ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
MARCO DARMON
της 14ης Ιουλίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Αφορμή για την παρούσα προδικαστική παραπομπή αποτέλεσε η επελθούσα στις 22 Μαΐου 1990 τροποποίηση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του Bundesausbildungsförderungsgesetz (γερμανικοί ομοσπονδιακού νόμου για την οικονομική ενίσχυση των σπουδαστών, στο εξής: BAföG).
2.
Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, ο Γερμανός υπήκοος που επιθυμεί να πραγματοποιήσει σπουδές στην αλλοδαπή μπορεί να ζητήσει τη χορήγηση κρατικής οικονομικής ενισχύσεως μόνο αν
1)
οι σπουδές του μπορούν να του είναι χρήσιμες στο παρόν στάδιο της εκπαιδεύσεως του (οφείλει επομένως να αποδείξει ότι διαθέτει ένα ορισμένο επίπεδο γνώσεων) ή αν
2)
οι σπουδές είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν μόνο στην αλλοδαπή και έχουν αρχίσει πριν από την 1η Ιουλίου 1990 (αποκλείεται, επομένως, η καταβολή ενισχύσεως για τη χρηματοδότηση ενός πλήρους κύκλου σπουδών που έχουν αρχίσει μετά την ημερομηνία αυτή).
3.
Ο Stephan Wirth, Γερμανός υπήκοος, ο οποίος διαμένει μόνιμα στη Γερμανία ( 1 ), πραγματοποιεί σπουδές μουσικής στο Hoogeschool Voor De Kunsten (τμήμα τζαζ/σαξόφωνο) του Arnhem στις Κάτω Χώρες.
4.
Στις 31 Αυγούστου 1990 ο Wirth ζήτησε τη χορήγηση υποτροφίας για εκπαιδευτικούς λόγους («die Gewährung von Ausbil-dungsförderung») προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στο εν λόγω ίδρυμα, επικαλούμενος ότι ήταν υποχρεωμένος να το πράξει στην αλλοδαπή ελλείψει διαθεσίμων θέσεων στη Γερμανία.
5.
Η αίτηση του Wirth, ο οποίος, κατόπιν της τροποποιήσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, του BAföG, δεν νομιμοποιούνταν πλέον να αξιώσει τη χορήγηση υποτροφίας, απορρίφθηκε από τον δήμο του Αννοβέρου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Wirth άσκησε προσφυγή [η οποία ήχθη τελικά] ενώπιον του Verwaltungsgericht Hannover, το οποίο εξέδωσε τη διάταξη περί παραπομπής.
6.
Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Wirth δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιήσει τις σπουδές του στη Γερμανία κυρίως λόγω της ελλείψεως θέσεων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του κράτους αυτού και τονίζει ότι ο προσφεύγων στερείται της οικονομικής ενισχύσεως και, επομένως, υφίσταται δυσμενή μεταχείριση επειδή απλώς και μόνον το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο φοιτά βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν η πραγματοποίηση σπουδών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60 της Συνθήκης και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 62 της Συνθήκης, να επιβληθούν νέοι περιορισμοί στο δικαίωμα λήψεως των επιδίκων παροχών. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν «η αρχή περί ίσης μεταχειρίσεως» επιτάσσει τη χορήγηση των υποτροφιών από ένα κράτος μέλος στους υπηκόους του ανεξαρτήτως του κράτους της Κοινότητας στο οποίο είναι εγκατεστημένο το εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου χωρεί η φοίτηση ( 2 ).
7.
Έρχομαι στο πρώτο ερώτημα: εμπίπτει η περίπτωση που έχει υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59 επ. της Συνθήκης της Ρώμης;
8.
Στην υπόθεση Humbel ( 3 ), το Δικαστήριο επελήφθη του ερωτήματος αν έπρεπε να χαρακτηριστούν ως υπηρεσίες μαθήματα διδασκόμενα σε τεχνολογικό ινστιτούτο, το οποίο ανήκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που παρέχεται στα πλαίσια του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
9.
Το Δικαστήριο, αφού τόνισε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, υπηρεσία είναι η παροχή που προσφέρεται κατά κανόνα έναντι αμοιβής ( 4 ), προέβη στην ανάλυση της εννοίας αυτής και έκρινε ότι «ουσιώδες χαρακτηριστικό» αυτής είναι το «γεγονός ότι (...) αποτελεί την οικονομική αντιπαροχή της κατά τα ανωτέρω παροχής, αντιπαροχή την οποία, κατά κανόνα, προσδιορίζουν από κοινού ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης της» ( 5 ).
