Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Cour de cassation του Βελγίου έχει ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, παράγραφος 1, 46 και 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [όπως περιέχεται κωδικοποιημένος στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός].
2. Ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης, Raffaele Levatino, είναι ο γιος της αποβιώσασας Caterina Milazzo. Τα πραγματικά περιστατικά δεν εκτίθενται επαρκώς από το αιτούν δικαστήριο, αλλά, όπως φαίνεται, η Milazzo, Ιταλίδα υπήκοος κατοικούσα στο Βέλγιο, εδικαιούτο βελγικής συντάξεως γήρατος μισθωτού εργαζομένου από 1ης Οκτωβρίου 1967 και ιταλικής συντάξεως γήρατος από 1ης Νοεμβρίου 1967. Το 1972 η Milazzo ζήτησε να της χορηγηθεί το εγγυημένο εισόδημα που προβλέπεται από τον βελγικό νόμο της 1ης Απριλίου 1969. Σκοπός του νόμου αυτού είναι να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο εισόδημα σε ηλικιωμένα πρόσωπα που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους. Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, η χορήγηση του εγγυημένου εισοδήματος συναρτάται προς τους πόρους του ενδιαφερομένου και δεν εξαρτάται από τη συμπλήρωση ορισμένης περιόδου ασφαλίσεως από τον αιτούντα. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 προβλέπεται ότι το εγγυημένο εισόδημα χορηγείται μόνο κατόπιν εξετάσεως των πόρων του αιτούντος και ότι, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, λαμβάνεται υπόψη προς τούτο οποιοδήποτε άλλο εισόδημα του αιτούντος και του ή της συζύγου του, ανεξαρτήτως φύσεως και προελεύσεως. Στο άρθρο 10 προβλέπεται ότι το ποσό του εγγυημένου εισοδήματος μειώνεται κατά το ποσό οιασδήποτε συντάξεως γήρατος ή επιζώντων ή άλλης χρηματικής παροχής που ο αιτών ή ο ή η σύζυγός του λαμβάνει στο πλαίσιο βελγικού ή αλλοδαπού υποχρεωτικού συστήματος συντάξεων.
3. Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1975, ο αρμόδιος βελγικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως (το office national des pensions pour travailleurs salaries, στο εξής: ΟΝΡTS) απέρριψε την αίτηση της Milazzo για χορήγηση του εγγυημένου εισοδήματος, με την αιτιολογία ότι ήταν υπήκοος κράτους με το οποίο το Βέλγιο δεν είχε συνάψει συμφωνία αμοιβαιότητας, όπως απαιτεί ο νόμος της 1ης Απριλίου 1969. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το tribunal du travail της Λιέγης με απόφασή του της 23ης Σεπτεμβρίου 1975. Το tribunal du travail βασίστηκε κυρίως στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της υποθέσεως 1/72, Frilli κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 59). Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο δέχθηκε, σε σχέση με τον ίδιο νόμο, ότι το εγγυημένο εισόδημα που χορηγείται από τη γενικής ισχύος νομοθεσία κράτους μέλους συνιστά, ως προς τον διακινούμενο εργαζόμενο που δικαιούται συντάξεως στο εν λόγω κράτος μέλος, "παροχή γήρατος" κατά την έννοια του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1958, τον οποίο διαδέχθηκε ο κανονισμός 1408/71, και ότι, κατά συνέπεια, η χορήγηση μιας τέτοιας παροχής σε αλλοδαπό εργαζόμενο δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από την ύπαρξη συμφωνίας περί αμοιβαιότητας με το κράτος μέλος του οποίου ο εργαζόμενος είναι υπήκοος.
