Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Λουξεμβούργο, στερώντας από εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές των μελών επαγγελματικών επιμελητηρίων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης και το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στo εσωτερικό της Κοινότητας (1).
2. Με νόμο της 4ης Απριλίου 1924 (στο εξής: Νόμος), ο οποίος έκτοτε τροποποιήθηκε επανειλημμένως, το Μεγάλο Δουκάτο προέβλεψε την ίδρυση επαγγελματικών επιμελητηρίων βάσει εκλογών. Σκοπός των επαγγελματικών επιμελητηρίων είναι να εκπροσωπούν και να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των εγγεγραμμένων σε αυτά προσώπων. Οποιοδήποτε πρόσωπο, ασχέτως ιθαγενείας, το οποίο ασκεί εντός του εδάφους του Μεγάλου Δουκάτου επάγγελμα εμπίπτον στη δικαιοδοσία επιμελητηρίου εγγράφεται αυτομάτως και υποχρεωτικώς στο επιμελητήριο. Κατά το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε, τα επιμελητήρια μπορούν, προκειμένου να καλύψουν τα έξοδά τους, να εισπράττουν εισφορές από τα μέλη τους. Η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς καταλαμβάνει όλα τα μέλη του επιμελητηρίου ασχέτως ιθαγενείας. Τα άρθρα 5 και 6, πριν τροποποιηθούν με νόμο της 13ης Ιουλίου 1993 (2), προέβλεπαν ότι το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές των επαγγελματικών επιμελητηρίων επιφυλάσσεται μόνο σε πρόσωπα με ιθαγένεια Λουξεμβούργου.
3. Στην προσφυγή της, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η στέρηση από εργαζομένους άλλων κρατών μελών του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές των μελών επαγγελματικών επιμελητηρίων έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι παραβιάζει την απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζει το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης και το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο έχει ως εξής :
" Eργαζόμενοι που έχουν υπηκοότητα κράτους μέλους και απασχολούνται εντός του εδάφους άλλου κράτους μέλους απολαύουν ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τη συμμετοχή τους σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και την άσκηση των συναφών δικαιωμάτων, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στο προεδρείο ή στη διοίκηση συνδικαλιστικής οργανώσεως μπορεί να αποκλείεται η συμμετοχή τους στη διαχείριση οργανισμών δημοσίου δικαίου και η εκ μέρους τους άσκηση λειτουργήματος δημοσίου δικαίου. Επιπλέον, έχουν το δικαίωμα να εκλέγονται στα σώματα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων εντός της επιχειρήσεως. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν νομοθετικές διατάξεις ορισμένων κρατών μελών που παρέχουν στους εργαζομένους από άλλα κράτη μέλη ευρύτερα δικαιώματα".
4. Ο Νόμος αποτέλεσε ήδη αντικείμενο εξετάσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου στην υπόθεση ASTI (3), στην οποία παραπέμπω για περαιτέρω λεπτομέρειες των διατάξεών του. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε επιμελητήριο εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, το οποίο ανήκει στις ενώσεις που ιδρύθηκαν από τον Νόμο. Στην υπόθεση ASTI, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 απαγορεύει στις εθνικές νομοθεσίες να στερούν από τους αλλοδαπούς εργαζομένους το δικαίωμα ψήφου κατά τις εκλογές των μελών επαγγελματικού επιμελητηρίου στο οποίο υπάγονται υποχρεωτικά, στο οποίο πρέπει να καταβάλλουν εισφορές, το οποίο είναι υπεύθυνο για την προάσπιση των δικαιωμάτων των υπαγομένων σ' αυτό εργαζομένων και το οποίο ασκεί συμβουλευτικά καθήκοντα στο νομοθετικό πεδίο. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση ASTI αφορούσε μόνο το δικαίωμα ψήφου και όχι το δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας κατά τις εκλογές των μελών επαγγελματικού επιμελητηρίου.
