για τις διαπραχθείσες παραβάσεις. Η Anic θεωρεί ότι της καταλογίζονται, με τον τρόπο αυτό, συμπεριφορές στις οποίες δεν αποδείχτηκε ότι συνέπραξε. Θίγεται, επομένως, η γενική αρχή του προσωπικού χαρακτήρα της ποινικής ευθύνης, η οποία εφαρμόζεται κατ' αναλογία στις υποθέσεις επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού. Συγχρόνως, η εταιρία προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι ελειπώς αιτιολογημένη, κατά το μέρος που δεν παρέχει απάντηση στον ισχυρισμό της περί συλλογικής ευθύνης.
69 Η Anic πλήσσει, ακολούθως, την προσβαλλομένη απόφαση, διότι το σκεπτικό της αντιφάσκει προς το διατακτικό, ως εκ του ότι, ενώ δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή της σε τέσσερις από τις πέντε συμπεριφορές που συνιστούσαν την «ενιαία παράβαση», παρά ταύτα της αποδόθηκε ευθύνη για την παράβαση αυτή (35).
β) Η απάντησή μου στα ανωτέρω ζητήματα
i) Ο προσωπικός χαρακτήρας της ευθύνης των επιχειρήσεων για παραβάσεις του άρθρου 85
70 Η ιδιαιτερότητα των υπό κρίση πραγματικών περιστατικών της ενδίκου διαφοράς καθώς και η περιγραφή που ακολουθήθηκε βρίσκονται στον πυρήνα του νομικού ζητήματος που εγείρουν οι αναιρεσείουσες με τους εδώ εξεταζόμενους ισχυρισμούς τους. Η απόδοση των ποικίλων, διαδοχικών και συνθέτων επιμέρους συμπεριφορών των παραγωγών πολυπροπυλενίου, υπό τον όρο «ενιαία παράβαση», θεωρείται και από τους δύο διαδίκους ως έχουσα άμεσες συνέπειες για τον ακριβή προσδιορισμό της ευθύνης που πρέπει να καταλογισθεί στους παραβάτες των κοινοτικών κανόνων περί ελευθέρου ανταγωνισμού. Προσήκει, λοιπόν, καταρχάς, να αντιμετωπισθεί το θέμα του είδους της ευθύνης αυτής.
71 Οι παραβάσεις του άρθρου 85 διαπράττονται από περισσοτέρους του ενός επιχειρηματίες, οι οποίοι συντονίζουν παρανόμως τις συμπεριφορές τους. Ο συντονισμός της συμπεριφοράς αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο της ίδιας της αντικειμενικής υποστάσεως της παραβάσεως. H ατομική σύμπραξη στις παράνομες συμπεριφορές του άρθρου 85 μπορεί να αποδοθεί με τον όρο «συμμετοχή» σε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική.
72 ήΗδη, όμως, στο σημείο αυτό, είναι χρήσιμο να γίνει μία παρατήρηση, σε σχέση με τη διάκριση μεταξύ της πληρώσεως του πραγματικού του άρθρου 85 εκ μέρους μιας εταιρίας και του καταλογισμού σε αυτή της οικείας συμπεριφοράς. Η «συμμετοχή» στην παράβαση τοποθετείται νοηματικώς σε ένα διαφορετικό, προγενέστερο, επίπεδο από την υπαιτιότητα. Η τελική απόδοση ευθύνης προϋποθέτει ένα σύνολο στοιχείων, με πρώτο το υλικό, δηλαδή την ίδια τη διάπραξη της παράνομης συμπεριφοράς. Ενδεχόμενη υπαιτιότητα (στοιχείο αποφασιστικό για την επιβολή προστίμου (36)) υφίσταται μόνο στο βαθμό που έχει αποδειχθεί παράνομη δραστηριότητα και πάντα σε σχέση με αυτή.
73 Στην υπό κρίση περίπτωση, η δυσκολία έγκειται στο σύνθετο χαρακτήρα της παράνομης συμπεριφοράς. Η τελευταία διαχέεται χρονικά, διακλαδώνεται σε επιμέρους πράξεις και αφορά ένα σύνολο εταιριών, των οποίων η σύνθεση και συμμετοχή δεν ήταν απολύτως σταθερή σε όλη τη διάρκεια της κοινής τους δράσης (37). Παρουσιάζεται λοιπόν το φαινόμενο της συμμετοχής σε διαφορετικές, ανά εταιρία, χρονικές περιόδους στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου, καθώς και μία διαφοροποιημένη συμμετοχή στις επιμέρους συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές. Πώς καθορίζεται στην περίπτωση αυτή η ατομική ευθύνη κάθε επιχειρήσεως;
74 Νομίζω ότι η ενδεδειγμένη απάντηση είναι ότι κάθε εταιρία δεν μπορεί να κριθεί υπεύθυνη παρά μόνο για ό,τι η ίδια έπραξε. Ισχύει, δηλαδή, η αρχή του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης, που αποκλείει την απόδοση σε ένα πρόσωπο παραβάσεων των οποίων δεν υπήρξε αυτουργός, συναυτουργός ή συνεργός. Βεβαίως, θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι η αρχή αυτή συναντάται στο χώρο του ποινικού δικαίου, ενώ, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν έχει ποινικές αρμοδιότητες. Ωστόσο, κρίσιμο, κατά τη γνώμη μου, παραμένει το γεγονός ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο των εξουσιών που της παρέχει το άρθρο 15, του κανονισμού 17, του Συμβουλίου, ασκεί μια αμιγώς κυρωτική λειτουργία (38).
75 Οι αρχές της νομιμότητας και ευρύτερα, του κράτους δικαίου, θεμελιώδεις αρχές της κοινοτικής εννόμου τάξεως και των αντίστοιχων δικαίων των κρατών μελών, επιτάσσουν την υιοθέτηση του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης, ανεξαρτήτως αν η αποδοκιμασία από την έννομη τάξη ορισμένης παράνομης συμπεριφοράς λαμβάνει την ειδικότερη μορφή της ποινικής ή της διοικητικής-εξωποινικής κυρώσεως (39).
76 Η διακήρυξη, όμως, του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης δεν επιλύει αυτομάτως το εδώ τιθέμενο ζήτημα. Τι ακριβώς έπραξε καθεμία από τις εταιρίες παραγωγούς πολυπροπυλενίου για το οποίο, συνεπώς, φέρει την αντίστοιχη ευθύνη; Η εύλογη απάντηση είναι ότι η προσωπική της ευθύνη πηγάζει από τη συμμετοχή της σε μια σειρά συναντήσεων και τη σύμπραξη στο αντικείμενο κάθε μιας από αυτές, με το οποίο υπονομευόταν ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Οι συμπεριφορές αυτές, όμοιες κατά τη νομική τους φύση, (αδιάφορο αν συνιστούσαν συμφωνίες είτε εναρμονισμένες συμπεριφορές (40)) εντάσσονταν σε μια χρονική αλληλουχία, συνδεόμενες περαιτέρω μεταξύ τους κατά το ότι εξυπηρετούσαν τον ίδιο οικονομικό σκοπό σε μια δεδομένη οικονομική συγκυρία. Ως γεγονότα, όμως, του εξωτερικού κόσμου, ως πράξεις προσδιοριζόμενες κατά τόπο και χρόνο, διατηρούν την αυτονομία και ιδιαιτερότητά τους, πόσο μάλλον που και το ειδικότερο περιεχόμενό τους κάθε φορά διαφέρει. Επομένως, ήταν κρίσιμο στην προκειμένη υπόθεση, να ληφθούν υπόψη, για να οριοθετηθεί η παράβαση που διέπραξε κάθε επιχείρηση ατομικώς, τα συγκεκριμένα αντικείμενα ως προς τα οποία η επιχείρηση αυτή προέβη σε παράνομες συνεννοήσεις και συντονισμό της επιχειρηματικής της συμπεριφοράς με τις ανταγωνίστριές της (41).