10.
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«το χαρακτηριστικό αυτό δεν υφίσταται προκειμένου περί μαθημάτων τα οποία διδάσκονται στα πλαίσια του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Πράγματι, με τη δημιουργία και την εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος, το κράτος δεν αποβλέπει στην άσκηση αμειβομένων δραστηριοτήτων, αλλ' εκπληρώνει την αποστολή του έναντι των πολιτών του, στον κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα. Εξάλλου, το εν λόγω σύστημα χρηματοδοτείται, κατά κανόνα, από τον δημόσιο προϋπολογισμό και όχι από τους μαθητές ή τους γονείς τους.
Ο χαρακτήρας της δραστηριότητας αυτής δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, ενίοτε, οι μαθητές ή οι γονείς τους υποχρεούνται να καταβάλλουν τέλη ή δίδακτρα, προκειμένου να συνεισφέρουν, σε ορισμένο βαθμό, στις δαπάνες λειτουργίας του συστήματος (...)» ( 6 ).
11.
Η απόφαση Humbel αφορά γενικά τα μαθήματα «τα οποία διδάσκονται στα πλαίσια του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος» ( 7 ). Επομένως, το πεδίο εφαρμογής που προσδιορίζει δεν περιορίζεται στα τεχνολογικά ινστιτούτα, αλλά εκτείνεται στις σπουδές που πραγματοποιούνται σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, εφόσον η εν λόγω εκπαίδευση οργανώνεται και χρηματοδοτείται από το κράτος ( 8 ).
12.
Επομένως, αποφασιστικής σημασίας κριτήριο είναι συναφώς η αμοιβή του παρέχοντος τις υπηρεσίες ( 9 ).
13.
Εξυπακούεται όη ο χαρακτηρισμός τους ως παροχής υπηρεσιών δεν μπορεί να αποκλειστεί οσάκις τα μαθήματα ή οι σπουδές χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος από τους συμμετέχοντες ή από τρίτους για λογαριασμό των πρώτων ( 10 ).
14.
Την άποψη αυτή δέχθηκε προφανώς το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η νομοθεσία κράτους μέλους σχετικά με την ίδρυση από ιδιώτη φροντιστηρίου ή ιδιωτικής σχολής μουσικής και χορού δεν ενέπιπτε στο άρθρο 55 της Συνθήκης και μπορούσε να εξεταστεί υπό το πρίσμα των άρθρων 48, 52 και 59 ( 11 ).
15.
Έχει το εκπαιδευτικό ίδρυμα εμπορικό χαρακτήρα και χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου ή κυρίως από τους σπουδαστές; Αυτή είναι η αποφασιστική πτυχή του ερωτήματος.
16.
Τέλος, ο αποδέκτης των υπηρεσιών πρέπει, για να μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 59, να πληροί ακόμη μια προϋπόθεση. II διαμονή του στο κράτος μέλος του παρέχοντος τις υπηρεσίες πρέπει να είναι προσωρινή. Οι πανεπιστημιακές σπουδές έχουν από τη φύση τους αυτόν τον χαρακτήρα και δεν μπορούν να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 ως «δραστηριότητα που ασκείται διαρκώς ή, εν πάση περιπτώσει, χωρίς δυνάμενο να προβλεφθεί περιορισμό διαρκείας» ( 12 ).
17.
Το Δικαστήριο δεν διαθέτει καμία πληροφορία σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και χρηματοδοτήσεως του Iloogeschool Voor De Kunsten και μόνον ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε, βάσει των κριτηρίων που προαναφέρθηκαν, να κρίνει αν οι υπηρεσίες που παρέχει το εν λόγω ίδρυμα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60.
18.
Μόνο σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως θα πρέπει το αιτούν δικαστήριο να εξετάσει τις ενδεχόμενες συνέπειες ενόψει του άρθρου 62.
19.
Μετά τις παρατηρήσεις μου επί της πτυχής του πρώτου ερωτήματος, έρχομαι στην εξέταση του δευτέρου ερωτήματος.
20.
