ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 15ης Ιουνίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύρίοί δικαστές,
1.
Με την απόφαση Orkem, το Δικαστήριο έκρινε ότι από την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως συνάγεται ότι, στα πλαίσια έρευνας βάσει του κανονισμού 17, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποχρεώσει επιχείρηση να της παράσχει απαντήσεις με τις οποίες η επιχείρηση θα αναγκαζόταν να ομολογήσει παράβαση κανόνων του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού ( 1 ).
Στην παρούσα υπόθεση, το Arrondissementsrechtbank του Amsterdam ερωτά το Δικαστήριο σε ποιο βαθμό αυτός ο περιορισμός της υποχρεώσεως των επιχειρήσεων να απαντούν σε ερωτήσεις ισχύει επίσης όσον αφορά μαρτυρικές καταθέσεις στα πλαίσια αστικής υποθέσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
2.
Το ζήτημα αυτό ανέκυψε στα πλαίσια υποθέσεως κατά την οποία η επιχείρηση πωλήσεων δι' αλληλογραφίας Otto Β. V. ζήτησε την προηγούμενη ακρόαση, ως μαρτύρων, διευθυνόντων στελεχών της ολλανδικής τράπεζας Postbank Ν. V. Σκοπός της ακροάσεως αυτής ήταν να δοθούν στην Otto Β. V. τα στοιχεία που θα της επέτρεπαν να εκτιμήσει αν μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά της Postbank.
3.
Η πιθανή αστική δίκη θα αφορούσε τη νομιμότητα προμηθείας 0,45 HFL που εισήγαγε το Ιούλιο του 1991η Postbank για την επεξεργασία κάθε εντύπου εντολής πληρωμής η Otto Β. V., της οποίας περίπου ένα εκατομμύριο έντυπα εντολής πληρωμής επεξεργάζεται ετησίως η Postbank, θεωρεί ότι η προμήθεια αυτή αντίκειται στους κανόνες τόσο του ολλανδικού όσο και του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού. Ενώσεις συμφερόντων, των οποίων μέλος είναι η Otto, υπέβαλαν καταγγελίες στην Επιτροπή κατά της ούτω επιβληθείσας προμήθειας, ισχυριζόμενες ιδίως ότι αποτελούσε συνέπεια συμφωνίας των ολλανδικών τραπεζών. Κατά τις πληροφορίες μου, η Επιτροπή δεν ολοκλήρωσε την εξέταση των καταγγελιών αυτών. Συγχρόνως υποβλήθηκε καταγγελία στην αρμόδια για τον ανταγωνισμό ολλανδική αρχή. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, η αρχή αυτή απέρριψε την καταγγελία.
4.
Με την αίτηση της περί προηγουμένης εξετάσεως μαρτύρων, η Otto Β. V. προσδιόρισε το αντικείμενο της ακροάσεως αυτής σε μια σειρά σημείων. Η Postbank διαμαρτυρήθηκε κατά της ακροάσεως αυτής επικαλούμενη τόσο το ολλανδικό όσο και το κοινοτικό δίκαιο.
5.
Το Arrondissementsrechtbank εκθέτει ότι οι μάρτυρες των οποίων η ακρόαση ζητήθηκε έπρεπε να θεωρηθούν μάρτυρες-διάδικοι, όπως η έννοια αυτή ορίζεται στο ολλανδικό αστικό δικονομικό δίκαιο. Τέτοιοι μάρτυρες μπορούν να εξεταστούν ενόρκως, δηλαδή υπόκεινται στις κυρώσεις για ψευδορκία ενώπιον του δικαστηρίου. Η παρουσία των μαρτύρων στο δικαστήριο μπορεί να εξαναγκαστεί με τη βοήθεια δημοσίας δυνάμεως, ο δε μάρτυρας υποχρεούται να καταθέσει. Εντούτοις, η υποχρέωση αυτή δεν υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις, αλλά το δικαστήριο συνάγει τα αναγκαία συμπεράσματα από τη σιωπή του μάρτυρος. Το δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει από τον μάρτυρα να εξηγήσει γιατί αρνείται να απαντήσει. Ένας γενικός κανόνας απαλλάσσει τον μάρτυρα από την υποχρέωση να καταθέσει στις περιπτώσεις που η απάντηση θα εξέθετε τον μάρτυρα ή συγγενείς του στον κίνδυνο ποινικών διώξεων για παράβαση του νόμου.
6.
Το Arrondissementsrechtbank αποφάνθηκε ως προς το αντικείμενο της εξετάσεως μαρτύρων βάσει του ολλανδικού δικαίου και απέρριψε την αίτηση ακροάσεως ως προς τα τρία από τα έξι σημεία που ανέφερε η αίτηση της Otto Β. V. Ως προς τα εναπομένοντα τρία σημεία, η Postbank ισχυρίστηκε ότι η ακρόαση μαρτύρων επ' αυτών των σημείων θα τους οδηγούσε στο να απαντήσουν σε ερωτήσεις που θα τους υποχρέωναν να παραδεχθούν την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, πράγμα που θα συνιστούσε παραβίαση των αρχών του κοινοτικού δικαίου που διακήρυξε το Δικαστήριο στην απόφαση Orkem (στο εξής: αρχή Orkem).
Το Arrondissementsrechtbank συμμερίζεται την άποψη της Postbank κατά την οποία η αίτηση ακροάσεως μαρτύρων της Otto Β. V. δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν ισχύει εν προκειμένω η αρχή Orkem, αλλά αναρωτιέται σε ποιο βαθμό η αρχή αυτή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο θεμελιώδης, ώστε να έχει άμεσο αποτέλεσμα στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων μερών σε αστική δίκη. Υπογραμμίζει ότι οι ισχυρισμοί της Otto Β. V. στα πλαίσια ενδεχόμενης αγωγής θα στηρίζονταν κυρίως στα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ και, επομένως, φρονεί ότι ανακύπτει ζήτημα σχετικό με το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου.
7.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, το οποίο έχει ως εξής:
«υποχρεούται κατά το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ το εθνικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αιτήσεως για την προσωρινή εξέταση μαρτύρων πριν από την έναρξη διαδικασίας αστικού δικαίου, να εφαρμόσει την αρχή κατά την οποία μία επιχείρηση δεν υποχρεούται να απαντήσει σε ερωτήσεις, όταν η απάντηση της περιέχει ομολογία ως προς την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού;»
Η αρχή Orkem
8.
Ενδεχομένως είναι χρήσιμο να κάνω ορισμένες προεισαγωγικές παρατηρήσεις ως προς το θεμέλιο και το περιεχόμενο αυτής της αρχής.
Στο πλαίσιο έρευνας αναφορικά με παραβάσεις του άρθρου 85 της Συνθήκης στον τομέα των θερμοπλαστικών προϊόντων, η Επιτροπή έστειλε στη γαλλική εταιρία Orkem απόφαση της βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 5, του κανονισμού 17, με την οποία απαίτησε από την εταιρία αυτή να της παράσχει πληροφορίες για συγκεκριμένα θέματα. Η γαλλική εταιρία αρνήθηκε να δώσει τις πληροφορίες αυτές ισχυριζόμενη ιδίως ότι, με την αίτηση της, η Επιτροπή παραβίαζε τη γενική αρχή του δικαίου η οποία απαγορεύει τον εξαναγκασμό του μάρτυρα να καταθέσει στοιχεία εις βάρος του.
Το Δικαστήριο εξέτασε καταρχάς αν ο κανονισμός 17 παρέχει στις επιχειρήσεις, για τις οποίες διεξάγει έρευνα η Επιτροπή, το δικαίωμα να αποφύγουν τις έρευνες με τη δικαιολογία ότι η έρευνα αυτή θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την απόδειξη ότι η επιχείρηση είχε παραβεί τους κανόνες ανταγωνισμού. Διαπίστωσε ότι αυτό δεν συμβαίνει (σκέψη 27).
Ακολούθως, το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν τέτοιο δικαίωμα μπορούσε να απορρέει από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίον, αναπόσπαστο μέρος των οποίων αποτελούν τα θεμελιώδη δικαιώματα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αυτό δεν συμβαίνει (σκέψεις 28 έως 31).
Τέλος, το Δικαστήριο εξέτασε «αν απορρέουν ορισμένοι περιορισμοί της εξουσίας προς διεξαγωγή ερευνών της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας από την ανάγκη που υπάρχει προς διασφάλιση των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως, που θεωρείται από το Δικαστήριο, ως θεμελιώδης αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης» (σκέψη 32) (η υπογράμμιση δική μου). Το Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι πρέπει να διαφυλάξει «την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 5, του κανονισμού 17», λόγο για τον οποίο «η Επιτροπή δικαιούται να υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά των οποίων έχει λάβει γνώση και να της προσκομίζουν, εν ανάγκη, τα σχετικά έγγραφα που κατέχουν, έστω και αν αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί, σε βάρος των ιδίων ή άλλων επιχειρήσεων, συμπεριφορά που προσβάλλει τον ελεύθερο ανταγωνισμό» (σκέψη 34). Το Δικαστήριο έκρινε, δεύτερον, ότι από την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως συνάγεται ότι «η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει στις επιχειρήσεις την υποχρέωση να δίδουν σε ερωτήσεις απαντήσεις από τις οποίες θα αποδεικνυόταν η ύπαρξη παραβάσεως, με την απόδειξη της οποίας βαρύνεται η ίδια η Επιτροπή» (σκέψη 35).
9.
Επί τη βάσει αυτών, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως προς το αν η Επιτροπή δικαιολογημένους απαίτησε από την εταιρία τις ανωτέρω πληροφορίες. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένες ερωτήσεις της Επιτροπής έθιγαν πράγματι το δικαίωμα της εταιρίας να αρνηθεί να απαντήσει, διότι η απάντηση της θα την ανάγκαζε να ομολογήσει παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (σκέψη 41). Το Δικαστήριο δεν έκρινε αξιοκατάκριτο το γεγονός ότι η Επιτροπή απαίτησε πληροφορίες για πραγματικά περιστατικά, αλλ' αντιθέτως έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να απαιτήσει να προβεί η ίδια η εταιρία, με τις απαντήσεις της στις ερωτήσεις, σε εκτίμηση, σε σχέση με τις οικείες κοινοτικές διατάξεις, πραγματικών περιστατικών για τα οποία ήταν υποχρεωμένη να δώσει πληροφορίες, αν μια τέτοια εκτίμηση θα κατέληγε σε ομολογία παραβάσεως (βλ. συναφώς, παραδείγματος χάριν, τη σκέψη 38, όπου το Δικαστήριο αναφέρει ότι οι ερωτήσεις δεν επιδέχονται μομφή όσον αφορά την επιδίωξη της Επιτροπής να λάβει «ουσιαστικές διευκρινίσεις», αυτό όμως δεν ίσχυε για τις ερωτήσεις που αφορούσαν «το σκοπό των σχετικών ενεργειών της, καθώς και το στόχο που επιδίωκε με τις πρωτοβουλίες αυτές» (σκέψη 38).
10.
Αν το Δικαστήριο έπρεπε να απαντήσει καταφατικά στο ερώτημα που του υποβλήθηκε, να κρίνει δηλαδή ότι η αρχή Orkem εφαρμόζεται επίσης σε ακρόαση μάρτυρος σε αστική υπόθεση ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, θα ήταν σημαντικό εν πάση περιπτώσει να έχει το εθνικό δικαστήριο επίγνωση του γεγονότος ότι η αρχή αποτελεί εξαίρεση στη θεμελιώδη υποχρέωση των επιχειρήσεων να παρέχουν πληροφορίες για πραγματικά περιστατικά σχετικά με την ενδεχόμενη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης και ότι στην πραγματικότητα η εξαίρεση αυτή έχει σχετικά στενό πεδίο εφαρμογής. Δεν μου φαίνεται παράλογη η σκέψη ότι, στα περισσότερα δικαιικά συστήματα, η περιορισμένη αυτή εξαίρεση θα μπορεί να τηρείται εφαρμόζοντας τους συνήθεις κανόνες περί καταθέσεως μαρτύρων, κυρίως του κανόνα που απαγορεύει την υποβολή παραπειστικών ερωτήσεων.
Ενδεχομένως, θα ήταν επίσης σημαντικό να έχει κατά νουν το εθνικό δικαστήριο ότι η ευρύτατη εφαρμογή της αρχής Orkem θα μπορεί να συνεπάγεται περιορισμό των δικαιωμάτων που χορηγούν στους ιδιώτες τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης και, κατά συνέπεια, περιορισμό της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων αυτών.
Έχοντας πάντοτε υπόψη την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως του Δικαστηρίου, θα ήταν επίσης σημαντικό να επιστήσω την προσοχή των εθνικών δικαστηρίων στο γεγονός ότι η αρχή Orkem δεν σημαίνει ότι υπάρχουν ιδιαίτερες περιστάσεις για τις οποίες δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν ερωτήσεις, αλλά σημαίνει απλώς ότι δεν επιτρέπεται να υποβάλλονται ορισμένα είδη ερωτήσεων. Επομένως, υπ' αυτήν την έννοια τεκμαίρεται ότι η αρχή Orkem, γενικώς, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τρόπο που να αποκλείει την κατάθεση μαρτύρων για ορισμένα θέματα αποδείξεως ( 2 ).
Στηρίζεται το προδικαστικό ερώτημα σε εσφαλμένη βάση;
11.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι το προδικαστικό ερώτημα ήταν άνευ αντικειμένου, διότι δεν υπάρχει γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου όπως αυτή που μνημονεύεται στο ερώτημα. Ένα από τα επιχειρήματα προς στήριξη της θέσεως της είναι ότι το αιτούν δικαστήριο έδωσε στην αρχή Orkem διαφορετικό και ευρύτερο περιεχόμενο από εκείνο που έχει. Ενδέχεται να είναι ορθή η άποψη αυτή, δεν μπορεί όμως, κατά τη γνώμη μου, να έχει άλλο αποτέλεσμα από το να υπογραμμίσει το περιορισμένο περιεχόμενο της αρχής και όχι να οδηγήσει στο να θεωρηθεί το ερώτημα ως άνευ αντικειμένου. Κατά τη γνώμη μου, η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως επί του σημείου αυτού είναι σημαντική, καταρχάς και προπάντων, προκειμένου να προσδιοριστεί αν, σύμφωνα με τον σκοπό και το περιεχόμενό της, η αρχή Orkem έχει εφαρμογή και εκτός των ορίων του τομέα στα πλαίσια του οποίου έγινε ρητώς δεκτή η ύπαρξή της.
Πρέπει η αρχή Orkem να εφαρμόζεται σε αστική υπόθεση ενώπιον εθνικού δικαστηρίου;
12.
Το προδικαστικό ερώτημα εντάσσεται στα πλαίσια αστικής δίκης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, κατά την οποία θα πρέπει να κριθεί αν οι απευθείας ισχύουσες απαγορεύσεις που περιέχονται στα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης μπορούν να εφαρμοστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Βεβαίως, ως αφετηρία πρέπει να θεωρηθεί η αρχή ότι το εθνικό δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση σύμφωνα με τους γενικούς δικονομικούς κανόνες που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, μεταξύ των οποίων και οι εθνικοί κανόνες που ορίζουν ποιος υποχρεούται να καταθέσει και πώς πρέπει να διεξάγεται η κατάθεση μαρτύρων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για το ερώτημα αν οι διάδικοι-μάρτυρες σε δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μπορούν να επικαλεστούν περιορισμό της υποχρεώσεως των επιχειρήσεων να παρέχουν πληροφορίες στην Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 17, προκειμένου να αποφύγουν να απαντήσουν σε ερωτήσεις της ιδίας φύσεως με εκείνες ως προς τις οποίες απαλλάσσονται της υποχρεώσεως που υπέχουν έναντι της Επιτροπής να απαντήσουν.
13.
Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι αν μια αρχή του κοινοτικού δικαίου της οποίας η ύπαρξη καθιερώθηκε στα πλαίσια διοικητικής διαδικασίας του ιδίου του κοινοτικού συστήματος και η οποία περιορίζει το δικαίωμα κοινοτικού οργάνου να απαιτεί ορισμένες πληροφορίες από επιχειρήσεις πρέπει να εφαρμοστεί σε άλλο είδος διαδικασίας και ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, με το αιτιολογικό ότι, και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για διαδικασίες που αφορούν την εφαρμογή διατάξεων της Συνθήκης που έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
14.
Η καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα δεν προϋποθέτει μόνον ότι, λόγω του σκοπού και του περιεχομένου της, η αρχή Orkem έχει εφαρμογή και πέρα από τα όρια του τομέα για τον οποίο ρητώς διαπιστώθηκε η ύπαρξη της, αλλά και ότι μια τέτοια αρχή του κοινοτικού δικαίου έχει άμεσο αποτέλεσμα στα εθνικά δικαιικά συστήματα, με συνέπεια τα εθνικά δικαστήρια να υποχρεούνται να την εφαρμόζουν.
15.
Η Postbank και η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα, ενώ η Επιτροπή, η Ιταλική και η Βρετανική Κυβέρνηση προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση -η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι, λόγω του σκοπού και του περιεχομένου της, η αρχή Orkem δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε μια υπόθεση όπως η παρούσα, ενώ η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται επιπλέον ότι μια τέτοια κοινοτική αρχή δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα στα εθνικά δικαιικά συστήματα.
16.
Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί αν μια αρνητική απάντηση θα πρέπει ήδη να προκύπτει από το γεγονός ότι η αρχή Orkem δεν έχει εφαρμογή πέραν των ορίων του τομέα για τον οποίο το Δικαστήριο ρητώς διαπίστωσε την ισχύ της.
Είναι εύλογο να υποστηριχθεί ότι, στην απόφαση Orkem, το Δικαστήριο επέμεινε στις ειδικές περιστάσεις που περιβάλλουν τη διεξαγωγή μιας έρευνας από την Επιτροπή βάσει του κανονισμού 17 και ότι υπάρχουν πολλές διαφορές μεταξύ των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως Orkem και εκείνων μιας διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας γίνεται επίκληση των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης από μια επιχείρηση κατά άλλης επιχειρήσεως.
17.
Είναι αληθές ότι -όπως ισχυρίζονται η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση -το Δικαστήριο πιθανώς προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο κανονισμός 17 παρέχει, ως προς τη διεξαγωγή ερευνών, πολύ ευρείες εξουσίες στην Επιτροπή και, επομένως, είναι θεμιτό να χορηγηθεί στις επιχειρήσεις ειδική προστασία όσον αφορά τις σχέσεις τους με την Επιτροπή: πρβλ. συναφώς το γεγονός ότι στη σκέψη 35 το Δικαστήριο συνέδεσε το βάρος αποδείξεως που φέρει η Επιτροπή με τον περιορισμό της υποχρεώσεως της επιχειρήσεως να απαντά στις ερωτήσεις της Επιτροπής. Είναι δυνατόν ενδεχομένως, όπως έπραξε η Επιτροπή, να γίνει επίκληση του επιχειρήματος αυτού προς στήριξη της απόψεως ότι δεν υπάρχει λόγος να δοθεί ειδική προστασία σε επιχείρηση από την οποία ζητούνται πληροφορίες στα πλαίσια αστικής υποθέσεως, όπου ο δικαστής παίζει πιο «παθητικό» ρόλο.
18.
Είναι επίσης ακριβές -όπως υπογραμμίζει προπάντων η Επιτροπή - ότι οι ερωτήσεις βάσει του κανονισμού 17 υποβάλλονται εγγράφως στις επιχειρήσεις ως τέτοιες, πράγμα που σημαίνει ότι υποχρέωση απαντήσεως υπέχουν τα πρόσωπα που, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 4, πρέπει να απαντήσουν επ' ονόματι της επιχειρήσεως, ενώ σε διαδικασία όπως αυτή στην προκειμένη περίπτωση οι ερωτήσεις υποβάλλονται προφορικά σε συνεργάτες της επιχειρήσεως οι οποίοι, παρά την υψηλή θέση τους, δεν είναι αναγκαίως εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν την επιχείρηση.
19.
Οι διαφορές αυτές όμως δεν είναι αναγκαίως κρίσιμες υπό την έννοια ότι αποκλείουν την εφαρμογή της αρχής Orkem σε διαδικασία όπως η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση. Δεν βλέπω για ποιο λόγο οι ανωτέρω εκτεθείσες διαφορές θα έπρεπε να έχουν ως συνέπεια την ισχύ της αρχής Orkem μόνον στα πλαίσια ερευνών της Επιτροπής βάσει του κανονισμού 17. Υπάρχει επίσης «υποχρέωση μαρτυρίας» και εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 17, η δε υποχρέωση αυτή δεν είναι ούτε μικρότερης εκτάσεως ούτε υπόκειται σε λιγότερο αυστηρές κυρώσεις και δεν είναι πρόδηλο ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να τυγχάνουν μεγαλύτερης προστασίας, οσάκις απαντούν σε γραπτές ερωτήσεις, σε σχέση με τους συνεργάτες επιχειρήσεων, οσάκις αυτοί απαντούν σε προφορικές ερωτήσεις.
Συναφώς, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την αρχή Orkem από την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως, η οποία αποτελεί μια από τις άγραφες γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και της οποίας ο θεμελιώδης χαρακτήρας υπογραμμίστηκε ρητώς από το Δικαστήριο με την απόφαση του.
20.
Κατά τη γνώμη μου, δεν θα ήταν ορθό να αναγνωριστεί, βάσει απλώς αυτών των διαφορών, ότι η αρχή Orkem δεν πρέπει να έχει εφαρμογή. Θα αντεδείκνυτο να δώσει εδώ έμμεσα το Δικαστήριο την εντύπωση ότι φρονεί ότι η αρχή δε πρέπει να έχει εφαρμογή, οσάκις πρόκειται για κατάθεση μαρτύρων στα πλαίσια αστικών δικών. Δύσκολα μπορεί να αποκλειστεί παντελώς ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων, παραδείγματος χάριν σε υπόθεση βάσει ρήτρας διαιτησίας κατ' εφαρμο-γήν του άρθρου 181 της Συνθήκης, το ζήτημα της εφαρμογής της αρχής Orkem μπορεί να τεθεί και δεν είναι δυνατόν, κατά τη γνώμη μου, να αποκλειστεί εκ των προτέρων ότι τα κοινοτικά δικαστήρια μπορούν να κρίνουν ότι αντίκειται στην αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως η υποχρέωση των κατηγορουμένων να απαντούν σε ερωτήσεις ανάλογες με εκείνες που η Επιτροπή δεν δικαιούται να υποβάλλει στα πλαίσια διαδικασίας βάσει του κανονισμού 17.
21.
Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι από το κοινοτικό δίκαιο προκύπτει ότι η αρχή Orkem πρέπει να εφαρμόζεται από τα εθνικά δικαστήρια.
22.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια πρέπει αυτομάτως να εφαρμόζουν τις άγραφες γενικές αρχές που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού δικαίου, οσάκις εφαρμόζουν άμεσα ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες.
Ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν συνάγεται γενική υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν δικονομικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, οσάκις εφαρμόζουν άμεσα ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες.
Συνήθης αφετηρία είναι η αρχή ότι οι απευθείας ισχύοντες ουσιαστικοί κοινοτικοί κανόνες εφαρμόζονται και διασφαλίζεται η τήρηση τους από τις εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια σύμφωνα με τους διοικητικούς και δικονομικούς κανόνες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Κατά τη γνώμη μου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για τις εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν ειδικές αρχές του διοικητικού και δικονομικού δικαίου που ισχύουν στο κοινοτικό δίκαιο παρά μόνον αν υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι προς τούτο.
Έτσι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εμπίπτει, ελλείψει σχετικών κοινοτικών κανόνων, η ρύθμιση των διαδικαστικών προϋποθέσεων όσον αφορά αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας με τις οποίες αποσκοπείται η διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου (...)» ( 3 ). Αυτή η διαπίστωση της αρχής συμπληρώνεται από τον γενικό όρο που θέτει το κοινοτικό δίκαιο ως προς το περιεχόμενο των εθνικών δικονομικών κανόνων, ήτοι κανονικά εφόσον οι εθνικές διαδικαστικές προϋποθέσεις «δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από ό,τι αυτές που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις οι οποίες στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται από την κοινοτική έννομη τάξη».
23.
Η αρχή αυτή, η οποία ισχύει σε διαδικασίες όπου μια επιχείρηση επιδιώκει στα πλαίσια του εθνικού δικαιικού συστήματος να διασφαλίσει τη τήρηση των δικαιωμάτων που της παρέχει το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να εφαρμόζεται τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό, οσάκις μια επιχείρηση επικαλείται άγραφη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να επιτύχει την προστασία του δικαιώματος της για «δίκαιη» μεταχείριση της σε μια διαδικασία στα πλαίσια της οποίας αντιτάσσεται στην επιχείρηση μια υποχρέωση που υπέχει από κοινοτικό κανόνα.
24.
Η νομολογία του Δικαστηρίου δείχνει ότι μπορεί να υπάρχουν εκδοχές του κοινοτικού δικαίου άλλες από τις προαναφερθείσες που συνηγορούν υπέρ της μη εφαρμογής της βασικής αρχής. Η σημαντικότερη από αυτές είναι αναμφισβήτητα ότι, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να απαιτείται η τήρηση των άγραφων γενικών αρχών του δικαίου αυτού, οσάκις οι εθνικές αρχές θέτουν σε εφαρμογή ή εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο κατ' άλλο τρόπο. Ένα παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, αποτελεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως και η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, όπως τη διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση του Heylens ( 4 ).
25.
Το αποφασιστικό στοιχείο προκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα είναι επομένως αν απόψεις που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο συνηγορούν υπέρ της εφαρμογής της αρχής Orkem, από τα εθνικά δικαστήρια, οσάκις ασχολούνται με υποθέσεις σχετικές με τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης.
31.
Εντούτοις, υπάρχουν πολλοί λόγοι πιο συγκεκριμένοι που δείχνουν, κατά τη γνώμη μου, ότι η ανάγκη αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει στο να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
32.
Πρέπει, πρώτον, να μη λησμονείται ότι μια τέτοια λύση θα είχε σημαντικές συνέπειες. Αυτό θα υποχρέωνε να εξεταστεί αν άλλοι κανόνες που εφαρμόζονται στα μέτρα έρευνας της Επιτροπής πρέπει επίσης να εφαρμόζονται από τα εθνικά δικαστήρια, οσάκις ασχολούνται με υποθέσεις παραβάσεως των άρθρων 85 και 86.
33.
Δεύτερον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν στηρίζεται στην υπόθεση ότι τα άρθρα 85 και 86 πρέπει να εφαρμόζονται και να διασφαλίζεται η τήρηση τους στα κράτη μέλη σύμφωνα με τους ίδιους διοικητικούς και αστικούς δικονομικούς κανόνες με εκείνους που ισχύουν όσον αφορά την εξέταση των υποθέσεων από την Επιτροπή.
Έτσι, με την απόφαση στην υπόθεση των «ισπανικών τραπεζών» ( 5 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι «ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζουν τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 85, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης, οι εθνικές αρχές καλούνται να τις εφαρμόσουν σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες» (σκέψη 32). Και με την απόφαση Hoechst ( 6 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι, οσάκις η Επιτροπή προτίθεται να εφαρμόσει, με τη συνεργασία των εθνικών αρχών, μέτρα ελέγχου χωρίς τη συνεργασία των οικείων επιχειρήσεων, «υποχρεούται να σεβαστεί τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει προς τούτο το εθνικό δίκαιο» (σκέψη 34), πράγμα που καταλήγει αναγκαστικά στην αναγνώριση ότι τα μέτρα ελέγχου της Επιτροπής δεν μπορούν να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.
34.
Τρίτον, η υποχρέωση τηρήσεως της αρχής Orkem σε όλα τα κράτη μέλη θα απείχε πολύ από το να οδηγήσει σε ομοιόμορφη δικονομική μεταχείριση των υποθέσεων που έχουν σχέση με τους κανόνες ανταγωνισμού της Κοινότητας στα κράτη αυτά. Θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν διαφορές σε όλα τα σημεία για τα οποία δεν υπάρχουν γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου που θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών. Σ' αυτό προστίθεται ότι θα μπορούν να διαπιστωθούν διαφορές, ακόμη και στο πεδίο της αρχής Orkem, διότι είναι δυσχερώς νοητό να συνάγεται από την εφαρμογή της αρχής αυτής στην εθνική έννομη τάξη η συνέπεια ότι τα εθνικά δικαστήρια θα είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν την αρχή αυτή σε περιπτώσεις που οι υφιστάμενοι εθνικοί κανόνες παρέχουν στους μάρτυρες μεγαλύτερη προστασία από εκείνη που τους παρέχει η αρχή Orkem.
35.
Τέταρτον, η υποχρέωση εφαρμογής της αρχής Orkem θα μπορούσε να καταλήξει στο να εμποδίζεται το εθνικό δικαστήριο, σε υπόθεση σχετική με παράβαση τόσο των εθνικών όσο και των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, να υποβάλλει ερωτήσεις που θα μπορούσε να θέσει νομίμως κατά το εθνικό δίκαιο, πράγμα που θα καθιστούσε δυσχερή την τήρηση των εθνικών κανόνων ανταγωνισμού (και δη, ενδεχομένως, αντιθέτως προς τη βούληση του εθνικού νομοθέτη). Εξάλλου, αν έπρεπε να εφαρμοστεί η αρχή Orkem, θα ανέκυπτε επίσης το ζήτημα αν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής μόνον σε υποθέσεις σχετικές με τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης, εφόσον ο ενδιαφερόμενος μάρτυρας-διάδικος θα ισχυριζόταν ότι μια απάντηση στην ερώτηση θα οδηγούσε στην ομολογία παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης.
36.
Η καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα δεν μπορεί επίσης να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι η αρχή Orkem θα εμπόδιζε την Επιτροπή να λάβει, μέσω των καταθέσεων μαρτύρων σε αστικές υποθέσεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, «πληροφορίες στις οποίες δεν έχει άμεση πρόσβαση»-όπως παρατηρεί η Postbank-δηλαδή την ομολογία επιχειρήσεως ότι παρέβη τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού.
37.
Είναι ακριβές ότι το προδικαστικό ερώτημα στηρίζεται στη σκέψη ότι ένας μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μπορεί να υποχρεωθεί να απαντήσει σε ερώτηση ομολογώντας ότι παρέβη τους κανόνες ανταγωνισμού της Κοινότητας και ότι η Επιτροπή μπορεί, κατ' αυτόν τον τρόπο, να πληροφορηθεί κάτι που δεν μπόρεσε να μάθει μέσω των εξουσιών έρευνας που της παρέχει ο κανονισμός 17.
38.
Εξαιρουμένου όμως του προπαρατεθέ-ντος τεκμηρίου, διότι πρόκειται πιθανώς για σκέψη θεωρητικού μάλλον παρά πρακτικού χαρακτήρα, δεν νομίζω ότι πρέπει να προσδώσουμε στο στοιχείο αυτό αποφασιστική σημασία.
39.
Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η προεκτεθείσα συνέπεια μιας αρνητικής απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει αναποφεύκτως από το γεγονός ότι η Συνθήκη ανέθεσε τη μέριμνα τηρήσεως των περί ανταγωνισμού κανόνων της, αφενός, στην Επιτροπή, η οποία ενεργεί βάσει των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, και, αφετέρου, στα εθνικά δικαστήρια που επιλύουν διαφορές βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων.
40.
Είναι επίσης δυνατόν - και αυτό μου φαίνεται εκ πρώτης όψεως πιο πιθανό -ότι η συνέπεια αυτή μπορεί και πρέπει να αποφευχθεί με μέσα άλλα από την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ακολουθούν την αρχή Orkem. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ορθώς επικαλέστηκε τη σπουδαιότητα που μπορεί να έχει για το ζήτημα αυτό η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση των ισπανικών τραπεζών. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι «τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που τους αναγνωρίζεται για την εφαρμογή των εθνικών και κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού, δεν μπορούν να χρησιμοποιούν ως αποδεικτικά μέσα τις μη δημοσιευθείσες πληροφορίες που περιέχονται στις απαντήσεις σε αιτήσεις πληροφοριών που απευθύνονται στις επιχειρήσεις κατ' εφαρμογή του άρθρου ] 1 του κανονισμού 17 ούτε τις πληροφορίες που περιέχονται στις αιτήσεις και κοινοποιήσεις οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 2, 4 και 5 του κανονισμού 17» ( 7 ). Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής συνηγόρησε υπέρ της δυνατότητας της Επιτροπής να εφαρμόζει ενδεχομένως την αρχή σε περίπτωση που ανακαλύφθηκαν «πληροφορίες» στα πλαίσια διαδικασιών ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, αντιθέτως προς την αρχή Orkem. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν πολλοί λόγοι να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή θα εμποδίζεται στην πραγματικότητα, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, να χρησιμοποιήσει τις «πληροφορίες» που ανακάλυψε σε εθνικές διαδικασίες βάσει των ερωτήσεων που δεν της επιτρέπεται να υποβάλει στα πλαίσια των δικών της ερευνών.
41.
Δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι, στην υπόθεση των ισπανικών τραπεζών, η απόφαση αφορούσε την «αντίστροφη» περίπτωση από εκείνη που μας απασχολεί εδώ και ότι το αποτέλεσμα στηριζόταν σε ορισμένο βαθμό σε ρητούς κανόνες του κανονισμού 17.
Μου φαίνεται επίσης ότι το εδώ συζητούμενο πρόβλημα είναι ζήτημα αρχής τόσο σημαντικό που δεν πρέπει να επιλυθεί κατά τρόπο οριστικό στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, διότι συζητήθηκε ελάχιστα στα πλαίσια των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο.
42.
Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι εξάλλου αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο οριστικά για το ζήτημα αυτό στην παρούσα υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου, μπορεί πράγματι να διαπιστωθεί ότι η λύση αυτού του προβλήματος δεν είναι καθοριστική προκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Φρονώ ότι εν πάση περιπτώσει πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα ότι η αρχή Orkem δεν πρέπει να εφαρμόζεται στα πλαίσια αστικής υποθέσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Καμιά υποχρέωση από το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει σε εθνικό δικαστήριο να τηρεί, άμεσα ή έμμεσα, την αρχή αυτή, την ύπαρξη της οποίας διαπίστωσε το Δικαστήριο όσον αφορά τα μέτρα έρευνας της Επιτροπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 17.
43.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
«Εθνικό δικαστήριο που πρέπει να αποφανθεί επί αιτήσεως προηγουμένης ακροάσεως μαρτύρων στα πλαίσια αστικής δίκης δεν υποχρεούται κατά το κοινοτικό δίκαιο να εφαρμόζει την αρχή σύμφωνα με την οποία μια επιχείρηση δεν υποχρεούται να απαντά σε ερωτήσεις, οσάκις η απάντηση της θα περιείχε ομολογία παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1989 στην υπόθεση 374/87, Orkem κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3283). Το Δικαστήριο εξέδωσε συγχρόνως ανάλογη απόφαση στην υπόθεση 27/88, Solvay (Συλλογή 1989, ο. 3355, συνοπτική δημοσίευση).
( 2 ) Στη Διάταξη περί παραπομπής, διευκρινίζεται, ότι το προδικαστικό ερώτημα θα παράσχει, τη δυνατότητα να προσδιοριστεί αν είναι, δυνατι'] η ακρόαση μαρτύρων
«που έχει ως αντικείμενο την απόδειξη των εξής στοιχείων:
(...)
γ. Η προμήθεια των 0.45 HFL δεν στηρίζεται, σε κανένα υπολογισμό (βάσει των κανόνων της οικονομικής της επιχειρήσεως) που θα επέτρεπε στην Postbank να αποτιμήσει, tu έξοδα που η επεξεργασία των εντύπων εντολής πληρωμής συνεπάγεται, γι' αυτήν.
δ. Η προμήθεια που επέβαλε η Postbank καθορίστηκε κατόπιν διατραπεζικής συμφωνίας, συμφωνα με τους όρους της οποίας οι τράπεζες συναποδέχθηκαν να χρεώνουν 0.30 HFL για την αμοιβαία επεξεργασία των αντίστοιχων εντύπων εντολής πληρωμής εκάστης τραπέζης,
ε. Η Postbank συμβουλεύθηκε άλλες τράπεζες ως προς την επιβολή προμήθειας για την επεξεργασία εντύπων εντολής πληρωμής, εκτός εάν πρόκειται για σιωπηρή συμφωνία eni-βάλλουσα την εν λόγω προμήθεια των 0,30 HFL οτην οποία θα προσετίθετο ένα μικρό περιθώριο κέρδους.»
Στη Διάταξη περί παραπομπής, το Arrondissementsrechtbank ανέφερε ότι, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα, θα έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να απορρίψει, την αίτηση ακροάσεως μαρτύρων επί των τριών αυτών θεμάτων. Η Postbank, η οποία αμφισβητεί ότι. παρέβη τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης, συμμερίζεται, την άποψη αυτή. Μια τέτοια συνέπεια, σε περίπτωση τυχόν καταφατικής απαντήσεως οτο προδικαστικό ερώτημα, δεν μου φαίνεται προδήλως ορθή.
( 3 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-208/90, Emmott, σκέψη 16 (Συλλογή 1991, ο. I-4269).
( 4 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 222/86, UNECTEF κατά Heylens (Συλλογή 1987, σ. 4097). Βλ. επίσης την απαίτηση δικαστικού ελέγχου στην απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1986 στην υπόθεση 222/84. Johnsion (Συλλογή 1986, ο. 1651).
( 5 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-67/91, Dirección General de Defensa de la Competencia κατά Asociación Española de Banca Privada κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. ).
( 6 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1989 στις συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 46/87 και. 227/88, Hoechst κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, ο. 2859).
( 7 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-67/91, Dirección General de Defensa de la Competencia κατά Asociación Española de Banca Privada κ.λπ. (Συλλογή 1992. o. ).
Full & Egal Universal Law Academy