Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα υπόθεση ανέκυψε κατόπιν αιτήσεως του Finanzgericht Baden-Wuerttemberg (στο εξής: Finanzgericht) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988 (1). Ο κανονισμός αυτός καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς κατ' άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 και τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (2). Το υποβληθέν ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Friedrich Schultz και του Hauptzollamt Heilbronn.
2. Για να ελεγχθεί η αύξηση της γαλακτοκομικής παραγωγής, το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (3), καθιέρωσε μια συμπληρωματική εισφορά επιβαρύνουσα τους παραγωγούς ή τους αγοραστές γάλακτος αγελάδος. Η εισφορά αυτή οφείλεται επί των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων "οι οποίες, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης περιόδου, υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί" (4). Το Συμβούλιο, ενώ καθόρισε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 της 31ης Μαρτίου 1984 τις ποσότητες αναφοράς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη (5), εντούτοις, αφήνει στην Επιτροπή τη φροντίδα να προσδιορίσει "τα χαρακτηριστικά του γάλακτος, και ιδίως την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, τα οποία θεωρούνται αντιπροσωπευτικά για τον υπολογισμό των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν ή αγοράστηκαν" (6).
3. Βάσει της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή θέσπισε το επίμαχο ενώπιον του Finanzgericht άρθρο 12 του κανονισμού 1546/88, το οποίο, τροποποιήθηκε αργότερα από το άρθρο 1 του κανονισμού 1033/89. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, ορίζει μεταξύ άλλων τα εξής:
"1. Τα χαρακτηριστικά του γάλακτος που θεωρούνται ως αντιπροσωπευτικά, κατά την έννοια του άρθρου 11, στοιχείο γ', του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, είναι εκείνα που διαπιστώνονται στο γάλα που παραδίδεται κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς.
Εντούτοις:
* (...)
* για τους παραγωγούς των οποίων οι παραδόσεις γάλακτος έχουν διακοπεί ή των οποίων η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες του γάλακτος που έχει παραδοθεί έχει μειωθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, ότι η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες που θεωρείται ως αντιπροσωπευτική είναι η μέση περιεκτικότητα, η οποία έχει διαπιστωθεί κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων,
* (...)" (η υπογράμμιση δική μου).
Δεν αμφισβητείται ότι η "πρώτη περίοδος εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς" καλύπτει το διάστημα από 1ης Απριλίου 1984 μέχρι 31ης Μαρτίου 1985 και η "δεύτερη περίοδος" το διάστημα από 1ης Απριλίου 1985 μέχρι 31ης Μαρτίου 1986 (7).
4. Από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι, την περίοδο από το 1981 μέχρι το 1984, το εκ βοοειδών κεφάλαιο γαλακτοπαραγωγής του Schultz επλήγη κατ' επανάληψη από ασθένεια, με αποτέλεσμα να αντικατασταθεί μεγάλος αριθμός αγελάδων από ζώα νεαρότερης ηλικίας. Δεδομένου ότι, ως εκ τούτου, διατηρήθηκε για την παραγωγή γάλακτος ένας ορισμένος αριθμός αγελάδων νεαρής ηλικίας, οι οποίες δεν είχαν εκτραφεί υπό κανονικές συνθήκες, η μέση περιεκτικότητα του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες σημείωσε κατακόρυφη πτώση. Το Finanzgericht διευκρινίζει ότι μόνο μετά την περίοδο 1985-1986 η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες επανήλθε στα συνηθισμένα επίπεδα.
Βάσει του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68, εκκαθαρίστηκε εις βάρος του Schultz συμπληρωματική εισφορά 5 529 γερμανικών μάρκων για τη λογιστική περίοδο 1989-1990. Κατά το Finanzgericht, αυτή η συμπληρωματική εισφορά * όπως, εξάλλου, οι ανάλογες συμπληρωματικές εισφορές που επιβλήθηκαν στον Schultz στο πλαίσιο προηγουμένων λογιστικών περιόδων * αποτελεί άμεση συνέπεια της ασυνήθιστα χαμηλής μέσης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες κατά την περίοδο 1985-1986 και, συνεπώς, της ασυνήθιστα υψηλής θνησιμότητας κατά την περίοδο 1981-1984.
Για τον λόγο ότι δεν ευδοκίμησε διοικητική ένστασή του, ο Schultz άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht. Ισχυρίζεται ότι η μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες κατά την περίοδο 1989-1990 και όχι η χαμηλή μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες κατά την περίοδο 1985-1986 είναι αυτή που πρέπει να ληφθεί υπόψη, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν οφείλεται συμπληρωματική εισφορά.
5. Το Finanzgericht υποβάλλει δύο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Ερωτά, ευθύς εξαρχής, αν οι διατάξεις του προπαρατεθέντος άρθρου 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1033/89:
"είναι (...) ανίσχυρες ή πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι αντιπροσωπευτική είναι κατ' εξαίρεση η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες που διαπιστώθηκε:
α) κατά την τελευταία περίοδο που δεν ήταν μειωμένη η μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες του παραδοθέντος γάλακτος ή * εφόσον τούτο δεν είναι δυνατό -
β) κατά την πρώτη περίοδο που, μετά τη δεύτερη περίοδο εφαρμογής του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς, δεν ήταν πλέον μειωμένη η εν λόγω περιεκτικότητα;"
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα έχει ως εξής:
"Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: είναι οι διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφοι 1 και 2, του ανωτέρω κανονισμού ανίσχυρες, κατά το μέτρο που δεν μεταβάλλουν την περίοδο εφαρμογής που χρησιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως περίοδος αναφοράς (1985/1986);".
6. Δεδομένου ότι το ένα ερώτημα καλύπτει εν μέρει το άλλο, οι προτάσεις μου θα αναπτυχθούν κατωτέρω ως εξής. Θα εξετάσω πρώτα (σημείο 7) αν οι εν λόγω διατάξεις μπορούν να ερμηνευθούν όπως αναφέρει το Finanzgericht με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Στη συνέχεια (σημεία 8 επ.), σε απάντηση τόσο του πρώτου όσο και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, θα ασχοληθώ με το ζήτημα του κύρους του άρθρου 12, παράγραφοι 1 και 2.
7. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το Finanzgericht θέτει το ζήτημα αν οι επίδικες διατάξεις μπορούν να ερμηνευθούν ευνοϊκότερα για τον Schultz. Επί του ζητήματος αυτού δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Το κείμενο του άρθρου 12, παράγραφος 1, μου φαίνεται σαφές και δεν πιστεύω ότι χρήζει ερμηνείας.
Συγκεκριμένα, όπως παρατηρεί το Finanzgericht με το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής, το άρθρο 12, παράγραφος 1, περιέχει μόνο μία "ρήτρα επιεικείας" (δηλαδή ρήτρα προορισμό έχουσα να εμποδίσει να έχει ανεπιεική αποτελέσματα η ολοκληρωτική εφαρμογή της συμπληρωματικής εισφοράς). Πάντως, η ρήτρα αυτή, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, και παρατίθεται ανωτέρω (σημείο 3), δεν μπορεί να ωφελήσει σε τίποτε τον Schultz και συνεπώς, κατά το Finanzgericht, δεν είναι ικανοποιητική:
"Αυτή η ρήτρα επιεικείας δεν ωφελεί σε τίποτε έναν παραγωγό του οποίου το γάλα, κατά την κατ' εξαίρεση περίοδο αναφοράς 1984-1985, είχε περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες τουλάχιστον το ίδιο μειωμένη με την περιεκτικότητα που είχε κατά την κανονική περίοδο αναφοράς 1985-1986. Αυτή είναι η περίπτωση του προσφεύγοντος. (...) Το δικάζον τμήμα κλίνει υπέρ της απόψεως ότι, κατ' αρχήν, επιβάλλεται μια ρήτρα επιεικείας στο πλαίσιο του άρθρου 12 του εκτελεστικού κανονισμού, αλλά ότι ο κανόνας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση (αναγωγή στο κριτήριο της υψηλότερης μέσης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες της περιόδου 1984-1985), είναι, για τους ανωτέρω λόγους, κατά αυθαίρετο τρόπο ανεπαρκής".
Αυτή η αμφιβολία του Finanzgericht ως προς το μη αυθαίρετο της κατ' άρθρο 12, παράγραφος 1, "ρήτρας επιεικείας" θέτει, βέβαια, το πρόβλημα του κύρους της διατάξεως αυτής, το οποίο θα εξετάσω κατωτέρω, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα ερμηνείας της διατάξεως αυτής contra legem. Εξάλλου, το γεγονός ότι ούτε οι διάδικοι ούτε το αιτούν δικαστήριο έχουν διερωτηθεί ως προς το πεδίο εφαρμογής ή το περιεχόμενο του άρθρου 12, παράγραφος 1, ενισχύει την πεποίθησή μου ότι η διάταξη αυτή, όντας σαφέστατη, δεν χρήζει ερμηνείας και, συνεπώς, δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τον τρόπο που αναφέρει το πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
8. Τούτο με οδηγεί στο δεύτερο ερώτημα, το οποίο αφορά το κύρος της εν λόγω διατάξεως. Το Finanzgericht εκτιμά ότι το άρθρο 12, όπως έχει τώρα, είναι ανεπιεικές για τους παραγωγούς γάλακτος, του οποίου η μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες μειώθηκε, τόσο την περίοδο 1984-1985 όσο και την περίοδο 1985-1986, κατόπιν απροβλέπτων γεγονότων. Συγκεκριμένα, "σε σχέση με άλλους γαλακτοπαραγωγούς, οι οποίοι κατά την κανονική περίοδο αναφοράς 1985-1986 δεν υπέστησαν αναγκαστική μείωση της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες", οι παραγωγοί αυτοί τυγχάνουν, ως εκ τούτου, "κάθε χρόνο περισσότερο δυσμενούς μεταχειρίσεως, χωρίς να υφίσταται ευδιάκριτος αντικειμενικός λόγος".
Το Finanzgericht παρατηρεί επίσης ότι, προηγουμένως, καμία κατηγορία παραγωγών δεν είχε τύχει, στην ίδια έκταση, τόσο αυθαίρετης δυσμενούς μεταχειρίσεως. Συγκεκριμένα, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 (8), όριζε τα εξής:
"Τα χαρακτηριστικά του γάλακτος που θεωρούνται ως αντιπροσωπευτικά, κατά την έννοια του άρθρου 11, στοιχείο γ', του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, είναι αυτά που διαπιστώνονται στο γάλα το οποίο παραδίδεται ή αγοράζεται κατά την προηγούμενη περίοδο των δώδεκα μηνών".
Χάρη σε αυτό το σύστημα των μεταβλητών περιόδων αναφοράς, εξαφανίστηκαν προοδευτικώς και αυτομάτως τα αρνητικά αποτελέσματα οποιασδήποτε απρόβλεπτης πτώσεως της μέσης περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες. Όμως, το σύστημα αυτό αντικαταστάθηκε από 1ης Οκτωβρίου 1986 από το τωρινό σύστημα, το οποίο χρησιμοποιεί τις περιόδους αναφοράς 1985-1986 και * επικουρικώς * 1984-1985 ως σταθερές (9) περιόδους αναφοράς. Η Επιτροπή αιτιολόγησε τότε την τροποποίηση αυτή με το ότι: "(...) ο καθορισμός μιας σταθερής περιόδου αναφοράς επιτρέπει την πραγματοποίηση του στόχου του ελέγχου της γαλακτοκομικής παραγωγής που επιζητήθηκε από το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς" (10). Το Finanzgericht θέτει το ζήτημα αν ο στόχος αυτός δικαιολογεί το θεσπισθέν μέτρο.
9. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι το σύστημα των περιόδων αναφοράς, όπως ισχύει τώρα, πλήττει βαρύτατα γαλακτοπαραγωγούς που όπως ο Schultz παρήγαγαν, τόσο την περίοδο 1984-1985 όσο και την περίοδο 1985-1986, γάλα του οποίου η μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες ήταν, για απροβλέπτους λόγους, ιδιαιτέρως χαμηλή.
Όμως, το ζήτημα που τίθεται είναι αν το γεγονός αυτό αρκεί για να συναχθεί η έλλειψη κύρους του συστήματος αυτού. Ενδείξεις για να δοθεί απάντηση στην ερώτηση αυτή μπορούν να βρεθούν σε τρεις παλαιότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου επί υποθέσεων σχετικών με το γάλα. Όπως στην υπόθεση που μας απαχολεί εν προκειμένω, με τις αποφάσεις αυτές τέθηκε το πρόβλημα αν εγκύρως ελήφθησαν υπόψη σταθερές περίοδοι αναφοράς προκειμένου να προσδιοριστεί η συμπληρωματική εισφορά βάσει του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68. Όμως, σε αντίθεση με την υπόθεση που μας απασχολεί εν προκειμένω, οι αποφάσεις αυτές δεν αφορούσαν τον προσδιορισμό της μέσης περιεκτικότητας του παραχθέντος γάλακτος σε λιπαρές ουσίες, αλλά τον προσδιορισμό, δυνάμει του κανονισμού 857/84, των ποσοτήτων αναφοράς που εξαιρούνταν συμπληρωματικής εισφοράς.
10. Θεωρώ χρήσιμο να εκθέσω εν συντομία τους κανόνες που ήσαν επίμαχοι στις αποφάσεις αυτές. Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, η κατ' άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 ποσότητα αναφοράς είναι, κατ' αρχήν, ίση με την ποσότητα γάλακτος (ή ισοδυνάμου γάλακτος) που παρέδωσε ο παραγωγός κατά το ημερολογιακό έτος 1981, προσαυξημένη κατά 1 %. Ωστόσο, δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983 ως σταθερή περίοδο αναφοράς. Τα άρθρα 3, 4 και 4α του κανονισμού 857/84 προβλέπουν παρεκκλίσεις από τους κανόνες αυτούς σε ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις. Το άρθρο 3, σημείο 3, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι:
"3) Οι παραγωγοί των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή, κατά το έτος αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, έχει επηρεασθεί αισθητώς από εξαιρετικά γεγονότα που συνέβησαν πριν ή κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους, επιτυγχάνουν, ύστερα από αίτησή τους, να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς μέσα στο χρονικό διάστημα της περιόδου 1981 έως 1983".
Το άρθρο 3, σημείο 3, δεύτερο εδάφιο, απαριθμεί στη συνέχεια ορισμένες καταστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου (11). Μια από τις καταστάσεις αυτές είναι "επιζωοτία που πλήττει το σύνολο ή τμήμα του ζωικού κεφαλαίου γαλακτοπαραγωγής".
11. Η απόφαση Erpelding της 17ης Μαΐου 1988 (12) αφορούσε έναν γαλακτοπαραγωγό, το ζωικό κεφάλαιο του οποίου είχε επανειλημμένως πληγεί από ασθένειες κατά την περίοδο μεταξύ 1980 και 1985. Σε προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Conseil d' Etat του Λουξεμβούργου ως προς το αν, υπό τις συνθήκες αυτές, μπορούσε να ληφθεί υπόψη η παραγωγή ενός προγενεστέρου έτους από το 1981 ή η θεωρητική παραγωγή "για λόγους επιεικείας και απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών", το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση. Λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης σημασίας που έχει η συλλογιστική του Δικαστηρίου για την υπόθεση που μας απασχολεί εν προκειμένω, θα παραθέσω αρκετές σκέψεις της αποφάσεως αυτής.
Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο ενέταξε τον κανονισμό 857/84 στο πλαίσιο των διαρθρωτικών πλεονασμάτων γάλακτος και στη συνέχεια είπε:
"Όπως προκύπτει από την οικονομία και τον σκοπό της, η σχετική ρύθμιση απαριθμεί περιοριστικώς τις καταστάσεις στις οποίες είναι δυνατή η χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς ή ατομικών ποσοτήτων, για τον καθορισμό των οποίων περιέχει σαφείς δατάξεις. Καμιά από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει υπέρ των παραγωγών τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη οι παραδόσεις γάλακτος που πραγματοποίησαν εκτός της περιόδου 1981 έως 1983 και πρέπει να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα αυτή αποκλείεται ακόμη και στην περίπτωση όπου οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν αντιπροσωπευτική παραγωγή κατά την εν λόγω περίοδο" (σκέψη 18, η υπογράμμιση δική μου).
"Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με τις απαιτήσεις που απορρέουν από την έννοια της ανωτέρας βίας (...). Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επέλευση περιπτώσεως ανωτέρας βίας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ότι απαλλάσσει τον συγκεκριμένο επιχειρηματία από ορισμένες έννομες συνέπειες που συνεπάγεται κατά τη σχετική ρύθμιση η μη πραγματοποίηση μιας πράξεως ή η παράλειψη εκτελέσεως μιας υποχρεώσεως, πλην όμως δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δημιουργήσει υπέρ του επιχειρηματία κάποιο δικαίωμα το οποίο δεν προβλέπεται από τη σχετική ρύθμιση" (σκέψη 20).
Το Δικαστήριο απέρριψε στη συνέχεια και το επιχείρημα του Erpelding ότι η επίμαχη ρύθμιση ήταν ανίσχυρη λόγω παραβιάσεως των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Συναφώς, το Δικαστήριο είπε τα εξής:
"Ακολούθως, όσον αφορά τον ισχυρισμό της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, το Δικαστήριο νομολογεί παγίως ότι όταν πρόκειται για κατάσταση που υπαγορεύει την ανάγκη εκτιμήσεως ορισμένης πολύπλοκης οικονομικής πραγματικότητας όπως είναι η περίπτωση της κοινής γεωργικής πολιτικής, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη φύση και την έκταση εφαρμογής των ληπτέων μέτρων. Από τις ιδιαίτερες περιστάσεις που ιστορούνται με την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι παραβιάστηκαν εν προκειμένω τα όρια της εξουσίας αυτής" (σκέψη 27).
"Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης, δίδοντας στους παραγωγούς, η γαλακτοκομική παραγωγή των οποίων μειώθηκε αισθητά λόγω εξαιρετικού γεγονότος κατά το έτος αναφοράς που έχει επιλέξει το συγκεκριμένο κράτος μέλος, τη δυνατότητα να επιλέξουν άλλο έτος αναφοράς, περιορίζοντας όμως την επιλογή σε κάποιο από τα έτη της περιόδου 1981 έως 1983, έλαβε επαρκώς υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των επιχειρηματιών αυτών, συγχρόνως δε σεβάστηκε τις επιτακτικές ανάγκες της ασφάλειας δικαίου και της αποτελεσματικότητας του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς. Δέχτηκε εξάλλου ότι τα κράτη μέλη μπορούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις να αναχορηγήσουν τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς σε παραγωγούς που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερη κατάσταση (13). Δεν ευσταθεί επομένως η εις βάρος του επίκληση ότι υπέβαλε στους επιχειρηματίες βάρη δυσανάλογα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους εφόσον δεν έλαβε υπόψη όλες τις πιθανές ιδιαίτερες περιπτώσεις και συγκεκριμένα αυτές που εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής" (σκέψη 28, η υπογράμμιση δική μου).
"Εν προκειμένω η διαφορετική μεταχείριση για την οποία διαμαρτύρεται ο αιτών της κύριας δίκης προκύπτει από το ότι η επίδικη νομοθεσία (...) πλήττει αυτή την κατηγορία παραγωγών περισσότερο από εκείνους οι οποίοι μπορούν να επιδείξουν μια αντιπροσωπευτική παραγωγή εντός της περιόδου αυτής. Αυτό το αποτέλεσμα όμως δικαιολογείται από την ανάγκη, την οποία υπαγορεύει συγχρόνως η ασφάλεια δικαίου και η αποτελεσματικότητα του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς, να περιοριστεί ο αριθμός των ετών που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως έτη αναφοράς. Επομένως, η διαφορετική μεταχείριση που προκύπτει δικαιολογείται αντικειμενικά και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημιουργική διακρίσεων κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου" (σκέψη 30, η υπογράμμιση δική μου).
12. Το Δικαστήριο ακολούθησε τη νομολογία αυτή με την απόφαση Leukhardt της 27ης Ιουνίου 1989 (14), η οποία αφορούσε υπόθεση σχεδόν απαράλλακτη ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Το Δικαστήριο επανέλαβε τους συλλογισμούς στους οποίους προέβη με την απόφαση Erpelding και προσέθεσε, πάλι βάσει του συλλογισμού ότι ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής, ότι οι επίμαχες διατάξεις δεν συνιστούσαν προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας ούτε παραβίαση της επαγγελματικής ελευθερίας, καθώς και των γενικών αρχών της ασφαλείας δικαίου ή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (15).
13. Κατ' εμέ, είναι πρόδηλο ότι η νομολογία αυτή πρέπει να έχει κατ' αναλογία εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, και σε αυτή την υπόθεση, η επίμαχη ρύθμιση προβαίνει σε περιοριστική απαρίθμηση των χαρακτηριστικών του γάλακτος που πρέπει να θεωρούνται ως αντιπροσωπευτικά και θέτει επίσης αυστηρούς κανόνες για τον προσδιορισμό των χαρακτηριστικών αυτών. Δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή δεν προβλέπει τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες εκτός της περιόδου 1984-1986, πρέπει, το δίχως άλλο, να τεθεί ως αφετηρία η άποψη ότι η δυνατότητα αυτή δεν υφίσταται για τους παραγωγούς που δεν είχαν αντιπροσωπευτική παραγωγή καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Τα ζημιογόνα αποτελέσματα, που ενδεχομένως προκύπτουν εντεύθεν, δικαιολογούνται * επίσης εν προκειμένω για λόγους ασφαλείας δικαίου και ορθής λειτουργίας του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς * από την ανάγκη περιορισμού του αριθμού των ετών που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως έτη αναφοράς.
14. Κατά της κατ' αναλογία εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση της σχετικής νομολογίας με τις ποσότητες αναφοράς που εξαιρούνται εισφοράς, εφαρμογής υπέρ της οποίας τάσσομαι εν προκειμένω, θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι οι επίμαχες στις υποθέσεις Erpelding και Leukhardt διατάξεις λάμβαναν περισσότερο υπόψη τα συμφέροντα των ευρισκομένων σε μειονεκτική θέση γαλακτοπαραγωγών από ό,τι οι επίμαχες στην παρούσα υπόθεση διατάξεις. Όμως, ένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορεί να με πείσει.
Βέβαια, είναι ακριβές ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84 αφήνει στα κράτη μέλη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών σταθερών περιόδων αναφοράς (των ημερολογιακών ετών 1981, 1982 και 1983), ενώ το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 προβλέπει μόνο δύο περιόδους αναφοράς (τις περιόδους εφαρμογής 1984-1985 και 1985-1986). Είναι επίσης ακριβές ότι το φάσμα των ρητρών επιεικείας είναι ευρύτερο υπό τον κανονισμό 857/84. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τη ρήτρα που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 4α (16), ρήτρα η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να παραχωρούν σε άλλους επιχειρηματίες, για μια ορισμένη περίοδο, τις ποσότητες αναφοράς που δεν χρησιμοποίησαν οι παραγωγοί ή οι αγοραστές.
Ωστόσο, η κατ' άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1546/88 ρήτρα επιεικείας δεν είναι από κάθε άποψη αυστηρότερη της κατ' άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84 ρήτρας. Ακριβώς όπως σημείωσε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η τελευταία ρήτρα απαριθμεί περιοριστικώς τις ιδιαίτερες καταστάσεις που τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, ενώ η κατ' άρθρο 12 ρήτρα δεν προβαίνει σε περιοριστική απαρίθμηση.
