Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής είναι ορισμένες πτυχές της σχετικής με τις ραδιοεπικοινωνίες βελγικής νομοθετικής και κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία περιέχεται στον νόμο της 30ής Ιουλίου 1974 και στις εκτελεστικές αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1979 και της 19ης Οκτωβρίου 1979. Η Επιτροπή, με την αιτιολογημένη γνώμη της και την προσφυγή της, ισχυρίστηκε, ιδίως, ότι:
- η προβλεπομένη στο άρθρο 4, γράμμα c, του νόμου της 30ής Ιουλίου 1979 απαγόρευση λήψεως ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών είναι αντίθετη προς το άρθρο 59 της Συνθήκης
- η προβλεπομένη στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου υποχρέωση υπαγωγής των συσκευών λήψεως σε διοικητική έγκριση είναι αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης
- η προβλεπομένη στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρέωση εγκρίσεως των συσκευών εκπομπής ή εκπομπής-λήψεως, που προορίζονται προς εξαγωγή, είναι αντίθετη προς το άρθρο 34 της Συνθήκης.
Επί του άρθρου 59
2. Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή, στο υπόμνημα απαντήσεως, δήλωσε ότι δεν υποστηρίζει πλέον την αιτίαση περί της φερομένης παραβάσεως του άρθρου 59 της Συνθήκης, αναγνωρίζοντας ότι αυτή η αιτίαση στηριζόταν σε εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της εθνικής ρυθμίσεως. Η Επιτροπή, επιπλέον, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αφενός, διευκρίνισε ότι η Βελγική Κυβέρνηση, ήδη από το χρονικό σημείο της απαντήσεώς της στην αιτιολογημένη γνώμη, είχε, πράγματι, αποδείξει με ευκρίνεια ότι οι επίμαχες διατάξεις ουδόλως ήσαν ασυμβίβαστες με το άρθρο 59 και, αφετέρου, προσέθεσε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, το γεγονός ότι στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο περιελήφθη η σχετική με το άρθρο 59 αιτίαση θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι οφείλετο σε "παρανόηση".
3. Συνεπώς, νομίζω ότι το Δικαστήριο κάλλιστα μπορεί να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε από τον σχετικό με το άρθρο 59 ισχυρισμό της, δεδομένου ότι αυτός ήταν αβάσιμος.
Επί του άρθρου 30
4. Η Επιτροπή υποστήριξε με την προσφυγή της ότι η Βελγική Κυβέρνηση, εγκαθιδρύοντας και διατηρώντας σε ισχύ το καθεστώς εγκρίσεων των συσκευών λήψεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Κατά την Επιτροπή, ένα τέτοιο καθεστώς θα ήταν, πράγματι, δικαιολογημένο μόνο για τις συσκευές εκπομπής ή εκπομπής-λήψεως.
5. Η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι το προβλεπόμενο από την προαναφερόμενη νομοθεσία του 1979 καθεστώς εγκρίσεων είναι ασυμβίβαστο με τη Συνθήκη. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι πριν ασκηθεί η προσφυγή - ασχέτως αν είχε παρέλθει η ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμία - είχε ήδη αντικαταστήσει αυτό το καθεστώς με την υποχρέωση απλής δηλώσεως, υποχρέωση που η ίδια η Επιτροπή ομολόγησε ότι είναι συμβιβάσιμη με τις διατυπούμενες στο άρθρο 30 απαιτήσεις.
6. Ωστόσο, η Βελγική Κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει ότι το νέο καθεστώς αποτελεί μια απλή διοικητική πρακτική - εγκαινιασθείσα βάσει υπουργικών οδηγιών - μη απορρέουσα από πράξη που πρέπει να τύχει επίσημης δημοσιεύσεως. Επιπλέον, η προαναφερομένη Κυβέρνηση, όταν απάντησε επί συγκεκριμένης ερωτήσεως του Δικαστηρίου, δεν ήταν σε θέση να υποδείξει μέσω ποίων τυπικών νομικών πράξεων τέθηκε σε ισχύ το νέο καθεστώς, ούτε να προσκομίσει πληροφοριακά στοιχεία περί της φύσεως, του περιεχομένου και των αποτελεσμάτων αυτών των πράξεων.
7. Εν προκειμένω, νομίζω ότι αρκεί να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία, "η διατήρηση μιας εθνικής ρυθμίσεως που δεν συμβιβάζεται, αυτή καθαυτή, με το κοινοτικό δίκαιο, ακόμη και αν το οικείο κράτος μέλος ενεργεί σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, μπορεί να προκαλέσει μια διφορούμενη κατάσταση πραγμάτων με τη διατήρηση, όσον αφορά τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δικαίου, μιας αβεβαιότητας ως προς τις δυνατότητες επικλήσεως του κοινοτικού δικαίου που τους παρέχονται", αβεβαιότητας η οποία "ενισχύεται χωρίς αμφιβολία από τον εσωτερικό χαρακτήρα των καθαρά διοικητικών οδηγιών περί μη εφαρμογής του εθνικού νόμου" (απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C-307/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-2903).
8. Ενόψει των ανωτέρω, φρονώ ότι η αντικατάσταση, μέσω μιας απλής διοικητικής πρακτικής, του επίδικου καθεστώτος εγκρίσεων με ένα καθεστώς δηλώσεων - αντικατάσταση, η οποία, εξάλλου, από ουδεμία επίσημη πράξη προκύπτει - δεν αρκεί για να εξαφανίσει τη διαπιστωθείσα παράβαση. Συνεπώς, θεωρώ βάσιμη την εν προκειμένω αιτίαση της Επιτροπής.
Επί του άρθρου 34
9. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η βελγική ρύθμιση, κατά το μέτρο που προβλέπει ένα καθεστώς απαλλαγής από την υποχρέωση εγκρίσεως των συσκευών εκπομπής ή εκπομπής-λήψεως που προορίζονται για εξαγωγή, είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 34 της Συνθήκης. Πράγματι, η εξαγωγή αυτών των συσκευών δεν θα ήταν δυνατόν να υπόκειται σε κάποια έγκριση. Κατά την Επιτροπή, προκύπτει ότι το σύστημα απαλλαγής από την υποχρέωση εγκρίσεως, η εφαρμογή του οποίου έχει αφεθεί στη διάκριση των διοικητικών αρχών, αποτελεί οπωσδήποτε ένα αδικαιολόγητο εμπόδιο για την εξαγωγή.
Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προσβαλλομένη από την Επιτροπή αιτίαση αφορά το καθεστώς εγκρίσεων που εφαρμόζεται στις συσκευές εκπομπής και εκπομπής-λήψεως (βλ. σημείο 2, γράμμα c, της προσφυγής). Αντιθέτως, η Επιτροπή ουδεμία παρατήρηση διατυπώνει όσον αφορά το καθεστώς των συσκευών που επιτρέπουν αποκλειστικώς τη λήψη.
10. Εν προκειμένω, πρέπει, πρωτίστως, να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία (επιβεβαιωμένη από την πιο πρόσφατη απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-47/90, Delhaize freres κατά Promalvin SA, Συλλογή 1992, σ. Ι-3669), το άρθρο 34 της Συνθήκης δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τεχνικής φύσεως ρυθμιστικά μέτρα, τα οποία θα εφαρμόζονται ομοιομόρφως τόσο στα προϊόντα που προορίζονται για την εθνική αγορά, όσο και σ' αυτά που προορίζονται για εξαγωγή προς τα άλλα κράτη μέλη.
11. Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι:
- η βελγική ρύθμιση (άρθρο 7 του νόμου της 30ής Ιουλίου 1979) εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς εγκρίσεων για τις συσκευές εκπομπής και εκπομπής-λήψεως
- η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, όσον αφορά αυτές τις συσκευές, το καθεστώς εγκρίσεων είναι δικαιολογημένο και συμβαδίζει με τις απαιτήσεις που διατυπώνονται στις διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
- αυτό το καθεστώς εφαρμόζεται στα προϊόντα που προορίζονται για την εσωτερική αγορά και σ' αυτά που προορίζονται για εξαγωγή
- τα τελευταία, όχι μόνον δεν υπόκεινται σε μειονεκτική μεταχείριση, αλλ' αντιθέτως τυγχάνουν ενός προνομιακού καθεστώτος, κατά το μέτρο που μόνο στην περίπτωσή τους έχει προβλεφθεί η δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρέωση εγκρίσεως.
12. Από τα ως άνω στοιχεία, μου φαίνεται ότι προκύπτει, πρωτίστως, ότι η βελγική ρύθμιση που προβλέπει την έγκριση των συσκευών εκπομπής ή εκπομπής-λήψεως εγκαθιδρύει ένα γενικό προληπτικό σύστημα ελέγχου, προοριζόμενο να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία του ραδιοεπικοινωνιακού δικτύου και την ασφάλεια αυτών που το χρησιμοποιούν. Συνεπώς, πρόκειται περί καθεστώτος που ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές και θεμιτές απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος.
13. Δεδομένου ότι πρόκειται περί καθεστώτος με αυτά τα χαρακτηριστικά, η μοναδική υποχρέωση που το άρθρο 34 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη συνίσταται στην απαγόρευση να εφαρμόζουν τη σχετική με τον έλεγχο ρύθμιση τεχνικής φύσεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξαγόμενα προϊόντα να μειονεκτούν έναντι των προοριζομένων να πωληθούν στην εσωτερική αγορά. 'Οπως έχω παρατηρήσει, ο φάκελος δεν περιλαμβάνει κάποιο στοιχείο που να επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι, εν προκειμένω, η επίδικη βελγική ρύθμιση περιέχει παρόμοια διάκριση στηριζομένη στο γεγονός ότι τα προϊόντα που αφορά προορίζονται για εξαγωγή: οι εξαγωγές όχι μόνον δεν υφίστανται μειονεκτική μεταχείριση, αλλ' αντιθέτως διέπονται από ένα λιγότερο αυστηρό καθεστώς, που συνίσταται ακριβώς στη δυνατότητα να τυγχάνουν απαλλαγής από την υποχρέωση εγκρίσεως.
Εξάλλου, στις παρατηρήσεις της Επιτροπής - η λακωνικότητα των οποίων, ειλικρινώς, είναι εκπληκτική - δεν περιέχεται κάποιο επιχείρημα που να εξηγεί γιατί ένας κανονισμός, που prima facie φαίνεται λιγότερο αυστηρός για τα εξαγόμενα προϊόντα, πρέπει να θεωρηθεί ασυμβίβαστος με το άρθρο 34 της Συνθήκης, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
14. Συνεπώς, θεωρώ ότι η σχετική με το άρθρο 34 της Συνθήκης αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
15. Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1. Το Βασίλειο του Βελγίου, εγκαθιδρύοντας και διατηρώντας σε ισχύ το καθεστώς εγκρίσεων για τις συσκευές λήψεως ραδιοεπικοινωνιακών μηνυμάτων που προβλέπεται στο άρθρο 7 του νόμου της 30ής Ιουλίου 1979 και στις σχετικές με τον νόμο αυτό εκτελεστικές αποφάσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
2. Οι λοιπές αιτιάσεις απορρίπτονται.
3. Η Επιτροπή φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών της εξόδων και των δικαστικών εξόδων του Βασιλείου του Βελγίου και το Βασίλειο του Βελγίου φέρει το ένα τρίτο των δικαστικών του εξόδων και των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής.
4. Το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο άσκησε παρέμβαση, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy