ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 10ης Ιουνίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
To High Court of Justice, Queen's Bench Division (Commercial Court), υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα για την ερμηνεία της έννοιας της ανωτέρας βίας, η οποία έχει σημασία για τη λύση της διαφοράς της οποίας επιλήφθηκε κατόπιν αγωγής που άσκησαν οι εταιρίες An Bord Bainne Co-operative Ltd. (στο εξής: ABBC) και Compagnie Inter-Agra S.A. κατά του Intervention Board for Agricultural Produce.
2.
Από την εξέταση του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία:
—
τον Σεπτέμβριο του 1985, η γαλλική εταιρία Inter-Agra συνήψε με τον σοβιετικό εμπορικό οργανισμό Prodintorg σύμβαση προμηθείας αρκετά μεγάλης ποσότητας βουτυρελαίου (στο εξής: butteroil) συγκεκριμένης ποιότητας (first ή superior grade, όπως ορίζονταν στους τότε ισχύοντες σοβιετικούς κανόνες) ·
—
στη συνέχεια, η Inter-Agra συνήψε με τον ιρλανδικό συνεταιρισμό ABBC συμφωνία για την αγορά βουτύρου προοριζομένου να μετατραπεί από την Inter-Agra σε βουτυρέλαιο προς εκτέλεση της συμβάσεως που είχε συναφθεί με τον Prodintorg·
—
στις 8 Απριλίου 1986, η ABBC έκανε χρήση της δυνατότητας που της παρείχε ο κανονισμός 765/86 ( 1 ) να υποβάλει στον βρετανικό Intervention Board for Agricultural Produce, στο πλαίσιο διαρκούς δημοπρασίας, προσφορά αφορώσα την αγορά 11000 τόνων αλατισμένου βουτύρου·
—
ο κανονισμός 765/86 εξαρτούσε ρητώς την πώληση του βουτύρου παρεμβάσεως από την εξαγωγή του προς τη Σοβιετική Ένωση, τη Μογγολία, την Ινδία ή το Πακιστάν·
—
η προσφορά της ABBC συνοδευόταν, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο β', του κανονισμού, από γραπτή δέσμευση εξαγωγής του βουτύρου αυτού προς τη Σοβιετική Ένωση μετά τη μετατροπή του σε βουτυρέλαιο·
—
η ABBC συνέστησε, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, εγγύηση δημοπρασίας 25 ECU ανά τόνο, ήτοι συνολικά περίπου 170000 λιρών Αγγλίας (UKL) ( 2 )
—
στις 14 Απριλίου 1986, ο Intervention Board πληροφόρησε την ABBC ότι υπήρξε η πλειοδότρια των 11000 τόνων αλατισμένου βουτύρου·
—
στις 5 Μαΐου 1986, οι σοβιετικές αρχές τροποποίησαν, χωρίς προειδοποίηση, με άμεσο αποτέλεσμα και μη λαμβάνοντας υπόψη τις ήδη συναφθείσες συμβάσεις, τους περί ποιότητας κανόνες που ίσχυαν από το 1955, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εισαγωγή μόνο βουτυρελαίου ανωτέρας ποιότητας (superior grade butteroil)·
—
κατέστη αδύνατον για την Inter-Agra, παρά το γεγονός ότι κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια, να μετατρέψει το αλατισμένο βούτυρο σε superior grade butteroil, οπότε η προβλεφθείσα προμήθεια butteroil στον Prodintorg δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί·
—
στις 26 Νοεμβρίου 1986, η ABBC πληροφόρησε τον Intervention Board ότι αδυνατούσε να προβεί στην παραλαβή των 11000 τόνων αλατισμένου βουτύρου, δεδομένου ότι το βούτυρο αυτό δεν μπορούσε — λόγω περιπτώσεως ανωτέρας βίας — να μετατραπεί σε butteroil κατάλληλο για εξαγωγή προς τη Σοβιετική Ένωση και ζήτησε, με την ίδια ευκαιρία, την ελευθέρωση της εγγυήσεως δημοπρασίας·
—
αφού υπέβαλε το ζήτημα προς εξέταση στην Επιτροπή, ο Intervention Board αρνήθηκε να ελευθερώσει την εγγύηση, με το αιτιολογικό ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της ανωτέρας βίας·
—
η ABBC και η Inter-Agra άσκησαν αγωγή ενώπιον του High Court κατά του Intervention Board, ζητώντας από το δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι έπρεπε να ελευθερωθεί η συσταθείσα εγγύηση·
—
για να αντικρούσει το αίτημα αυτό, ο Intervention Board ισχυρίζεται, κυρίως, ότι δεν υφίσταται ανωτέρα βία και ότι η εγγύηση έχει εν πάση περιπτώσει καταπέσει εφόσον η σχετική διάταξη του κανονισμού δεν προβλέπει ρητή επιφύλαξη περί ανωτέρας βίας.
