ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
F. G. JACOBS
της 30ής Ιουνίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Δύο γερμανικά δικαστήρια υπέβαλαν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο και ερωτούν αν το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΟΚ και αν ένα κράτος μέλος, το οποίο επιτρέπει στους υπηκόους του να απαγορεύουν την άνευ αδείας αναπαραγωγή των μουσικών εκτελέσεων τους, οφείλει να παρέχει πανομοιότυπη προστασία στους υπηκόους άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που προβλέπεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης.
Υπόθεση C-92/92
2.
Ο αιτών στην υπόθεση C-92/92 είναι ο Phil Collins, τραγουδιστής και συνθέτης βρετανικής ιθαγενείας. Η καθής — Imtrat Handelsgesellschaft mbH (στο εξής: Imtrat) — είναι παραγωγός φωνογραφημάτων ( 1 ). Το 1983 ο Ρ. Collins έδωσε στην Καλιφόρνια συναυλία η οποία ηχογραφήθηκε χωρίς τη συγκατάθεση του. Αναπαραγωγές της ηχογραφήσεως πωλήθηκαν στη Γερμανία από την Imtrat σε δίσκο compact με τον τίτλο «Live and Alive». Ο P. Collins υπέβαλε ενώπιον του Landgericht München Ι αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε να απαγορευθεί στην Imtrat να διαθέτει στο εμπόριο τις ηχογραφήσεις αυτές εντός της Γερμανίας και να τεθούν υπό μεσεγγύηση τα ευρισκόμενα στην κατοχή της αντίτυπα.
3.
Φαίνεται ότι εάν ο P. Collins ήταν γερμανός η αίτηση του θα είχε γίνει αναμφιβόλως δεκτή. Το άρθρο 75 του Gesetz über Urheberrecht und verwandte Schutzrechte (νόμου περί του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, στο εξής: Urheberrechtsgesetz, BGBl 1965 Ι, σ. 1273) προβλέπει ότι η παράσταση του εκτελεστή καλλιτέχνη μπορεί να ηχογραφηθεί μόνο με τη συγκατάθεση του. Το άρθρο 125, παράγραφος 1, του Urheberrechtsgesetz ορίζει ότι οι γερμανοί υπήκοοι απολαύουν της προστασίας του άρθρου 75, μεταξύ άλλων, για όλες τις παραστάσεις τους, ανεξαρτήτως του τόπου εκτελέσεως. Αντιθέτως, οι αλλοδαποί απολαύουν μικρότερης προστασίας στο πλαίσιο του νόμου αυτού. Κατά το άρθρο 125, παράγραφος 2, απολαύουν της προστασίας αυτής για όλες τις παραστάσεις τους που λαμβάνουν χώρα στη Γερμανία και κατά το άρθρο 125, παράγραφος 5, απολαύουν της προστασίας που απορρέει από τις διεθνείς συνθήκες. Το Landgericht München Ι μνημονεύει τη σύμβαση της Ρώμης της 26ης Οκτωβρίου 1961 περί της προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης, αλλά συνάγει από αυτήν ότι η Γερμανία οφείλει να παρέχει στους αλλοδαπούς εκτελεστές καλλιτέχνες την ίδια προστασία που παρέχει στους υπηκόους της μόνον όσον αφορά τις παραστάσεις που λαμβάνουν χώρα στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους- δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν προσχωρήσει στη σύμβαση της Ρώμης, η επίκληση από τον Ρ. Collins του άρθρου 125, παράγραφος 5, του Urheberrechtsgesetz δεν είναι λυσιτελής στην προκειμένη περίπτωση. Ο Ρ. Collins διατείνεται αντιθέτως ότι εδικαιούτο την ίδια μεταχείριση με αυτή των ημεδαπών κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Landgericht München Ι αποφάσισε ως εκ τούτου να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1)
Εμπίπτει το δικαίωμα του δημιουργού στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 7, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΟΚ;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: προκύπτει εξ αυτού ως άμεσο αποτέλεσμα ότι κράτος μέλος το οποίο παρέχει στους υπηκόους του προστασία των παντός είδους καλλιτεχνικών τους εκτελέσεων, ανεξαρτήτως του τόπου των εκτελέσεων, οφείλει να παρέχει την ίδια αυτή προστασία και στους υπηκόους άλλων κρατών μελών, ή μήπως συμβιβάζεται με το άρθρο 7, παράγραφος 1, διάταξη (βλ. άρθρο 125, παράγραφοι 2-6, του Urheberrechtsgesetz της 9ης Σεπτεμβρίου 1965) κατά την οποία η παροχή της προστασίας προς τους υπηκόους άλλων κρατών μελών εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις;»
Υπόθεση C-326/92
4.
Η ενάγουσα και αναιρεσίβλητη στην υπόθεση C-326/92 — EMI Electrola GmbH (στο εξής: EMI Electrola) — παράγει και διανέμει φωνογραφήματα. Κατέχει το αποκλειστικό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως στη Γερμανία των ηχογραφήσεων ορισμένων παραστάσεων του Cliff Richard, τραγουδιστή βρετανικής ιθαγενείας. Εναγόμενοι και αναιρεσείοντες είναι η Patricia Im-und Export Verwaltungsgesellschaft mbH (στο εξής: Patricia), εταιρία που πωλεί φωνογραφήματα, και ο L. Ε. Kraul, ο διαχειριστής της. Η EMI Electrola ζήτησε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να απαγορεύσει στην Patricia και στον L. Ε. Kraul (καθώς και σε άλλα πρόσωπα) να προσβάλλουν τα αποκλειστικά της δικαιώματα επί των ηχογραφήσεων ορισμένων συναυλιών του Cliff Richard. Ως φαίνεται, οι ηχογραφήσεις αυτές δημοσιεύθηκαν καταρχάς στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1958 και 1959 από ένα βρετανό παραγωγό φωνογραφημάτων στον οποίο ο Cliff Richard είχε εκχωρήσει τα δικαιώματα του. Η εν λόγω εταιρία εκχώρησε εν συνεχεία τα δικαιώματα αυτά στην EMI Electrola.
5.