15. Στην ουσία, τούτο παραπέμπει εκ νέου στην προβληματική της φύσεως και της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου της σταθμίσεως των συμφερόντων, στην οποία προβαίνει ο νομοθέτης στο πλαίσιο της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει. Αντί να στηριχθεί στη δική του κλιμακα αξιών, ο δικαστής πρέπει να εξετάσει συναφώς αν ο νομοθέτης στάθμισε τα επίμαχα συμφέροντα κατά τρόπο προδήλως παράλογο. Όσο για μένα, παρά το ότι θα είχα ίσως προσδώσει λίγο μεγαλύτερο βάρος στα συμφέροντα των ενδιαφερομένων γαλακτοπαραγωγών, επιλέγοντας για παράδειγμα ένα σύστημα μεταβλητών περιόδων αναφοράς, όπως ίσχυε προηγουμένως (βλ. ανωτέρω το σημείο 8), δεν μπορώ να θεωρήσω ως προδήλως παράλογη τη στάθμιση συμφερόντων στην οποία προέβη ο κοινοτικός νομοθέτης, τούτο δε λαμβανομένης υπόψη και της νομολογίας του Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν βλέπω κανένα λόγο να συναχθεί η έλλειψη κύρους των επιμάχων διατάξεων λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας ή της ισότητας.
16. Εν όψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht τις εξής απαντήσεις:
"1) Το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1033/89, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει τη δυνατότητα να προσδιοριστεί η θεωρούμενη ως αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες με τη χρησιμοποίηση άλλης περιόδου εφαρμογής εκτός της πρώτης ή της δεύτερης περιόδου εφαρμογής του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς.
2) Από την εξέταση του προαναφερθέντος άρθρου 12, παράγραφοι 1 και 2 * υπό το πρίσμα των γεγονότων που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής * δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά ή συνθήκες ικανές να θίξουν το κύρος της εν λόγω ρυθμίσεως".
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) * ΕΕ 1988, L 139, σ. 12.
(2) * Κανονισμός (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου (ΕΕ 1989, L 110, σ. 27).
(3) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82. Το άρθρο 5γ παρεμβλήθηκε στον κανονισμό 804/68 από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 10).
(4) * Άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68.
(5) * Βλ. το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 13).
(6) * Άρθρο 11, στοιχείο γ', του κανονισμού 857/84.
(7) * Βλ. το άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 856/84, το οποίο αναφέρεται σε πέντε δωδεκάμηνες χρονικές περιόδους, αρχής γενομένης από την 1η Απριλίου 1984 και στη σχετική δωδεκάμηνη χρονική περίοδο .
(8) * Κανονισμός (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ 1984, L 132, σ. 11). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε από το άρθρο 20 του κανονισμού 1546/88.
(9) * Η αντικατάσταση αυτή έγινε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2969/86 της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 1986, για δέκατη τρίτη τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, που καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ 1986, L 276, σ. 28).
(10) * Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2969/86.
(11) * Ο αρχικός κατάλογος συμπληρώθηκε στη συνέχεια από το άρθρο 3 του κανονισμού 1371/84.
(12) * Απόφαση της 17ης Μαΐου 1988, 84/87, Erpelding (Συλλογή 1988, σ. 2647).
(13) * Το Δικαστήριο αναφέρεται εν προκειμένω στο προαναφερθέν άρθρο 4α του κανονισμού 857/84, όπως παρεμβλήθηκε από τον τροποποιητικό κανονισμό (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ 1985, L 68, σ. 1).
(14) * Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989, 113/88, Leukhardt (Συλλογή 1989, σ. 1991, σκέψη 8).
(15) * Η νομολογία αυτή ακολουθήθηκε προσφάτως με την απόφαση της 10ης Ιουνίου 1992, C-177/90, Kuehn (Συλλογή 1992, σ. Ι-35).
(16) * Βλ. ανωτέρω το σημείο 11, ιδίως δε την υποσημείωση 13.
Full & Egal Universal Law Academy