ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 22ας Απριλίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Bundesgerichtshof, με διάταξη του της 5ης Φεβρουαρίου 1992, υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν τον κανονισμό (ΕΟΚ) 262/79 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1979, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων ( 1 ) (στο εξής: κανονισμός). Πριν από την διευκρίνιση του περιεχομένου των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ στα κυριότερα στοιχεία της σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως και να συνοψίσω τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία επήγασε η διαφορά της κύριας δίκης μεταξύ της εταιρείας Hoche και του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (στο εξής: BALM).
2.
Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( 2 ) ορίζει ότι «για το βούτυρο δημοσίας αποθεματοποιήσεως που δεν δύναται να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια μιας γαλακτοκομικής περιόδου υπό κανονικές συνθήκες, δύνανται να λαμβάνονται ειδικά μέτρα». Στην έβδομη παράγραφο του άρθρου αυτού ορίζεται ότι «οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και ιδίως το ύψος των ενισχύσεων που χορηγούνται για την ιδιωτική αποθεματοποίηση, θεσπίζονται κατά την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30», δηλαδή με την παρεμβολή της επιτροπής διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.
3.
Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή εξέδωσε σειρά κανονισμών σχετικά με την πώληση βουτύρου σε μειωμένη τιμή, μεταξύ των οποίων και τον κανονισμό που έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, με τον οποίο επιδιώκεται να αντιμετωπιστεί «η κατάσταση της αγοράς του βουτύρου στην Κοινότητα ... η οποία χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη αποθεμάτων που συγκεντρώθηκαν από τις επεμβάσεις στην αγορά βουτύρου» ( 3 ).
4.
Η πώληση σε μειωμένη τιμή επιτρέπει τον περιορισμό των αποθεμάτων βουτύρου της Κοινότητας, με παροχή του σχετικού οφέλους σε συγκεκριμένο τομέα της βιομηχανίας τροφίμων, τον τομέα της ζαχαροπλαστικής και των παγωτών. Στο πλαίσιο αυτό προβλέφθηκε διαδικασία διαρκούς δημοπρασίας. Κατά τη διάρκεια της ισχύος του εν λόγω κανονισμού διεξήχθησαν ειδικές δημοπρασίες ( 4 ). Επελέγη ο διαγωνιζόμενος ο οποίος πρότεινε την υψηλότερη τιμή σε σχέση με την καθορισθείσα ελάχιστη τιμή ( 5 ). Στον διαγωνισμό μπορούν να συμμετέχουν μόνον όσοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μεταποιήσουν το βούτυρο σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπει ο κανονισμός ( 6 ), οι οποίοι οφείλουν να συστήσουν σχετικώς ασφάλεια, την ασφάλεια μεταποιήσεως, σκοπός της οποίας είναι «η εξασφάλιση της χρησιμοποιήσεως του βουτύρου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού», και της οποίας το ύψος ισούται «με τη διαφορά μεταξύ της τιμής που ισχύει στην αγορά βουτύρου και των καθορισθεισών ελαχίστων τιμών» ( 7 ). Σε περίπτωση πραγματοποιήσεως της μεταποιήσεως σύμφωνα με τους προβλεπομένους όρους και εντός των τασσομένων προθεσμιών, η ασφάλεια ελευθερώνεται ( 8 ). Ο έλεγχος τηρήσεως των διατάξεων αυτών εναπόκειται στο κράτος μέλος εντός του οποίου πραγματοποιείται μεταποίηση και η ενσωμάτωση και, το οποίο πραγματοποιεί σχετικούς ελέγχους ( 9 ). Η μη τήρηση ορισμένων από τους όρους που προβλέπει ο κανονισμός επισύρει την κύρωση της πλήρους ή μερικής καταπτώσεως της ασφαλείας ( 10 ).
5.
Το 1980, η εταιρία Hoche, η οποία εκμεταλλεύεται εργοστάσιο μεταποιήσεως, πλειοδότησε σε διαγωνισμό του BALM και συνέστησε την προβλεπομένη ασφάλεια.
6.
Μετά την μεταποίηση του βουτύρου σε συμπυκνωμένο βούτυρο, η εταιρία το μεταπώλησε σε ιταλό αγοραστή. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, οι γερμανικές τελωνειακές αρχές έλαβαν δείγμα 250 γραμμαρίων προκειμένου να ελέγξουν την ορθότητα της μεταποιήσεως. Από τις αναλύσεις της αρμόδιας υπηρεσίας διαπιστώθηκε η παρουσία μόνο 375 γραμμαρίων βήτα-σιτοστερόλης και 49 γραμμαρίων βανιλλίνης, οι οποίες μάλιστα δεν ήταν κατανεμημένες ομοιόμορφα. Πράγματι, πρέπει σχετικώς να αναφερθεί ότι ο κανονισμός στο παράρτημά του προβλέπει ότι, σύμφωνα με έναν από τους συνδυασμούς που μπορεί να επιλεγούν πρέπει να ενσωματωθούν κατά τη μεταποίηση του βουτύρου 480 γραμμάρια βήτα-σιτοστερόλης και 250 γραμμάρια βανιλλίνης.
7.
Συγκεκριμένα το άρθρο 5, παράγραφος 2, ορίζει ότι:
«Κατά την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 μεταποίηση και από την ίδια επιχείρηση πρέπει να ενσωματωθούν, αποκλειομένου κάθε άλλου προϊόντος, και κατά τρόπο εξασφαλίζοντα ομοιόμορφη κατανομή των συστατικών ανά τόνο συμπυκνωμένου βουτύρου:
—
τα εμφαινόμενα στο παράρτημα Ι προϊόντα, εάν το συμπυκνωμένο βούτυρο προορίζεται να μεταποιηθεί σε προϊόντα αντιστοιχούντα στον τύπο Α ή στον τύπο Γ...,
—
τα εμφαινόμενα στο παράρτημα II προϊόντα, εάν το συμπυκνωμένο βούτυρο προορίζεται να μεταποιηθεί σε προϊόντα αντιστοιχούντα στον τύπο Β...»
