ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 13ης Μαΐου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το tribunal du travail de Charleroi και το tribunal du travail de Bruxelles υπέβαλαν στο Δικαστήριο μια σειρά ερωτημάτων ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου ( 1 ) (στο εξής: κανονισμός) και ειδικότερα του άρθρου 46, σχετικού με την εκκαθάριση των παροχών γήρατος και θανάτου.
2.
Τα τέσσερα ερωτήματα που υπέβαλε το δικαστήριο του Charleroi στις υποθέσεις Fabrizii και Neri είναι πανομοιότυπα και επομένως θα εξεταστούν από κοινού και κατά πρώτο λόγο. Η εκκρεμούσα ενώπιον του δικαστηρίου των Βρυξελλών υπόθεση Del Grosso, η οποία εγείρει — ιδίως — το λεπτό ζήτημα του αν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο εθνικοί κανόνες απαγο-ρεύοντες τη σώρευση των παροχών, θα εξεταστεί στη συνέχεια.
3.
Ο Fabrizii, Ιταλός υπήκοος, γεννηθείς στις 13 Δεκεμβρίου 1919, εργάστηκε επί είκοσι έξι έτη στο Βέλγιο ως εργάτης υπεδάφους ορυχείου. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 10, παράγραφος 2, Io, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος 50, περί των συντάξεων των μισθωτών εργαζομένων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου και περί των συντάξεων επιζώντων, της 24ης Οκτωβρίου 1967 ( 2 ) (στο εξής: βασιλικό διάταγμα), του αναγνωρίστηκαν τέσσερα πρόσθετα έτη απασχολήσεως (αποκαλούμενα «πλασματικά έτη») που του επέτρεψαν να λάβει το 1975 την πλήρη σύνταξη του εργάτη ορυχείου (ήτοι 26/30 + 4/30 = 30/30).
4.
Επειδή υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στην Ιταλία, ο Fabrizii ζήτησε το 1989 την εκκαθάριση ιταλικής συντάξεως γήρατος. Η αίτηση του έγινε δεκτή με απόφαση της 4ης Μαΐου 1990, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1980.
5.
Το βελγικό Office national des pensions (στο εξής: ΟΝΡ) επανεξέτασε τότε τα δικαιώματα του Fabrizii και προσδιόρισε την ωφέλιμη ασφαλιστική σταδιοδρομία του σε 26/30 από 1ης Ιανουαρίου 1980. Κατ' εφαρμογήν της απαγορεύσουσας τη σώρευση εθνικής διατάξεως του άρθρου 10, παράγραφος 2, Io, τελευταίο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος, ο αριθμός των πλασματικών προσθέτων ετών μειώνεται, συγκεκριμένα, κατά τον αριθμό των ετών για τα οποία ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει τη λήψη συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου ή ανάλογο πλεονέκτημα δυνάμει, ιδίως, του ασφαλιστικού συστήματος άλλης χώρας (ήτοι, εν προκειμένω, τέσσερα έτη, διότι η στρατιωτική θητεία στην Ιταλία ισοδυναμεί με τέσσερα έτη στο βελγικό σύστημα ασφαλίσεως των εργατών ορυχείου).
6.
Ο Fabrizii αμφισβητεί αυτή ακριβώς τη μείωση της διάρκειας της ασφαλιστικής σταδιοδρομίας που ελήφθη υπόιμη για τον υπολογισμό της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου: διεκδικεί μη μειωμένη σύνταξη ίση προς 30/30.
7.
Γεννηθείς στις 18 Δεκεμβρίου 1919, ο Neri συμπλήρωσε τριάντα έτη μισθωτής εργασίας του γενικού συστήματος και τέσσερα ετη ως εργάτης ορυχείου στο Βέλγιο. Με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1985, του χορηγήθηκε σύνταξη μισθωτού εργαζομένου, με βάση μη πλήρη ασφαλιστική σταδιοδρομία ίση προς 39/45, διότι το άρθρο 11 bis του βασιλικού διατάγματος του επιτρέπει να αναγνωρίσει πέντε πλασματικά έτη (30+4+5 πλασματικά έτη).
8.
Στις 14 Νοεμβρίου 1990, λόγω της στρατιωτικής θητείας που υπηρέτησε στην Ιταλία, του χορηγήθηκε από το κράτος αυτό σύνταξη από 1ης Ιανουαρίου 1980. Αυτά τα έτη της στρατιωτικής του θητείας ισοδυναμούν προς επτά έτη στο βελγικό σύστημα.
9.
Προκειμένου το σύνολο των λαμβανομένων υπόψη ετών να μην υπερβεί τη μονάδα της ασφαλιστικής σταδιοδρομίας η οποία στο Βέλγιο είναι κατ' ανώτατο όριο ίση με σαράντα πέντε έτη, ο αριθμός των προσθέτων πλασματικών ετών μειώθηκε από πέντε σε τέσσερα (ήτοι 34 + 7 + 4 = 45 έτη), κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11 ter του βασιλικού διατάγματος. Επιπλέον, η σύνταξη μειώθηκε κατά τα επτά έτη που αντιστοιχούν στην ιταλική σύνταξη, ήτοι προέκυψε αποτέλεσμα 38/45, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1985.
10.
Το ποσό αυτό αμφισβητεί ο Neri, ο οποίος διεκδικεί σύνταξη χωρίς μείωση ίση προς 39/45.
11.
Το δικαστήριο του Charleroi υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα ερωτήματα τα οποία αφορούν κατά σειρά 1) τη μέθοδο υπολογισμού της θεωρητικής συντάξεως που προβλέπει το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2) τη μέθοδο διενέργειας του συνυπολογισμού που προβλέπει η ίδια διάταξη 3) τον προσδιορισμό της συνολικής διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο β', και 4) την εφαρμογή των εθνικών κανόνων που απαγορεύουν τη σώρευση των παροχών ( 3 ).
12.
Μου φαίνεται ότι στις δύο υποθέσεις το πρώτο ερώτημα, τίθεται υπό όρους πολύ διαφορετικούς.
13.
Οσάκις ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος μπορεί να λάβει σύνταξη σ' ένα κράτος μέλος χωρίς να επικαλεστεί περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε σ' άλλα κράτη, η εκκαθάριση της παροχής γήρατος γίνεται κατόπιν διπλού υπολογισμού: τον υπολογισμό της αυτοτελούς συντάξεως και τον υπολογισμό της βάσει αναλογικού επιμερισμού συντάξεως. Στον αιτούντα χορηγείται η υψηλότερη από τις παροχές αυτές (άρθρο 46, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο).
14.
Η πρώτη είναι ίση με το ποσό της παροχής που αντιστοιχεί στη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που λαμβάνονται υπόψη δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας του ασφαλιστικού φορέα που προβαίνει στην εκκαθάριση, εξαιρουμένων των απαγορευόντων τη σώρευση εθνικών κανόνων (σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού) ( 4 ), αλλά αφού ληφθούν στο ακέραιο υπόψη τα πρόσθετα πλασματικά έτη που μπορούν να αναγνωριστούν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ( 5 ).
15.
Η δεύτερη υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, σε πολλά στάδια. Το πρώτο από αυτά είναι ο υπολογισμός του θεωρητικού ποσού, ο οποίος ακριβώς αποτελεί εν προκειμένω το επίκεντρο της διαφοράς.
16.
Το ποσό αυτό ισούται με το ποσό της παροχής που ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να αξιώσει, εάν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως που συμπλήρωσε στα διάφορα κράτη μέλη είχαν συμπληρωθεί εντός του κράτους στο οποίο γίνεται η εκκαθάριση ( 6 ).
17.
Το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του κανονισμού θέτει εντούτοις ένα όριο, κατά το οποίο το άθροισμα των περιόδων ασφαλίσεως έχει ως ανώτατο όριο τη μέγιστη διάρκεια που απαιτείται για τη χορήγηση πλήρους παροχής σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού.
18.
Επομένως, μου φαίνεται ότι η απόφαση Di Prinzio ( 7 ) παρέχει εν προκειμένω την απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
«(...) σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση στην κύρια δίκη ( 8 ) ο εργαζόμενος δικαιούται πλήρη σύνταξη δυνάμει μόνης της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, οπότε ο υπολογισμός των περιόδων που έχει συμπληρώσει στα άλλα κράτη μέλη δεν είναι αναγκαίος για τη συμπλήρωση των περιόδων που έχει συμπληρώσει υπό τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η καταβολή των παροχών, για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή, το θεωρητικό ποσό των παροχών πρέπει να προσδιορίζεται από τον αρμόδιο φορέα του οποίου η νομοθεσία παρέχει δικαίωμα πλήρους συντάξεως, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος σε άλλο κράτος μέλος» ( 9 ).
19.
Το θεωρητικό ποσό της παροχής ισούται επομένως με το ποσό της αυτοτελούς παροχής. Επομένως, κανένα ευνοϊκότερο αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να προκύψει από την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού ( 10 ).
20.
Κατά συνέπεια, σε μια περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως Fabrizii, είναι αδιάφορο αν οι περίοδοι ασφαλίσεως στην αλλοδαπή είναι εξομοιούμενες στο εθνικό δίκαιο προκειμένου να προσδιοριστεί η αναγνωριστέα σταδιοδρομία για τη χορήγηση συντάξεως. Ο ενάγων της κύριας δίκης έχει πλήρη ασφαλιστική σταδιοδρομία τριάντα ετών στο Βέλγιο, πράγμα που καθιστά αλυσιτελή την αναγνώριση στη χώρα αυτή της περιόδου της στρατιωτικής θητείας που υπηρέτησε στην Ιταλία.
21.
Η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική οσάκις ο εργαζόμενος δεν δικαιούται πλήρους συντάξεως δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνον κράτους μέλους. Διευκρινίζω ότι αυτό συμβαίνει με τον Neri. Η εκκαθάριση της παροχής γήρατος του εργαζομένου που υπόκειται στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών διενεργείται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 46, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει τρία στάδια: τον θεωρητικό, τον αναλογικό και τον πραγματικό υπολογισμό των παροχών.
22.
Ως προς τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως στην αλλοδαπή που δεν θα λαμβάνονταν υπόψη από το εθνικό δίκαιο για τον υπολογισμό της συντάξεως.
23.
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', το θεωρητικό ποσό υπολογίζεται αθροίζοντας τις διάφορες περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τις νομοθεσίες των διαφόρων κρατών μελών σαν να είχαν όλες συμπληρωθεί στο κράτος του φορέα που προβαίνει στην εκκαθάριση της συντάξεως, εντός των ορίων της μέγιστης διάρκειας που απαιτεί η νομοθεσία του κράτους που προβαίνει στην εκκαθάριση για τη χορήγηση πλήρους συντάξεως ( 11 ).
24.
Δεν απαιτείται να είναι οι περίοδοι ασφαλίσεως στα άλλα κράτη μέλη κατά κάποιο τρόπο «μετατρέψιμες» ή «δυνάμενες να μεταφερθούν» στο εσωτερικό δίκαιο του κράτους του φορέα που προβαίνει στην εκκαθάριση.
25.
Και αν ακόμα τα έτη της στρατιωτικής θητείας που ο ενδιαφερόμενος υπηρέτησε στην Ιταλία δεν παρείχαν, δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας, κανένα δικαίωμα λήψεως παροχών, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της θεωρητικής συντάξεως. Συγκεκριμένα, γενικώς, τα έτη ασφαλίσεως σε κράτος μέλος που, αν είχαν συμπληρωθεί στο Βέλγιο, δεν θα παρείχαν κανένα δικαίωμα, θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
26.
Η υποστήριξη του αντιθέτου θα οδηγούσε στην ανατροπή της απορρέουσας από την έβδομη και την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αρχής, κατά την οποία οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να μπορούν να απολαύουν του συνόλου των κεκτημένων παροχών.
27.
Ο εργαζόμενος δεν μπορεί να κωλύεται να επικαλεστεί, στο πλαίσιο του άρθρου 46, περίοδο ασφαλίσεως σε κράτος μέλος με μόνη αιτιολογία ότι, αν την είχε συμπληρώσει υπό τις ίδιες συνθήκες στο κράτος μέλος που προβαίνει στην εκκαθάριση, δεν θα λαμβανόταν υπόψη κατά το δίκαιο του κράτους αυτού. Ειδικότερα, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να εξαρτάται από κάποια εθνική νομοθεσία που θα μπορούσε να παραλύσει την εφαρμογή του.
28.
Η φράση «και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται» δεν σημαίνει ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως στα άλλα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να παρέχουν δικαιώματα, αν εφαρμοστέα ήταν η βελγική νομοθεσία.
29.
Οι περίοδοι ασφαλίσεως που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη καθορίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ιη', του κανονισμού 1408/71, με αναφορά στη νομοθεσία υπό την οποία συμπληρώθηκαν.
30.
Εφόσον η νομοθεσία ενός κράτους μέλους αναγνωρίζει τις περιόδους της στρατιωτικής θητείας που υπηρέτησαν οι εργαζόμενοι ως περιόδους ασφαλίσεως ( 12 ), οι περίοδοι της στρατιωτικής θητείας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού, οποιαδήποτε και αν είναι η αντιμετώπιση των περιόδων αυτών από το κράτος του φορέα που προβαίνει στην εκκαθάριση.
31.
Αυτήν την ερμηνεία υιοθέτησε το Δικαστήριο όσον αφορά το άρθρο 67 του κανονισμού που αναφέρεται στον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, καίτοι το άρθρο αυτό είναι διατυπωμένο κατά τέτοιο τρόπο που φαίνεται ότι απαιτεί να θεωρούνται οι περίοδοι απασχολήσεως σ' άλλο κράτος μέλος ως περίοδοι ασφαλίσεως στο κράτος που προβαίνει στην εκκαθάριση.
32.
Έτσι, με την απόφαση Frangiamore ( 13 ), της 15ης Μαρτίου 1978, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«(...) από το άρθρο 1, στοιχείο ιη', του κανονισμού προκύπτει ότι, για να καθοριστεί αν μια περίοδος απασχολήσεως πρεπεί να θεωρηθεί ως περίοδος ασφαλίσεως, για την εφαρμογή του κανόνα του συνυπολογισμού που περιέχει το άρθρο 67, παράγραφος 1, πρέπει να γίνει αναφορά στη νομοθεσία υπό την οποία συμπληρώθηκε η εν λόγω περίοδος» ( 14 ).
33.
Εξάλλου, το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε', του κανονισμού ορίζει ότι «το πρόσωπο που καλείται (...) για την εκτέλεση στρατιωτικής θητείας (...) σε ένα κράτος μέλος υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού (...)».
34.
Τέλος, όπως τονίζει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο στο κείμενο του δευτέρου ερωτήματος του, η λήι|>η υπόψη, για τον υπολογισμό της θεωρητικής συντάξεως, μόνον των περιόδων ασφαλίσεως που θεωρούνται ως τέτοιες από τη νομοθεσία του κράτους μέλους του φορέα που προβαίνει στην εκκαθάριση της συντάξεως οδηγεί στην ανατροπή της αρχής του συνυπολογισμού.
35.
Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι το θεωρητικό ποσό της παροχής είναι συνάρτηση όλων των αναγνωριστέων περιόδων ασφαλίσεως, σύμφωνα με τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας συμπληρώθηκαν.
36.
Επειδή η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου ερωτήματος.
37.
Ας εξετάσω τώρα τα δύο τελευταία ερωτήματα.
38.
Είναι γνωστό ότι η κατόπιν αναλογικού επιμερισμού σύνταξη που προβλέπει το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο β', ισούται με το θεωρητικό ποσό επί το κλάσμα Α/Β στο οποίο ο αριθμητής είναι ίσος με τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τη νομοθεσία του κράτους που προβαίνει στην εκκαθάριση και ο παρονομαστής με τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τη νομοθεσία όλων των εμπλεκομένων κρατών μελών ( 15 ).
39.
Ποιες είναι οι περίοδοι ασφαλίσεως που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον παρονομαστή; Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως που μπορούν να αναγνωριστούν ως τέτοιες από τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών; Αυτό είναι το νόημα του τρίτου ερωτήματος.
40.
Στο ερώτημα αυτό το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει διαπιστώνοντας ότι
«ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 1408/71, Το πραγματικό ποσό της παροχής βάσει του θεωρητικού ποσού και αναλόγως της διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν, πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν προ της επελεύσεως του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των σχετικών κρατών μελών» ( 16 ).
41.
Επομένως, δεν απαιτείται καθόλου να έχουν αναγνωριστεί όλες αυτές οι περίοδοι ως χρήσιμες περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία του κράτους που προβαίνει στην εκκαθάριση.
42.
Το τελευταίο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν, για τον αναλογικό επιμερισμό της διάρκειας των περιόδων που συμπληρώθηκαν υπό την εθνική νομοθεσία, ο αρμόδιος φορέας μπορεί να εφαρμόζει τους απαγο-ρεύοντες τη σώρευση εξωτερικούς του κανόνες.
43.
Με άλλα λόγια, και εν προκειμένω, μπορεί ο εν λόγω φορέας, για τον προσδιορισμό του αριθμητή, να εφαρμόζει τους οικείους εθνικούς κανόνες, όπως τα άρθρα 10, παράγραφος 2, και 11 ter του βασιλικού διατάγματος, και να αφαιρεί έτσι το σύνολο των προσθέτων ετών πλασματικής απασχολήσεως από τον αριθμό των ετών για τον οποίο ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει τη χορήγηση συντάξεως σε άλλο κράτος μέλος;
44.
Προσφάτως, με την απόφαση Di Crescenzo και Casagrande ( 17 ), της 11ης Ιουνίου 1992, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι:
«Δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, οι διατάξεις περί μειώσεως, που προβλέπει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους, δεν εφαρμόζονται οσάκις ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχές γήρατος της ίδιας φύσεως που καταβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του ίδιου κανονισμού.
(...)
(...) για τον υπολογισμό παροχής που οφείλεται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, ο αρμόδιος φορέας δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εθνικές απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, αλλά να διορθώνει, εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο, το ποσό της οφειλομένης παροχής, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3» ( 18 ).
45.
Η ratio legis του άρθρου 46 επιβάλλει τέτοια λύση: ο φορέας ενός κράτους μέλους δεν μπορεί να εφαρμόζει, για τον συνυπολογισμό και τον αναλογικό επιμερισμό των περιόδων ασφαλίσεως, εθνικούς κανόνες λιγότερο ευνοϊκούς για τον εργαζόμενο από τους κοινοτικούς κανόνες, ενώ πρόκειται ακριβώς για τον υπολογισμό της συντάξεως σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού ( 19 ).
46.
Είναι οι διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 2, Ie, τελευταίο εδάφιο, ή του άρθρου 11 ter του βασιλικού διατάγματος διατάξεις περί μειώσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού;
47.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό:
«(...) μια εθνική διάταξη που μειώνει τα πρόσθετα έτη πλασματικής απασχολήσεως, που μπορούν να αναγνωριστούν υπέρ του εργαζομένου κατά τον αριθμό των ετών για τα οποία ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει σύνταξη σε άλλο κράτος μέλος, αποτελεί ρήτρα περί μειώσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 (...)» ( 20 ).
48.
Από αυτό προκύπτει ότι ο φορέας που προβαίνει στην εκκαθάριση της παροχής σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εθνικές απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις, τόσο για τον υπολογισμό της θεωρητικής συντάξεως όσο για τον υπολογισμό της κατόπιν αναλογικού επιμερισμού συντάξεως.
49.
II λύση αυτή επιβάλλεται καθόσον μάλιστα το άρθρο 46 προβλέπει κοινοτικές απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις. Ουδεμία επίδραση ασκεί το γεγονός ότι μέρος των ετών που αναγνωρίζονται από την εθνική νομοθεσία είναι «πλασματικό». Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχεται, μετά τις αποφάσεις Ruzzu και Romano ( 21 ) óu ο συνυπολογισμός είναι δυνατός ακόμη και σε περίπτωση χρονικής συμπτώσεως πλασματικών και πραγματικών περιόδων.
50.
Ας εξετάσω τώρα την υπόθεση Del Grosso, η οποία αφορά κυρίως το αν συμβιβάζεται με τα άρθρα 7, 48 και 51 της Συνθήκης το άρθρο 10 bis του βασιλικού διατάγματος.
51.
Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι:
«Οσάκις ο μισθωτός εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει σύνταξη δυνάμει του παρόντος διατάγματος και σύνταξη ή ανάλογο πλεονέκτημα δυνάμει ενός ή πλειόνων άλλων συστημάτων και οσάκις το άθροισμα των κλασμάτων που εκφράζουν την αναλογία καθεμίας από τις συντάξεις αυτές υπερβαίνει τη μονάδα, αφαιρούνται από την επαγγελματική σταδιοδρομία που λαμβάνεται υπόι|)η για τον υπολογισμό της συντάξεως μισθωτού εργαζομένου όσα έτη απαιτούνται ώστε να ισούται το εν λόγω άθροισμα με τη μονάδα.
(...)
Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, νοείται ως “άλλο σύστημα” κάθε άλλο βελγικό σύστημα χορηγήσεως συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου και συντάξεων επιζώντων, εξαιρουμένου του συστήματος των ελευθέρων επαγγελματιών και κάθε άλλου αναλόγου συστήματος άλλης χώρας (...)» ( 22 ).
52.