3.
To High Court υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα
«1.
Υφίσταται περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 765/86 της Επιτροπής όταν:
α)
μια κοινοτική επιχείρηση παράλληλα με την υποβολή προσφοράς σε δημοπρασία για την αγορά, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 765/86, βουτύρου ανέλαβε εγγράφως και την υποχρέωση, σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, να μετατρέψει το βούτυρο αυτό σε βουτυρέλαιο και να το εξαγάγει εκτός Κοινότητας σε συγκεκριμένη τρίτη χώρα·
β)
η εν λόγω προσφορά έγινε δεκτή από τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως·
γ)
στη συνέχεια, οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας τροποποίησαν, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της χώρας τους, τις ποιοτικές τους προδιαγραφές όσον αφορά το εισαγόμενο βουτυρέλαιο, ούτως ώστε, συνεπεία των τροποποιήσεων, να καταστεί αδύνατη (παρ' όλες τις προσπάθειες του υποψηφίου εξαγωγέα) η παραγωγή αποδεκτού βουτυρελαίου από το βούτυρο που είχε αποτελέσει το αντικείμενο της δημοπρασίας ώστε να καταστεί δυνατή η εξαγωγή του στην εν λόγω τρίτη χώρα σύμφωνα με την αναληφθείσα εγγράφως υποχρέωση·
δ)
η τροποποίηση των ποιοτικών προδιαγραφών ούτε δημοσιεύθηκε ούτε κοινοποιήθηκε προηγουμένως στον υποβαλόντα την προσφορά και τον υποψήφιο εξαγωγέα και ήταν εντελώς απροσδόκητη γι' αυτούς;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορεί η επίκληση ανωτέρας βίας, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να εμποδίσει την κατάπτωση της συσταθείσας κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 765/86 της Επιτροπής εγγυήσεως και, ειδικότερα, της εγγυήσεως δημοπρασίας που έχει συσταθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού;»
4.
Πρέπει να δοθεί κοινή απάντηση στα δύο ερωτήματα και να εξετασθεί καταρχάς:
Το ζήτημα αν ο κανονισμός 765/86 έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να προβληθεί η ανωτέρα βία για να αποφευχθεί η κατάπτωση της εγγυήσεως δημοπρασίας
5.
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να εκτεθούν οι διατάξεις του κανονισμού σχετικά με τη σύσταση της εγγυήσεως.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, προβλέπει τη σύσταση εγγυήσεως δημοπρασίας για να εξασφαλιστεί η κάλυψη, μεταξύ άλλων, των ακολούθων κυρίων απαιτήσεων: «η διατήρηση της προσφοράς μετά τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των προσφορών, (...) η παραλαβή του βουτύρου και η πληρωμή της τιμής στην προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο». Το άρθρο 6, παράγραφος 1, ορίζει επιπλέον ότι «στην περίπτωση μη τηρήσεως των προαναφερομένων υποχρεώσεων, η εγγύηση δημοπρασίας καταπίπτει για το σύνολο του ποσού της».
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, προβλέπει τη σύσταση εγγυήσεων που προορίζονται «να εξασφαλίσουν την κάλυψη των κυρίων απαιτήσεων όσον αφορά την εξαγωγή εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 15, (...) και την άφιξη του στη χώρα προορισμού που εμφαίνεται στην προσφορά». Το άρθρο αυτό ορίζει επιπλέον ότι η εγγύηση προορισμού καταπίπτει σε περίπτωση μη τηρήσεως των υποχρεώσεων αυτών.