8.
Τα αποτελέσματα των αναλύσεων ανακοινώθηκαν στην εταιρεία Hoche μετά την εκ μέρους της εξαγωγή του συμπυκνωμένου βουτύρου στην Ιταλία. Βάσει αυτών των ελέγχων ο BALM αποφάσισε να μην ελευθερώσει την ασφάλεια, η οποία, συσταθείσα υπό μορφή τραπεζικής εγγυήσεως, κατέπεσε υπέρ αυτού.
9.
Η εταιρεία Hoche ζήτησε και επέτυχε με απόφαση του Landgericht την απόδοση της ασφαλείας. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το Oberlandesgericht. Επιληφθέν της αιτήσεως αναιρέσεως, το Bundesgerichtshof ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η υποχρέωση ομοιόμορφης κατανομής των προϊόντων που ενσωματώνονται στο βούτυρο πρέπει να τηρείται και μετά την πραγματοποίηση της μεταποιήσεως, δηλαδή μετά την ψύξη του συμπυκνωμένου βουτύρου. Εξάλλου, το Bundesgerichtshof ερωτά αν την υποχρέωση αποδείξεως της μη τηρήσεως των διατάξεων του κανονισμού φέρει ο BALM ή εάν εναπόκειται στην προσφεύγουσα να αποδείξει ότι συμμορφώθηκε με τις επιταγές του κανονισμού. Το δεύτερο ερώτημα, το οποίο αναλύεται μάλλον σε αίτηση εκτιμήσεως του κύρους του άρθρου 22, παράγραφος 5, του κανονισμού, αναφέρεται στο κατά πόσο συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας διάταξη η οποία προβλέπει την κύρωση της πλήρους καταπτώσεως της ασφαλείας σε περίπτωση μη τηρήσεως ορισμένων διατάξεων, ακόμα και στην περίπτωση που το μεταποιημένο βούτυρο χρησιμοποιήθηκε τελικώς για σκοπό σύμφωνο με τις επιδιώξεις του κανονισμού ( 11 ).
10.
Αρχίζω με την εξέταση του πρώτου ερωτήματος που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το άρθρο αυτό ορίζει ότι κατά την μεταποίηση πρέπει να ενσωματωθούν στο βούτυρο ορισμένα προϊόντα «κατά τρόπο εξασφαλίζοντα ομοιόμορφη κατανομή». Δηλαδή η ομοιόμορφη αυτή κατανομή πρέπει να υπάρχει μόνο κατά το στάδιο της μεταποιήσεως;
11.
Φρονώ ότι μια τέτοια ερμηνεία αντιβαίνει τόσο στο γράμμα όσο και στο σκοπό του κανονισμού.
12.
Κατ'αρχάς το γράμμα.
13.
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα εμφαινόμενα στα παραρτήματα Ι και II προϊόντα πρέπει να ενσωματώνονται στο βούτυρο, κατά τη διάρκεια της μεταποιήσεως, κατά τρόπο εξασφαλίζοντα ομοιόμορφη κατανομή ανά τόνο συμπυκνωμένου βουτύρου.
14.
Όπως ορθώς κατά τη γνώμη μου παρατηρεί ο BALM, τα προϊόντα που ενσωματώνονται στο βούτυρο πρέπει να ενσωματώνονται ομοιόμορφα κατά τη διάρκεια της μεταποιήσεως. Στην απόφαση Hoche και De beste Boter κατά BALM ( 12 ), το Δικαστήριο τόνισε ότι:
«Θεσπίζοντας τον κανονισμό 1259/72, η Επιτροπή προσπάθησε να διαθέσει τα πλεονάσματα βουτύρου πωλώντας, μέσω δημοπρασίας, το βούτυρο σε μειωμένη τιμή σε ορισμένες κοινοτικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως. Οι επιχειρήσεις αυτές υποχρεούνται να μεταποιήσουν κατ'αρχάς το βούτυρο (βασικό προϊόν) σε συμπυκνωμένο βούτυρο (ενδιάμεσο προϊόν) και στη συνέχεια, εντός 120ημερών, να μεταποιήσουν το συμπυκνωμένο βούτυρο σε τρία καθορισμένα προϊόντα (τα προϊόντα μεταποίησης)». ( 13 )
15.
Τα ενδεικτικά λοιπόν προϊόντα ενσωματώνονται αποκλειστικώς κατά το στάδιο του ενδιάμεσου προϊόντος, με την παρατήρηση ότι μετά τη διαδικασία αυτή το προϊόν που προκύπτει δεν μπορεί να έχει άλλο τελικό προορισμό από την χρησιμοποίηση του στα προϊόντα μεταποιήσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του κανονισμού. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας το βούτυρο θερμαίνεται, τα ενδεικτικά προϊόντα ενσωματώνονται και το μεταποιημένο προϊόν που προκύπτει είναι το συμπυκνωμένο βούτυρο. Είναι βεβαίως προφανές ότι η ομοιογένεια πρέπει να υφίσταται και πέραν του σταδίου μεταποιήσεως: η χρησιμοποίηση της εκφράσεως «κατά τρόπο εξασφαλίζοντα» υπονοεί ότι ένας από τους σκοπούς της μεταποιήσεως αυτής είναι η ομοιόμορφη κατανομή των ενδεικτικών προϊόντων στο συμπυκνωμένο βούτυρο. Εξάλλου, στον κανονισμό δεν γίνεται διάκριση μεταξύ θερμού και ψυχρού συμπυκνωμένου βουτύρου.
16.
Η γραμματική αυτή ερμηνεία επιβεβαιώνεται από την ratio legis του κανονισμού. Πράγματι, η ενσωμάτωση των ενδεικτικών προϊόντων και η ομοιόμορφη κατανομή τους στο συμπυκνωμένο βούτυρο αποβλέπουν στην διασφάλιση της χρησιμοποιήσεως του βουτύρου που διατίθεται σε μειωμένη τιμή — από τους επιχειρηματίες που επωφελούνται από τη μείωση αυτή, σύμφωνα με τον σκοπό της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
17.
Εξάλλου, στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αναφέρεται ότι
«πρέπει να εξασφαλιστεί η προσαρμογή της αγοράς του βουτύρου στους προβλεπομένους όρους που εξασφαλίζουν ότι το βούτυρο δεν άλλαξε προορισμό ότι πρέπει να εφαρμοσθεί ένα σύστημα ελέγχου αμέσως μετά την έξοδο του αποθεματοποιηθέντος βουτύρου και έως την πραγματοποίηση της μεταποιήσεώς του στα οριζόμενα προϊόντα» ( 14 ).
18.
Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι:
«αυτοί οι ειδικοί όροι του ελέγχου προϋποθέτουν αρχικά την ενσωμάτωση στο βούτυρο προϊόντων καθοριζομένων ανάλογα με τον προβλεπόμενο προορισμό και επιτρεπόντων την διαφοροποίηση του σε σχέση με άλλα βούτυρα».
19.
Μόνο η ομοιόμορφη κατανομή μπορεί να διασφαλίσει τη διαφοροποίηση αυτή, μέσω δε των ελέγχων μπορεί να εξακριβώνεται αν η κατανομή αυτή είναι ικανοποιητική και διαρκής.
20.
Κατά το στάδιο της μεταποιήσεως, η ενσωμάτωση των ενδεικτικών προϊόντων, η οποία δεν είναι τεχνικά ανατρέψιμη, εκτός αν το βούτυρο υποβληθεί σε νέα επεξεργασία, η οποία όμως θα αφαιρούσε πάθε οικονομικό όφελος από την αγορά βουτύρου σε μειωμένη τιμή, παρέχει μία πρώτη εγγύηση ότι το βούτυρο της παρεμβάσεως δεν θα χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς.
21.
Η δεύτερη εγγύηση προκύπτει από την υποχρέωση να διατηρηθεί η ομοιόμορφη κατανομή μέχρι την μεταποίηση του συμπυκνωμένου βουτύρου διά της ενσωματώσεώς του στο τελικό προϊόν. Πράγματι, λόγω της αξίας του παρεχομένου πλεονεκτήματος επιβάλλεται να διασφαλιστεί με όλα τα κατάλληλα μέσα ελέγχου ότι ο πλειοδότης δεν θα μπορέσει να διοχετεύσει και πάλι το βούτυρο παρεμβάσεως στην αγορά, ως προϊόν συνήθους καταναλώσεως.
22.
Προς τούτο, το άρθρο 6 ορίζει ότι αν το συμπυκνωμένο βούτυρο δεν μεταποιηθεί στις ίδιες εγκαταστάσεις όπου πραγματοποιήθηκε η ενσωμάτωση των ενδεικτικών προϊόντων, η μεταφορά του πρέπει να ανταποκρίνεται σε ορισμένα κριτήρια που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν την τελική του χρησιμοποίηση υπό τη μορφή των προϊόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 4.
23.
Στην απόφαση Pommerehnke κατά BALM ( 15 ), μολονότι η επίμαχη διάταξη είχε προφανώς εφαρμογή μόνο ως προς το βούτυρο και όχι ως προς το συμπυκνωμένο βούτυρο, το Δικαστήριο ερμήνευσε τη διάταξη αυτή με βάση το σκοπό της σχετικής ρυθμίσεως ο οποίος, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω, είναι η απορρόφηση των αποθεμάτων βουτύρου παρεμβάσεως.
24.
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
«η ρύθμιση αυτή όμως θα έχανε τελείως την αποτελεσματικότητά της, αν οι κυρώσεις δεν αφορούσαν το συμπυκνωμένο βούτυρο, γιατί στην περίπτωση αυτή, θα ήταν δυνατό να πουληθεί στις βιομηχανίες μεταποιήσεως και επομένως θα εξετρέπετο από τον προβλεπόμενο προορισμό του, δηλαδή την άμεση κατανάλωση ( 16 ).
Επομένως, εφόσον το σύνολο του συμπυκνωμένου βουτύρου πρέπει να φθάσει στην άμεση κατανάλωση, οι όροι που θέτει το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού για την μεταπώληση του βουτύρου, ισχύουν και για την πώληση του συμπυκνωμένου βουτύρου για να αποκλεισθεί κάθε δυνατότης εκτροπής του από τον προβλεπόμενο προορισμό του» ( 17 ).
25.
Όπως επομένως συνάγεται από το άρθρο 5, παράγραφος 2, ο κανονισμός επιβάλλει την ομοιόμορφη κατανομή των ενσωματωμένων προϊόντων τόσο στο συμπυκνωμένο βούτυρο όσο και στο θερμασμένο ή ψυχθέν βούτυρο.
26.
Έρχομαι τώρα στην εξέταση του ερωτήματος που αφορά το βάρος της αποδείξεως σε σχέση με την τήρηση των όρων που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2.
27.
Επιβάλλεται σχετικώς να γίνει διάκριση μεταξύ των ελέγχων που πραγματοποιούνται στο στάδιο της τελικής χρησιμοποιήσεως του συμπυκνωμένου βουτύρου και των ελέγχων οι οποίοι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πριν από την τελική χρησιμοποίηση, προκειμένου να ελεγχθεί η τήρηση των διατάξεων του κανονισμού.
28.
Όσον αφορά, κατ'αρχάς, την εκ μέρους του πλειοδότη τήρηση της υποχρεώσεως χρησιμοποιήσεως του συμπυκνωμένου βουτύρου στα προϊόντα που καθορίζονται στο άρθρο 4, σ'αυτόν εναπόκειται να αποδείξει την τήρηση αυτής της υποχρεώσεως. Αυτό, πράγματι, προκύπτει από το άρθρο 22, παράγραφος 4, κατά το οποίο:
«Εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, οι ασφάλειες για τη μεταποίηση που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 καταπίπτουν κατ'αναλογία των ποσοτήτων για τις οποίες δεν προσκομίστηκαν οι αναφερόμενες στον κανονισμό (ΕΟΚ) 168/76 αποδείξεις εντός της προθεσμίας των 18 μηνών, υπολογιζόμενης από την τελευταία ημέρα υποβολής προσφορών και αναφερομένης στο άρθρο 12, παράγραφος 2.»