Το Landgericht δέχθηκε την αγωγή της EMI Electrola και η απόφαση αυτή κυρώθηκε κατ' έφεση. Η Patricia και ο L. Ε. Kraul άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof, το οποίο θεωρεί ότι κατά το γερμανικό δίκαιο η αγωγή της EMI Electrola θα ήταν βάσιμη εάν ο Cliff Richard είχε τη γερμανική ιθαγένεια, αλλά δεδομένου ότι είναι βρετανός η αγωγή δεν είναι βάσιμη. Η διάταξη περί παραπομπής δεν καθιστά απολύτως σαφές το πώς και γιατί το Bundesgerichtshof κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το γερμανικό δίκαιο προβλέπει μια τέτοια διαφορά μεταχειρίσεως. Ο λόγος φαίνεται να έγκειται στο ότι οι εν λόγω καλλιτεχνικές παραστάσεις έλαβαν χώρα προ της 21ης Οκτωβρίου 1966, ημερομηνίας κατά την οποία η σύμβαση της Ρώμης τέθηκε σε ισχύ στη Γερμανία, και ότι η Γερμανία οφείλει να παρέχει «την εθνική μεταχείριση» στους αλλοδαπούς καλλιτέχνες, κατ'εφαρμογήν της συμβάσεως της Ρώμης, μόνον ως προς τις παραστάσεις που έλαβαν χώρα μετά την ημερομηνία αυτή ( 2 ).
6.
Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται ότι κατά το γερμανικό δίκαιο υφίσταται διαφορά μεταχειρίσεως, ανάλογα με την ιθαγένεια του εκτελεστή. Συνεπώς, το Bundesgerichtshof υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στο Δικαστήριο:
«1)
Εμπίπτει το δικαίωμα του δημιουργού στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο 7, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΟΚ;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: συμβιβάζεται με το άρθρο 7, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, η ισχύουσα σε κράτος μέλος νομοθετική ρύθμιση περί προστασίας των καλλιτεχνικών παραστάσεων (άρθρο 125, παράγραφοι 2 έως 6 του Urheberrechtsgesetz) όταν αυτή δεν παρέχει στους υπηκόους κράτους μέλους τις ίδιες δυνατότητες προστασίας (εθνική προστασία) με εκείνες που παρέχει στους ημεδαπούς καλλιτέχνες;»
Τα ερωτήματα που τίθενται στις δύο υποθέσεις
7.
Στις δύο υποθέσεις ανακύπτουν κατ' ουσίαν τα ίδια ερωτήματα: α) συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα προς το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ότι ένα κράτος μέλος παρέχει ευρύτερη προστασία για παραστάσεις εκτελούμενες από τους υπηκόους του απ' ό,τι για παραστάσεις υπηκόων άλλων κρατών μελών και β) στην περίπτωση όπου μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση δεν θα συμβιβαζόταν με το κοινοτικό δίκαιο, παράγουν οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου άμεσα αποτελέσματα, υπό την έννοιαν ότι ένας καλλιτέχνης που έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους δικαιούται να επικαλείται, στο πλαίσιο διαδικασίας κατά προσώπου που διαθέτει στο εμπόριο ηχογραφήσεις άνευ αδείας των παραστάσεων του, τα ίδια δικαιώματα με αυτά ενός υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους;
8.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι, μολονότι τα δύο εθνικά δικαστήρια κάνουν λόγο για το δικαίωμα του δημιουργού, οι υποθέσεις αυτές δεν έχουν στην πραγματικότητα ως αντικείμενο το δικαίωμα του δημιουργού υπό στενή έννοια αλλά ορισμένα συγγενικά δικαιώματα γνωστά ως «δικαιώματα των εκτελεστών».
Η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ιθαγενείας
9.
Η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ιθαγενείας είναι η υπέρτερη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Αποτελεί το «λάϊτμοτίβ» της Συνθήκης της ΕΟΚ. Διατυπώνεται γενικώς στο άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, το οποίο ορίζει:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
Αυτή η γενική απαγόρευση των διακρίσεων διευκρινίζεται σε άλλες ειδικότερες διατάξεις της Συνθήκης. 'Ετσι, το άρθρο 36 επιτρέπει ορισμένους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνιστούν «αυθαίρετη διάκριση» ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου. Το άρθρο 48, παράγραφος 2, επιβάλλει «την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας». Κατά το άρθρο 52, δεύτερο εδάφιο, οι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους μπορούν να ασκούν μη μισθωτή δραστηριότητα εντός άλλου κράτους μέλους «σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται... για τους δικούς τους υπηκόους». Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 60, τρίτο εδάφιο, ο παρέχων υπηρεσία δύναται για την εκτέλεση αυτής να ασκήσει τη δραστηριότητα του στο κράτος όπου παρέχεται η υπηρεσία «με τους ίδιους όρους που το κράτος αυτό επιβάλλει στους δικούς τους υπηκόους».
10.
Δεν είναι δυσχερές να κατανοηθεί γιατί οι συντάκτες της Συνθήκης προσέδωσαν τόση σημασία στην απαγόρευση των διακρίσεων. Ο θεμελιώδης σκοπός της Συνθήκης συνίσταται στην πραγματοποίηση μιας ολοκληρωμένης οικονομίας μέσα στην οποία οι συντελεστές της παραγωγής, όπως και οι καρποί της παραγωγής, μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα και χωρίς στρεβλώσεις, επιτρέποντας κατ' αυτόν τον τρόπο μια πιο αποτελεσματική κατανομή των πόρων και έναν καλύτερο καταμερισμό της εργασίας. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πραγματοποίηση του σκοπού αυτού ήταν η ύπαρξη κανόνων και πρακτικών που ενείχαν διακρίσεις, με τις οποίες οι εθνικές κυβερνήσεις προστάτευαν κατά παράδοση τους δικούς τους παραγωγούς και εργαζομένους από τον αλλοδαπό ανταγωνισμό. Καίτοι η κατάργηση κανόνων και πρακτικών που ενέχουν διακρίσεις μπορεί να μην αρκεί καθεαυτήν για την επίτευξη του υψηλού βαθμού οικονομικής ολοκληρώσεως την οποία θέτει ως στόχο η Συνθήκη, είναι σαφές ότι πρόκειται για μια πρώτη ουσιώδη προϋπόθεση.
11.
Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας παρουσιάζει επίσης μεγάλη συμβολική σημασία, κατά το μέτρο που αποδεικνύει ότι η Κοινότητα δεν αποτελεί απλώς μια εμπορική συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών μελών, αλλά ένα κοινό εγχείρημα στο οποίο όλοι οι πολίτες της Ευρώπης είναι σε θέση να μετέχουν ως άτομα. Οι υπήκοοι κάθε κράτους μέλους έχουν δικαίωμα να ζουν, να εργάζονται και να ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες εντός των άλλων κρατών μελών υπό τις ίδιες συνθήκες που ισχύουν για τον τοπικό πληθυσμό. Δεν πρέπει να γίνονται απλώς ανεκτοί ως αλλοδαποί, αλλά να γίνονται δεκτοί από τις αρχές του φιλοξενούντος κράτους ως κοινοτικοί υπήκοοι που έχουν δικαίωμα «εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης» εφ' όλων των προνομίων και πλεονεκτημάτων των οποίων απολαύουν οι υπήκοοι του φιλοξενούντος κράτους. Πρόκειται εδώ για την πτυχή του κοινοτικού δικαίου η οποία αγγίζει πιο άμεσα το άτομο και η οποία αναπτύσσει περισσότερο απ' όλες την αίσθηση της κοινής ταυτότητας και του κοινού πεπρωμένου, χωρίς τα οποία η εξαγγελλόμενη στο προοίμιο της Συνθήκης «διαρκώς στενότερη ένωση των ευρωπαϊκών λαών» θα ήταν ένα σύνθημα κενό νοήματος.
12.
Έχουν γραφεί πολλά όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του άρθρου 7 και των άλλων διατάξεων της Συνθήκης που προβλέπουν πιο ειδικές απαγορεύσεις διακρίσεων λόγω ιθαγενείας (π.χ. άρθρα 48, παράγραφος 2, 52, δεύτερο εδάφιο, και 60, τρίτο εδάφιο). Σχετικά με τη σχέση αυτή υπάρχει επίσης πλούσια νομολογία. Η γενικώς αποδεκτή άποψη φαίνεται εγκείμενη στο ότι δεν πρέπει να γίνεται επίκληση του άρθρου 7 παρά μόνον όταν καμία από τις άλλες, πιο ειδικές, διατάξεις που απαγορεύουν τις διακρίσεις δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής ( 3 ). Συνεπώς, μια από τις κύριες λειτουργίες του άρθρου 7 είναι η πλήρωση των κενών που δημιουργούνται από τις πιο ειδικές διατάξεις της Συνθήκης ( 4 ).
13.
Υποστηρίζεται ενίοτε ότι, όταν κάποιοι κανόνες συνάδουν προς τα ειδικά άρθρα της Συνθήκης που απαγορεύουν τις διακρίσεις, συνάδουν και προς το άρθρο 7 ( 5 ). Είναι μάλλον ορθότερη η άποψη ότι, εάν μια εθνική διάταξη εισάγει διάκριση επιτρεπόμενη ρητώς από ένα από τα πιο ειδικά άρθρα της Συνθήκης, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς το άρθρο 7. Συνεπώς, το άρθρο 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης, το οποίο επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις να αποκλείονται από την απασχόληση στη δημόσια διοίκηση οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών, εισάγει μια πρακτική η οποία δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς το άρθρο 7 παρά τον καταφανώς ενέχοντα διακρίσεις χαρακτήρα της. Αντιθέτως, θα ήταν εσφαλμένη η άποψη ότι μια διάταξη, η οποία εισάγει διακρίσεις έναντι ορισμένων υπηκόων άλλων κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς το άρθρο 7 απλώς και μόνο επειδή δεν εμπίπτει στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 48, 52, 59 και 60 της Συνθήκης. Εν εναντία περιπτώσει, το άρθρο 7 δεν θα εκπληρούσε τη λειτουργία του, η οποία συνίσταται στην πλήρωση των κενών.
14.
Δεδομένων των περιστάσεων των υπό κρίση υποθέσεων, δεν φρονώ ότι είναι αναγκαίο να εμβαθύνω την εξέταση της σχέσεως μεταξύ της γενικής απαγορεύσεως του άρθρου 7 και των πιο ειδικών διατάξεων που προβλέπονται αλλού. Είναι αναμφίβολο ότι το άρθρο 7, μόνο του ή σε σύνδεση με άλλες διατάξεις της Συνθήκης, έχει ως αποτέλεσμα ότι οι υπήκοοι κράτους μέλους δικαιούνται να ασκούν παντός είδους νόμιμη οικονομική δραστηριότητα εντός άλλου κράτους μέλους υπό τις ίδιες συνθήκες με αυτές που ισχύουν για τους υπηκόους του τελευταίου αυτού κράτους.
15.
Η απλή αυτή παρατήρηση αρκεί πιθανώς, από μόνη της, για την επίλυση των θεμελιωδών ζητημάτων που θέτουν οι υπό κρίση υποθέσεις. Στο μέτρο που τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας βοηθούν τον δικαιούχο του να απολαύει των οικονομικών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη, ειδικότερα τα άρθρα 30, 52 και 59, ένα κράτος μέλος οφείλει να παρέχει στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους το ίδιο επίπεδο προστασίας με αυτό το οποίο παρέχει στους δικούς του υπηκόους. Εάν, επί παραδείγματι, ένα κράτος μέλος χορηγούσε διπλώματα ευρεσιτεχνίας μόνον στους δικούς του υπηκόους και τα ηρνείτο αντιστοίχως στους υπηκόους άλλων κρατών μελών, δεν θα μπορούσε να προβληθεί σοβαρά ο ισχυρισμός ότι μια τέτοια πρακτική συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη.
16.
Πράγματι, μια τέτοια διάκριση επισημάνθηκε ειδικώς από το Συμβούλιο το 1961 στο γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ( 6 ) και στο γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως ( 7 ). Και τα δύο προγράμματα επιβάλλουν την κατάργηση των «διατάξεων και πρακτικών που, όσον αφορά μόνον τους αλλοδαπούς αποκλείουν, περιορίζουν ή εξαρτούν από όρους, την ευχέρεια ασκήσεως των δικαιωμάτων που κανονικά συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών [ή με μια μη μισθωτή δραστηριότητα] και ιδίως την ευχέρεια ... να αποκτούν, εκμεταλλεύονται ή εκχωρούν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συναφή προς αυτήν δικαιώματα» ( 8 ). Σημειωτέον ότι τα γενικά προγράμματα παρέχουν «χρήσιμες ενδείξεις για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης» ( 9 ).
17.
Ο κάτοχος δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα του κατά διάφορους τρόπους στο πλαίσιο των οικονομικών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη. Επί παραδείγματι, ένας καλλιτέχνης μπορεί να παραγάγει μέσα στη δική του χώρα φωνογραφήματα περιέχοντα την εκτέλεση του και να τα εξαγάγει σε άλλο κράτος μέλος, στην περίπτωση δε αυτή η κατάσταση του καλύπτεται από το άρθρο 30. Μπορεί επίσης να ιδρύσει εταιρία ή θυγατρική εταιρία εντός αυτού του άλλου κράτους μέλους και να παραγάγει εκεί φωνογραφήματα προκειμένου να τα πωλήσει εντός της χώρας αυτής οπότε στην περίπτωση αυτή ασκεί το δικαίωμα εγκαταστάσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 52. Ή ακόμη — και μάλλον πρόκειται για την πιο κοινή μέθοδο εκμεταλλεύσεως καλλιτεχνικών δικαιωμάτων και είναι επίσης η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στις υπό κρίση υποθέσεις — μπορεί να χορηγήσει άδεια σε άλλο πρόσωπο για την παραγωγή και πώληση φωνογραφημάτων περιεχόντων την εκτέλεση του εντός άλλου κράτους μέλους στην περίπτωση αυτή, θα εισπράξει αναμφίβολα δικαιώματα για κάθε πώληση και θα είναι σε θέση να εισπράξει και περαιτέρω δικαιώματα χορηγώντας άδεια εκμεταλλεύσεως σε εταιρία διαχειρίσεως δικαιωμάτων των δημιουργών (ακριβέστερα σε εταιρία διαχειρίσεως δικαιωμάτων των καλλιτεχνών) προκειμένου να προβεί σε δημόσιες μεταδόσεις των ηχογραφήσεων του. Αυτές οι βάσει αδείας εκμεταλλεύσεως δραστηριότητες θα συνιστούν υπηρεσίες παρεχόμενες πέραν των εθνικών συνόρων οι οποίες καλύπτονται ως τέτοιες από το άρθρο 59 της Συνθήκης.
18.
Ένας καλλιτέχνης, ασχέτως του τρόπου που επιλέγει για να εκμεταλλευθεί τις παραστάσεις του και τις εκτελέσεις του προκειμένου να του αποφέρουν εμπορικό κέρδος εντός άλλου κράτους μέλους, τελεί σε κατάσταση καλυπτόμενη από το κοινοτικό δίκαιο. Στο μέτρο αυτό, τελεί «εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης» και μπορεί να επικαλείται την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που προβλέπεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης. Στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο πήγε πολύ πιο μακριά. Έκρινε ότι ένας τουρίστας, ο οποίος ταξιδεύει εντός άλλου κράτους μέλους, μπορεί, ως αποδέκτης υπηρεσιών, να τύχει του συστήματος αποζημιώσεως των θυμάτων εγκληματικής επιθέσεως υπό τις ίδιες συνθήκες που ισχύουν για τους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους ( 10 ) ότι ένα πρόσωπο που μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος για να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δεν υποχρεούται να καταβάλει τέλος εγγραφής εάν οι υπήκοοι αυτού του κράτους μέλους ουδέν τέλος εγγραφής καταβάλλουν ( 11 ) και ότι ένας διακινούμενος εργαζόμενος, κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, δικαιούται να έχει την ίδια μεταχείριση, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση γλωσσών κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, με αυτήν που επιφυλάσσεται σε υπήκοο του φιλοξενούντος κράτους ( 12 ). Θα ήταν περίεργο όσοι ασκούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη να έχουν το δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά ζητήματα τα οποία — χωρίς να είναι ασήμαντα — είναι δευτερεύουσας σημασίας και ουσιωδώς μη οικονομικής φύσεως, αλλά να μην απολαύουν του δικαιώματος αυτού στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, των οποίων η οικονομική σπουδαιότητα είναι σημαντική.
19.
Ασφαλώς, δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ως προς την οικονομική σπουδαιότητα του αποκλειστικού δικαιώματος του καλλιτέχνη εκτελεστή να επιτρέπει την αναπαραγωγή και τη διάθεση των εγγραφών των εκτελέσεων του. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι ουσιώδης όσον αφορά την εμπορική εκμετάλλευση μιας εκτελέσεως. Η πώληση εγγραφών που έγιναν χωρίς άδεια προκαλεί ζημία στον καλλιτέχνη εκτελεστή διττώς: πρώτον, δεν εισπράττει κανένα δικαίωμα επί των εγγραφών του, η πώληση των οποίων μειώνει αναπόφευκτα τη ζήτηση των εγγραφών που έχουν γίνει κατόπιν αδείας, ενώ η αγοραστική δύναμη ακόμη και του πιο άπληστου συλλέκτη δίσκων είναι περιορισμένη δεύτερον, χάνει τη δυνατότητα ελέγχου της ποιότητας των εγγραφών, η οποία μπορεί, εάν είναι κακή από τεχνικής απόψεως, να βλάψει τη φήμη του. Το τελευταίο αυτό σημείο είχε προβληθεί έντονα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, από τον «αυστριακό διευθυντή ορχήστρας παγκοσμίου φήμης», ο οποίος δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει την πώληση εγγραφών για τις οποίες δεν είχε δοθεί άδεια στην υπόθεση «Zauberflöte», η
οποία παρατέθηκε ανωτέρω (στην παράγραφο 5).
20.
Τα δικαιώματα του καλλιτέχνη παίζουν κάποιο ρόλο και στον τομέα της προστασίας του καταναλωτή: ο καταναλωτής έχει αναμφίβολα την ιδέα ότι οι εγγραφές γνωστών ζώντων καλλιτεχνών δεν διατίθενται στο εμπόριο χωρίς την άδεια τους και ότι τα πρόσωπα αυτά θα έθεταν σε κίνδυνο τη φήμη τους επιτρέποντας τη διάθεση εγγραφών κακής ποιότητας αυτή η περιορισμένη εγγύηση ποιότητας εξαφανίζεται εντελώς εάν οι εγγραφές μπορούν να διατίθενται χωρίς τη συγκατάθεση του καλλιτέχνη. Επομένως, γίνεται φανερό ότι ο τρόπος δράσεως των δικαιωμάτων του καλλιτέχνη ομοιάζει αρκετά με των σημάτων, των οποίων η οικονομική σπουδαιότητα αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Hag Π ( 13 ).
21.
Οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες και η καθής στις δύο υπό κρίση υποθέσεις των κυρίων δικών προβάλλουν ορισμένα επιχειρήματα προκειμένου να αποδείξουν ότι η προσβαλλόμενη γερμανική νομοθεσία δεν είναι αντίθετη προς την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας. Θα συνοψίσω τα κύρια επιχειρήματα εκθέτοντας γιατί, κατά τη γνώμη μου, κανένα από αυτά δεν είναι πειστικό.
22.
Οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες και η καθής ισχυρίζονται ότι η επιχειρούμενη διάκριση κείται εκτός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης. Η Imtrat καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό για τον λόγο ότι η επίμαχη συναυλία έλαβε χωρά εκτός του εδάφους κράτους μέλους και ότι η ύπαρξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελεί ζήτημα εθνικού δικαίου δυνάμει του άρθρου 222 της Συνθήκης. Αυτό δεν μπορεί να είναι ορθό. Ο αρχικός τόπος της παραστάσεως έχει πολύ μικρή σημασία το σημαντικό είναι ότι δεν παρέχεται, κατά τρόπο σαφώς ενέχοντα διακρίσεις, καμία προστασία στον Phil Collins και στους κατόχους αδείας εκμεταλλεύσεως όταν επιχειρούν να εκμεταλλευθούν — ή να εμποδίσουν άλλους να εκμεταλλευθούν — την παράσταση εντός κράτους μέλους ( 14 ). Ομοίως δεν ευσταθεί το επιχείρημα που βασίζεται στο άρθρο 222 της Συνθήκης. Είναι σαφές ότι το άρθρο αυτό, το οποίο, υπενθυμίζω, ορίζει ότι η Συνθήκη δεν προδικάζει με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρέχουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει κριτηρίων που ενέχουν διακρίσεις. Θα μπορούσε ωσαύτως να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύει στους υπηκόους άλλων κρατών μελών να αγοράζουν οικόπεδα για εμπορικούς σκοπούς.
23.
Η Patricia και ο L. Ε. Kraul υποστηρίζουν ότι, ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως εναρμονίζουσας τη νομοθεσία των κρατών μελών περί του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, τα θέματα αυτά έχουν εντελώς αφαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Το επιχείρημα αυτό προφανώς δεν ευσταθεί. Η εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν εξαρτάται από την εναρμόνιση των εθνικών δικαίων- αντιθέτως, η αρχή της εθνικής μεταχειρίσεως αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα ακριβώς στους τομείς όπου η εναρμόνιση δεν έχει πραγματοποιηθεί.
24.
Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι ελλείψει εναρμονίσεως εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο να καθορίσει τις προϋποθέσεις που διέπουν την παροχή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας βλ., π.χ., Thetford κατά Fiamma ( 15 ). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προβλέπουν προϋποθέσεις ενέχουσες διακρίσεις όσον αφορά την παροχή των δικαιωμάτων αυτών. Αυτό προκύπτει σαφούς από την (δια την απόφαση Thetford (στη σκέψη 17) όπου το Δικαστήριο προσδίδει σημασία στο ότι η φύση μιας διατάξεως της βρετανικής νομοθεσίας περί χορηγήσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δεν ενέχει διακρίσεις, λέγοντας ότι «δεν υφίσταται καμία δυσμενής διάκριση βάσει της ιθαγενείας του δηλούντος την εφεύρεση» το Δικαστήριο άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι δεν μπορούσε να γίνει επίκληση ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας χορηγηθέντος βάσει διατάξεως ενέχουσας διακρίσεις για να δικαιολογηθεί περιορισμός των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης. Επιπλέον, και το Συμβούλιο έχει αναγνωρίσει, στα προπαρατεθέντα (στην παράγραφο 16) γενικά προγράμματα, ότι η χορήγηση παι η άσκηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και επομένως υπόκεινται στην απαγόρευση των διακρίσεων.
25.
Στο πλαίσιο αυτό, συναφής είναι και μια άλλη απόφαση του Δικαστηρίου, ήτοι η GVL πατά Επιτροπής ( 16 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι μια εταιρία διαχειρίσεως δικαιωμάτων του δημιουργού εκμεταλλεύθηκε καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της κατά παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης, αρνούμενη να διαχειριστεί τα δικαιώματα αλλοδαπών καλλιτεχνών που δεν κατοικούσαν στη Γερμανία. Η επίδικη εν προκειμένω απόφαση ( 17 ) στηρίχθηκε εν μέρει στο άρθρο 7 της Συνθήκης. Όπως τόνισε η Επιτροπή, θα ήταν πολύ περίεργο να απαγορεύεται στις επιχειρήσεις να εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά τα κράτη μέλη να μπορούν να διατηρούν σε ισχύ μια ενέχουσα διακρίσεις νομοθεσία. Το Ηνωμένο Βασίλειο επίσης παραθέτει την απόφαση GVL κατά Επιτροπής και ισχυρίζεται, ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι από την απόφαση αυτή προκύπτει σαφώς ότι η διαχείριση και η άσκηση των δικαιωμάτων των εκτελεστών καλλιτεχνών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
26.
Εν πάση περιπτώσει κακώς υποστηρίζεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης παρέμεινε εντελώς άπραγος στον τομέα του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων. Πολλά μέτρα έχουν ληφθεί μεταξύ άλλων, η οδηγία του Συμβουλίου 91/250/ΕΟΚ της 14ης Μαΐου 1991 για τη νομική προστασία προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών ( 18 ) και η οδηγία του Συμβουλίου 92/100/ΕΟΚ της 19ης Νοεμβρίου 1992 σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας ( 19 ). Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου αυτής της τελευταίας οδηγίας διαλαμβάνει ότι τα μέτρα που βασίζονται στο άρθρο 5 της οδηγίας, το οποίο επιτρέπει παρεκκλίσεις από το προβλεπόμενο στο άρθρο της 1 αποκλειστικό δικαίωμα δανεισμού, πρέπει να συνάδουν προς το άρθρο 7 της Συνθήκης. Μπορεί επίσης να μνημονευθεί το ψήφισμα του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1992 για την ενίσχυση της προστασίας των συγγραφικών και συγγενών δικαιωμάτων ( 20 ). Η παράγραφος 1 του ψηφίσματος αυτού ορίζει ότι τα κράτη μέλη δεσμεύονται να καταστούν συμβαλλόμενα μέρη της πράξεως των Παρισίων, της συμβάσεως της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων της 24ης Ιουλίου 1971 και της συμβάσεως της Ρώμης του 1961. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
27.
Το μόνο προβαλλόμενο από τους εναγομένους και την καθής επιχείρημα, το οποίο μπορεί να φανεί σχετικά εύλογο, είναι αυτό που βασίζεται στη σύμβαση της Ρώμης, στην οποία η Imtrat προσδίδει μεγάλη σημασία. Κατά το επιχείρημα αυτό, όλα τα ζητήματα που αφορούν το επίπεδο προστασίας που πρέπει να χορηγηθεί στους αλλοδαπούς καλλιτέχνες μπορούν να επιλυθούν στο πλαίσιο της συμβάσεως της Ρώμης, η οποία επέφερε μια ευαίσθητη ισορροπία βασιζόμενη στην έννοια της αμοιβαιότητας. Το κριτήριο υπαγωγής στη σύμβαση της Ρώμης δεν είναι η ιθαγένεια — η οποία θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί ως κριτήριο διότι πολλές εκτελέσεις γίνονται από ομάδες καλλιτεχνών οι οποίοι μπορεί να έχουν διαφορετική ιθαγένεια — αλλά ο τόπος εκτελέσεως. Η Imtrat τονίζει επιπλέον ότι τόσο η Γερμανία όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο δεσμεύονταν από τη σύμβαση της Ρώμης προτού και οι δύο δεσμευθούν από τη Συνθήκη ΕΟΚ (ασφαλώς από της 1ης Ιανουαρίου 1973, ημερομηνίας προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στις Κοινότητες) και ισχυρίζεται ότι η σύμβαση της Ρώμης θα πρέπει συνεπώς να υπερισχύει της Συνθήκης ΕΟΚ κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 της Συνθήκης. Η Imtrat υπαινίσσεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 7 της Συνθήκης στον τομέα του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων θα μπορούσε να έχει ολέθριες συνέπειες: οι δημιουργοί άλλων κρατών μελών θα μπορούσαν, π.χ., να ζητούν στη Γερμανία τη μακροπρόθεσμη προστασία (70 έτη μετά το θάνατο του δημιουργού) που προβλέπεται στο γερμανικό δίκαιο, ενώ κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 8, της συμβάσεως της Βέρνης η Γερμανία δεν υποχρεούται να τους χορηγήσει προστασία πιο μακράς διαρκείας από εκείνη που προβλέπεται στη χώρα καταγωγής του έργου.
28.
Σε απάντηση των επιχειρημάτων αυτών μπορούν να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις. Πρώτον, καίτοι η σύμβαση της Ρώμης είχε συναφθεί προ της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 234 της Συνθήκης δεν αναγνωρίζει την υπεροχή της συμβάσεως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών. Το άρθρο 234 αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και κρατών μη μελών ( 21 ).
29.
Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει ουδεμία σύγκρουση υφίσταται μεταξύ του κοινοτικού δικαίου και της συμβάσεως της Ρώμης. Η σύμβαση προβλέπει απλώς έναν κανόνα ελάχιστης προστασίας και δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα κράτη να παρέχουν ευρύτερη προστασία στους υπηκόους τους ή στους υπηκόους άλλων κρατών μελών. Αυτό προκύπτει σαφώς από τα άρθρα 21 και 22 της συμβάσεως. Το άρθρο 21 ορίζει:
«Η προστασία που προβλέπεται από την παρούσα Σύμβαση δεν θίγει την προστασία που τυχόν έχουν κατ' άλλον τρόπο οι ερμηνευτές ή οι εκτελεστές καλλιτέχνες, οι παραγωγοί φωνογραφημάτων και οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί».
Το άρθρο 22 ορίζει:
«Τα συμβαλλόμενα κράτη επιφυλάσσονται του δικαιώματος να συνάπτουν μεταξύ τους ιδιαίτερες συμφωνίες, στο μέτρο που οι συμφωνίες αυτές χορηγούν στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες, στους παραγωγούς φωνογραφημάτων και στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς δικαιώματα ευρύτερα από εκείνα που παρέχονται από την παρούσα σύμβαση ή που περιέχουν άλλες διατάξεις μη αντίθετες προς αυτή».
Η σύμβαση της Ρώμης δεν εμποδίζει τη Γερμανία να παρέχει στους καλλιτέχνες προστασία ευρύτερη από την ελάχιστη προστασία που αυτή προβλέπει. Ωστόσο, το άρθρο 7 της Συνθήκης επιτάσσει, εάν χορηγείται ευρύτερη προστασία στους γερμανούς καλλιτέχνες, να απολαύουν της ιδίας προστασίας και οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών.
30.
Τρίτον, εάν η ιθαγένεια δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο υπαγωγής λόγω του προβλήματος των πολυεθνικών ομάδων, μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί το γερμανικό δίκαιο χρησιμοποιεί την ιθαγένεια ως κριτήριο υπαγωγής παρέχοντας διάφορα επίπεδα προστασίας ανάλογα με το αν ο καλλιτέχνης είναι γερμανός ή άλλης ιθαγενείας. Επιπλέον, ακόμα και αν ένα μόνο μέλος από το σύνολο έχει τη γερμανική ιθαγένεια, φαίνεται ότι η εκτέλεση προστατεύεται ( 22 ). Αυτό συνιστά ένα πολύ απλό κριτήριο για να επιλυθούν οι δυσχέρειες που θεωρείται ότι προκαλούν τα πολυεθνικά σύνολα το ίδιο κριτήριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν ένα μέλος ενός συνόλου έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους.