4. Συμμορφούμενο προς την απόφαση του tribunal du travail, το ΟNPTS κατέβαλε στη Milazzo το εγγυημένο εισόδημα από 1ης Ιανουαρίου 1973. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου της 1ης Απριλίου 1969, το ποσό του εγγυημένου εισοδήματος υπολογίστηκε λαμβανομένου υπόψη του ποσού των συντάξεων γήρατος που εδικαιούτο η Milazzo. Το ποσό του εγγυημένου εισοδήματος που της χορηγήθηκε ανερχόταν αρχικά σε 20 679 βελγικά φράγκα (BFR) ετησίως. Ορίστηκε σε 34 160 BFR ετησίως την 1η Ιουλίου 1973 και στη συνέχεια αυξήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της βελγικής νομοθεσίας, όπως εμφαίνεται στους λεπτομερείς υπολογισμούς που υπέβαλε το office national des pensions (που διαδέχθηκε το ONPTS, στο εξής: ΟΝΡ) προς απάντηση σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου. Από τους υπολογισμούς αυτούς αποδεικνύεται επίσης ότι, όπως δήλωσε το ΟΝΡ με τις γραπτές παρατηρήσεις του και σε αντίθεση προς ορισμένες επισημάνσεις που περιέχονται στις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, η Milazzo ελάμβανε πράγματι βελγική σύνταξη.
5. Κατόπιν αυξήσεως της ιταλικής συντάξεως της Milazzo, οφειλομένης σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή, το ONPTS αποφάσισε να προβεί σε νέο υπολογισμό του ποσού του εγγυημένου εισοδήματός της. Με απόφαση που της κοινοποιήθηκε στις 6 Μαρτίου 1984, η Milazzo πληροφορήθηκε ότι από τον Απρίλιο 1984 το εγγυημένο εισόδημά της επρόκειτο να μειωθεί κατά 4 818 BFR μηνιαίως αξίζει να σημειωθεί ότι η σημαντική αυτή μείωση οφείλετο σε μία ασυνήθως μεγάλη αύξηση της ιταλικής συντάξεώς της, η οποία με τη σειρά της οφείλετο προφανώς στην εφαρμογή των ιταλικών διατάξεων περί τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Η απόφαση του ONPTS για μείωση του εγγυημένου εισοδήματος της Milazzo ακυρώθηκε μετά από δίκη που κινήθηκε από τη Milazzo ενώπιον του tribunal du travail της Λιέγης και συνεχίστηκε από τον αναιρεσίβλητο μετά τον θάνατό της. Η απόφαση του tribunal du travail επικυρώθηκε κατ' ουσία από το cour du travail της Λιέγης, με την απόφαση που εξέδωσε το δικαστήριο αυτό στις 3 Φεβρουαρίου 1989. Με την απόφαση αυτή, το cour du travail υποχρέωσε το ONPTS να καταβάλει και να αναπροσαρμόσει τιμαριθμικά το εγγυημένο εισόδημα σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού χωρίς να λάβει υπόψη τις προσαρμογές της ιταλικής συντάξεως τις οφειλόμενες στις διακυμάνσεις του κόστους ζωής. Με το σκεπτικό αυτό, υποχρέωσε το ONPTS να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο αναδρομικά τα καθυστερούμενα ποσά του εγγυημένου εισοδήματος για το διάστημα μεταξύ 1ης Απριλίου 1984 και 26ης Αυγούστου 1984, ημερομηνία θανάτου της Milazzo. Το ΟΝΡ άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του cour du travail ενώπιον του Cour de cassation, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο ερώτημα:
"'Εχουν τα άρθρα 46 και 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως αφενός παροχής γήρατος που έχει εκκαθαριστεί δυνάμει της νομοθεσίας ορισμένου κράτους μέλους και αφετέρου παροχής που είναι συμπληρωματική σε σχέση με παροχή γήρατος μισθωτού εργαζομένου και που εξασφαλίζει στα ηλικιωμένα άτομα εισόδημα ανεξάρτητο της διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως και έχει εκκαθαριστεί δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, έστω και αν η εν λόγω εφαρμογή ενδέχεται να ευνοήσει τον διακινούμενο εργαζόμενο σε σχέση με τον εργαζόμενο που δεν έχει την ιδιότητα αυτή, ενόψει του ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού προβλέπει την ίση μεταχείριση όλων των υπηκόων των κρατών μελών;"
6. Πρέπει να σημειωθεί ότι το εφαρμοστέο κατά τον κρίσιμο χρόνο κείμενο του κανονισμού ήταν το κείμενο που περιέχεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983. Οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις του κανονισμού και, ιδίως, οι ουσιώδεις τροποποιήσεις που επέφεραν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1247/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ 1992, L 136, σ. 1), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1992, και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ 1992, L 136, σ. 7), που επίσης τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1992, δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση.
7. Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζονται τα εξής:
"Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ιδίους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού."
8. Τα άρθρα 46 και 51 υπάγονται στο κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού, το οποίο περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικές με τις συντάξεις γήρατος και θανάτου (άρθρα 44 έως 51). Το άρθρο 44 περιέχει τις γενικές διατάξεις περί χορηγήσεως παροχών στην περίπτωση που μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος έχει υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 44 ορίζουν τα εξής:
"1. Τα δικαιώματα παροχών μισθωτού ή μη μισθωτού ο οποίος έχει υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών (...) καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
2. (...) όταν ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποβάλλει αίτηση εκκαθαρίσεως παροχών, λαμβάνονται υπόψη για τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των παροχών αυτών όλες οι νομοθεσίες που ίσχυσαν για τον εν λόγω μισθωτό ή μη μισθωτό. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό γίνεται αν ο ενδιαφερόμενος ζητήσει ρητά την αναβολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος που θα ελάμβανε δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών."
Το άρθρο 45, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
"Ο φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτό".
9. Το άρθρο 46 θεσπίζει τους κανόνες για τον υπολογισμό των παροχών. Στο άρθρο 46, παράγραφος 1, προβλέπεται ότι, οσάκις ο αιτών πληροί τις απαιτούμενες κατά το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος επί των παροχών χωρίς να χρειάζεται να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν συμπληρωθεί από τον αιτούντα υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους μέλους οφείλει να υπολογίσει το ποσό της παροχής σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας. Ο φορέας αυτός οφείλει επίσης να υπολογίσει το ποσό της παροχής που θα προέκυπτε από την εφαρμογή των αρχών του συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού, οι οποίες καθιερώνονται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχεία α' και β'. Από τα υπολογιζόμενα κατά τον τρόπο αυτό δύο ποσά, μόνο το μεγαλύτερο λαμβάνεται υπόψη.
10. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 και του άρθρου 46 ορίζουν τα εξής:
"2. Ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα κράτη μέλη στη νομοθεσία των οποίων έχει υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός εφαρμόζει τους ακόλουθους κανόνες, εφόσον οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος επί των παροχών δεν πληρούνται παρά μόνον αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 45 (...):
α) Ο φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα ηδύνατο να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, αν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός είχαν πραγματοποιηθεί στο οικείο κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον εν λόγω φορέα κατά την ημερομηνία εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο της διαρκείας των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στην παρούσα περίπτωση
β) ο φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ' αναλογία προς τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν προ της επελεύσεως του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν προ της επελεύσεως του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των εμπλεκομένων κρατών μελών
(...)
3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται το συνολικό ποσό των παροχών που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, με ανώτατο όριο το μεγαλύτερο απο τα θεωρητικά ποσά παροχών που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2, περίπτωση α'.
Εφόσον το ποσό που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει το όριο, κάθε φορέας που εφαρμόζει την παράγραφο 1 προσαρμόζει την παροχή του στο ποσό που αντιστοιχεί στη σχέση μεταξύ του ποσού της εν λόγω παροχής και του συνολικού ποσού των παροχών που προσδιορίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1."
11. Τέλος, το άρθρο 51 ορίζει τα εξής:
"1. Αν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμοστεί απευθείας στις παροχές που καθορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
2. Αντιθέτως, σε περίπτωση τροποποιήσεως του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46."
12. Με το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο τίθενται κατ' ουσία δύο αυτοτελή ερωτήματα. Πρώτον, τίθεται το ζήτημα αν μια παροχή όπως το εγγυημένο εισόδημα που προβλέπεται από τον νόμο της 1ης Απριλίου 1969 εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 46 και 51 του κανονισμού. Δεύτερον, τίθεται το ζήτημα αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το άρθρο 51 έχει ως αποτέλεσμα ότι το εγγυημένο εισόδημα που καταβάλλεται σε πρόσωπο το οποίο δικαιούται συντάξεως και από άλλο κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να μειώνεται λόγω των αυξήσεων της άλλης αυτής συντάξεως που οφείλονται σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή, ακόμη και αν αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε ευνοϊκότερη μεταχείριση του διακινουμένου εργαζομένου έναντι του μη διακινουμένου. Στη συνέχεια θα εξεταστούν διαδοχικά τα δύο αυτά ζητήματα.