29.
Το άρθρο αυτό παραπέμπει στον κανονισμό 1687/76 της Επιτροπής, της 30ης Ιουνίου 1976 ( 18 ), όσον αφορά την απόδειξη της σύμφωνης με τις ισχύουσες διατάξεις χρησιμοποιήσεως του βουτύρου και, ιδίως, στο άρθρο 13, σημείο 4, αυτού, το οποίο εξαρτά την απελευθέρωση της ασφάλειας από την υποβολή ορισμένων εγγράφων θεωρημένων και εκδοθέντων από τις αρμόδιες αρχές ( 19 ). Συνεπώς, το βάρος της αποδείξεως της σύμφωνης με τις ισχύουσες διατάξεις τελικής χρησιμοποιήσεως του βουτύρου φέρει ο πλειοδότης.
30.
Υπ' αυτήν, εξάλλου, την έννοια αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Corman ( 20 ), τα πραγματικά περιστατικά της οποίας ήταν τα ακόλουθα: η εταιρία Corman αγόρασε βούτυρο παρεμβάσεως και ανέλαβε την υποχρέωση να τηρήσει τους όρους μεταποιήσεως και τελικής χρησιμοποιήσεως του βουτύρου. Το βούτυρο αυτό το πούλησε σε διάφορους αγοραστές στη Γερμανία, έλαβε δε από τις αρμόδιες γερμανικές τελωνειακές αρχές έγγραφα που πιστοποιούν την σύννομη χρησιμοποίηση του βουτύρου, βάσει των οποίων αποδεσμεύτηκε η ασφάλεια. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε κατόπιν, το βούτυρο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον προορισμό του, ο δε οργανισμός παρεμβάσεως ζήτησε την κατάπτωση της ασφάλειας για μεταποίηση.
31.
Όσον αφορά το ζήτημα του βάρους της αποδείξεως το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«Πρέπει να παρατηρηθεί ότι καίτοι, κατά το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75, εναπόκειται στον υπέρου η κατακύρωση που ζητεί την ελευθέρωση της ασφάλειας να προσκομίσει την απόδειξη της κανονικής χρησιμοποίησης του βουτύρου, μέσω του αντιτύπου Τ5, εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες επικαλούνται σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του, να προσκομίσουν τη σχετική απόδειξη» ( 21 ).
32.
Βεβαίως, στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για τον κανονισμό 232/75 και όχι για τον κανονισμό 262/79, όπως στην παρούσα. Ωστόσο, η λύση που θα δοθεί πρέπει να είναι η ίδια, δεδομένου ότι παρά τη διαφορετική τους διατύπωση οι δύο διατάξεις έχουν το ίδιο νόημα ( 22 ).
33.
Ο BALM υποστηρίζει ότι μέχρι το χρόνο εκδόσεως του πιστοποιητικού, εναπόκειται στον πλειοδότη να αποδείξει την τήρηση των όρων του άρθρου 5, παράγραφος 2.
34.
Ωστόσο, το άρθρο 22, παράγραφος 5, το οποίο αναφέρεται σε ειδικές περιπτώσεις μη τηρήσεως των όρων του άρθρου 5, ορίζει ότι:
«Στην περίπτωση κατά την οποία η μεταποίηση σε αναφερόμενα στο άρθρο 4 προϊόντα πραγματοποιήθηκε χωρίς να έχουν τηρηθεί πλήρως οι αναφερόμενοι στο άρθρο 5 όροι, η ασφάλεια καταπίπτει για τη σχετική παρτίδα.
Εν τούτοις εάν μία διαπιστούμενη παράβαση αφορά μόνο μία δοσολογία προϊόντων κατωτέρα τουλάχιστον κατά 20 % της δοσολογίας που προβλέπεται στα παραρτήματα Ι ή II για τα προϊόντα αυτά, η ασφάλεια καταπίπτει μόνο μέχρι του 25 % αυτού του ποσού» ( 23 ).
35.
Συνεπώς, η πλήρης ή μερική κατάπτωση της ασφαλείας εξαρτάται από τη διαπίστωση παραβάσεως που συνίσταται σε ανεπαρκή παρουσία ενδεικτικών προϊόντων στο συμπυκνωμένο βούτυρο. Συνεπώς, ο έλεγχος θα πρέπει να αφορά το τελευταίο αυτό προϊόν και τα σχετικά με αυτό έγγραφα και όχι τα έγγραφα που πιστοποιούν ότι το συμπυκνωμένο βούτυρο ενσωματώθηκε πράγματι στα τελικά προϊόντα που καθορίζονται στο άρθρο 4.
36.
Το άρθρο 22, παράγραφος 5, «ανατρέπει» στην περίπτωση αυτή το βάρος της αποδείξεως. Απόκειται, στο εξής, στην αρμόδια αρχή να αποδείξει την παράβαση των όρων που προβλέπει το άρθρο 5 πριν αποφασίσει την πλήρη ή μερική ελευθέρωση της ασφαλείας.
37.
Βαρυνόμενες με το βάρος της αποδείξεως οι γερμανικές τελωνειακές αρχές μπορούσαν, προκειμένου να προσκομίσουν την απόδειξη αυτή, να προβούν σε δειγματοληπτικό έλεγχο;
38.