31.
Τέταρτον, όσον αφορά τις συνέπειες της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων στο δικαίωμα του δημιουργού εν γένει και στο ζήτημα της διάρκειας τη προστασίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 7 της Συνθήκης επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να χορηγεί σε όλους τους υπηκόους της Κοινότητας προστασία ίσης διάρκειας με αυτή που χορηγεί στους δικούς του υπηκόους, ακόμα και αν οι τελευταίοι αυτοί απολαύουν βραχύτερης διάρκειας προστασίας εντός άλλων κρατών μελών. Είναι σαφές ότι η απαγόρευση των διακρίσεων θα έχει συχνά ως αποτέλεσμα, ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως, ότι οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους Α θα προστατεύονται καλύτερα εντός κάποιου κράτους μέλους Β απ' ό,τι στην αντίθετη περίπτωση. Το ζήτημα αυτό όμως δεν επιβάλλεται να επιλυθεί στις υποθέσεις αυτές και είναι σαφές ότι ουδεμία σοβαρή συνέπεια (πλην έναντι αυτών που παράγουν εγγραφές άνευ αδείας) θα επήρχετο εάν η χορηγούμενη στους γερμανούς καλλιτέχνες προστασία, για παραστάσεις και εκτελέσεις που πραγματοποιούνται στο έδαφος κράτους που δεν έχει προσχωρήσει στη σύμβαση της Ρώμης ή για παραστάσεις και εκτελέσεις πραγματοποιηθείσες προ της ενάρξεως ισχύος της συμβάσεως, εχορηγείτο και στους καλλιτέχνες υπηκόους άλλων κρατών μελών.
Άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο
32.
Θα εξετάσω τώρα το ζήτημα του αμέσου αποτελέσματος. Κατά τη γνώμη μου, από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι οι διάδικοι των υπό κρίση υποθέσεων πρέπει να μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις της Συνθήκης περί απαγορεύσεως των διακρίσεων.Είναι προφανώς αναμφίβολο ότι η απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπεται στα άρθρα 52, δεύτερο εδάφιο, και 60, τρίτο εδάφιο, παράγει άμεσο αποτέλεσμα όσον αφορά το πρώτο από τα προαναφερθέντα άρθρα, θα αναφερθώ στην απόφαση Revners κατά Βελγίου ( 23 ) και, όσον αφορά το δεύτερο, στην απόφαση Van Binsbergen κατά Bidrijfsvereniging Metaalnijverheid ( 24 ). Από τις υποθέσεις αυτές προκύπτει ότι παρείλκε η έκδοση νομοθετικών διατάξεων, όσον αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, δεδομένου του αμέσου αποτελέσματος των διατάξεων της Συνθήκης ( 25 ).
33.
Φαίνεται ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ομοίως ότι το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 έχει άμεσο αποτέλεσμα στο μέτρο που απαγορεύει τις διακρίσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης. Στην απόφαση Kenny κατά Insurance Officer ( 26 ), το Δικαστήριο χαρακτήρισε τη διάταξη αυτή ως έχουσα «απ' ευθείας εφαρμογή» (πράγμα το οποίο σημαίνει ασφαλώς ότι έχει άμεσο αποτέλεσμα), ενώ στην απόφαση Blaizot κατά Université de Liège ( 27 ) το Δικαστήριο μνημόνευσε ρητώς το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 7. Ακόμη περισσότερο, από ορισμένες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων οι αποφάσεις Cowan ( 28 ), Barra πατά Βελγίου ( 29 ) και Raulin ( 30 ), προκύπτει σαφώς ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν εθνικές διατάξεις οι οποίες αντίκεινται στο άρθρο 7. Είναι ομοίως σαφές ότι η υποχρέωση αυτή υφίσταται όχι μόνο στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ κράτους και ιδιωτών, αλλά και στις διαφορές μεταξύ ιδιωτών ( 31 ).
Διαφορά ως προς τα πραγματικά περιστατικά μεταξύ της υποθέσεως C-92/92 και της υποθέσεως C-326/92
34.
Το τελευταίο ζήτημα που μένει να εξεταστεί είναι ποια σημασία πρέπει να προσδοθεί σε μια έκδηλη διαφορά μεταξύ των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως C-92/92 και αυτών της υποθέσεως C-326/92: στην πρώτη, ο καλλιτέχνης εκτελεστής Phil Collins παρέμεινε κάτοχος των δικαιωμάτων του εκτελεστή και χορήγησε αποκλειστική άδεια εκμεταλλεύσεως σε παραγωγό φωνογραφημάτων για να εκμεταλλευθεί τα δικαιώματα του στη Γερμανία. Στη δεύτερη υπόθεση, ο καλλιτέχνης εκτελεστής Cliff Richard, εκχώρησε τα δικαιώματα του σε μια βρετανική εταιρία, η οποία τα εκχώρησε περαιτέρω σε μια γερμανική εταιρία. Είμαι πεπεισμένος ότι η διαφορά αυτή δεν είναι κρίσιμη όσον αφορά το θέμα των διακρίσεων. Μολονότι στην υπόθεση C-326/92 ο άμεσα θιγόμενος από την ενέχουσα διακρίσεις γερμανική νομοθεσία είναι μια γερμανική εταιρία, ο έμμεσα θιγόμενος θα είναι, υποθέτοντας ότι καταβάλλονται δικαιώματα στον καλλιτέχνη εκτελεστή από την EMI Electrola, ο ίδιος o Cliff Richard. Ακόμη και στην περίπτωση μιας κατ' αποκοπήν εκχωρήσεως μη προβλέπουσας την καταβολή δικαιωμάτων, θα ήταν καταρχήν παράνομο να επιχειρείται δυσμενής διάκριση βάσει της ιθαγενείας του καλλιτέχνη και αρχικού δικαιούχου. Εάν επιτρεπόταν μια τέτοια διάκριση, αυτό θα σήμαινε ότι το χορηγούμενο στον γερμανό καλλιτέχνη αποκλειστικό δικαίωμα θα αποτελούσε μεταβιβάσιμο αγαθό, ενδεχομένως σημαντικής αξίας, ενώ το αποκλειστικό δικαίωμα του βρετανού καλλιτέχνη δεν θα είχε στην πράξη καμιά μεταβιβάσιμη αξία καθόσον θα αποσβέννυτο δια της εκχωρήσεως. Εν πάση περιπτώσει θα ήταν παράλογο, στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων, να γίνει διάκριση μεταξύ του δικαιώματος καλλιτέχνη για το οποίο έχει χορηγηθεί αποκλειστική άδεια εκμεταλλεύσεως και του δικαιώματος καλλιτέχνη το οποίο έχει εκχωρηθεί.