13. 'Οσον αφορά το πρώτο ζήτημα, το ΟΝΡ υποστηρίζει ότι, με την απόφασή του επί της υποθέσεως Frilli κατά Βελγίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εγγυημένο εισόδημα συνιστά παροχή γήρατος μόνο καθόσον αφορά τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς του. Κατά το ΟΝΡ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεώρησε ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού εφαρμόζονται επί του εγγυημένου εισοδήματος. Το ΟΝΡ ισχυρίζεται ότι η μέθοδος υπολογισμού του εγγυημένου εισοδήματος, όπως προβλέπεται στον νόμο της 1ης Απριλίου 1969, δεν συμβιβάζεται με το σύστημα συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού που προβλέπεται στο κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού. Κατά την άποψή του, οι διατάξεις του εν λόγω κεφαλαίου θέτουν κανόνες για την κτήση του δικαιώματος επί συντάξεως γήρατος, οσάκις το ποσό της συντάξεως αυτής εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχει συμπληρώσει ο αιτών υπό τη νομοθεσία περισσοτέρων από ένα κρατών μελών ή οσάκις ο ενδιαφερόμενος έχει υπαχθεί διαδοχικώς ή κατά καιρούς στη νομοθεσία περισσοτέρων από ένα κρατών μελών. Αντίθετα, στο πλαίσιο του νόμου της 1ης Απριλίου 1969, το δικαίωμα επί του εγγυημένου εισοδήματος δεν εξαρτάται από τη συμπλήρωση συγκεκριμένης περιόδου ασφαλίσεως ή κατοικίας αλλά μόνο από τους πόρους του ενδιαφερομένου. Το ΟΝΡ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παροχή του εγγυημένου εισοδήματος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 46. Δεδομένου ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, εφαρμόζεται μόνον επί των παροχών που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, συνάγεται κατ' ανάγκη, κατά το ΟΝΡ, ότι το εν λόγω άρθρο δεν εφαρμόζεται ως προς το εγγυημένο εισόδημα.
14. Κατά την άποψή μου, τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι πειστικά. Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο προσδιορίζει τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός, οι παροχές γήρατος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεών του (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ'). Το άρθρο 4, παράγραφος 2, ορίζει ότι ο κανονισμός ισχύει για όλα τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, είτε συναρτώνται προς εισφορές είτε όχι. Αντίθετα, ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται ως προς την κοινωνική πρόνοια (άρθρο 4, παράγραφος 4). 'Οπως προαναφέρθηκε, με την απόφασή του επί της υποθέσεως Frilli κατά Βελγίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εγγυημένο εισόδημα, το οποίο αποτελεί μη συναρτώμενη προς εισφορές παροχή μικτού χαρακτήρα (ήτοι παροχή με χαρακτηριστικά τόσο κοινωνικής ασφαλίσεως όσο και κοινωνικής προνοίας), αποτελεί παροχή γήρατος κατά την έννοια του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, που αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1408/71. Το σημείο 1 του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως έχει ως εξής:
"Το 'εγγυημένο εισόδημα' που προβλέπεται από τη γενική νομοθεσία κράτους μέλους και παρέχει σε ηλικιωμένα άτομα που κατοικούν στο εν λόγω κράτος δικαίωμα για λήψη κατωτάτης συντάξεως πρέπει να θεωρείται, όσον αφορά μισθωτούς (...) εργαζομένους κατά την έννοια του κανονισμού 3 που έχουν δικαίωμα συντάξεως στο ίδιο κράτος, ως 'παροχή γήρατος' κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του ιδίου κανονισμού (...)"
Από την απόφαση αυτή συνάγεται ότι, όσον αφορά τα ευρισκόμενα στην κατάσταση της Milazzo πρόσωπα, το εγγυημένο εισόδημα συνιστά παροχή γήρατος για τους σκοπούς του κανονισμού. Επομένως, καταρχήν, οι διατάξεις του κανονισμού εφαρμόζονται επί του εγγυημένου εισοδήματος, εκτός εάν μία συγκεκριμένη διάταξη ή σύνολο διατάξεων καθιστούν σαφές, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι το εγγυημένο εισόδημα αποτελεί παροχή που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους.