Υπενθυμίζω την ουσία του. Συνάδει προς τη «γενική αρχή περί ίσης μεταχειρίσεως» το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος χορηγεί οικονομική ενίσχυση στους υπηκόους του για την πραγματοποίηση πανεπιστημιακών σπουδών, μόνον εφόσον οι σπουδές πραγματοποιούνται στο έδαφος του, ιδίως μάλιστα αν ο περιορισμός αυτός δεν προβλεπόταν από την προγενέστερη νομοθεσία;
21.
Με την απόφαση περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο δέχεται μια πολύ διασταλτική ερμηνεία του περιεχομένου της «γενικής αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως ως θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου», η οποία φαίνεται να εκφεύγει του πλαισίου του άρθρου 7 της Συνθήκης, καθόσον αναφέρεται ιδίως στα άρθρα 5 και 128, ακόμη δε και στο προοίμιο της Συνθήκης.
22.
Όσο ενδιαφέρουσα και αν είναι η προβληματική αυτή, θα ασκούσε επιρροή στην επίλυση της διαφοράς από το εθνικό δικαστήριο μόνον αν η υπό κρίση ενίσχυση ενέπιπτε — πράγμα που δεν πιστεύω ότι συμβαίνει — στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
23.
Η νομολογία του Δικαστηρίου είναι, συναφώς, διαφωτιστική. Την υπενθυμίζω σχηματικά.
24.
Στην υπόθεση Gravier ( 13 ), μια Γαλλίδα φοιτήτρια αμφισβήτησε το μέτρο που συνίστατο στο ότι για την εγγραφή της στο πανεπιστήμιο της Λιέγης όφειλε να καταβάλει δίδακτρα («minervai»), από τα οποία απαλλάσσονταν οι Βέλγοι υπήκοοι.
25.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι όροι προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και ότι, επομένως, η επιβολή στους σπουδαστές υπηκόους άλλων κρατών μελών μιας χρηματικής επιβαρύνσεως ως προϋποθέσεως για την πρόσβαση σε κύκλους μαθημάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως συνιστούσε δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης, εφόσον η Còlo επιβάρυνση δεν επιβαλλόταν και στους ημεδαπούς σπουδαστές.
26.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, ότι:
«Συγκεκριμένα, η πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση είναι ικανή να προωθήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε ολόκληρη την Κοινότητα, επιτρέποντας τους να αποκτήσουν τυπικά προσόντα στο κράτος μέλος όπου προτίθενται να ασκήσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και δίδοντας τους την ευκαιρία να ολοκληρώσουν τη μόρφωση τους και να αναπτύξουν τις ιδιαίτερες ικανότητες τους σε εκείνο το στο κράτος μέλος, του οποίου η επαγγελματική εκπαίδευση περιλαμβάνει την κατάλληλη ειδικότητα» ( 14 ).
27.
Με βάση το άρθρο 128 της Συνθήκης, την απόφαση 63/266/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί θεσπίσεως των γενικών αρχών περί εφαρμογής κοινής πολιτικής επαγγελματικής καταρτίσεως ( 15 ), και τις «γενικές κατευθύνσεις» που χάραξε επί του θέματος το Συμβούλιο το 1971 ( 16 ), το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«(...) κάθε μορφή εκπαιδεύσεως που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος σε συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχολήσεως περιλαμβάνεται στην επαγγελματική εκπαίδευση ανεξαρτήτως της ηλικίας ή του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών, ακόμη και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως» ( 17 ).
28.
Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση Blaizot ( 18 ).
29.
Είναι επομένως αναμφισβήτητο ότι οι σπουδές τζαζ/σαξοφώνου, εφόσον ολοκληρώνονται με την απόκτηση διπλώματος που πιστοποιεί επαγγελματική κατάρτιση, εμπίπτουν στην «επαγγελματική εκπαίδευση» κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου και ότι οι όροι προσβάσεως διέπονται από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
30.
Η χρηματοδότηση των σπουδών, κατά το μέτρο που προορίζεται να καλύψει τα έξοδα εγγραφής ή άλλα έξοδα που παρέχουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε επαγγελματική κατάρτιση, συγκαταλέγεται στους όρους προσβάσεως.
31.
Τι συμβαίνει, όμως, στην περίπτωση που η χρηματοδότηση χωρεί υπό τη μορφή «υποτροφίας για εκπαιδευτικούς λόγους» σκοπούσας όχι τόσο στην κάλυψη των τελών εγγραφής που απαιτούνται για την πρόσβαση στην εκπαίδευση όσο στη διασφάλιση «της παροχής τροφής και στέγης», γενικότερα δε της συντηρήσεως του σπουδαστή;
32.