5. Με το υπόμνημα αντικρούσεώς της στην παρούσα υπόθεση, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν αμφισβήτησε την παραβίαση, ζήτησε όμως αναστολή της διαδικασίας. Ανέφερε ότι προετοιμαζόταν τροποποιητικός νόμος με σκοπό την εξάλειψη της ιθαγενείας ως προϋποθέσεως του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές των μελών των επαγγελματικών επιμελητηρίων και ότι η τυχόν απόφανση εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι το Λουξεμβούργο παρέβη τις υποχρεώσεις του δεν είναι απαραίτητη και θα ήταν αντιπαραγωγική.
6. Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν υπέβαλε υπόμνημα ανταπαντήσεως. Μετά την ολοκλήρωση της έγγραφης διαδικασίας, με επιστολή της 23ης Ιουλίου 1993, απέστειλε στο Δικαστήριο το κείμενο του νόμου της 13ης Ιουλίου 1993, το οποίο τροποποιεί τον Νόμο. Με επιστολή της ιδίας ημερομηνίας, κοινοποίησε τον νόμο της 13ης Ιουλίου 1993 στην Επιτροπή. Ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με τον Νόμο όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 13ης Ιουλίου 1993, η Λουξεμβουργιανή ιθαγένεια δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση την οποία πρέπει να πληροί ένας εργαζόμενος μέλος επαγγελματικού επιμελητηρίου (πλην του επιμελητηρίου των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών) προκειμένου να έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές των μελών του εν λόγω επιμελητηρίου.
7. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι ο νόμος της 13ης Ιουλίου 1993, ο οποίος εκδόθηκε αφού είχε ολοκληρωθεί η έγγραφη διαδικασία, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε διαδικασίες υπαγόμενες στο άρθρο 169 της Συνθήκης, κρίσιμη ημερομηνία είναι εκείνη κατά την οποία εκπνέει η προθεσμία την οποία τάσσει η Επιτροπή, με την αιτιολογημένη γνώμη της, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή. Νομοθετικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το Δικαστήριο παγίως θεωρεί ότι το αντικείμενο προσφυγής κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ορίζεται από την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και ότι, ακόμη και όταν η παράλειψη έχει επανορθωθεί μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αυτού, δεν παύει να υφίσταται το συμφέρον προς συνέχιση της διαδικασίας, προκειμένου να διαπιστωθεί η βάση της ευθύνης που ενδεχομένως φέρει το κράτος μέλος συνεπεία της παραλείψεώς του έναντι άλλων κρατών μελών, της Κοινότητας ή ιδιωτών (4).
8. Η Επιτροπή κοινοποίησε την αιτιολογημένη γνώμη της στην Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου στις 23 Οκτωβρίου 1990. Κάλεσε το Μεγάλο Δουκάτο να λάβει τα αναγκαία μέτρα μέσα σ' ένα μήνα από την κοινοποίηση, πλην όμως ουδέν μέτρο ελήφθη. Επομένως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι ο νόμος της 13ης Ιουλίου 1993 αποτελεί συμμόρφωση προς την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, αυτό δεν θα επηρέαζε την έκβαση της παρούσας διαδικασίας. Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση του νόμου αυτού ή οποιασδήποτε άλλης επιγενόμενης νομοθετικής μεταβολής στην οποία αναφέρεται η Κυβέρνηση.
9. Από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 και από την απόφαση ASTI σαφώς προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, τόσον ότι η νομοθεσία του Λουξεμβούργου δεν ήταν κατά την κρίσιμη περίοδο σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, όσο και ότι αρκεί η αναφορά στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού και παρέλκει η αναφορά στο άρθρο 48 της Συνθήκης.
Πρόταση
10. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο :
1) να αναγνωρίσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, διατηρώντας εν ισχύι διατάξεις οι οποίες στερούν από τους εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές των μελών επαγγελματικών επιμελητηρίων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης και το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στo εσωτερικό της Κοινότητας
2) να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33. Τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) του Συμβουλίου 312/76, ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 68.
(2) - Memorial (Journal Officiel du Grand-Duche de Luxembourg) της 13ης Ιουλίου 1992, αρ. Α 50, σ. 999.
(3) - Υπόθεση C-213/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-3507).
(4) - Βλ. π.χ. υπόθεση 154/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 2717, σκέψη 6 υπόθεση C-361/88, Eπιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-2567, σκέψη 31.
Full & Egal Universal Law Academy