15. Το κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού περιέχει διατάξεις διέπουσες τις συντάξεις γήρατος και επιζώντων. 'Οπως επισημαίνει η Επιτροπή, το άρθρο 44, το οποίο θέτει τους γενικούς κανόνες για τη χορήγηση παροχών στην περίπτωση που ένας μισθωτός ή ανεξάρτητος επαγγελματίας έχει υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, δεν προβλέπει ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού εφαρμόζονται μόνο προκειμένου περί παροχών γήρατος το ποσό των οποίων εξαρτάται από τη συμπλήρωση ορισμένης περιόδου ασφαλίσεως ή κατοικίας εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Αντίθετα, η τελευταία περίοδος του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', αναφέρεται ρητώς στη δυνατότητα να συνιστά μια παροχή, το ποσό της οποίας δεν εξαρτάται από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, παροχή υποκείμενη στη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 46. Κατά συνέπεια, σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από το ΟΝΡ, οι παροχές όπως το εγγυημένο εισόδημα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου 3 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού και, ιδίως, του άρθρου 46. Κατά την άποψή μου, η αντίθετη λύση θα αντέκειτο όχι μόνο προς το γράμμα αλλά και προς τους σκοπούς του άρθρου 46. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι σκοπός του κανονισμού είναι να προαγάγει όσο το δυνατόν περισσότερο την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων (βλ. παραδείγματος χάρη υπόθεση C-227/89, Roenfeldt, Συλλογή 1991, σ. Ι-323, σκέψη 24). Αν γινόταν δεκτό ότι οι παροχές μικτού χαρακτήρα που δεν συναρτώνται προς εισφορές, όπως το εγγυημένο εισόδημα, δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 46, η προστασία που σκοπεί να παράσχει το κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού στους διακινουμένους εργαζομένους θα περιοριζόταν ουσιωδώς. Θα παρεχόταν επίσης στα κράτη μέλη η ευχέρεια να καταστρατηγούν τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού θεσπίζοντας μη συναρτώμενες προς εισφορές παροχές.
16. Επομένως, κατά την άποψή μου, το προβλεπόμενο από τον βελγικό νόμο της 1ης Απριλίου 1969 εγγυημένο εισόδημα πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 46 του κανονισμού. Δεδομένου ότι το άρθρο 51 του κανονισμού εφαρμόζεται επί των παροχών που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, είναι σαφές ότι και το άρθρο 51 εφαρμόζεται επί του εγγυημένου εισοδήματος.
17. Προτού εξεταστεί το δεύτερο ζήτημα που τίθεται με το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, είναι ουσιώδες να προσδιοριστούν οι συνέπειες της εφαρμογής του άρθρου 51 επί του εγγυημένου εισοδήματος. Το άρθρο 51, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, διακρίνει μεταξύ δύο κατηγοριών περιπτώσεων (βλ., ιδίως, την υπόθεση 7/81, Sinatra, Συλλογή 1982, σ. 137, και τις υποθέσεις 104/83, Cinciuolo, Συλλογή 1984, σ. 1285, C-85/89, Ravida, Συλλογή 1990, σ. Ι-1063, και C-93/90, Cassamali, Συλλογή 1991, σ. Ι-1401): των περιπτώσεων όπου η μεταβολή των παροχών οφείλεται στη γενική εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως και δεν έχει σχέση με την προσωπική κατάσταση του δικαιούχου και των περιπτώσεων όπου η μεταβολή οφείλεται σε τροποποίηση είτε της μεθόδου καθορισμού είτε των κανόνων υπολογισμού των παροχών. Στην πρώτη περίπτωση, το άρθρο 51, παράγραφος 1, απαγορεύει τον νέο υπολογισμό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το άρθρο 51, παράγραφος 2, επιβάλλει τον εκ νέου υπολογισμό. Είναι, επομένως, σαφές ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, απαγορεύει στο ΟΝΡ να προβεί σε νέο υπολογισμό του εγγυημένου εισοδήματος της Milazzo προκειμένου να λάβει υπόψη την αύξηση της ιταλικής συντάξεώς της που οφείλεται σε τιμαριθμική αναπροασαρμογή.
18. Το δεύτερο σκέλος του υποβληθέντος από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματος αφορά πράγματι το ζήτημα αν η ευνοϊκότερη μεταχείριση των διακινουμένων έναντι των μη διακινουμένων εργαζομένων που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 51 σε σχέση με το εγγυημένο εισόδημα συμβιβάζεται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1 του κανονισμού, το οποίο παρατίθεται στο σημείο 7 ανωτέρω.
19. Το ΟΝΡ ισχυρίζεται ότι η καταβολή του εγγυημένου εισοδήματος σε διακινουμένους εργαζομένους που δικαιούνται αλλοδαπών συντάξεων θα κατέληγε, αν δεν λαμβάνονταν υπόψη οι αυξήσεις των συντάξεων αυτών που οφείλονται σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή, σε αντίθετες προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, διακρίσεις μεταξύ εργαζομένων που δικαιούνται μόνο βελγικής συντάξεως και εργαζομένων που δικαιούνται συντάξεως από άλλο κράτος μέλος. Και τούτο επειδή στην πρώτη περίπτωση η τιμαριθμική αναπροσαρμογή της συντάξεως θα οδηγούσε σε μείωση του εγγυημένου εισοδήματος, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο νέος υπολογισμός θα αποκλειόταν βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1.
20. Το επιχείρημα του ΟΝΡ δεν μπορεί να γίνει δεκτό. 'Οπως προκύπτει από το γράμμα του, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμόζεται υπό τη ρητή επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του κανονισμού. Μεταξύ των ειδικών αυτών διατάξεων συγκαταλέγονται τα άρθρα 46 και 51, τα οποία, όπως καθίσταται σαφές από το άρθρο 44, παράγραφος 1, εφαρμόζονται μόνο στα πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στη νομοθεσία περισσοτέρων του ενός κρατών μελών και όχι στα πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους. Ούτε, θα προσέθετα, η κατά τη γνώμη μου ορθή ερμηνεία του άρθρου 51, παράγραφος 1, προσκρούει σε οιαδήποτε γενική αρχή απαγορεύουσα τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας. Δεν μπορεί να αντιταχθεί ότι η ερμηνεία αυτή του άρθρου 51, παράγραφος 1, συνεπάγεται διακρίσεις, υπό την έννοια ότι θέτει τον διακινούμενο εργαζόμενο σε ευνοϊκότερη θέση απ' ό,τι τους υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής, αφού διάκριση μπορεί να υφίσταται μόνον οσάκις όμοιες καταστάσεις τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως ή οσάκις διαφορετικές καταστάσεις τυγχάνουν της αυτής μεταχειρίσεως, χωρίς να υπάρχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τη μεταχείριση αυτή. Οι διακινούμενοι και μη διακινούμενοι εργαζόμενοι όμως δεν βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις: βλ. υπόθεση 22/77, Mura (Συλλογή τόμος 1977, σ. 491, σκέψη 9). Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού και η απαγόρευση των διακρίσεων ως γενική αρχή του δικαίου δεν μπορούν να εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να παρέχει τις προβλεπόμενες παροχές σε πρόσωπα διεπόμενα από τον κανονισμό με την αιτιολογία ότι οι υπήκοοι του εν λόγω κράτους μέλους που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού δεν λαμβάνουν τις ίδιες παροχές. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα που βασίζεται στην ύπαρξη διακρίσεως δεν μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία του άρθρου 51.
Συμπέρασμα
21. Ενόψει των ανωτέρω, φρονώ ότι στο υποβληθέν από το Cour de cassation ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
"Τα άρθρα 46 και 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, έχουν την έννοια ότι εφαρμόζονται προκειμένου περί χορηγήσεως και νέου υπολογισμού παροχής γήρατος καταβαλλομένης υπό τη νομοθεσία ορισμένου κράτους μέλους, η οποία εγγυάται στα ηλικιωμένα άτομα ορισμένο εισόδημα ανεξαρτήτως της διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρώσει, όπως είναι το εγγυημένο εισόδημα που προβλέπεται στον βελγικό νόμο της 1ης Απριλίου 1969."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy