Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται εκ νέου να ερμηνεύσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοσθούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων (1).
Η εν λόγω πράξη, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 (2) του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, για την αντιμετώπιση σοβαρών διαταραχών που πλήττουν την κοινοτική αγορά λόγω της διαθέσεως στο εμπόριο βύσσινων εισαγομένων από τρίτες χώρες σε τιμές ασυνήθιστα χαμηλές, ορίζει, στο άρθρο 1, την ελάχιστη τιμή εισαγωγής βύσσινων στην Κοινότητα και προβλέπει την είσπραξη εξισωτικής εισφοράς για τα προϊόντα που δεν τηρούν την εν λόγω τιμή.
Το άρθρο 2 του ιδίου κανονισμού προβλέπει ότι οι τελωνειακές αρχές υποχρεούνται να συγκρίνουν, για κάθε αποστολή, κατά την ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, την τιμή εισαγωγής με την αντίστοιχη ελάχιστη τιμή εισαγωγής (παράγραφος 1) η τιμή εισαγωγής πρέπει εξάλλου να δηλώνεται κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, η οποία πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για την εξακρίβωση της τιμής (παράγραφος 3).
Η τιμή εισαγωγής βύσσινων προελεύσεως τρίτων χωρών προσδιορίζεται με τη σειρά της, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, βάσει της τιμής fob στην χώρα καταγωγής και το κόστος μεταφοράς και ασφαλίσεως μέχρι τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, προβλέπει εξάλλου ότι εάν το τιμολόγιο που κατατίθεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει συνταχθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα ή εάν οι αρμόδιες αρχές δεν αποδέχονται ότι η δηλωθείσα τιμή αντανακλά την τιμή fob στη χώρα καταγωγής, τότε οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να καθορίσουν την τιμή αυτή, ιδίως με αναφορά στην τιμή μεταπωλήσεως από τον εισαγωγέα.
Η ισχύς του εν λόγω κανονισμού, η οποία έληγε στις 9 Μαΐου 1986 (άρθρο 5), παρατάθηκε στη συνέχεια για ένα έτος με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1257/86 (3).
2. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης είναι σχετικώς απλά. Η εταιρία Hans Dinter GmbH (στο εξής: Dinter), προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εισήγαγε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την περίοδο 1985-1987, διάφορες παρτίδες κατεψυγμένων βύσσινων καταγωγής Γιουγκοσλαβίας, τις οποίες αγόρασε όλες από την εταιρία Kraus & Kraus της Βιέννης (στο εξής: μεσάζων). Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι τόσο η τιμή που πλήρωσε η Dinter στον μεσάζοντα όσο και η τιμή μεταπωλήσεως από την Dinter ήταν υψηλότερες από την ελάχιστη τιμή. Εντούτοις, από τελωνειακούς ελέγχους προέκυψε ότι ο μεσάζων είχε αγοράσει το εν λόγω εμπόρευμα σε τιμή μικρότερη από την ελάχιστη τιμή.
Το Hauptzollamt Bad Reichenhall, λαμβάνοντας ως βάση συγκρίσεως με την ελάχιστη τιμή τη (μικρότερη) τιμή στην οποία αγόρασε το εμπόρευμα ο μεσάζων, απαίτησε εκ των υστέρων από την Dinter την καταβολή εξισωτικής εισφοράς ύψους 728 714,95 DΜ.
3. Με την προσφυγή της που εκκρεμεί ενώπιον του Finanzgericht Muenchen, η Dinter αμφισβήτησε τη νομιμότητα της επιβολής εξισωτικής εισφοράς, διότι τόσο η τιμή που πλήρωσε για την εισαγωγή όσο και η τιμή μεταπωλήσεως ήσαν υψηλότερες από την ελάχιστη τιμή. Εξάλλου, υποστήριξε επιπλέον ότι δεν γνώριζε την τιμή στην οποία ο μεσάζων αγόρασε το εμπόρευμα, με συνέπεια να μην είναι, εν πάση περιπτώσει, σε θέση να τη δηλώσει. Κατά την Dinter, τέλος, για να γίνει σύγκριση της τιμής εισαγωγής με την ελάχιστη τιμή, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η τιμή μεταπωλήσεως από αυτήν και όχι η τιμή στην οποία αγόρασε το εμπόρευμα ο μεσάζων.
Το Finanzgericht, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κανονισμού 1626/85, υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, ζητώντας να πληροφορηθεί αν ο εν λόγω κανονισμός έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να εισπράττεται εξισωτική εισφορά στην περίπτωση που τόσο η τιμή εισαγωγής όσο και η τιμή μεταπωλήσεως από τον εισαγωγέα είναι μεγαλύτερες από την ελάχιστη τιμή και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν ο ίδιος κανόνας μπορεί να έχει εφαρμογή, οσάκις η αρχική πώληση συνήφθη μεταξύ εισαγωγέα και πωλητή που δεν είναι εγκατεστημένος στην χώρα καταγωγής του εμπορεύματος.
Τα ερωτήματα αυτά αποσκοπούν επομένως στο να διευκρινίσουν τη μέθοδο προσδιορισμού της τιμής εισαγωγής, οσάκις ο εισαγωγέας αγόρασε τα προϊόντα από μεσάζοντα που δεν είναι εγκατεστημένος στη χώρα καταγωγής των εισαγομένων προϊόντων.
4. Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής των προστατευτικών μέτρων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 14 του προμνησθέντος κανονισμού 516/77 καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 521/77 (4) του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, ο οποίος προσδιορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να ληφθούν προστατευτικά μέτρα καθώς και τη φύση των μέτρων που μπορούν να λαμβάνονται ειδικότερα, προβλέπει ότι τα εν λόγω μέτρα δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα απολύτως αναγκαία όρια ούτε την απολύτως αναγκαία διάρκεια (άρθρο 2, παράγραφος 2). Κατά τα λοιπά, δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας * η οποία κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου θεωρείται ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου * η νομιμότητα των μέτρων με τα οποία επιβάλλονται στις επιχειρήσεις οικονομικές επιβαρύνσεις εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη των θεμιτών στόχων της κανονιστικής ρυθμίσεως, ενώ εξυπακούεται ότι, όταν προσφέρονται προς επιλογή περισσότερα κατάλληλα μέτρα, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, οι δε επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκομένους στόχους (5).
Δεδομένου όμως ότι ο κανονισμός 1626/85, η ερμηνεία του οποίου ζητείται εν προκειμένω, αποσκοπεί, δια της εισπράξεως εξισωτικής εισφοράς, στο να μη διατίθενται στην Κοινότητα τα εισαγόμενα προϊόντα σε τιμές ασυνήθιστα χαμηλές (6), από αυτό συνάγεται ότι καταρχήν δεν μπορεί να εισπράττεται εξισωτική εισφορά, οσάκις καθίσταται φανερό ότι κατά την εισαγωγή των προϊόντων επιτεύχθηκε ο προστατευτικός σκοπός του κανονισμού.
5. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει σαφώς από τη Διάταξη περί παραπομπής, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης πλήρωσε για τα εμπορεύματα που εισήγαγε στην Κοινότητα τιμή μεγαλύτερη από την ελάχιστη τιμή. Εξάλλου, από τις διαπιστώσεις των τελωνειακών αρχών δεν προκύπτει κανένα στοιχείο από το οποίο να εμφαίνεται ότι οι τιμές που χρέωσε το τιμολόγιο στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν ήσαν οι τιμές που πράγματι πλήρωσε ειδικότερα, οι διαπιστώσεις που έγιναν στο πλαίσιο αυτό δεν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι τιμές μεταπωλήσεως από την προσφεύγουσα της κύριας δίκης ήταν μικρότερες από την ελάχιστη τιμή.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, όπως ορθά επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ο προστατευτικός σκοπός του κανονισμού 1626/85, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της αγοράς από σοβαρές διαταραχές και στην παρεμπόδιση της διαθέσεως στο εμπόριο των επίμαχων προϊόντων σε τιμές ασυνήθιστα χαμηλές, πρέπει να θεωρείται ότι έχει επιτευχθεί και τίποτε δεν φαίνεται να δικαιολογεί την επιβολή εξισωτικής εισφοράς. Οσάκις η τιμή που πλήρωσε ο εισαγωγέας για την αγορά του εμπορεύματος και η τιμή μεταπωλήσεως από αυτόν είναι αμφότερες μεγαλύτερες από την ελάχιστη τιμή, δεν είναι πράγματι νοητό πώς μπορεί να θεωρηθεί ότι η κοινή αγορά υφίσταται άμεση βλάβη.