Ιταλός υπήκοος γεννηθείς στις10 Δεκεμβρίου 1922, ο Del Grosso άσκησε επί σαράντα ένα έτη επαγγελματική δραστηριότητα ως μισθωτός στο Βέλγιο. Με απόφαση της 13ης Ιουλίου 1987, το ΟΝΡ του χορήγησε προσωρινή σύνταξη γήρατος υπολογισθείσα με βάση σαράντα τέσσερα έτη ασφαλίσεως, προσθέτοντας τρία «πλασματικά» έτη ασφαλίσεως στα πραγματικά έτη ασφαλίσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11 bis του βασιλικού διατάγματος. Αφού έλαβε υπόψη του επτά πραγματικά έτη ασφαλίσεως στην Ιταλία, το ΟΝΡ, με απόφαση της 29ης Απριλίου 1988, μείωσε το ποσό της συντάξεως 1) καταργώντας τα πλασματικά έτη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 10, παράγραφος 2, Γ, τελευταίο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος, 2) μειώνοντας κατά τρία τα σαράντα οκτώ έτη προκειμένου να ισούται η επαγγελματική σταδιοδρομία του με τη μονάδα, σύμφωνα με το προμνησθέν άρθρο 10 bis, διότι δεν μπορούσε, στο βελγικό δίκαιο, να υπερβαίνει τα 45/45, 3) υπολογίζοντας τη βελγική σύνταξη βάσει, σταδιοδρομίας 38/45 (45/45 — 7/45), προκείμενου να ληφθεί υπόψη η ιταλική σύνταξη.
53.
Ο Del Grosso αμφισβητεί τη μείωση της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας σε σαράντα πέντε έτη, καθόσον δεν υπάρχουν ως προς αυτόν, κατά τη γνώμη του, «αδικαιολόγητες σωρεύσεις», αλλά χωριστές πραγματικές περίοδοι ασφαλίσεως που δεν επικαλύπτονται και πρέπει να μπορούν να προστίθενται οι μεν στις δε. Διεκδικεί βελγική σύνταξη με βάση σταδιοδρομία 41/45.
54.
Προφανώς, η περίπτωση του ενδιαφερομένου είναι παράδοξη, καθόσον, λόγω των ετών εργασίας του στην αλλοδαπή, το βελγικό Δημόσιο καταβάλλει μικρότερη σύνταξη από εκείνη που θα εισέπραττε ο εργαζόμενος αν δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ το Βέλγιο.
55.
Επομένως, αντίκειται η αρχή της ενότητας της σταδιοδρομίας στα άρθρα 7, 48 και 51 της Συνθήκης καθώς και στα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 46 του κανονισμού; Αυτό είναι το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
56.
Υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 177, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εφαρμόσει τους κοινοτικούς κανόνες δικαίου σε συγκεκριμένη περίπτωση και να χαρακτηρίσει διατάξεις εθνικού δικαίου σε σχέση με τέτοιο κανόνα. Αποστολή του είναι εδώ να «παράσχει στο εθνικό δικαστήριο κάθε ερμηνευτικό στοιχείο που αφορά το κοινοτικό δίκαιο και θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων αυτών των διατάξεων» ( 23 ).
57.
Πώς πρέπει να χαρακτηριστεί αυτή η αρχή της ενότητας της σταδιοδρομίας;
58.
Εμπεριέχει η έννοια της ρήτρας μειώσεως ή ρήτρας απαγορεύουσας τη σώρευση κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού, διάταξη η οποία, όπως το προπαρατεθέν άρθρο 10 bis, καθορίζει ανώτατο όριο για τις περιόδους ασφαλίσεως και μειώνει τον αριθμό των προσθέτων ετών απασχολήσεως από τα οποία θα μπορούσε να επωφεληθεί ο εργαζόμενος;
59.
Το Δικαστήριο έχει ήδη χαρακτηρίσει μια τέτοια ρήτρα ως ρήτρα απαγορεύουσα τη σώρευση, οσάκις συνεπάγεται μείωση των προσθέτων πλασματικών ετών απασχολήσεως ( 24 ). Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις συνεπάγεται μείωση των πραγματικών ετών ασφαλίσεως.
60.
Σ' ένα μη εναρμονισμένο τομέα, όπως ο τομέας της κοινωνικής ασφαλίσεως, η αρχή των απαγορευουσών τη σώρευση εθνικών ρητρών και ενός ανωτάτου ορίου σταδιοδρομίας δεν αντίκειται, αυτή καθαυτή, στο κοινοτικό δίκαιο.
61.
Η δυνατότητα του εθνικού νομοθέτη να περιορίζει τις σωρεύσεις αναγνωρίζεται ρητώς με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού. Το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του κειμένου αυτού προβλέπει εξάλλου ότι οι εσωτερικές νομοθεσίες μπορούν να ορίζουν μέγιστη διάρκεια ασφαλίσεως της οποίας η υπέρβαση δεν επιτρέπει την είσπραξη συντάξεως μεγαλύτερης από την πλήρη σύνταξη.
62.
Εξάλλου, το Δικαστήριο με την απόφαση Pian ( 25 ), της 5ης Απριλίου 1990, τόνισε ότι:
«(...) όταν ένας εργαζόμενος μισθωτός ή μη μισθωτός λαμβάνει σύνταξη δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν απαγορεύουν να εφαρμόζεται επ' αυτού στο σύνολο της η εθνική μόνο νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων και των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, εκτός αν προκύπτει ότι η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας είναι λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από την εφαρμογή του συστήματος του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71» ( 26 ).
63.
Εντούτοις, για τον υπολογισμό της οφειλομένης δυνάμει του κοινοτικού δικαίου παροχής, οι απαγορεύοντες τη σώρευση εθνικοί κανόνες πρέπει να μην εφαρμόζονται οσάκις ο ενδιαφερόμενος δικαιούται παροχές της ιδίας φύσεως ( 27 ) σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού.
64.
Επομένως, τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 46 του κανονισμού δεν εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικών ρητρών περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως οσάκις, σε περίπτωση σωρεύσεως των παροχών, ο υπολογισμός της συντάξεως γήρατος πραγματοποιείται σύμφωνα μόνο με την εθνική νομοθεσία.
65.
Τι ισχύει όσον αφορά τις διατάξεις της Συνθήκης που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο;
66.
Είναι γνωστό ότι το άρθρο 7, το οποίο απαγορεύει κάθε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, εφαρμόζεται αυτοτελώς μόνον σε καταστάσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες ( 28 ).
67.
Στον τομέα όμως της ελεύθερης κυκλοφορίας των μισθωτών εργαζομένων, η διάταξη εξειδικεύεται με τα άρθρα 48 έως 51.
68.
Με βάση την ερμηνεία των άρθρων αυτών από το Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να προσδιορίσει αν το άρθρο 10 bis του βασιλικού διατάγματος, το οποίο προβλέπει τη' μείωση των ετών ασφαλίσεως που λαμβάνονται υπόψη οσάκις ο συνολικός αριθμός των ετών ασφαλίσεως στα διάφορα κράτη μέλη υπερβαίνει τη μονάδα της ασφαλιστικής σταδιοδρομίας (ήτοι εν προκειμένω 45/45), συμβιβάζεται ή όχι με τα άρθρα αυτά.
69.
Ως προς τα άρθρα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε óu
«(...) μολονότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 51 της Συνθήκης επιτρέπει διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, των δικαιωμάτων που παρέχονται στα πρόσωπα που εργάζονται σ' αυτά (...), είναι ωστόσο βέβαιο ότι ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν, λόγω ασκήσεως του δικαιώματος τους για ελεύθέρη κυκλοφορία, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι υφίσταντο απώλεια των πλεονεκτημάτων που τους παρέχει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους μια τέτοια συνέπεια θα μπορούσε να αποθαρρύνει τους κοινοτικούς εργαζομένους να ασκήσουν το δικαίωμα τους για ελεύθερη κυκλοφορία και θα συνιστούσε, κατά συνέπεια, κώλυμα στην εν λόγω ελευθερία» ( 29 ).
70.
Επομένως, το άρθρο 51 απαιτεί να μην τυγχάνει όποιος εργάστηκε σε πολλά κράτη μέλη δυσμενέστερης μεταχειρίσεως, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, σε σχέση με όποιον εργάστηκε καθόλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του στο ίδιο κράτος μέλος. Αντιθέτως, ο πρώτος δεν πρέπει να βρίσκεται αναγκαίως σε πλεονεκτικότερη θέση από τον δεύτερο ( 30 ).
71.
Στο στάδιο αυτό επιβάλλονται δύο παρατηρήσεις.
72.
Πρώτον, πρέπει να τονιστεί ότι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου διατηρεί όλη τη σημασία της όσον αφορά την εκκαθάριση της συντάξεως του διακινουμένου εργαζομένου, καθόσον, οσάκις αυτός μπορεί να λάβει σύνταξη δυνάμει μόνον της εθνικής νομοθεσίας, δικαιούται την υψηλότερη παροχή μεταξύ, αφενός, εκείνης που μπορεί να αξιώσει βάσει μόνον της νομοθεσίας αυτού του κράτους στο σύνολο της, συμπεριλαμβανομένης κάθε απαγορεύουσας τη σώρευση διατάξεως που μπορεί να περιέχει, και, αφετέρου, την παροχή που μπορεί να αξιώσει κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του κανονισμού στο σύνολο του ( 31 ).
73.
Δεύτερον, αν η εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από την εφαρμογή του συστήματος του εν λόγω κράτους μέλους, πρέπει να εφαρμόζεται μόνον το εθνικό δίκαιο με τις απαγορεύουσες τη σώρευση ρήτρες του ( 32 ).
74.
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του κανονισμού δεν εμποδίζουν καταρχήν την εφαρμογή, σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών που καταβάλλονται από τους αρμοδίους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, των εθνικών ρητρών που απαγορεύουν τη σώρευση, οσάκις ο υπολογισμός της συντάξεως γήρατος πραγματοποιείται σύμφωνα μόνον με την εθνική νομοθεσία του αρμοδίου φορέα χωρίς να γίνεται επίκληση του κοινοτικού δικαίου.
75.
Όπως ήδη ανέφερα, πρέπει επιπλέον το δικαίωμα αυτό να μη θέτει τον διακινούμενο εργαζόμενο σε κατάσταση λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με τον εργαζόμενο που δεν εγκατέλειψε ποτέ το ίδιο κράτος.
76.
Τι ισχύει συναφώς ως προς το άρθρο 10 bis του βασιλικού διατάγματος;
77.
Το άρθρο αυτό παρουσιάζει δύο χαρακτηριστικά: 1) εφαρμόζεται αδιακρίτως στους ημεδαπούς εργαζομένους και στους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών, 2) τηρουμένου του ανωτάτου ορίου, η σταδιοδρομία στο κράτος μέλος που προβαίνει στην εκκαθάριση μπορεί να μειωθεί κατά τον αριθμό των ετών που συμπλήρωσε ο εργαζόμενος στα πλαίσια άλλου συστήματος, οποιοδήποτε και αν είναι το κράτος μέλος όπου ισχύει το σύστημα αυτό, συμπεριλαμβανομένου επομένως του κράτους που προβαίνει στην εκκαθάριση.
78.
Με άλλα λόγια, οσάκις ο συνυπολογισμός των ετών ασφαλίσεως υπερβαίνει τη μονάδα της ασφαλιστικής σταδιοδρομίας, η μείωση τους, ώστε το σύνολο να ισούται με τη μονάδα, θα πραγματοποιηθεί υπό τις ίδιες συνθήκες, είτε ο εργαζόμενος υπάγεται σε περισσότερα συστήματα του κράτους του φορέα που προβαίνει στην εκκαθάριση είτε υπάγεται σε σύστημα αυτοΰ του κράτους και σε συστήματα άλλων κρατών μελών.
79.
Πα τον προσδιορισμό της σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν η εφαρμογή της απαγορεύουσας τη σώρευση ρήτρας του προμνησθέντος άρθρου 10 bis οδηγεί, σε περίπτωση που όλα τα έτη πραγματικής απασχολήσεως συμπληρώθηκαν σε περισσότερα κράτη μέλη, σε αποτέλεσμα τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκό με την περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος εργάστηκε μόνον στο κράτος του φορέα που προβαίνει στην εκκαθάριση.
80.
Εν κατακλείδι, καθόσον δεν αποκλείει στον διακινούμενο εργαζόμενο την αναγνώριση ασφαλιστικής σταδιοδρομίας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη που θα είχε, αν είχε συμπληρώσει την ίδια συνολική περίοδο εργασίας χωρίς να έχει ποτέ εγκαταλείψει ένα κράτος μέλος, η απαγορεύουσα τη σώρευση εθνική ρήτρα δεν αντίκειται προς τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης.
81.
Το Δικαστήριο είχε την πρόνοια να ρωτήσει την Επιτροπή για τις συνέπειες του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 και ιδίως των άρθρων του 12 και 46 έως 51.
82.
Ο κανονισμός 1248/92 δεν παρέχει κανένα δικαίωμα, όσον αφορά την περίοδο πριν από την 1η Ιουνίου 1992 ( 33 ), στους εργαζομένους η εκκαθάριση της συντάξεως των οποίων πραγματοποιήθηκε πριν από την ημερομηνία αυτή.
83.
Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται, αν το κρίνει χρήσιμο, να ζητήσει από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη νέα αυτή διάταξη.
84.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα:
I — Στις υποθέσεις C-1J3/92 και C-114/92
1)
α)
Το θεωρητικό ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ισούται με τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που αναγνωρίζονται ως τέτοιες από τις νομοθεσίες υπό τις οποίες συμπληρώθηκαν, ακόμη και αν οι περίοδοι αυτές δεν αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζει ο φορέας που προβαίνει στην εκκαθάριση της συντάξεως.
β)
Εντούτοις, οσάκις ο ενδιαφερόμενος δικαιούται πλήρους συντάξεως δυνάμει μόνον της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται ο αρμόδιος φορέας, αυτός δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους που συμπληρώθηκαν υπό τις νομοθεσίες των άλλων κρατών μελών.
2)
Για τον προσδιορισμό του πραγματικού ποσού της παροχής που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο β', του προμνησθέντος κανονισμού, ο αρμόδιος φορέας πρέπει να λαμβάνει υπόψη, στον παρονομαστή, όλες τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν και αναγνωρίστηκαν ως τέτοιες από τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών.
3)
Εθνική διάταξη που μειώνει τα πρόσθετα πλασματικά έτη απασχολήσεως τα οποία θα μπορούσε να αναγνωρίσει ο εργαζόμενος σε συνάρτηση με τον αριθμό των ετών για τα οποία μπορεί να αξιώσει σύνταξη σε άλλο κράτος μέλος αποτελεί ρήτρα μειώσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, η οποία δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 46 του ιδίου κανονισμού.
II — Στην υπόθεση C-156/92
1)
Τά άρθρα 12, παράγραφος 2, και 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 δεν απαγορεύουν εθνικές διατάξεις μειώνουσες τη διάρκεια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, ώστε το σύνολο των ετών απασχολήσεως στο κράτος του φορέα που προβαίνει στην εκκαθάριση και σε κάθε άλλο κράτος μέλος να μην υπερβαίνει ένα ορισμένο ανώτατο όριο.
2)
Τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν απαγορεύουν τέτοιου είδους διατάξεις, εφόσον αυτές εφαρμόζονται αδιακρίτως στα έτη της σταδιοδρομίας στο κράτος μέλος που προβαίνει στην εκκαθάριση και στα έτη απασχολήσεως σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος.
( *1 ) Γλώοσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως οίους μισθωτούς, οτους μη μισθωτούς και οτα μέλι] των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί xm ενημερωθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, ο. 6, παράρτημα 1).
( 2 ) Moniteur belge της 27ης Οκτωβρίου 1967. ο. 11258. διάταγμα που τροποποιήθηκε με το όρθρο 2 του νόμου της 26ης Ιουνίου 1972 (Moniteur belge της 30ής Ιουνίου 1972, σ. 7738) και με το όρθρο 1 του νόμου της 28ης Μαρτίου 1975 (Moniteur belge της 8ης Απριλίου 1975, ο. 4108).
( 3 ) Το κείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων παρατίθεται στην έκθεση ακροατηρίου (II).
( 4 ) Βλ. άρθρο 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1981 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116, 117, 119, 120 και 121/80, ONTPS κατά Celesta:, Συλλογή 1981, σ. 1737, σκέψη 12, και της 13ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 296/84, Staalra, Συλλογή 1986, σ. 1047, σκέψη 21. Το ποσό της παροχής στην οποία αναφέρεται το άρθρο 46, παράγραφος 1, καταβάλλεται όχι αποκλειστικώς δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, αλλά κατ' εφαρμογήν του κοινοτικοί! δικαίου, καθόσον αυτό εξουδετερώνει τις συνέπειες του εθνικού κανόνα περί μη σωρεύσεως των παροχών.
( 5 ) Βλ. απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση C-5/91, Di Prinzio, Συλλογή 1992, σ. I-897, σκέψη 39.
( 6 ) Ι)λ. άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο u'.
( 7 ) Ιϊλ. ανωτέρω, σημείωση 5.
( 8 ) Οι υποθέσεις ουνταυτίζονται απολύτως: ο ενδιαφερόμενο; εργαζόμενο; δικαιούται πλήρους συντάξεως xuť εφαρμογήν μόνον του εθνικού δικαίου: η ανεξάρτητη παροχή -μη λαμβανομένων υπόψη των εθνικών διατάξεων περί μη σωρεύοεως των παροχών -ισούται με την πλήρη σύνταξη: 30/30.
( 9 ) Σκέψεις 25 και 26. η υπογράμμιση δική μου. Ιϊλ. επίσης τις σκέψεις 43 και 48 της ίδιας αποφάσεως. Ι)λ. προς αυτήν κατεύθυνση τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz, της 29ης Απριλίου 1993, στην ακόμη εκκρεμή υπόθεση C-31/92, Lasy, σκέψη 19. υπό β'.
( 10 ) Προμνηοθείσα απόφαση Di Prinzio. σκέψεις 39. 44, 48 και 58.
( 11 ) Άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο γ'.
( 12 ) Πράγμα που είναι αναμφισβήτητο: βλ. α 14 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
( 13 ) Υπόθεση 126/77, Συλλογή τόμος 1978. σ. 271 (συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά).
( 14 ) Σκέψη 9, η υπογράμμιση δική μου. Ι)λ. επίοης, όαον αφορά τον κανονισμό 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1972 ατην υπόθεση 2/72, Muitu (Rec. 1972, σ. 333. Σ.Τ.Μ.: δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά).
( 15 ) Ηλ. τις προτάσεις μου οτην προμνηοθείσα υπόθεση Di Prin-/io, σκέψη 62.
( 16 ) Προμνησθείσα απόφαση Di Prinzio, σκέψη 49, η υπογράμμιση δική μου.
( 17 ) Υποθέσεις C-90/91 και C-91/91, Συλλογή 1992, α I-3851.
( 18 ) Σκέψεις 18 και 35, η υπογράμμιση δική μου.
( 19 ) Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1981 σης συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116 έως 121/80, Cclcstre, Συλλογή 1981, σ. 1737, σκέψη 15 δ'.
( 20 ) Σκέψη 21 της προμνησθείσας αποφάσεως της 11ης ΙουνΓου 1992, Di Crescenzo και Casagrandc. Ηλ. επίσης τη σκέψη 31 της προμνησθείαας αποφάσεως της 18ης Φεβρουαρίου 1992, Di Prinzio, η οποία αναφέρει τις αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 58/84, Romano (Συλλογή 1985, σ. 1679) και στην υπόθεση 117/84, Ruzzu (Συλλογή 1985, α 1627).
( 21 ) Ιίλ. παραπομπές ανωτέρω σημείωση 20.
( 22 ) 11 διάταξη αυτή προστέθηκε στο βασιλικό διάταγμα αριθ. 50 με το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος αριθ. 205 της 29ης Αύγουστου 1983.
( 23 ) Βλ. σκέψη 8 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1987 στην υπόθεση 37/86, Cocnen, Συλλογή 1987, σ. 3589.
( 24 ) Βλ. τις αποφάσεις Romano (σκέψη 15) και Ruzzu (σκέψη 16, ανωτέρω σημείωση 20.
( 25 ) Υπόθεση C-108/89, Συλλογή 1990. ο. I-1599.
( 26 ) Σκέψη 16, η υπογράμμιση δική μου.
( 27 ) Βλ. προμνηοθείοα απόφαση Di Ponzio, σκέψεις 38, 46 και 55, και την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992 οτις ουνεκδικα-οθείοες υποθέσεις C-90 και 91/91, ΟΝΡ κατή Di Crescenzo και Casagranifc (Συλλογή 1992, ο. I-3851, θλίψεις 20 και 27), Ο κανόνας αυτός θεσπίστηκε με το όρθρο 46(1. παράγραφος 1, του κανονισμού (ΠΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71.
( 28 ) Απόφαση του Λικαστηρίου της 30ής Μαΐου 1989 στην υπόθεση 305/87, Ππιτροπή κατύ Ελλάδος (Συλλογή 1989, ο. 1461).
( 29 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-349/87, Παράσχη (Συλλογή 1991, ο. I-4501, σκέψη 22). Βλ. Επίσης τις προτάσεις μου της 14ης Ιανουαρίου 1993 στην εκκρεμή υπόθεση C-165/91, S. J. Μ. Van Munster, σημεία 37 έως 40.
( 30 ) Βλ. προς την κατεύθυνση αυτή το σημείο 19 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση C-199/88, Cabras (Συλλογή 1990, σ. I-1044).
( 31 ) Βλ. σκέψεις 15 έως 17 της προμνηαθείσας αποφάσεως ΟΝΡ κατά Di Crescenzo και Casagrandc.
( 32 ) Αυτό συνέβη στην υπόθεση Del Grosso. Για ένα άλλο παράδειγμα, βλ. την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 296/84, Sinalra (Συλλογή 1986, σ. 1047, σκέψη 13).
( 33 ) Βλ. το άρθρο 4 του κανονισμού αυτοΰ και το νέο άρθρο 96α, παράγραφος 4, του κανονισμοί) 1408/71.
Full & Egal Universal Law Academy