77 Η αντίθετη άποψη, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί, αφηρημένως, ευθύνη σε κάθε εταιρία, στο πλαίσιο του χρόνου συμμετοχής της, για το σύνολο της «ενιαίας παράβασης», που διέπραξαν οι παραγωγοί πολυπροπυλενίου, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αποδεικνύεται η σύμπραξή της σε κάθε μία από τις επιμέρους πράξεις, κινείται σε ένα επίπεδο απαγωγικής λογικής και δεν συνάδει προς την αρχή του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης.
ii) Ο όρος «ενιαία παράβαση» στη συλλογιστική του Πρωτοδικείου
78 Πρέπει καταρχάς να τονίσω ότι, κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο, υιοθετώντας την έννοια της «ενιαίας παραβάσεως» προκειμένου να χαρακτηρίσει το σύνολο των συμπεριφορών που επέδειξαν οι παραγωγοί πολυπροπυλενίου, δεν προχώρησε σε καταλογισμό συλλογικής ευθύνης στις μετέχουσες εταιρίες γενικά και στην Anic ειδικότερα. Δηλαδή, δεν παραβίασε την αρχή του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης.
79 ςΕχει ήδη αναφερθεί η συγγένεια και η διαπλοκή των συμπεριφορών των παραγωγών πολυπροπυλενίου: οι τελευταίοι παραβίασαν τον ίδιο νομικό κανόνα με διαδοχικές και επαναλαμβανόμενες πράξεις που εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό και εντάσσονταν στην ίδια οικονομική συγκυρία. Η παρατήρηση αυτή οδηγεί στη διαπίστωση ότι η υπό κρίση συνολική συμπεριφορά παρουσιάζει μια συνέχεια, αν όχι ενότητα, η οποία δεν είναι χωρίς συνέπειες σε νομικό επίπεδο.
80 Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, ο σύνθετος χαρακτήρας του υπό κρίση φαινομένου, όπως περιγράφηκε, μπορεί να αποδοθεί με αρκετή ακρίβεια με τους όρους «κατ' εξακολούθηση» ή «ενιαία» παράβαση. Ο χαρακτηρισμός αυτός υπαγορεύεται, κατά το πρότυπο του ποινικού δικαίου (42), από την ανάγκη μιας ορθολογικότερης νομικής διαδικασίας. ςΕτσι, μεταξύ άλλων, ακολουθείται ενιαίος υπολογισμός του χρόνου παραγραφής με αφετηρία το χρόνο ολοκληρώσεως της κατ' εξακολούθηση παραβάσεως, ενώ επιβάλλεται μόνο μία κύρωση σε κάθε μετέχοντα για το σύνολο της παράνομης συμπεριφοράς του.
81 Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός μιας συμπεριφοράς ως ενιαίας ή κατ' εξακολούθηση αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, την απόδειξη και το νομικό χαρακτηρισμό των οποίων προϋποθέτει και ακολουθεί. Αυτό που εκφράζει, με έναν αφαιρετικό τρόπο, είναι η σχέση μεταξύ περισσοτέρων πράξεων που η κάθε μία, εξεταζόμενη χωριστά, αποτελεί ολοκληρωμένο αδίκημα.
82 Επομένως, η έννοια της ενιαίας ή κατ' εξακολούθηση παραβάσεως ενσωματώνει τις επιμέρους χωριστές παραβάσεις: κατά τούτο, δεν αποτελεί απλώς το άθροισμα των διαφόρων συμπεριφορών, αλλά και δεν περιέχει τίποτα περισσότερο από τις συμπεριφορές αυτές. Αποδίδοντας στην κατάληξη ενός συλλογισμού, μία κατά το δυνατόν ακριβή συνολική εικόνα της πραγματικότητας, η έννοια αυτή δεν μπορεί, κατά λογική συνέπεια, να χρησιμεύσει σε μια εκ των υστέρων διαφορετική νομική εκτίμηση των στοιχείων της πραγματικότητας αυτής.
83 Από αυτή την άποψη, η απόδοση της συμπεριφοράς των παραγωγών πολυπροπυλενίου ως ενιαίας παραβάσεως από το Πρωτοδικείο δεν παρουσιάζει πρόβλημα. Αποτελεί ένα χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που δικαιολογείται από τα δεδομένα της συγκεκριμένης υποθέσεως. Υπό αυτό το πνεύμα, νομίζω ότι πρέπει να ερμηνευθεί και η παρατήρηση του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία «(...) είναι, επομένως, τεχνητή η απόπειρα να υποδιαιρεθεί αυτή η συνεχής συμπεριφορά, που χαρακτηρίζεται από τον ένα και τον αυτό σκοπό, αναλυόμενη σε πλείονες και χωριστές παραβάσεις.» Εξεταζόμενη αφηρημένα η φράση αυτή παρέχει έδαφος σε αμφιβολίες για την έννοιά της. Ωστόσο, με τον όρο αυτό, το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει στην ουσία το συνεκτικό ιστό που συνδέει και ενοποιεί την παράνομη συμπεριφορά των εταιριών πολυπροπυλενίου, χωρίς να προδικάζει το περιεχόμενο της ευθύνης που πρέπει να αποδοθεί σε κάθε εταιρία ατομικώς (43).
iii) Το βάσιμο των επιμέρους επιχειρημάτων των διαδίκων
84 Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφασή της, έχει νόημα, στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου, μόνο αν θεωρηθεί ότι υποκρύπτει μομφή για κακή εφαρμογή του νόμου. Το Πρωτοδικείο, όμως, δεν υπέπεσε σε σφάλμα στο ζήτημα της ευθύνης που αρμόζει, στο πλαίσιο της παρούσης υποθέσεως, να αποδοθεί στην Anic, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης.
85 Από την άλλη πλευρά, ο ισχυρισμός της Anic ότι της αποδίδεται ευθύνη για συμπεριφορές στις οποίες δεν συμμετείχε προσωπικώς, δεν φαίνεται να έχει καμία βάση. Η εταιρία θεωρεί ότι δεν συμμετείχε σε εναρμονισμένη πρακτική επειδή ποτέ δεν υλοποίησε στην αγορά τα όσα συνεννοήθησαν στις συναντήσεις μεταξύ παραγωγών πολυπροπυλενίου. Το στοιχείο αυτό, όμως, δεν έχει καμία επίδραση για τη στοιχειοθέτηση της συμμετοχής σε εναρμονισμένη πρακτική, όταν η τελευταία έχει αντικείμενο αντίθετο προς τους κανόνες που διέπουν τον ανταγωνισμό.
86 Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο ορθώς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «(...) αυτή (δηλ. η Επιτροπή) απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι, στη δράση της προσφεύγουσας, συνέτρεχε καθένα από τα συστατικά στοιχεία της παραβάσεως αυτής, καθόσον χρόνο αυτή συμμετείχε στο σύστημα περιοδικών συναντήσεων παραγωγών πολυπροπυλενίου· δεν της καταλόγισε, επομένως, η Επιτροπή την ευθύνη για τη συμπεριφορά άλλων παραγωγών» (σκέψη 206 της υπό κρίση αποφάσεως). Συνεπώς, η πρωτόδικη απόφαση δεν υιοθέτησε ούτε ρητώς, ούτε κατ' αποτέλεσμα οποιαδήποτε «συλλογική ευθύνη».
87 Απομένει προς εξέταση ο ισχυρισμός της Anic για ύπαρξη αντιφάσεως στην αναιρεσιβαλλομένη κατά το ότι, ενώ το Πρωτοδικείο συνδέει τη σύμπραξη της εταιρίας στην ενιαία παράβαση με τη συμμετοχή της εταιρίας αυτής στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου, επεκτείνει χρονικά την ευθύνη της και πέρα από την ημερομηνία που έπαυσε να συμμετέχει στις συναντήσεις αυτές. Η Anic προσθέτει ότι το στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε από το Πρωτοδικείο για να της καταλογισθεί ευθύνη και πέρα από τα μέσα του 1982 - δηλαδή η κοινοποίηση στα τέλη Οκτωβρίου 1982, ενός εγγράφου με τις «προσδοκίες» της Anic σχετικά με τον όγκο πωλήσεων για το πρώτο τρίμηνο του 1983 - δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 85 κατά το χρονικό αυτό διάστημα (44).
88 Η επιχειρηματολογία που αναπτύσει η Anic στηρίζεται, κατ' ουσία, στην αντίληψη ότι ένα από τα αποφασιστικά στοιχεία του χαρακτηρισμού της παραβάσεως ως ενιαίας είναι η ύπαρξη συστήματος περιοδικών συναντήσεων αυτή καθεαυτή. Δεν θεωρώ ότι ένα τέτοιο στοιχείο είναι αποφασιστικής σημασίας. Ο ενιαίος χαρακτήρας της παραβάσεως προκύπτει, όπως ήδη παρατηρήθηκε, από την ενότητα σκοπού και την ταυτότητα του νομικού χαρακτηρισμού των εξεταζομένων συμπεριφορών. Εν προκειμένω, αφού οι συμπεριφορές αυτές είναι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές, απαιτείται το στοιχείο του συντονισμού, της διαβουλεύσεως. Ο τρόπος όμως, με τον οποίο γίνεται σε κάθε περίπτωση η διαβούλευση αυτή, δεν έχει σημασία. Μπορεί να γίνεται στο πλαίσιο συναντήσεων, με τηλεφωνήματα, με ανταλλαγή εγγράφων, με συνδυασμό των τρόπων αυτών ή με οποιονδήποτε άλλον. Αρκεί, βεβαίως, να αποδεικνύεται νομίμως η ύπαρξη και το περιεχόμενο της διαβουλεύσεως. Επομένως, το γεγονός ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως είχε ακολουθηθεί η πρακτική των περιοδικών συναντήσεων, δεν σημαίνει πως η έννοια της ενιαίας παράβασης μπορεί να περιλάβει μόνο ό,τι εμπίπτει στο περιεχόμενο των συναντήσεων αυτών. Κάθε άλλη συμπεριφορά, που συνιστά παράβαση του άρθρου 85 και υπακούει στην ίδια τελολογία νόθευσης της φυσικής εξέλιξης των τιμών του πολυπροπυλενίου μπορεί εξίσου να «στεγασθεί» κάτω από την έννοια της ενιαίας παράβασης. Η απόδοση, συνεπώς, ευθύνης στην Anic και για διάστημα μεταγενέστερο από το χρονικό σημείο λήξεως της συμμετοχής της στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου δεν αντιφάσκει με το χαρακτηρισμό της εξεταζομένης παραβάσεως ως ενιαίας (45).
89 ςΕτσι, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε ορθό καταλογισμό της ευθύνης που αναλογεί στην Anic, στο πλαίσιο της παρούσης υποθέσεως, χωρίς να παρατηρείται καμία αντίφαση στην ανάπτυξη του σχετικού του συλλογισμού. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής και οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η Anic και οι οποίοι αναφέρονται στα σημεία αυτά της πρωτoδίκου αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
4) Ως προς την ύπαρξη διακρίνουσας (άνισης) μεταχειρίσεως
90 Η Anic προβάλλει επίσης το επιχείρημα ότι συντρέχει σε βάρος της άνιση μεταχείριση, οφειλόμενη στο γεγονός ότι η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που την αφορά, ενώ παρέλειψε να κάνει το ίδιο κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου Shell κατά Επιτροπής (46), κατά το σκέλος που επίσης μείωσε το επιβληθέν από την Επιτροπή πρόστιμο, ακολουθώντας, σε σχέση με τον προσδιορισμό της ευθύνης της ενλόγω εταιρίας, σκεπτικό πανομοιότυπο με εκείνο που υιοθετήθηκε και στην περίπτωση της Anic.
91 Αρκεί να σημειωθεί σχετικώς, σε συμφωνία με την απάντηση της Επιτροπής στο σημείο αυτό, ότι, στο βαθμό που το επιχείρημα της Anic μπορεί να θεωρηθεί ότι προβάλλει λόγο αναιρέσεως, ο λόγος αυτός, μη επικαλούμενος οποιαδήποτε πλημέλλεια της πρωτοδίκου αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
5) Ως προς τον καταλογισμό της παραβάσεως στην Anic
92 Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της Anic στο σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη υιοθετώντας ένα διπλό κριτήριο προκειμένου να προσδιορισθεί η εταιρία στην οποία έπρεπε να καταλογισθεί η υπό κρίση παραβίαση του άρθρου 85. Συγκεκριμένα, κατά την Anic, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εναλλακτικώς, για τον καταλογισμό της ενλόγω ευθύνης, το κριτήριο της νομικής συνέχειας και εκείνο της οικονομικο-λειτουργικής συνέχειας ορισμένης επιχειρήσεως. Με τον τρόπο αυτό, υποστηρίζει η Anic, κλονίζεται η νομική ασφάλεια, ενώ παρέχεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις, είτε μέσω της συγχωνεύσεώς τους με άλλες, είτε με την πώληση του συνόλου των δραστηριοτήτων τους σε διαφορετικούς αγοραστές, να εξασφαλίσουν ατιμωρησία για ενδεχόμενες παρανομίες τους.
93 Περαιτέρω, η Anic υποστηρίζει ότι το νομικό σφάλμα του Πρωτοδικείου σε σχέση με το κριτήριο αποδόσεως της ευθύνης έχει ως αποτέλεσμα τη διαφορετική νομική μεταχείριση της Anic σε σχέση με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις. Η Anic επικαλείται άνιση μεταχείριση εκ μέρους της Επιτροπής του ζεύγους των εταιριών Anic/SIR σε σχέση με το ζεύγος Saga Petrokjemi/Statoil. ςΕτσι, ενώ η συγχώνευση της Saga Petrokjemi με την εταιρία Statoil είχε ως αποτέλεσμα τον καταλογισμό ευθύνης μόνο στην τελευταία, στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε δεκτή ευθύνη της Anic, τόσο για τις παραβάσεις της εταιρίας SIR, την οποία η Anic εξαγόρασε το 1980, όσο και για χρόνο μεταγενέστερο από εκείνο κατά τον οποίο η Anic παραχώρησε στη Monte τις δραστηριότητές της στον τομέα του πολυπροπυλενίου.
94 Κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός είναι αορίστως διατυπωμένος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε διπλό κριτήριο σε σχέση με τον καταλογισμό ευθύνης στην Anic. Το Πρωτοδικείο απλώς απέρριψε τους ισχυρισμούς της Anic ότι υφίστατο δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με την εταιρία Saga Petrokjemi. H Επιτροπή υπογραμμίζει σχετικώς ότι η εταιρία Saga Petrokjemi απορροφήθηκε από την Statoil και η ευθύνη της τελευταίας για τις πράξεις της πρώτης γεννήθηκε ως φυσικό επακόλουθο της απορρόφησης αυτής. Αντίθετα, η μεταβίβαση του τομέα πολυπροπυλενίου από την Anic στη Monte δε σήμανε το τέλος του νομικού προσώπου της Anic. Σχετικά, η Επιτροπή επισημαίνει τη διάκριση μεταξύ ενός τομέα παραγωγής και του συνόλου μιας επιχειρήσεως. Η Anic παρουσιαζόταν στην αγορά ως μία επιχείρηση και δεν αποτελούνταν από τόσες επιχειρήσεις όσοι και οι τομείς παραγωγής της· ακολουθούσε, εξάλλου, ενιαία εμπορική στρατηγική. Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, όπως δέχτηκε και η απόφαση του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 241 και 242, δεν αποδόθηκε ποτέ στην Anic ευθύνη για πράξεις της εταιρίας SIR.
95 Με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως η Anic βάλλει κατά του κριτηρίου το οποίο υιοθέτησε το Πρωτοδικείο, προκειμένου «να προσδιοριστεί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευθυνόταν για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως κατά το χρόνο της διαπράξεως της παραβάσεως, ώστε να του καταλογιστεί η αντίστοιχη ευθύνη» (σκέψη 236 της αναιρεσιβαλλομένης). Σε ό,τι αφορά την Anic, τo Πρωτοδικείο δέχεται ότι «(...) το νομικό πρόσωπο που ευθυνόταν για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως εξακολουθεί να υφίσταται κατά τον χρόνο εκδόσεως της Αποφάσεως. Ορθώς, επομένως, η Επιτροπή του καταλόγισε την παράβαση» (σκέψη 238 της αναιρεσιβαλλομένης).
96 Υπό το φως των ανωτέρω, ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Anic έχει νόημα και προβάλλεται κατ' αρχήν παραδεκτώς μόνο κατά το μέρος που αφορά τον καταλογισμό της ευθύνης σε αυτή την ίδια, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη του Πρωτοδικείου.
97 Είναι βέβαια αληθές ότι, σχετικά με το ζήτημα αυτό, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου εκφεύγει των ορίων της υπό κρίση υποθέσεως, αφού επιχειρεί να αντιμετωπίσει και την περίπτωση κατά την οποία, μεταξύ του χρόνου διαπράξεως της παραβάσεως και του χρόνου κατά τον οποίο καταλογίζεται η ευθύνη, η εταιρία που ευθυνόταν για την εκμετάλλευση της επιχείρησης έχει παύσει να υφίσταται νομικά (σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλόμενης). Αυτό είναι το σημείο της αναιρεσιβαλλομένης που κατ' ουσία προσβάλλει η Anic όταν αναφέρεται στην ύπαρξη ενός «διπλού κριτηρίου» καταλογισμού της ευθύνης. Η σχετική, όμως, επιχειρηματολογία δεν φαίνεται να αμφισβητεί το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο καταλογίσθηκε ευθύνη στην Anic και το οποίο ήταν, όπως ήδη παρατηρήθηκε, ένα και μοναδικό: η εταιρία συνέχιζε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο κατά τον χρόνο επιβολής των διοικητικών κυρώσεων. Κατά το μέρος, επομένως, που η επιχειρηματολογία της Anic δεν αναφέρεται στον καταλογισμό της ευθύνης στην ίδια πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής (47).
98 Αντιθέτως, όταν προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι διαφοροποίησε παρανόμως την ευθύνη της από εκείνη που καταλογίσθηκε σε άλλες επιχειρήσεις, η Anic προβάλλει παραδεκτώς ελάττωμα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, όμως, αρκεί να σημειωθεί ότι η περίπτωση της Saga Petrokjemi, όπως ορθά επισημαίνει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 239 της αναιρεσιβαλλομένης, είναι διαφορετική και επομένως μη συγκρίσιμη με εκείνη της Αnic, αφού αφορά εταιρία η οποία είχε πάψει να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο κατά το χρόνο επιβολής των διοικητικών κυρώσεων.
99 Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο τονίζει ότι στην Anic δεν αποδόθηκε καμία ευθύνη για πράξεις της εταιρίας SIR (σκέψη 241 της αναιρεσιβαλλομένης). Οι πράξεις αυτές θα έπρεπε, στο βαθμό που θα είχε κινηθεί σχετική διοικητική διαδικασία να αποδοθούν στην ίδια τη SIR, η οποία συνέχιζε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο έστω και μόνο για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως (σκέψη 242 της αναιρεσιβαλλομένης). ςΟπως, λοιπόν, προκύπτει, το Πρωτοδικείο δέχτηκε για την SIR το ίδιο κριτήριο απόδοσης της ευθύνης το οποίο είχε υιοθετήσει και για την Anic.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου ως προς τα ανωτέρω είναι καθόλα ορθός.
6) Ως προς το πρόστιμο
100 Κατά την Anic, το Πρωτοδικείο όφειλε να μειώσει περαιτέρω το επιβληθέν σε αυτή πρόστιμο, λόγω του ότι η διαπιστωθείσα παράβαση τερματίστηκε, καθόσον την αφορά, τον Ιούνιο και όχι τον Οκτώβριο του 1982. Επίσης, η Anic προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθώς τη σοβαρότητα της διαπραχθείσας από αυτήν παραβάσεως. Καταρχάς, δεν έλαβε υπόψη του τον εξαιρετικά περιορισμένο ρόλο που διαδραμάτισε η ενλόγω εταιρία στο καρτέλ των παραγωγών πολυπροπυλενίου. Παράλληλα, εξετάζοντας τα αποτελέσματα της παραβάσεως (σκέψη 280 της αναιρεσιβαλλομένης), δεν έλαβε υπόψη του την ατομική συμπεριφορά της Anic όταν καθόρισε το ύψος του επιβληθέντος σε αυτή προστίμου, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης. Τέλος, η Anic ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, για την εκτίμηση της βαρύτητας της συμπεριφοράς της, κακώς έλαβε υπόψη του στοιχεία, σχετικά με το μερίδιό της στην αγορά πολυπροπυλενίου, τα οποία προσκόμισε στο Πρωτοδικείο η Επιτροπή. Τα στοιχεία αυτά, εκτός του ότι δεν ήταν ακριβή, αναφέρονταν στο έτος 1983 και όχι στο 1982, χρόνο κατά τον οποίο είχε παύσει η παραβατική συμπεριφορά της Anic. Εξάλλου, η Anic ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή εσφαλμένως υπολόγισε το ύψος του κύκλου εργασιών της με βάση την ισοτιμία λιρέτας-ECU που ίσχυε το 1982· αντιθέτως, ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει την ισοτιμία που ίσχυε το 1986, χρόνο επιβολής του προστίμου.
101 Κατά την Επιτροπή, ο ισχυρισμός της Anic σχετικά με τον περιορισμένο χρόνο συμμετοχής της στην παράβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι θέτει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών από μέρους του Πρωτοδικείου. Απαράδεκτα επίσης είναι, κατά την Επιτροπή, τα παράπονα της Anic σε σχέση με τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου που αναφέρονται στη σοβαρότητα της υπό κρίση συμπεριφοράς, διότι με τη σκέψη 280 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν παραβιάζεται η αρχή του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης· το ύψος των επιβληθέντων προστίμων ορθώς διακυμάνθηκε με βάση τη βαρύτητα της συμπεριφοράς κάθε επιχειρήσεως.
102 Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν έλαβε υπόψη της, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης, τον πίνακα με τα μερίδια των εταιριών στην αγορά του πολυπροπυλενίου για το 1983. Σε κάθε δε περίπτωση, ο καθορισμός του ύψους των προστίμων δεν στηρίζεται, ούτε μπορεί να στηρίζεται σε ένα καθαρώς μαθηματικό υπολογισμό. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κύκλος εργασιών της Anic είναι ο ίδιος, είτε υπολογισθεί σε λιρέτες, είτε σε ECU, αφού κρίσιμη εκ του νόμου είναι η μέση ισοτιμία των δύο αυτών νομισμάτων το έτος 1982.
103 Πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι η δυνατότητα επιβολής προστίμων σε περίπτωση παραβάσεων των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης, προβλέπεται ρητώς από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου. Σύμφωνα με την ίδια αυτή διάταξη, κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου είναι η σοβαρότητα της παραβάσεως και η διάρκειά της.
104 Από τα δύο αυτά κριτήρια ανάγκη ιδιαίτερης εξειδικεύσεως έχει εκάστοτε εκείνο που αφορά τη σοβαρότητα της παράνομης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο έχει κρίνει σχετικώς ότι «(...) η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη» (48).
105 Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, ως δικαστήριο ουσίας, για να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολογεί ειδικώς για κάθε περίπτωση τη σοβαρότητα της παράνομης συμπεριφοράς. Αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου αποτελεί μόνον η διαπίστωση κατά πόσον το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, κατά τρόπο νομικά ορθό, όλους εκείνους τους ουσιώδεις, στο πλαίσιο κάθε υποθέσεως, παράγοντες, προκειμένου να εκτιμήσει τη σοβαρότητα ορισμένης συμπεριφοράς υπό το πρίσμα του άρθρου 85· ο αναιρετικός έλεγχος δεν εκτείνεται όμως στον τρόπο με τον οποίο το Πρωτοδικείο εκτίμησε κάθε φορά, τους παράγοντες αυτούς.
106 Στην κρινόμενη υπόθεση, χρήσιμο είναι να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: καταρχάς, όπως κατέληξα ήδη σε προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου (49), είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός της Anic, ο οποίος σχετίζεται με τα χρονικά όρια συμμετοχής της στην παράβαση του άρθρου 85, που διαπράχθηκε από τους παραγωγούς πολυπροπυλενίου.
Η Anic θεωρεί ότι η συνεκτίμηση των συνολικών αποτελεσμάτων της παραβάσεως ως κριτήριο για τον υπολογισμό του προστίμου που επιβάλλεται ατομικώς σε αυτήν, είναι νομικώς εσφαλμένη. Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στα αποτελέσματα τα οποία επιφέρει μία συμπεριφορά, όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ζήτημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω και στον ειδικότερο ρόλο που διαδραματίζει κάθε επιχείρηση στο πλαίσιο της συμπεριφοράς αυτής.
107 Και τα δύο αυτά κριτήρια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της βαρύτητας της διαπραχθείσης παραβάσεως. Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κρισίμων κοινοτικών διατάξεων το Πρωτοδικείο, αφού έκρινε ότι «(...) τα αποτελέσματα τα οποία έλαβε υπόψη η Επιτροπή δεν είναι εκείνα που προκύπτουν από την πραγματική συμπεριφορά την οποία ισχυρίζεται ότι ακολούθησε μια επιχείρηση, αλλά εκείνα που προκύπτουν από την όλη παράβαση στην οποία συμμετέσχε η επιχείρηση» (σκέψη 280 της αναιρεσιβαλλομένης), θεώρησε ότι καλώς αυτά ελήφθησαν υπόψη (σκέψη 282).
108 Η Αnic πλήσσει ακόμη και το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την εκτίμηση της ατομικής της συμβολής στη συνολική παράβαση, ισχυριζόμενη ότι δεν εκτιμήθηκε σωστά από το Πρωτοδικείο ο περιθωριακός χαρακτήρας της συμμετοχής της. Από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα της Anic, σχετικά με το ρόλο της στη διάπραξη της παραβάσεως, τονίζοντας την εκ προθέσεως συμμετοχή της εταιρίας στην παράβαση αυτή και διαφοροποιώντας τον ρόλο που επιτέλεσε από εκείνον των «τεσσάρων μεγάλων» εταιριών παραγωγής πολυπροπυλενίου (σκέψεις 262 έως 266 της αναιρεσιβαλλόμενης). Επομένως, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του στο σημείο αυτό, η δε εκτίμηση του πραγματικού διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
109 Απομένει προς εξέταση το σκέλος της επιχειρηματολογίας της Anic, που σχετίζεται με τον τρόπο υπολογισμού του μεριδίου της στην αγορά πολυπροπυλενίου και ο συνολικός κύκλος εργασιών της, ως κριτήρια για τον καθορισμό του προστίμου που της επιβλήθηκε. Πράγματι, τα δύο αυτά στοιχεία είναι σημαντικά, προκειμένου να προσδιορισθεί το μέγεθος και η οικονομική δύναμη ορισμένης εταιρίας, ώστε να υπολογισθεί στη συνέχεια το πρόστιμο που πρέπει να επιβληθεί. Περαιτέρω, το άρθρο 15, παράγραφος 2 του κανονισμού 17, προβλέπει ότι το επιβληθέν πρόστιμο δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά τη διαχειριστική περίοδο η οποία προηγείται του χρόνου διαπράξεως των κρισίμων παραβάσεων.
110 Ωστόσο, εκτός από το όριο αυτό, η εκτίμηση των υπολοίπων στοιχείων για τον τελικό προσδιορισμό του προστίμου ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και υπόκειται στον έλεγχο του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή του Πρωτοδικείου. Εν πάση περιπτώσει, τα σχετικά κριτήρια αξιολογούνται από την Επιτροπή, η οποία διαθέτει προς τούτο διακριτική ευχέρεια, εφόσον το τελικό ύψος του προστίμου δεν αποτελεί συνάρτηση μαθηματικού συνυπολογισμού των ανωτέρω παραγόντων. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, το Πρωτοδικείο έκανε δεκτό (βλ. την 273 σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική σκέψη 109 της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», τόσο τις πωλήσεις κάθε εταιρίας εντός της Κοινότητας, όσο και το συνολικό κύκλο εργασιών κάθε μιας από τις επιχειρήσεις αυτές. Το κατά πόσον ελήφθη υπόψη ο κύκλος εργασιών της Anic κατά το έτος 1983, όπως ισχυρίζεται η εταιρία, ή κατά το έτος 1982, όπως βεβαιώνει η Επιτροπή, αποτελεί ζήτημα που σχετίζεται με την διαπίστωση και εκτίμηση του πραγματικού της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, η δε περαιτέρω αμφισβήτηση των αποδείξεων πλήσσει την ουσιαστική εκτίμηση του Πρωτοδικείου, απαραδέκτως κατ' αναίρεση.
111 Τέλος, η Anic προβάλλει ότι το επιβληθέν σε αυτή πρόστιμο έπρεπε να υπολογισθεί με βάση το ύψος του κύκλου εργασιών όπως αυτό καθορίζεται σε ECU, κατά τη μέση ισοτιμία λιρέτας-ECU το έτος 1986.
112 Ως προς το ζήτημα αυτό, θεωρώ ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 είναι σαφές. Από αυτό συνάγεται πρώτον, ότι τα πρόστιμα επιβάλλονται σε λογιστικές μονάδες (ECU) και δεύτερον, ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου είναι η προηγούμενη διαχειριστική περίοδος από εκείνη κατά την οποία διαπράχθηκε η παράβαση. Λογική συνέπεια είναι ότι η μετατροπή σε ECU των διαφόρων νομισμάτων, στα οποία υπολογίζεται ο κύκλος εργασιών κάθε επιχείρησης, γίνεται καταρχήν με βάση τις ισοτιμίες που ισχύουν κατά το διαχειριστικό έτος που προηγήθηκε του χρόνου της παραβάσεως.
Επομένως, η κρίση του Πρωτοδικείου ως προς το ζήτημα αυτό είναι σύμφωνη με τους κοινοτικούς κανόνες και άρα νόμιμη, είναι δε αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα.
III - Πρόταση
113 Ενόψει όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο τα ακόλουθα:
«1) Να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής.
2) Να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας Enichem Anic Spa.
3) Να επιμερισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.»
(1) - Η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως υποβλήθηκε, δυνάμει του άρθρου 116, παράγραφος 1 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, με το υπόμνημα αντικρούσεως της Anic κατά της αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής.
(2) - Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1991, Τ-6/89, Enichem Anic SpA κατά Επιτροπής Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-1623).
(3) - IV/31.149 - Polypropylθne (ΕΕ 1986, L 230, σ. 1).
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(5) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-79/89, Τ-84/89, Τ-85/89, Τ-86/89, Τ-89/89, Τ-91/89, Τ-92/89, Τ-94/89, Τ-96/89, Τ-98/89, Τ-102/89 και Τ-104/89 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-315).
(6) - Αρθρο 3 του κανονισμού του Συμβουλίου 1/1958, της 15ης Απριλίου 1958 (ΕΕ ειδ. έκδ. 17, σ. 385).
(7) - Αρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής.
(8) - Είναι αμφίβολο αν με αυτά προβάλλεται εν τέλει κάποιος λόγος αναιρέσεως.
(9) - Οπως προαναφέρθηκε, η Anic επικαλείται προς στήριξη των ισχυρισμών της, μια σειρά από στοιχεία τα οποία δεν είχαν υποβληθεί στο Πρωτοδικείο προς κρίση, διότι είτε είναι μεταγενέστερα της πρωτοδίκου αποφάσεως είτε δεν είχαν γίνει γνωστά στην προσφεύγουσα και στο δικαστήριο της ουσίας καθόλη τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης. Τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς στο στάδιο της αναιρέσεως. Θα μπορούσαν όμως να στηρίξουν ενδεχομένως αίτημα για αναθεώρηση της πρωτοδίκου αποφάσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου και στα άρθρα 125 έως 128 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Στο μέτρο που η Anic δεν έκανε χρήση της δυνατότητος που της παρέχουν οι δικονομικές διατάξεις, δεν μπορεί να θεραπεύσει την παράλειψη αυτή επικαλούμενη τα ενλόγω στοιχεία κατά την αναίρεση.
(10) - Βλ., ενδεικτικά, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1966, υποθέσεις 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363).
(11) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1972, υπόθεση 48/69, ΙCI κατά Επιτροπής, (Συλλογή τόμος 1972, σ. 619, σκέψεις 64 και 65), γνωστή και ως υπόθεση των «χρωστικών ουσιών».
(12) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975, υποθέσεις 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Coφperative Vereniging «Suiker Unie» UA κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 1663, σκέψεις 173 και 174), γνωστή και ως υπόθεση της «ζάχαρης».
(13) - Πρόκειται, στις περιπτώσεις αυτές για ένα σύστημα έμμεσης αποδείξεως, στο οποίο η παράλληλη ή ομοιόμορφη συμπεριφορά μπορεί να χρησιμεύσει ως ένδειξη της υπάρξεως εναρμονίσεως, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Εναπόκειται στην Επιτροπή να προσκομίσει «αρκετά σαφή και συμπίπτοντα» αποδεικτικά στοιχεία ή, κατ' άλλη διατύπωση «σοβαρές, συγκεκριμένες και αλληλοσυμπληρούμενες ενδείξεις», ώστε να δημιουργείται η πεποίθηση ότι η παράλληλη ή ομοιόμορφη συμπεριφορά των επιχειρήσεων ήταν, πράγματι, το αποτέλεσμα εναρμονισμένης πρακτικής [βλ., αντίστοιχα, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1984, 29/83 και 30/83, CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1679, σκέψη 20) και της 31ης Μαρτίου 1993, C-89/85, C-104/85, C-114/85, C-116/85, C-117/85 και C-125/85 έως C-129/85, Ahlstrφm Osakeyhtiφ κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-1307, σκέψη 127)]. Αντιστοίχως, «αρκεί για τις προσφεύγουσες να αποδείξουν περιστατικά που φωτίζουν διαφορετικά τα αποδειχθέντα από την Επιτροπή γεγονότα και που επιτρέπουν έτσι να υποκατασταθεί στην εξήγηση που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση μια άλλη εξήγηση των περιστατικών» (απόφαση CRAM και Rheinzink ό.π., σκέψη 16). Πρβλ. και την απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti AG κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-667, σκέψεις 33 έως 38).
(14) - Συγκεκριμένα ο γενικός εισαγγελέας κ. Gand υποστήριξε στις προτάσεις του στην υπόθεση ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής [απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1970, σ. 661) ότι η «(...) εναρμονισμένη πρακτική (...) κατά την κρατούσα γνώμη, προϋποθέτει ότι η συνεννόηση εκδηλώνεται κατά τρόπο συγκεκριμένο, έτσι ώστε πρέπει να αποδεικνύεται συγχρόνως de facto συμπεριφορά των ενδιαφερομένων, αφετέρου δε η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ αυτής της συμπεριφοράς και ενός προκαταρτισμένου σχεδίου» (Συλλογή τόμος 1970, σ. 718)]. σΟμοια θέση εξέφρασε, ουσιαστικά, στις προτάσεις του στην υπόθεση «χρωστικές ουσίες» [απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972, σ. 619)] ο γενικός εισαγγελέας κ. Mayras, κατά τον οποίο «(...) Πρέπει όμως να υφίσταται επίσης ένα αντικειμενικό στοιχείο, ουσιώδες για την έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής· πρόκειται για την κοινή de facto συμπεριφορά των μετεχουσών επιχειρήσεων. Αυτή είναι η πρώτη βασική διαφορά με τον όρο της συμφωνίας υπό την έννοια ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η συμφωνία, εφόσον έχει αποδειχθεί η ύπαρξή της και ο σκοπός της να θίξει τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς εμπίπτει στο άρθρο 85 χωρίς να χρειάζεται να αναζητηθεί η πραγματική ενέργεια της συμφωνίας αυτής στον ανταγωνισμό. Αντιθέτως, η εναρμονισμένη πρακτική νομίζω ότι δεν μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως κατά την ίδια την έννοιά της από την πραγματική ενέργεια που έχει επί των όρων του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς» (Συλλογή τόμος 1972, σ. 675 και 676).
(15) - Ο γενικός εισαγγελέας κ. Darmon, στις προτάσεις του στην υπόθεση Ahlstrφm Osakeyhtiφ κ.λπ. κατά Επιτροπής (βλ. υποσημείωση 12), υιοθέτησε άποψη αντίθετη από τις προηγούμενες θεωρώντας ότι «(...) αν γίνει δεκτή η άποψη ότι η όμοια συμπεριφορά εν τοις πράγμασι καλύπτεται από την έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής, το αποτέλεσμα θα είναι μια ιδιαίτερα συσταλτική ερμηνεία της Συνθήκης, η οποία θα αντέβαινε προς την οικονομία του άρθρου 85, παράγραφος 1» (Συλλογή 1993, σ. Ι-1489, σημείο 185).
(16) - Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Darmon στις υποθέσεις του «χαρτοπολτού» ό.π. σημ. 12 (Συλλογή 1993, σ. Ι-1490, σημείο 187).
(17) - Μια εναλλακτική πρόταση, ως προς τα ανωτέρω, υποστήριξε ο εκτελών χρέη γενικού εισαγγελέα δικαστής κ. Vesterdorf στις κοινές προτάσεις που παρουσίασε ενώπιον του Πρωτοδικείου, στο πλαίσιο των υποθέσεων «Πολυπροπυλένιο» (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-869). Κατά την άποψη αυτή, το χρονικό σημείο συντέλεσης της παραβάσεως στην περίπτωση της εναρμονισμένης πρακτικής τοποθετείται μεταγενέστερα της συνεννόησης και συγκεκριμένα τη στιγμή δραστηριοποίησης στην αγορά αυτού που συνέπραξε στη συνεννόηση. Η όποια δράση αναπτύσσεται είναι, κατ' ανάγκη, καθορισμένη από την εναρμόνιση και κατά τούτο θίγει, άνευ άλλου, τον ανταγωνισμό. Είναι, επομένως, αδιάφορο αν η συμπεριφορά στην αγορά έχει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο και μάλιστα αυτό που αποτέλεσε αντικείμενο της συνεννοήσεως ή αν επιτεύχθηκε οποιοδήποτε αποτέλεσμα από τη δράση αυτή (σ. ΙΙ-941 και 942). Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται η σύζευξη της τελολογίας του άρθρου 85 με μια «προφανή» ερμηνεία του γράμματος της διατάξεως, η οποία αντιλαμβάνεται την έννοια «πρακτική» ως δράση στην αγορά. άΟπως έγινε, νομίζω, φανερό, δεν θεωρώ το συγκεκριμένο επιχείρημα αποφασιστικό. Πρέπει να σημειωθεί, εξάλλου, ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν υιοθέτησε ρητώς τη θέση του κ. Vesterdorf. Είναι, βέβαια, αλήθεια, ότι η σκέψη 201 αφήνει να εννοηθεί κάτι τέτοιο: «οΕτσι, η προσφεύγουσα όχι μόνο επεδίωξε να άρει προληπτικά την αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών της, αλλά και πρέπει ασφαλώς να έλαβε υπόψη, άμεσα ή έμμεσα, τις πληροφορίες που συνέλεξε κατά τις συναντήσεις αυτές, για να καθορίσει την πολιτική που θα ακολουθούσε στην αγορά. Ομοίως, και οι ανταγωνιστές της πρέπει ασφαλώς να έλαβαν υπόψη, άμεσα ή έμμεσα, τις πληροφορίες που τους αποκάλυψε η προσφεύγουσα σχετικά με τη συμπεριφορά που είχε αποφασίσει ή είχε κατά νουν να τηρήσει η ίδια στην αγορά, για να καθορίσουν την πολιτική που θα ακολουθούσαν στην αγορά». Νομίζω, όμως, ότι στο πλαίσιο της σκέψεως αυτής η οποιαδήποτε δράση στην αγορά δεν λαμβάνεται ως στοιχείο της εναρμονισμένης πρακτικής· απλώς επιχειρείται να προσδιορισθεί με ακρίβεια το αντίθετο στις διατάξεις περί ανταγωνισμού πνεύμα των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου. Τα στοιχεία που, κατά αναγκαιότητα, κάθε παραγωγός θα λάβει υπόψη του ενεργώντας στην αγορά, πρέπει, στην πραγματικότητα, να θεωρηθούν ως εξειδίκευση της αναιρεθείσας αυτονομίας του, η οποία και στοιχειοθετεί από μόνη την παράβαση του άρθρου 85. Πάντως, η πρακτική διαφορά μεταξύ των δύο απόψεων περιορίζεται, κατ' αρχήν, στις ακραίες περιπτώσεις που την εναρμόνιση δεν ακολουθεί καμία δραστηριότητα στην αγορά, πράγμα που δεν συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση.
(18) - Αν θέλει κανείς να δανεισθεί τους όρους του ποινικού δικαίου, θα πρέπει να θεωρήσει την «εναρμονισμένη πρακτική» ως έγκλημα τόσο συμπεριφοράς όσο και αποτελέσματος.
(19) - Δεν επιμένω στο σημείο αυτό στο κατά πόσον η ενλόγω παράνομη συνεννόηση πρέπει να χαρακτηρισθεί περαιτέρω ως «εναρμονισμένη πρακτική» ή ως «συμφωνία». αΟπως θα εξηγηθεί εκτενέστερα στη συνέχεια, η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών νομικών όρων καθίσταται σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση, δευτερεύουσα.
(20) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 11.
(21) - Βλ., ανωτέρω, απόφαση Ahlstrφm, υποσημείωση 12.
(22) - Την άποψη αυτή υιοθέτησε ο γενικός εισαγγελέας κ. Darmon στις προτάσεις του επί των προμνησθεισών στην υποσημείωση 12 υποθέσεων του «χαρτοπολτού» (σημεία 173 και 174). Παρόμοιο συμπέρασμα φαίνεται ότι μπορεί να εξαγάγει κανείς και από την απόφαση «χρωστικές ουσίες» (ό.π., υποσημείωση 10) με την οποία γίνεται αναφορά στην «(...) εκ των προτέρων εξάλειψη κάθε αβεβαιότητας, όσον αφορά την αμοιβαία συμπεριφορά σχετικά με ουσιώδη στοιχεία αυτής της ενέργειας (...)» (σκέψη 118).
(23) - Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, το ζήτημα τίθεται ως εξής: ένα χειρόγραφο σημείωμα, συνταγμένο από έναν υπάλληλο της ICI, με ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1982, το οποίο αναφέρει ότι εκφράζει τις «προσδοκίες» της ANIC σχετικά με τον όγκο των πωλήσεών της και τις προτάσεις της για τις ποσοστώσεις που θα έπρεπε να καθορισθούν για τους άλλους παραγωγούς (βλ. σκέψη 175 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), αποτελεί επαρκές στοιχείο για να δικαιολογήσει τη συμμετοχή της ANIC στην παράβαση για το χρόνο μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου 1983; Ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο, όπως εκλαμβάνει η Επιτροπή, αλλά το αν τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά αρκούν για να θεμελιώσουν το νομικό συμπέρασμα ότι η Anic συμμετείχε σε εναρμονισμένη πρακτική κατά το κρίσιμο διάστημα. Επομένως, ο σχετικός λόγος σχετίζεται με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια «εναρμονισμένη πρακτική», την οποία έκανε το Πρωτοδικείο και προβάλλεται παραδεκτώς στο αναιρετικό στάδιο. Η κρίση όμως για το βάσιμο εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα το οποίο εξετάζεται εν προκειμένω. Κι αυτό γιατί, όπως δέχεται και το Πρωτοδικείο, (σκέψη 176 της αναιρεσιβαλλομένης) το χειρόγραφο σημείωμα της ICI αποτελεί κατ' ουσία το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που υπάρχει σχετικά με την, καθ' οιονδήποτε τρόπο, συμμετοχή της Anic στις δραστηριότητες των παραγωγών πολυπροπυλενίου, για ορισμένο διάστημα. Για το ενλόγω διάστημα, επομένως, και καθώς η Anic δεν συμμετείχε στις συναντήσεις των υπολοίπων εταιριών παραγωγών οι οποίες εξακολουθούσαν, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμοιβαιότητα στην ανταλλαγή πληροφοριών, αλλά μονομερής πρωτοβουλία της Anic, υπαγορευμένη από δικούς της υπολογισμούς, ενόψει της αποχωρήσεώς της από την αγορά πολυπροπυλενίου (βλ. σκέψη 176 της αναιρεσιβαλλομένης). Αν, επομένως, γινόταν δεκτή η άποψη ότι η αμοιβαιότητα των ανακοινώσεων στοιχείων αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της εναρμονισμένης πρακτικής, τότε η απόφαση του Πρωτοδικείου θα ήταν ως προς το σημείο αυτό αναιρετέα.
(24) - Οι εκ περιτροπής, βέβαια, μονομερείς ανακοινώσεις πληρούν εν τέλει την προϋπόθεση της αμοιβαιότητας, όπως φαίνεται να δέχεται και ο γενικός εισαγγελέας κ. Darmon στις προτάσεις του επί της προμνησθείσης υποθέσεως Ahlstrφm (βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 12), παραπέμποντας περαιτέρω στην απόφαση «Containers» του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ η οποία έχει ανάλογο περιεχόμενο (βλ. υποσημείωση 81 των προμνησθεισών προτάσεων του κ. Darmon). To ζήτημα, όμως, που εδώ εξετάζεται, είναι αν στοιχειοθετείται εναρμονισμένη πρακτική, όταν το μόνο που μπορεί να αποδειχθεί είναι η αποκάλυψη κρίσιμων πληροφοριών μόνο από μία και, πάντως, όχι από όλες τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις.
(25) - Βλ. τις προμνησθείσες στην υποσημείωση 12 προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Darmon (σημείο 169). Ο κ. Darmon παραπέμπει σχετικά στον ορισμό που δόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία στην έννοια «arrangement» του οικείου εθνικού δικαίου, στο πλαίσιο της υποθέσεως British Basic Slag Ltd's Application (1962) 3 All.E.R. 247.
(26) - Βλ. και τη διατύπωση της σκέψης 64 της προμνησθείσας στην υποσημείωση 12 αποφάσεως Ahlstrφm του Δικαστηρίου. «Καμμία επιχείρηση δεν έχει, κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο προβαίνει στην ανακοίνωση, βεβαιότητα ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά των άλλων επιχειρήσεων.»
(27) - Το πρώτο και απαραίτητο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση συμμετοχής σε εναρμονισμένη πρακτική (αλλά και συμφωνία) κατά το άρθρο 85, είναι η ίδια η υλική πράξη της συμπράξεως στην παράβαση, η οποία, στην υπό κρίση υπόθεση, ισοδυναμεί με τη διενέργεια παρανόμων συνεννοήσεων. Στην περίπτωση της μονομερούς ανακοινώσεως πληροφοριών, κατά μείζονα λόγο, απαιτείται να αποδειχθεί ότι αποδεχόταν ή έστω ανεχόταν την ανακοίνωση αυτή και ο αποδέκτης των στοιχείων, ειδάλλως δεν υφίσταται ευθύνη από μέρους του τελευταίου.
(28) - Ακόμη και υπό την εκδοχή σύμφωνα με την οποία, για να υφίσταται εναρμονισμένη πρακτική είναι επιβεβλημένη μία μεταγενέστερη εμφάνιση των εμπλεκομένων επιχειρήσεων στην αγορά, το μόνο που διαφοροποιείται είναι στην πραγματικότητα, το χρονικό σημείο συντελέσεως της παραβάσεως και όχι το αντίθετο στον ελεύθερο ανταγωνισμό περιεχόμενό της. Η επιπλέον σύμπτωση βουλήσεων των μερών να δράσουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο, που απαιτείται για την απόδειξη της συμφωνίας, έχει περιορισμένη σημασία στην υπό κρίση υπόθεση.
(29) - Εδώ δεν ενδιαφέρει η ορθότητα ή μη του χαρακτηρισμού των υπό κρίση δραστηριοτήτων ως «ενιαία παράβαση» (βλ., σχετικά, κατωτέρω, σημεία 61 επ.), αλλά αν είναι επιτρεπτό και υπό ποίες προϋποθέσεις να χαρακτηρίζονται αυτές σωρρευτικώς ως «συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική».
(30) - Η διάκριση μεταξύ συμφωνίας και εναρμονισμένης πρακτικής διατηρεί πρακτική σημασία, η οποία σχετίζεται με την κατανομή του βάρους της αποδείξεως, στις περιπτώσεις όπου η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής έχει διαπιστωθεί με αφετηρία μια παρατηρούμενη παράλληλη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην αγορά. Βλ., επί τούτου, τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, στις υποσημειώσεις 10 έως 12.
(31) - Η Anic τονίζει ότι το γεγονός αυτό διαπιστώθηκε και από το Πρωτοδικείο· προς τούτο παραπέμπει στις σκέψεις 112 και 113 της αναιρεσιβαλλομένης.
(32) - Βλ., ως προς τούτο, την προηγούμενη ανάλυσή μου, στα σημεία 22 επ.
(33) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, SA Musique Diffusion Franηaise κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825). Πρβλ. την αμερικανική νομολογία Hunt κατά Mobil Oil Corp. (Supreme Court 1977) 465 F Supp. 195, 231.
(34) - Βλ., σχετικώς, σημεία 22 επ.
(35) - Ο ισχυρισμός αυτός, αφορά ουσιαστικά το περιεχόμενο και την οριοθέτηση των εννοιών «ενιαία παράβαση» και «συλλογική ευθύνη» και, κατά τούτο, συνδέεται περισσότερο με την ορθή ή μη εφαρμογή από το Πρωτοδικείο του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης, παρά με τη διαπίστωση αντιφάσεως της πρωτόδικης αποφάσεως. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, η Anic δεν ζητεί στο σημείο αυτό την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, αλλά περιορίζεται να το πράξει μόνο σε σχέση με τα χρονικά όρια της συμμετοχής της στην παράβαση.
(36) - Βλ. άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου.
(37) - Αντίθετα, αυτές που θα ονομάσω καταχρηστικώς ως συνήθεις περιπτώσεις παραβάσεων ανταγωνισμού (με την έννοια ότι αποτέλεσαν ως τώρα αντικείμενο νομολογιακής επεξεργασίας εκ μέρους του Δικαστηρίου) δεν παρουσίαζαν, από την άποψη αυτή, κανένα πρόβλημα αποδόσεως της ευθύνης. Η «συμμετοχή» στη μεμονωμένη παράβαση αποτελούσε το θεμέλιο αναγνωρίσεως αντίστοιχης ευθύνης.
(38) - Παρά τα όσα αναφέρονται στον κανονισμό 17, η επιβολή προστίμου δεν παύει να είναι μία εξωποινική κύρωση.
(39) - Η τάση για προσέγγιση της νομικής αντιμετωπίσεως των εξωποινικών κυρώσεων με τις αντίστοιχες ποινικές υπαγορεύεται από την ορθότερη, κατά τη γνώμη μου, και δημοκρατικότερη σύλληψη των σχέσεων πολίτη-κράτους και ιδιώτη-δημόσιας εξουσίας γενικότερα· φαίνεται μάλιστα να επικρατεί τα τελευταία χρόνια στις εθνικές έννομες τάξεις, ενώ επιβάλλεται και από τις πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. π.χ. την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, Oztόrk). Εξάλλου παρά τα όσα συνάγονται από τη ρητή γραμματική διατύπωση του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 17, θα μπορούσε περαιτέρω να υποστηριχθεί πειστικά ότι τα πρόστιμα που μπορούν να υποβληθούν στις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, έχουν, λόγω ιδίως του σκοπού και της βαρύτητάς τους, «τιμωρητικό χαρακτήρα»: στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή της αρχής του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης θα έπρεπε να θεωρηθεί ως αυτονόητη.
(40) - Βλ., ανωτέρω, σημεία 22 επ.
(41) - Οπως, βέβαια, έγινε δεκτό, η «συμμετοχή» ορισμένης εταιρίας στην, υπό κρίση, παράνομη συμπεριφορά συνίσταται στη σύμπραξη της εταιρίας αυτής με αντικείμενο αντίθετο προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό στις συνεννοήσεις. Αυτό αποτελεί την «πράξη» που πληροί την αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 85 στη συγκεκριμένη περίπτωση και άρα είναι το στοιχείο που πρέπει προσηκόντως να αποδεικνύεται σε σχέση με κάθε πτυχή της παράνομης δραστηριότητας.
(42) - Βλ., για την έννοια της «κατ' εξακολούθηση παράβασης» (infraction continuιe) Stephani G., Levasseur G. et Bouloc B.: Droit pιnal gιnιral, 15e ιdition Dalloz, Paris 1994, σ. 188 επ. Πρέπει να σημειωθεί ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αν και ομοιάζει με το «διαρκές έγκλημα» ως προς μια σειρά ζητημάτων (έναρξη και διακοπή παραγραφής, ενιαία δίωξη, ενιαία ποινή) δεν ταυτίζεται με αυτό· αποτελεί ενδιάμεση μορφή ανάμεσα στο στιγμιαίο και το διαρκές έγκλημα. Πρόκειται κατ' ακριβολογία για επαναλαμβανόμενες στιγμιαίες παραβάσεις, οι οποίες παρουσιάζουν στοιχεία συνέχειας και ενότητας. Κατά ταύτα, ο όρος «κατ' εξακολούθηση παράβαση» είναι νομικά ακριβέστερος από εκείνον της «ενιαίας παράβασης». Στην υπό κρίση υπόθεση, οι δύο όροι πρέπει να θεωρηθούν ως συνώνυμοι.
(43) - Για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης αυτής ορθώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εξετάζεται από το Πρωτοδικείο αν κάθε εταιρία χωριστά, και η Anic εν προκειμένω, συμμετείχε σε κάθε πτυχή της υπό κρίση συμπεριφοράς και για ποιο χρονικό διάστημα.
(44) - Για τον ισχυρισμό αυτό, βλ., ανωτέρω, τα σημεία 37 επ.
(45) - Από τη στιγμή, βέβαια, που καταδεικνύεται η συμμετοχή της, άν όχι στις συναντήσεις, τουλάχιστον στις σχετικές διαβουλεύσεις.
(46) - Πρόκειται για την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Μαρτίου 1992, Τ-11/89, Shell International Chemical Company Ltd κατά Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-757), η οποία εντάσσεται επίσης στη σειρά των υποθέσεων «Πολυπροπυλένιο».
(47) - Κατά μείζονα λόγο δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον στο πλαίσιο της παρούσης υποθέσεως, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο, υποθετικές περιπτώσεις στις οποίες είτε μια επιχείρηση εξέλιπε τόσο ως νομική όσο και ως οικονομική ενότητα είτε μια παράβαση διαπράχθηκε από επιχείρηση μέλους ομίλου επιχειρήσεων.
(48) - Διάταξη του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 1996, C-137/95, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-1611, σκέψη 54). Πρβλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1970, υπόθεση 45/69, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής (Συλλογή 1970, σ. 769), της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion Franηaise κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 120), και της 8ης Νοεμβρίου 1983, 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, ΙΑΖ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψη 52).
(49) - Βλ., ανωτέρω, σημεία 87 έως 89.
Full & Egal Universal Law Academy