Στην πραγματικότητα, ο σκοπός του εν λόγω κανονισμού δεν είναι βεβαίως η επιβολή ελάχιστης "κοινοτικής" ... τιμής παντού στον κόσμο, αλλά μόνον στην κοινοτική αγορά: επομένως, αυτό που έχει σημασία είναι να εισάγονται και να πωλούνται στην Κοινότητα τα εν λόγω προϊόντα σε τιμή μεγαλύτερη από την ελάχιστη τιμή. Κατά συνέπεια, η ελάχιστη αυτή τιμή πρέπει να συγκρίνεται με την τιμή που πληρώνει ο εισαγωγέας και όχι με την τιμή που πλήρωσε ο μεσάζων.
6. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1626/85, η οποία ορίζει την τιμή εισαγωγής ως την τιμή fob στη χώρα καταγωγής, στην οποία προστίθεται το κόστος μεταφοράς και ασφαλίσεως μέχρι τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στην περίπτωση που η πώληση η οποία οδήγησε στην εισαγωγή συνήφθη μεταξύ εισαγωγέα και πωλητή που δεν είναι εγκατεστημένος στη χώρα καταγωγής του εμπορεύματος. Συγκεκριμένα, μια τέτοια διάταξη μπορεί να αφορά μόνον την κλασική περίπτωση απευθείας εισαγωγής από τη χώρα καταγωγής, καθόσον μάλιστα δεν θα ήταν ρεαλιστικό να απαιτείται από τον εισαγωγέα να γνωρίζει και να δηλώνει ως τιμή εισαγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού, την τιμή που πλήρωσε ο μεσάζων για να αποκτήσει το εμπόρευμα.
Σε μια τέτοια περίπτωση, κρίσιμη διάταξη είναι το άρθρο 3, παράγραφος 3, το οποίο προβλέπει ότι αν το τιμολόγιο που κατατίθεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει συνταχθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να προσδιορίσουν την τιμή εισαγωγής, λαμβάνοντας ως βάση την τιμή μεταπωλήσεως. Μια τέτοια διάταξη δείχνει ότι ο εν λόγω κανονισμός προέβλεψε πραγματικά, έστω και έμμεσα, την περίπτωση που στη συναλλαγή παρεμβάλλονται μεσάζοντες και έλυσε το πρόβλημα αυτό προβλέποντας ότι η τιμή εισαγωγής πρέπει να προσδιορίζεται με αναφορά στην τιμή μεταπωλήσεως από τον εισαγωγέα. Από αυτό προκύπτει ότι εάν τα κατατεθέντα έγγραφα δείχνουν, όπως εν προκειμένω, ότι η πραγματική τιμή μεταπωλήσεως είναι μεγαλύτερη από την ελάχιστη τιμή, τότε πρέπει να θεωρείται ότι τηρήθηκε η ελάχιστη τιμή, οπότε δεν είναι δυνατή η επιβολή καμιάς εξισωτικής εισφοράς.
Το συμπέρασμα αυτό, το οποίο συνάδει με τον σκοπό των προστατευτικών μέτρων, επιβεβαιώνεται εξάλλου από τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2053/89 (7) της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1989, ο οποίος διέπει σήμερα το ζήτημα αυτό και είναι σαφέστερος όσον αφορά το επίμαχο αυτό σημείο.
7. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα ερωτήματα που του έθεσε το Finanzgericht Muenchen:
"Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοσθούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων, έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να επιβάλλεται εξισωτική εισφορά στην περίπτωση που η πώληση που οδήγησε στην εισαγωγή συνήφθη μεταξύ εισαγωγέα και πωλητή που δεν είναι εγκατεστημένος στη χώρα καταγωγής των εισαγομένων προϊόντων, εφόσον τόσο η τιμή εισαγωγής όσο και η τιμή μεταπωλήσεως από τον εισαγωγέα είναι μεγαλύτερες από την ελάχιστη τιμή."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * ΕΕ L 156, σ. 13. Βλ. επίσης κανονισμό (ΕΟΚ) 1712/85 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1985, που τροποποιεί τη γερμανική, ελληνική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και ολλανδική διατύπωση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1626/85 (ΕΕ L 163, σ. 46).
(2) * Περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 266).
(3) * ΕΕ L 113, σ. 37.
(4) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 251.
(5) * Βλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-24/90, Werner Faust, σκέψη 12 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4905) και την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989 στην υπόθεση 265/87, Schraeder, σκέψη 21 (Συλλογή 1989, σ. 2237).
(6) * Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
(7) * Περί θεσπίσεως λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή ορισμένων μεταποιημένων κερασιών (ΕΕ L 195, σ. 11).
Full & Egal Universal Law Academy