Συμπέρασμα
35.
Επομένως, η γνώμη μου είναι ότι στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από το Landgericht München Ι στην υπόθεση C-92/92 και από το Bundesgerichtshof στην υπόθεση C-326/92 πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
Κατ' εφαρμογήν του πρώτου εδαφίου του άρθρου 7 της Συνθήκης, τα δικαστήρια κράτους μέλους πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στους εκτελεστές καλλιτέχνες που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών να εμποδίζουν την άνευ αδείας αναπαραγωγή των εκτελέσεων τους υπό τις ίδιες συνθήκες που ισχύουν για τους υπηκόους του πρώτου κράτους μέλους.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτότυπου: η αγγλική.
( 1 ) «Φωνογράφημα» είναι ένας όρος γένους που περιλαμβάνει τους δίσκους βινυλίου, τους δίσκους compact (CD) και τις κασέτες εγγραφής ήχου. Ορίζεται, στο άρθρο 3, στοιχείο β', της συμβάσεως της Ρώμης της 26ης Οκτωβρίου 1961 περί της προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης, ως «κάθε αποκλειστικά ηχητική εγγραφή ήχων προερχόμενων από εκτέλεση ή από άλλους ήχους».
( 2 ) Βλ. απόφαση του Bundesgerichtshof της 20ilç Νοεμβρίου 1986 (Die Zauberflöte), GRUR 1987, 0.814.
( 3 ) Βλ. π.χ. οτο Kommentar zum EWG-Vertrag, του E. Grabitz (έκδ.), παράγραφος 20 επί του άρθρου 7 βλ. επίσης την υπόθεση 305/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1989, ο. 1461, οκέψη 13.
( 4 ) Βλ. Β. Sundberg-Wcitman, Discrimination on Grounds of Nationality, 1977, σ. 14.
( 5 ) Βλ., π.χ., την υπόθεοη C-41/90, HöTncr και Eiser κατά Macro-Iron, Συλλογή 1991 I-1979, σκέψη 36.
( 6 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 3.
( 7 ) ΕΕ ειδ. εκδ. 06/001, σ. 7.
( 8 ) Τίτλος ΙΠ.Α, τρίτο εδάφιο, στοιχείο ε'.
( 9 ) Υπόθεση 71/76, Thieffry κατά Conseil de l'Ordre des Avocats à la Cour de Paris, Συλλογή τόμος 1977, σ. 229, σκέψη 14.
( 10 ) Υπόθεση 186/87, Cowan κατά Trésor Public, Συλλογή 1989, σ. 195.
( 11 ) Υπόθεση 293/83, Gravier κατή Ile dc Liige. Συλλογή 1985, σ.593.
( 12 ) Υπόθεση 137/84, εισαγγελική αρχή κατά. Mutsch. Συλλογή 1985, σ.2681, σκέψη 12 ειδικότεοα.
( 13 ) Υπόθεση C-10/89, CNL-Sucal κατά HAG OF, Συλλογή 1990, I-3711.
( 14 ) Στην υπόθεση 36/74, Walrave κατά Union cycliste Internationale (Συλλογή τόμος 1974, σ. 563, σκέψη 28), το Δικαστήριο έκρινε ότι, «λόγω του επιτακτικού χαρακτήρα του κανόνα του μη επιτρεπτού των διακρίσεων, η τήρηση του επιβάλλεται, κατά την εκτίμηση όλων των εννόμων σχέσεων, κατά το μέτρο που τελούν σε τοπική σχέση προς την Κοινότητα λόγω του τόπου της ιδρύσεως τους ή της παραγωγής των αποτελεσμάτων τους.»
( 15 ) Υπόθεση 35/87, Συλλογή 1988, σ. 3585, σκέψη 12.
( 16 ) Υπόθεση 7/82, Συλλογή 1983. σ. 483.
( 17 ) Απόφαση τη; Επιτοοπής 81/1030/EOK (ΕΕ 1981, L 370. σ. 49) βλ., ειοΐΐΐότερα το σημείο 46 της αποφάσεως.
( 18 ) ΕΕ 1941, L 122, σ. 42.
( 19 ) ΕΕ 1992, L 346, σ. 61.
( 20 ) ΕΕ 1992, C 138, σ. 1.
( 21 ) Βλ., π.χ., την υπόθεση 121/85, Conegate Ηατά Η. Μ. Customs and Excise, Συλλογή 1986, σ. 1007, σκέψη 24.
( 22 ) Βλ. Möhring-Nicolini, Urheberrechtsgesetz, σ*/όλιο επ( του άρθρου 125, ο. 694 και 695.
( 23 ) Υπόθεση 2/74, Συλλογή τόμο; 1974, σ.317, σκέψεις 24 και 25.
( 24 ) Υπόθεση 33/74, Συλλογή τόμο; 1974, σ.513, σ/.έψΐ|27.
( 25 ) Σκέψεις 30 της αποφάσεως Reyners και 26 της αποφάσεως Van Binsbergen.
( 26 ) Υπόθεση 1/78, Συλλογή τόμος 1978, σ.461, σκέψη 12.
( 27 ) Υπόθεση 24/86, Συλλογή 1988, ο. 379, σκέψη 35.
( 28 ) Βλ. υποσημείωση 10.
( 29 ) Υπόθεση 309/85, Συλλογή 1988, σ. 355, σκέψεις 19 και 20 ειοικότερα.
( 30 ) Υπόθεση C-357/89, Συλλογή 1992, I-1027, σκέψεις 42 και 43.
( 31 ) Υπόθεση 13/76, Dona κατά Maniero, Συλλογή τόμος 1976, σ. 507, σκέψεις 17 ως 19 βλ. επίσης Α. Armili, The General Principles of EEC Law and lhe Individual, 1990, o. 18.
Full & Egal Universal Law Academy