Στην απόφαση BayWa κατά BALM ( 24 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
«...οι διάφορες μέθοδοι ελέγχου, όπως η δειγματοληψία, ο λογιστικός έλεγχος ή η αναγνώριση των επιχειρήσεων μετουσιώσεως δύνανται, μόνες ή σε συνδυασμό, να έχουν την αυτή σχεδόν αποτελεσματικότητα, αν και καμία από αυτές δεν παρέχει απόλυτη εγγύηση. Τέλος, όπως παρετήρησε το Δικαστήριο, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θέσπισε διατάξεις που ρυθμίζουν λεπτομερώς την διαδικασία ελέγχου, αλλά άφησε στα κράτη μέλη την ευχέρεια να ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες διενεργείας του ελέγχου, βάσει της δικής του εννόμου τάξεως και υπ'ευθύνη τους με την επιλογή της καλύτερης δυνατής λύσεως» ( 25 ).
39.
Η λύση αυτή δικαιολογούσε τη σιωπή των επιμάχων κοινοτικών κανονισμών. Μπορούμε, λοιπόν, να διαπιστώσουμε ότι ο κανονισμός 262/79, μη προβλέποντας λεπτομερώς τον τρόπο ελέγχου, επαφίει στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να ελέγχουν την τήρηση, εκ μέρους των επιχειρηματιών, των κοινοτικών επιταγών. Εξάλλου, κατά την προφορική διαδικασία κανείς από τους διαδίκους δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν τέτοιους ελέγχους.
40.
Στην απόφαση Société pour l'exportation des sucres κατά OBEA ( 26 ), το Δικαστήριο αναγνώρισε την αρχή ενός μη προβλεπομένου από τον κανονισμό ελέγχου, παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού έγιναν γνωστά μετά την πραγματοποίηση της εξαγωγής. Επρόκειτο για την εξέταση της νομιμότητας ελέγχου πραγματοποιούμένου πριν από την φόρτωση των προϊόντων που επρόκειτο να διατεθούν ως επισιτιστική βοήθεια. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«περίπτωση σαν την προκειμένη, όπου τα αποτελέσματα του ποιοτικού ελέγχου γίνονται γνωστά μετά την παράδοση του εμπορεύματος, δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού. Από αυτό όμως δεν συνάγεται ότι ο έλεγχος που διενεργήθηκε υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να λογισθεί παράνομος ή ότι απαγορεύεται να ληφθούν υπ'όψη τα αποτελέσματα του ... ( 27 )
... ακόμα και όταν γίνονται γνωστά σε χρόνο μεταγενέστερο» ( 28 ).
41.
Εφόσον η τήρηση των όρων του άρθρου 5, παράγραφος 2, συνιστά ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός, η δειγματοληψία στην οποία προέβησαν οι εθνικές αρχές δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή, να θεωρηθεί ως παράνομη.
42.
Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι μολονότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν ένα τέτοιο έλεγχο, ωστόσο εναπόκειται στο επιλαμβανόμενο δικαστήριο να ελέγχει τόσο την τυπική νομιμότητα όσο και τον αποδεικτικό χαρακτήρα του ελέγχου.
43.
Στο υπόμνημά της η Επιτροπή ανέφερε ότι διαπιστώθηκαν «ορισμένα σφάλματα» κατά την εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας ( 29 ). Από τις εξηγήσεις του εκπροσώπου της κατά την προφορική διαδικασία δεν προέκυψε με ακρίβεια η φύση των σφαλμάτων αυτών. Εν πάση περιπτώσει, η σχετική εκτίμηση εναπόκειται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου ( 30 ). Αν το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η δειγματοληψία στην οποία προέβησαν οι γερμανικές αρχές είναι παράνομη ή στερείται αποδεικτικής αξίας, η ασφάλεια πρέπει να επιστραφεί.
44.
Αντιθέτως, αν οι εθνικές αρχές προσκομίσουν στο επιληφθέν εθνικό δικαστήριο στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, ότι ο έλεγχος επί του οποίου στηρίχθηκε η διαπίστωση της παραβάσεως είναι σύννομος και συνιστά επαρκές αποδεικτικό στοιχείο, τότε ο οικείος επιχειρηματίας δεν μπορεί να περιοριστεί στην απόκρουση αυτών των συμπερασμάτων. Είναι υποχρεωμένος να τα ανατρέψει προσκομίζοντας ανταποδείξεις.
45.
Με το τελευταίο προδικαστικό του ερώτημα, που όπως προανέφερα αποβλέπει κατά τη γνώμη μου στον έλεγχο του κύρους της σχετικής διατάξεως, το Bundesgerichtshof ερωτά αν, σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας, η κατάπτωση της ασφάλειας πρέπει να παραμείνει μερική, εφόσον επιτεύχθηκε ο τελικός σκοπός, έστω και αν τα ενδεικτικά προϊόντα δεν ενσωματώθηκαν ομοιόμορφα ή ενσωματώθηκαν σε ανεπαρκείς ποσότητες στο συμπυκνωμένο βούτυρο.
46.
Η υπόμνηση της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου παρέχει τα στοιχεία για τη διαμόρφωση της επιβαλλομένης απαντήσεως.
47.
Αναφορικά με κύρωση η οποία συνίσταται στην μη ελευθέρωση της ασφαλείας λόγω της μη τηρήσεως της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να εξεταστεί αν η κύρωση αυτή
«υπερβαίνει τα πρόσφορα και απαραίτητα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού όρια» ( 31 ).
48.
Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει σχετικώς να εξετάζεται,
«... προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας ..., αν τα μέσα που χρησιμοποιεί για την πραγματοποίηση του σκοπού που επιδιώκει συνάδουν με τη σημασία του σκοπού αυτού και, δεύτερον αν είναι αναγκαία για την επίτευξη του» ( 32 ).
49.
Με την απόφαση MAN πατά ΙΒΑΡ ( 33 ) εμφανίστηκε η διάκριση μεταξύ κύριας και δευτερεύουσας υποχρεώσεως. Ενώ η πρώτη είναι «αναγκαία προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού», η δεύτερη, αντιθέτως, είναι διοικητικής φύσεως και για την μη τήρηση της δεν πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις το ίδιο αυστηρές όπως και για την μη τήρηση της κυρίας υποχρεώσεως ( 34 ).
50.
Στην απόφαση Maas κατά BALM ( 35 ) τονίστηκε σαφώς ότι η παραβίαση κυρίας υποχρεώσεως μπορεί να επισύρει την πλήρη απώλεια της ασφαλείας χωρίς να θιγεί η αρχή της αναλογικότητας. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι:
«... πρέπει να εξακριβωθεί... αν οι εν λόγω υποχρεώσεις στην παρούσα υπόθεση πρέπει να θεωρηθούν ως κύριες υποχρεώσεις, η τήρηση των οποίων έχει θεμελιώδη σημασία για την καλή λειτουργία ενός κοινοτικού συστήματος και η παράβαση των οποίων μπορεί να τιμωρηθεί με την πλήρη απώλεια της εγγύησης χωρίς αυτό να συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ή ως δευτερεύουσες υποχρεώσεις, για την παράβαση των οποίων δεν πρέπει να επιβληθούν εξίσου αυστηρές κυρώσεις με αυτές που επιβάλλονται για την μη τήρηση κυρίας υποχρεώσεως» ( 36 ).
51.
Ωστόσο, ήδη από την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πλήρης κατάπτωση της ασφάλειας θα μπορούσε να είναι υπερβολική, ακόμα και ως κύρωση για παραβίαση κυρίας υποχρεώσεως. Πράγματι, αφού χαρακτήρισε την υποχρέωση φορτώσεως ορισμένων τροφίμων εντός καθορισμένης προθεσμίας ως κύρια υποχρέωση, υπογράμμισε ότι:
«πρέπει να θεωρηθεί ότι στις θαλάσσιες μεταφορές μία καθυστέρηση μερικών ημερών στη φόρτωση του εμπορεύματος και στην αναχώρηση του πλοίου δεν μπορεί να εκληφθεί ως παράβαση της εν λόγω υποχρεώσεως» ( 37 ).
52.
Από τις αποφάσεις Lingenfelser ( 38 ), Italtrade ( 39 ) και Pressier ( 40 ) συνάγεται ακόμη σαφέστερα η αποδυνάμωση αυτής της διακρίσεως. Φρονώ, πάντως, ότι η διάκριση αυτή εξακολουθεί να υφέρπει, καθώς ο έλεγχος της αναλογικότητας μιας κυρώσεως συνδέεται αναπόσπαστα με την σημασία της υποχρεώσεως που ανέλαβε ο επιχειρηματίας.
53.
Αν πράγματι η πλήρης κατάπτωση της ασφαλείας μπορεί να είναι υπερβολική ακόμα και στην περίπτωση παραβιάσεως κυρίας υποχρεώσεως, επιβάλλεται κατά την γνώμη μου να γίνεται η διάκριση, ώστε να αποφεύγεται η επιβολή αυστηρής κυρώσεως, ή μάλλον αυστηρότερης κυρώσεως, σε περίπτωση αθετήσεως δευτερεύουσας υποχρεώσεως από ό,τι στην περίπτωση αθετήσεως κυρίας υποχρεώσεως.
54.
Θα πρέπει, λοιπόν, να εξετασθεί αν η επίμαχη διάταξη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας επιβάλλοντας για την περίπτωση της αθετήσεως της υποχρεώσεως ενσωματώσεως ορισμένων προϊόντων και ομοιόμορφης κατανομής τους την κύρωση της καταπτώσεως της ασφαλείας, η οποία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι πλήρης, μολονότι το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις επιταγές του κανονισμού.
55.
Πρέπει να εξετάζεται αν
«η κατάπτωση της ασφαλείας ... βρίσκεται σε αντιστοιχία προς τη σπουδαιότητα του κατ'αυτόν τον τρόπο περιγραφέντος σκοπού και αν είναι αναγκαία για την επίτευξη του» ( 41 ).
56.
Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω ότι ο σκοπός της ενσωματώσεως ορισμένων προϊόντων στο συμπυκνωμένο βούτυρο συνάγεται, πρωτίστως, από τους λόγους που αναφέρονται στην έκτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, όπου τονίζεται ότι η ενσωμάτωση και ομοιόμορφη κατανομή αποβλέπουν στην τήρηση του τελικού προορισμού του μεταποιημένου βουτύρου «καθιστώντας με τον τρόπο αυτό δυνατή τη διαφοροποίηση του από τα άλλα βούτυρα».
57.
Από το άρθρο 3 συνάγεται ότι
«ο προσφέρων δύναται να λάβει μέρος στη δημοπρασία, μόνο εάν αναλάβει γραπτώς την υποχρέωση να μεταποιήσει το προβλεπόμενο στο άρθρο 1 βούτυρο αποκλειστικά σε προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 4, συμφωνα με τους προβλεπόμένους στα άρθρα 5, 6, 7, 8, 9 και 10 όρους» ( 42 ).
58.
Ο διαγωνιζόμενος αναλαμβάνει έτσι την υποχρέωση να συμμορφωθεί όχι μόνο προς τον σκοπό του κανονισμού, δηλαδή την απόσυρση από την αγορά ορισμένων ποσοτήτων βουτύρου και την χρησιμοποίηση τους σε ορισμένους βιομηχανικούς τομείς, αλλά και προς τις τεχνικές λεπτομέρειες με τις οποίες σκοπείται να διασφαλιστεί ότι το μεταποιημένο βούτυρο θα αποσυρθεί πράγματι από την αγορά.
59.
Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι πατά το άρθρο 18, σημείο 2, δεύτερο εδάφιο, ο πλειοδότης είναι ευνοημένος διότι, ως προς αυτόν,
«... που έχει αναλάβει την υποχρέωση μεταποιήσεως του βουτύρου σε αναφερόμενα στο άρθρο 4 προϊόντα υπό τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 5, η τιμή μειώνεται κατά 14 λογιστικές μονάδες ανά 100 χιλιόγραμμα.»
60.
Τα στοιχεία που συνθέτουν το σύστημα μπορούν συνοπτικός να εκτεθούν ως εξής: ο πλειοδότης αγοράζει το βούτυρο παρεμβάσεως σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή της αγοράς. Ως αντάλλαγμα για το πλεονέκτημα αυτό, αναλαμβάνει την υποχρέωση να το μεταποιήσει προσθέτοντας τα ενδεικτικά προϊόντα και να διασφαλίσει την χρησιμοποίηση του για την παραγωγή των οριζομένων προϊόντων. Προς διασφάλιση της τηρήσεως της διπλής αυτής υποχρεώσεως, συνιστά ασφάλεια, το ύψος της οποίας είναι ίσο με τη διαφορά μεταξύ της τιμής παρεμβάσεως του βουτύρου και της τιμής του στην αγορά, δηλαδή (σο προς το οικονομικό πλεονέκτημα που του παρέχεται.
61.
Όπως γίνεται αντιληπτό, με το σύστημα αυτό επιδιώκεται η επίτευξη του σκοπού του κανονισμού και η αποτροπή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που θα μπορούσαν να προκύψουν από την μη ομοιόμορφη εφαρμογή αυτού του συστήματος εντός της Κοινότητας.
62.
Η υποχρέωση τηρήσεως των όρων που εκουσίως ανέλαβε ο πλειοδότης έχει ήδη αναγνωριστεί από το Δικαστήριο με την απόφαση Beste Boter και Hoche κατά BALM ( 43 ):
«... δυνάμει του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού (1259/72), μία επιχείρηση μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις αυτού του συστήματος υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνει ορισμένες υποχρεώσεις που συνίστανται κυρίως στην μεταποίηση του συμπυκνωμένου βουτύρου (παράγραφος 1, εδάφιο α), και στην προσθήκη ορισμένων ουσιών (εδάφιο β), στην μεταποίηση του προϊόντος σε ορισμένα προϊόντα, όπως τα προϊόντα αρτοποιίας, εντός προθεσμίας έξι μηνών (εδάφιο γ), στην τήρηση σχετικώς λογιστικών βιβλίων (εδάφιο δ) ...» ( 44 ).
63.
Στην προαναφερθείσα απόφαση BayWa κατά BALM, η οποία αφορούσε την μετουσίωση σίτου σύμφωνα με μέθοδο αναφοράς, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«... αν δεν ελαμβάνοντο υπ'όψη οι διατάξεις του άρθρου 1, εδάφιο 2, του κανονισμού 1403/69, (το οποίο καθορίζει την μέθοδο μετουσίωσης), θα εδημιουργούντο οι εξής δύο κίνδυνοι: αφενός, θα ηδύνατο να ποικίλλει, αναλόγως του κράτους μέλους και ακόμη εντός κάθε κράτους μέλους, η εκτίμηση του ζητήματος κατά πόσο οι εφαρμοζόμενες για την μετουσίωση μέθοδοι καθιστούν τον σίτο ή τη σίκαλη ακατάλληλους για την κατανάλωση από ανθρώπους και, αφετέρου, θα διακυβεύετο η ισότης μεταξύ των επιχειρηματιών, οι οποίοι αξιώνουν πριμοδότηση για την μετουσίωση από κοινοτικά κεφάλαια του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ)» ( 45 ).
64.
Ομοίως στην απόφαση RU-ΜΙ κατά FORMA ( 46 ), το Δικαστήριο αρνήθηκε να ακυρώσει κανονισμό ο οποίος επέβαλλε την κύρωση της πλήρους απώλειας της ενισχύσεως σε περίπτωση μη ακριβούς τηρήσεως των όρων μετουσιώσεως του αποκορυφωμένου γάλακτος που προορίζεται για ζωοτροφές. Βεβαίως, δεν υφίστατο τελικός έλεγχος από τον οποίο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το τρόφιμο αυτό είχε πράγματι χρησιμοποιηθεί για τον οριζόμενο τελικό σκοπό, αλλά η εταιρία ήταν σε θέση να αποδείξει ότι το προϊόν είχε χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προβλεπόμενο σκοπό.
65.
Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«... ακόμα και στην περίπτωση μερικής καταβολής της ενισχύσεως, όταν η απόκλιση από τον συνήθη τύπο της μετουσιώσεως είναι ελάχιστη, θα υπήρχε ο κίνδυνος να εκτραπεί το προϊόν από τη χρήση για την οποία προορίζεται» ( 47 ).
66.
Αυτός ο σκοπός της διασφαλίσεως είναι σημαντικός για την αποτροπή της καταχρηστικής εφαρμογής του κανονισμού καθόσον, όπως εξάλλου αναγνώρισε και ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, ο τελικός έλεγχος της ενσωματώσεως δεν γίνεται συστηματικά. Η ενσωμάτωση και ομοιόμορφη κατανομή συνιστούν διαρκή απόδειξη της «μετουσίωσης» του βουτύρου, το οποίο δεν μπορεί πλέον να διατεθεί στην αγορά ως προϊόν συνήθους καταναλώσεως.
67.
Ωστόσο, η μη τήρηση της υποχρεώσεως μεταποιήσεως του βουτύρου δεν επισύρει κύρωση αυστηρότερη από εκείνη που επιβάλλεται στην περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως της σχετικής με την τελική του χρησιμοποίηση. Αντιθέτως, ενώ στην περίπτωση ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων που να βεβαιώνουν ότι το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον προβλεπόμενο προορισμό του επιβάλλεται η κύρωση της πλήρους κατ,απτώσεως της ασφαλείας, σε περίπτωση αθετήσεως, της υποχρεώσεως μεταποιήσεως επιβάλλεται κύρωση ανάλογη με τις διαστάσεις της διαπιστουμένης παραβάσεως, δεδομένου ότι το άρθρο 22, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει μερική μόνο κατάπτωση της ασφαλείας σε περίπτωση δοσολογίας κατώτερης κατά 20 % και την πλήρη κατάπτωση σε περίπτωση υπερβάσεως του ορίου αυτού.
68.
Τέλος, ας μου επιτραπεί να τονίσω, όπως και στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Lingefelser ( 48 ), ότι ο έλεγχος του κύρους δεν μπορεί να συνίσταται σε έλεγχο του βασίμου όλων των μέτρων, αλλά πρέπει να προβλέπει κυρώσεις μόνο στις περιπτώσεις προφανούς υπερβάσεως των ορίων της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής.
69.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
1)
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/70 της Επιτροπής επιβάλλει την ομοιόμορφη κατανομή των προϊόντων που πρέπει να ενσωματωθούν στο συμπυκνωμένο βούτυρο, είτε αυτό τελεί υπό θέρμανση είτε υπό ψήξη.
2)
Το άρθρο 22, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού έχει την έννοια ότι απόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποδεικνύουν, κατά τους κανόνες της εσωτερικής νομοθεσίας, την μη τήρηση εκ μέρους του επιχειρηματία των όρων του άρθρου 5, παράγραφος 2. Προς τούτο, μπορούν οι αρχές αυτές να πραγματοποιούν ελέγχους μέχρι το στάδιο της τελικής μεταποιήσεως, σύμφωνα με τους ισχύοντες στο οικείο κράτος μέλος κανόνες. Σε περίπτωση σύννομου διαπιστώσεως παραβιάσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, το βάρος της ανταποδείξεως φέρει ο πλειοδότης, ο οποίος δεν μπορεί να περιοριστεί στην προβολή του ισχυρισμού ότι το μεταποιημένο βούτυρο χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον καθορισθέντα τελικό προορισμό, ή να προβάλλει το γεγονός ότι τα αποτελέσματα του ελέγχου του ανακοινώθηκαν μετά την τελική τροποποίηση του βουτύρου.
3)
Από την εξέταση του άρθρου 22, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 77.
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82.
( 3 ) Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 4 ) Αρθρο 12.
( 5 ) Αρθρο 17.
( 6 ) Αρθρο 3.
( 7 ) Άρθρο 16.
( 8 ) Άρθρο 22.
( 9 ) Άρθρο 21.
( 10 ) Άρθρο 22, παράγραφος 5.
( 11 ) Το πλήρες κείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων παρατίθεται στην έκθεση ακροατηρίου (ΙΙ.5).
( 12 ) Απόφαση της 2ας Matou 1985 (154/84 και 155/84, Συλλογή σ. 1215).
( 13 ) Σκέψη 21.
( 14 ) Η υπογρύμμιση δική μου.
( 15 ) Απόφαση της 29ης Απριλίου 1982 (66/81 και 99/81, Συλλογή σ. 1363).
( 16 ) Σκέψη 13.
( 17 ) Σκέψη 14.
( 18 ) Κανονιομός περ( καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 6).
( 19 ) Βλ. έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79.
( 20 ) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1985 (124/83, Συλλογή σ. 3777).
( 21 ) Σκέψη 50, βλέπε επίσης την απόφαση τη; 3ης Ιουλίου 1985, Dc Jong κατά Vib, σκέψη 5 (20/84, Συλλογή σ.2061).
( 22 ) Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 18, παράγραφος 2, ορίζει ότι «εκτός ανωτέρας βίας και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 2, η ασφάλεια για μεταποίηση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 12 ελευθερώνεται για εκείνες μόνο τις ποσότητες για τις οποίες ο πλειοδότης απέδειξε ότι τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 6».
( 23 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 24 ) Απόφαση της 6ης Μαΐου 1982 (146/81, 192/81 και 193/81, Συλλογή σ. 1503).
( 25 ) Σκέψη 20.
( 26 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1987 (56/86, Συλλογή σ. 1423).
( 27 ) Σκέψη 9.
( 28 ) Σκέψη 11.
( 29 ) Σελίδα 13 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 30 ) Προφανώς, κατά το στάδιο της ενσωματώσεως, ο BALM προέβη σε έλεγχο. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται, εάν το κρίνει χρήσιμο, να ζητήσει την κατάθεση της σχετικής εκθέσεως.
( 31 ) Απόφαοη της 20η; Φεβρουαρίου 1979, Buitoni κατά Fonna, σκέψη 16 (122/78. Συλλογή 1979/I σ. 341).
( 32 ) Aπόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, Fromançais κατά Forma, σκέψη 8 (66/82, Συλλογή σ. 395)· όμοια διατύπωση οτις αποφάοεις της 12ης Ιουλίου 1990, Philipp Brodiers (C-155/89, Συλλογή σ. I-3265), της 27ης Ιουνίου 1990, Lingenfelser, οκέψη 12 (C-118/89, Συλλογή σ. I-2637), της 27ης Νοεμβρίου 1991, Italtrade, σκέψη 12 (C-199/90, Συλλογή σ. I-5545).
( 33 ) Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1985 (181/84, Συλλογή σ. 2889).
( 34 ) Σκέψη 20.
( 35 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1986 (2185, Συλλογή ο. 3537).
( 36 ) Σκέψη ÍS.
( 37 ) Σκέψη 17.
( 38 ) Απόφαση C-118/89 προαναφερθείσα στην σημείωση 33.
( 39 ) Απόφαση C-199/90 προαναφερθείσα στη σημείωση 33.
( 40 ) Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1992 (C-319/90, Συλλογή σ. I-203).
( 41 ) Απόφαση C-199/90, προαναφερθείσα, σκέψη 14.
( 42 ) Η υπογράμμιση διχή μου.
( 43 ) Απόφαση της 11η; Matou 1977 (99/76 xm. 100/76, Συλλογή 1977, σ. 267).
( 44 ) Σκέψη 4.
( 45 ) Σκέψη 10.
( 46 ) Απόφαση τη; 2ας Δεκεμβρίου 1982 (272/81, Συλλογή σ. 4107).
( 47 ) Σκέψη 12.
( 48 ) Υπόθεση C-118/89, προαναφερθείσα.
Full & Egal Universal Law Academy