Με την απόφαση Lair ( 19 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποτροφία αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης
«μόνον εφόσον σκοπός της (...) είναι η κάλυψη των τελών εγγραφής ή άλλων τελών και συγκεκριμένα των διδάκτρων τα'οποία απαιτούνται για την πρόσβαση στην εκπαίδευση» ( 20 ),
και ότι
«υπό την επιφύλαξη αυτή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου η υποτροφία που χορηγείται στους σπουδαστές για την κά-λυιρη των εξόδων διαβιώσεως και εκπαιδεύσεως τους δεν εμπίπτει καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ κατά την έννοια του άρθρου 7» ( 21 ).
33.
Το Δικαστήριο στήριξε τη συλλογιστική του στο ότι η υποτροφία που χορηγείται στους σπουδαστές για τη διαβίωση τους ανάγεται στην «εκπαιδευτική πολιτική», η οποία δεν ανήκει στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων, και στην «κοινωνική πολιτική», η οποία εξακολουθεί να ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών μόνον εφόσον δεν ρυθμίζεται από ειδικές διατάξεις της Συνθήκης ( 22 ).
34.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η υπόθεση Lair αφορούσε ακριβώς μια υποτροφία που προέβλεπε ο BAföG για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως και εκπαιδεύσεως.
35.
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης στην υπόθεση εκείνη είχε την ιδιότητα του εργαζομένου, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την εν λόγω υποτροφία ως «κοινωνικό πλεονέκτημα» και εξέτασε το συμβι-βαστό της με το κοινοτικό δίκαιο στα πλαίσια του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( 23 ).
36.
Η νομολογία αυτή του Δικαστηρίου «παγιώθηκε» με την απόφαση του επί της υποθέσεως Raulin ( 24 ), στην οποία ένα από τα προδικαστικά ερωτήματα — το έβδομο — ήταν το ακόλουθο: «Εμπίπτει ένα σύστημα χορηγήσεως σπουδαστικών επιδομάτων (...), το οποίο δεν διακρίνει μεταξύ χρηματοδοτήσεως των δαπανών προσβάσεως στην εκπαίδευση και χρηματοδοτήσεως των δαπανών διαβιώσεως, εν όλω ή εν μέρει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ (και ειδικότερα των άρθρων 7 και 128);» ( 25 ).
37.
Αφού υπενθύμισε τις αποφάσεις στις υποθέσεις Lair και Brown ( 26 ), το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
«το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης έχει εφαρμογή στα χρηματικά βοηθήματα που χορηγεί κράτος μέλος στους δικούς του υπηκόους προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, στο μέτρο που τα βοηθήματα αυτά σκοπούν στην κάλυψη των εξόδων προσβάσεως στην εκπαίδευση αυτή» ( 27 ).
38.
Επομένως, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ένα επίδομα προς κάλυι1>η εξόδων διαβιώσεως, εφόσον δεν συνδέεται ευθέως και επαρκώς με την πρόσβαση αποκλειστικά και μόνο στις σπουδές, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των διακρίσεων ( 28 ).
39.
Av το σύστημα χρηματοδοτήσεως των σπουδών δεν διακρίνει μεταξύ της ενισχύσεως που χορηγείται προς κάλυψη των εξόδων που παρέχουν τη δυνατότητα προσβάσεως σε επαγγελματική εκπαίδευση, όπως είναι τα τέλη εγγραφής (στα οποία έχει εφαρμογή το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως), και εκείνης που προορίζεται να καλύψει άλλα έξοδα (στα οποία δεν έχει εφαρμογή το εν λόγω δικαίωμα), εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει ποιο μέρος της ενισχύσεως αφορά την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση.
40.
Εντούτοις, η διάκριση αυτή έχει ενδιαφέρον μόνον εφόσον συντρέχει δυσμενής διάκριση.
41.
Η περίπτωση όμως της οποίας έχετε επιληφθεί διακρίνεται ριζικά, στο σημείο αυτό, από εκείνες των υποθέσεων Gravier, Blaizot, Lair, Brown και Raulin, που προανέφερα.
42.
Οι επίμαχες ρυθμίσεις στις υποθέσεις εκείνες κατέληγαν σε διακρίσεις λόγω ιθαγενείας στο κράτος υποδοχής. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, δεν πρόκειται για υπήκοο ενός κράτους μέλους, ο οποίος προσάπτει στη νομοθεσία άλλον κράτους μέλους, σχετικά με τους όρους προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση σε αυτό το ίδιο κράτος, ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις. Όπως σημειώνει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ( 29 ), «ο Wirth δεν είναι ένας “υπήκοος άλλου κράτους μέλους” ο οποίος τυγχάνει δυσμενέστερης μεταχειρίσεως από εκείνη που επιφυλάσσεται σε υπήκοο του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η ενίσχυση».
43.
Εξάλλου, ο προσφεύγων της κυρίας δίκης δεν αποβλέπει στην εξομοίωση των δικαιωμάτων του έναντι του κράτους που χορηγεί την ενίσχυση με τα δικαιώματα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, αλλά στην επέκταση, και μάλιστα στον επαναπροσδιορισμό, των ratione loci προϋποθέσεων χορηγήσεως της υποτροφίας. Σε καμία περίπτωση δεν είναι θύμα δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας ( 30 ).
44.
Εφόσον δεν υφίσταται διάκριση λόγω ιθαγένειας, δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 7 της Συνθήκης το ότι ένα κράτος μέλος καταβάλλει στους υπηκόους του υποτροφίες για την εκπαίδευση τους σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα μόνον αν οι σπουδές πραγματοποιούνται στο έδαφος του.
45.
Δεν αντιβαίνει προς το άρθρο αυτό ούτε το ότι το εν λόγω κράτος, το οποίο μέχρι τούδε κατέβαλλε εκπαιδευτικές υποτροφίες για σπουδές που πραγματοποιούνταν σε ανώτατο ίδρυμα άλλου κράτους μέλους, τις καταργεί στα πλαίσια εξοικονομήσεως χρημάτων χωρίς να αιτιολογεί την απόφαση του.
46.
Επανέρχομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
47.
Σε περίπτωση που ο εθνικός δικαστής εκτιμήσει ότι το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα που βρίσκεται στο κράτος μέλος Β παρέχει υπηρεσίες, συνιστά το γεγονός ότι ο υπήκοος του κράτους μέλους Α, ο οποίος φοιτά στο ίδρυμα αυτό, δεν δικαιούται υποτροφίας από το κράτος καταγωγής του περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια των άρθρων 59 και 62 της Συνθήκης;
48.
Η σύγκριση που επιβάλλεται να γίνει διατυπώνεται υπό τους ακόλουθους όρους: μπορεί ο σπουδαστής ενός κράτους μέλους να στερηθεί του επιδόματος, όταν φοιτά, εντός ενός άλλου κράτους μέλους, σε εκπαιδευτικό ίδρυμα που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 60 της Συνθήκης, ενώ θα το ελάμβανε ενδεχομένως, αν φοιτούσε σε ίδρυμα το οποίο επίσης παρέχει υπηρεσίες αλλά βρίσκεται στο κράτος καταγωγής του;
49.
Μπορεί ο σπουδαστής να επικαλεστεί το άρθρο 59 για να λάβει στο κράτος υποδοχής το επίδομα προς κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως που προβλέπει το κράτος του οποίου είναι υπήκοος;
50.
Δεν αμφισβητείται ότι στην απαγόρευση του άρθρου 59 εμπίπτουν οι περιορισμοί που αφορούν τόσο τους παρέχοντες τις υπηρεσίες όσο και τους αποδέκτες τους οσάκις οι δεύτεροι μεταβαίνουν στο κράτος όπου είναι εγκατεστημένοι οι πρώτοι ( 31 ).
51.
Ο σπουδαστής υπήκοος του κράτους μέλους Α, ο οποίος φοιτά εντός του κράτους μέλους Β, σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα που παρέχει υπηρεσίες, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ως αποδέκτης υπηρεσιών εντός του κράτους Β ( 32 ).
52.
Η στέρηση του επιδόματος προς κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως που θα ελάμβανε ένας φοιτητής στο κράτος της καταγωγής του θα μπορούσε να τον αποτρέψει να μεταβεί για σπουδές σε άλλο κράτος μέλος.
53.
Συνιστά για τον λόγο αυτό η μη αναγνώριση του δικαιώματος λήψεως επιδόματος περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59; ( 33 )
54.
Η υπό κρίση κανονιστική ρύθμιση παρουσιάζει συναφώς δύο ιδιομορφίες.
55.
Πρώτον, όπως και στην υπόθεση Luisi και Carbone ( 34 ), η παραβίαση της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είναι συνέπεια της ρυθμίσεως που ισχύει στο κράτος μέλος της καταγωγής του αποδέκτη των υπηρεσιών. Δεν ανακύπτει επομένως το ζήτημα τυχόν εμποδίων που απορρέουν από τη νομοθεσία του κράτους διαμονής του αποδέκτη των υπηρεσιών, όπως στην υπόθεση Cowan ( 35 ).
56.
Δεύτερον, ο περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών έγκειται στη δυσχερέστερη πρόσβαση στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος και οφείλεται στο ότι ο σπουδαστής που μεταβαίνει εκεί δεν δικαιούται να λάβει την υποτροφία την οποία θα ελάμβανε ενδεχομένως αν είχε παραμείνει στο κράτος καταγωγής του.
57.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο φοιτητής — ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ιδιότητα του εργαζομένου και τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα, ιδίως κατά το άρθρο 48 και τους κανονισμούς εφαρμογής του — επανεμπίπτει εν προκειμένω στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης κατά παρέκκλιση της εννοίας του «αποδέκτη των υπηρεσιών».
58.
Η δεύτερη αυτή ιδιομορφία είναι, νομίζω, αποφασιστική.
59.
Υφίσταται πράγματι, εν προκειμένω, περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών;
60.
Με την απόφαση στην υπόθεση Luisi και Carbone, το Δικαστήριο εξέτασε υπό το πρίσμα του άρθρου 59 τη ρύθμιση του κράτους της καταγωγής του αποδέκτη των υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν ένα ανώτατο επιτρεπόμενο όριο του εξαγομένου από τους κατοίκους συναλλάγματος για τουρισμό, επαγγελματικές υποθέσεις, σπουδές ή ιατρική περίθαλψη.
61.
Άπαξ και είχε αναλώσει το ανώτατο αυτό επιτρεπόμενο ποσό, ο υπήκοος του εν λόγω κράτους δεν μπορούσε πλέον, ελλείψει οικονομικών μέσων, να είναι αποδέκτης υπηρεσιών στο κράτος υποδοχής.
62.
Εν προκειμένω, ο αποδέκτης δεν στερείται της προσβάσεως στην επίμαχη παροχή υπηρεσιών. Απλώς δεν δικαιούται πλέον να εισπράττει επίδομα προβλεπόμενο από το εθνικό δίκαιο.
63.
Εδώ έγκειται και η ουσία ενός θεμελιώδους ζητήματος στο πεδίο της παροχής υπηρεσιών.
64.
Μπορεί ο υπήκοος ενός κράτους μέλους, ο οποίος λαμβάνει από το κράτος αυτό οικονομικές ενισχύσεις που έχουν κοινωνικό χαρακτήρα, να επικαλεστεί το άρθρο 59 της Συνθήκης εφόσον, μεταβαίνοντας σε άλλο κράτος μέλος, δεν μπορεί πλέον να τις αξιώσει ratione loci;
65.
Μπορεί να απαιτήσει από το κράτος καταγωγής του να του διασφαλίσει τις ίδιες ενισχύσεις, ανεξαρτήτως του κράτους μέλους όπου μεταβαίνει ως αποδέκτης υπηρεσιών; Παρεμποδίζει η μη καταβολή των εν λόγω ενισχύσεων την πρόσβαση του στις υπηρεσίες αυτές;
66.
Δεν το πιστεύω, δεδομένου ότι η οικονομική ενίσχυση έχει γενικό χαρακτήρα και δεν σκοπεί στην κάλυψη συγκεκριμένων δαπανών (όπως ένα κατ' ελάχιστο εισόδημα κοινωνικής επανεντάξεως ή ένα επίδομα απόρου) και έχει εφαρμογή μόνον επί του εδάφους του κράτους μέλους της καταγωγής του αποδέκτη των υπηρεσιών. Πράγματι, η κατάργηση της ενισχύσεως σε περίπτωση μεταβάσεως του δικαιούχου σε άλλο κράτος μέλος δεν του στερεί την πρόσβαση του σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη υπηρεσία.
67.
Το επίδομα για την κάλυψη των εξόδων συντηρήσεως που καταβάλλεται λόγω σπουδών δεν έχει ως άμεσο και κύριο σκοπό την επιστροφή των εξόδων σπουδών ή των διδάκτρων. Το επίδομα αυτό παρέχει τη δυνατότητα καλύψεως των εξόδων κατοικίας, διατροφής και των διαφόρων δαπανών του σπουδαστή, ενώ σκοπεί μόνον υπό ορισμένες περιστάσεις και, στην περίπτωση αυτή, μόνο δευτερευόντως στην «αμοιβή» του παρέχοντος υπηρεσίες ιδρύματος. Μόνο σε περίπτωση που η ρύθμιση προόριζε ρητά ένα μέρος της υποτροφίας για την πληρωμή των σπουδών θα μπορούσε να αποδειχθεί η ύπαρξη περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Τούτο δεν φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση νομοθετικής ρυθμίσεως όπως αυτής του BAföG.
68.
Από τα προηγηθέντα συνάγω óu μόνο με εξαιρετικά μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αδυναμίας προβολής αξιώσεως για τη λήψη υποτροφιών εκτός της επικρατείας ενός κράτους μέλους και τυχόν περιορισμού της προσβάσεως στα ιδρύματα ανωτέρας ή ανωτάτης εκπαιδεύσεως που παρέχουν υπηρεσίες στα λοιπά κράτη μέλη.
69.
Επομένως, το άρθρο 62 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε μια τέτοια περίπτωση.
70.
Καταλήγοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι είναι αδύνατη, αν όχι καταχρηστική, η επίκληση εν προκειμένω της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kraus, ( 36 ) ερμηνευομένης έστω ως απαρχής μιας μεταστροφής της εν λόγω νομολογίας. Πράγματι, η απόφαση αυτή, η οποία είναι άσχετη προς τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης, αφορά τις προϋποθέσεις χρησιμοποιήσεως σε κράτος της Κοινότητας πανεπιστημιακοί τίτλου κτηθέντος, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε εκπαιδευτικής υποτροφίας, σε άλλο κράτος μέλος.
71.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής:
I.
1)
Τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι τα μαθήματα εκ μέρους ιδρύματος ανωτέρας ή ανωτάτης εκπαιδεύσεως που εντάσσεται στο εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως υπηρεσίες υπό την έννοια των διατάξεων αυτών.
2)
Τούτο θα συνέβαινε, αντιθέτως, στην περίπτωση μαθημάτων διδασκομένων σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, χρηματοδοτούμενο, κυρίως, από τις εισφορές ιδιωτών.
3)
Δεν είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 62 της Συνθήκης ΕΟΚ κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους που αφαιρεί από τους υπηκόους του που σπουδάζουν σε άλλο κράτος μέλος δικαίωμα λήψεως υποτροφίας.
II.
Το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν απαγορεύει την καταβολή από κράτος μέλος στους υπηκόους του υποτροφίας λόγω σπουδών σε ίδρυμα ανωτέρας ή ανωτάτης εκπαιδεύσεως, εφόσον οι σπουδές πραγματοποιούνται αποκλειστικά στην ημεδαπή, ακόμη και στην περίπτωση που, υπό το καθεστώς της προϊσχύσασας νομοθεσίας του, το πλεονέκτημα αυτό μπορούσε να χορηγηθεί και στους υπηκόους που πραγματοποιούσαν σπουδές σε άλλο κράτος μέλος.
( *1 ) Γλώοαα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Ηλ. σχετικά τη διάταξη περί παραπομπής II-1.
( 2 ) Το προδικαστικά ερωτήματα παρατίθενται στο σημείο 6 της εκθέσεως ακροατηρίου.
( 3 ) Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 οτην υπόθεση 236/86, Βελγικό Δημόσιο κατά Humbel (Συλλογή 1988, σ. 5365).
( 4 ) Σκέψη 15.
( 5 ) Σκέψη 17.
( 6 ) Σκέψεις 18 και 19.
( 7 ) Σκέψη 18.
( 8 ) Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην προαναφερθείσα υπόθεση Humbel: «Η εκπαίδευση που παρέχει το κράτος δεν προσφέρεται “έναντι αμοιβής”. Το κράτος δεν είναι εμπορικός οργανισμός που επιδιώκει τον πορισμό κέρδους ή, απλώς, την κάλυψη των δαπανών και την ισοσκέλιση εσόδων και εξόδων» (Συλλογή 1988, σ. 5379).
( 9 ) Βλ. σκέψη 10 της αποφάσεως της 30ής Ιανουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 286/82 και 26/83, Luisi και Carbone (Συλλογή 1984, σ. 377): το άρθρο 60 «ανταποκρίνεται στον στόχο της ελευθερώσεως κάθε αμειβόμενης δραστηριότητας (...)» (η υπογράμμιση δική μου).
( 10 ) Βλ. υπό την έννοια αυτή τις παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, σημείο 17, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση Gravier (απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 293/83, Συλλογή 1985, σ. 593), και συγκεκριμένα σ. 603, καθώς και το σημείο 20 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση C-19/92 (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, Kraus, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
( 11 ) Λποψααη της 15ης Μαρτίου 1988 οτην υπόθεοη 147/86, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (Συλλογή 1988, ο. 1637).
( 12 ) Λποιταοη της 5ης Οκτωβρίου 1988 ατην υπόθεοη 196/87. Slcymann (Συλλογή 1988, α. 6159, ακέψη 16).
( 13 ) 11λ. τις παραπομπές που προανέφερα στην υποοημείωαη 10.
( 14 ) Σκέψη 24, η υπογράμμιση δική μου.
( 15 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, ο. 12.
( 16 ) JO C 81, 0.5.
( 17 ) Σκέψη 30.
( 18 ) Απόφαση 24/86, Συλλογή 1988, ο. 379, σκέψη 24. Βλ. επίσης την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989 στην υπόθεση 242/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (ERASMUS) (Συλλογή 1989, ο. 1425, σκέψη 25).
( 19 ) Απόφαση της 21ης Iouvtou 1988 οτην υπόθεση 39/86 (Συλλογή 1988, ο. 3161).
( 20 ) Σκέψη 14.
( 21 ) Σκέψη 15.
( 22 ) Αυτόθι. Oł αρχές αυτές υπενθυμίστηκαν με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988 οτην υπόθεση 187/85, Brown (Συλλογή 1988, ο. 3205, σκέψεις 16 έως 18).
( 23 ) 1Ε ειδ. έκδ. 05/001, ο. 33.
( 24 ) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992 οτην υπόθεση C-357/89 (Συλλογή 1992, ο. I-1027).
( 25 ) Σκέψη 6.
( 26 ) Βλ., γ[α την απόφαση Brown, την παραπομπή που προανέφερα οτην υποσημείωση 22.
( 27 ) Σκέψη 29, η υπογράμμιση δική μου.
( 28 ) Βλ. υπό την έννοια αυτή τις προταθείς του γενικού εισαγγελέα Van Gervcn ατην προαναφερθείσα υπόθεση Raulin, σημείο 18. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προαναφερθείσα οδηγία 90/366/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών, η οποία ακυρώθηκε με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992 οτην υπόθεση C-295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, ο. I-4193), και η οποία εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματα της, δεν επιβάλλει στο κράτος μέλος υποδοχής την υποχρέωση παροχής υποτροφιών διαβιώσεως στους σπουδαστές που έχουν δικαίωμα διαμονής (άρθρο 3 και έκτη αιτιολογική σκέψη).
( 29 ) Σημείο 29 των παρατηρήσεων της.
( 30 ) Το ζήτημα της συμφωνίας του συστήματος που επιφυλάσσει ο BAföG στους αλλοδαπούς επί του γερμανικού εδάφους με το άρθρο 7 δεν υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου.
( 31 ) Βλ. τις αποφάσεις της 31ης Ιουλίου 1984 στις συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 286/82 και 26/83, Luisi και Carbone (Συλλογή 1984, σ. 377, σκέψη 10), και της 2ας Φεβρουαρίου 1989 στην υπόθεση 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, ο. 195, σκέψη 20).
( 32 ) «(...) οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν επί δραστηριοτήτων των οποίων όλα τα ουσιώδη στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους», απόφαση της 13ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 52/79, Debauve (Συλλογή τόμος 1980/1, ο. 443, σκέψη 9).
( 33 ) Βλ σημείο 2.1.2 της διατάξεως του αιτούντος δικαστηρίου.
( 34 ) Βλ παραπομπή που προανάφερα στην υποσημείωση 31.
( 35 ) Αυτόθι.
( 36 ) Προαναφερθείσα απόφαση, βλ. παραπομπή στην υποσημείωση 10.
Full & Egal Universal Law Academy