6.
Οι δύο διατάξεις δεν περιέχουν καμία ρητή επιφύλαξη που να ρυθμίζει την ανωτέρα βία. Τέτοιες επιφυλάξεις προβλέπονται τουναντίον στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και στο άρθρο 16, παράγραφος 1.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο πλειοδότης προβαίνει, πριν από την 1η Δεκεμβρίου 1986, στην παραλαβή του βουτύρου που του έχει πωληθεί και ότι «εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας, εάν η παραλαβή του βουτύρου δεν έχει πραγματοποιηθεί στην προθεσμία που αναφέρεται (...), τα έξοδα για την αποθήκευση του βουτύρου επιβαρύνουν τον πλειοδότη (...)».
Το άρθρο 10, παράγραφος 2, ορίζει ότι ο πλειοδότης καταβάλλει την τιμή στον οργανισμό παρεμβάσεως εντός προθεσμίας τριών μηνών, που υπολογίζεται από την ημέρα παραλαβής. Η καταβολή συνεπάγεται την αποδέσμευση της εγγυήσεως δημοπρασίας που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1. Εάν η καταβολή δεν πραγματοποιηθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, προβλέπει τα εξής: «Εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας, εάν ο πλειοδότης δεν προβεί στην πληρωμή (...) στην προβλεπόμενη προθεσμία, εκτός από την απώλεια της εγγυήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, η πώληση ακυρώνεται για τις εναπομένουσες ποσότητες».
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, ορίζει óu η εγγύηση που πρέπει να συσταθεί κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, προκείμενου να εξασφαλιστεί η πραγματοποίηση της εξαγωγής, καταπίπτει εάν δεν μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη ανωτέρας βίας.
7.
Ενώ, κατά το άρθρο 16, η περίπτωση ανωτέρας βίας ισχύει γενικώς όσον αφορά την κατάπτωση της εγγυήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, τουναντίον — όπως αναφέρει η Επιτροπή — οι εξαιρέσεις ανωτέρας βίας που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν καλύπτουν το σύνολο των καταστάσεων στις οποίες δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6.
8.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση περίπτωση, στην οποία η παραλαβή βουτύρου δεν καθυστερεί απλώς — δεδομένου ότι ο αγοραστής αντιθέτως αρνείται ανεπιφυλάκτως να το παραλάβει — ομοιάζει περισσότερο προς την περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2. Η Επιτροπή δεν θεωρεί ωστόσο ότι η υπό κρίση περίπτωση υπάγεται ευθέως στο άρθρο 10, παράγραφος 2, και εκτιμά ως εκ τούτου ότι είναι ανάγκη να λάβει θέση ως προς το ζήτημα αν η έλλειψη διατάξεως μνημονεύουσας ρητώς την ανωτέρα βία εμποδίζει τις δύο εταιρίες να επικαλεστούν την εξαίρεση αυτή. Καταλήγει στο ότι είναι ταυτοχρόνως δυνατό και ορθό να γίνει δεκτό ότι η εξαίρεση ανωτέρας βίας υποφώσκει σιωπηρώς στην υπό κρίση περίπτωση.
9.
Συμφωνώ ως προς το αποτέλεσμα αυτό. Θα μπορούσε ίσως ακόμη να τεθεί το ερώτημα εάν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί το άρθρο 10, παράγραφος 2, κατά τρόπον ώστε η υπό κρίση περίπτωση να υπαχθεί ευθέως στη διάταξη αυτή.
10.
Η διάταξη αυτή αφορά τη μη καταβολή εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Είναι φυσικό να θεωρηθεί ότι πρόκειται για μη καταβολή είτε η καταβολή καθυστέρησε είτε δεν εχώρησε καθόλου. Η διάταξη αφορά δύο έννομες συνέπειες της μη καταβολής, ήτοι, πρώτον, την καταγγελία της πωλήσεως και, δεύτερον, την απώλεια της εγγυήσεως. Το δανικό κείμενο της διατάξεως, το οποίο εξομοιώνει τις δύο έννομες συνέπειες, γεννά τη σκέψη ότι η ρητή εξαίρεση ανωτέρας βίας ισχύει για τις δύο εκτεθείσες έννομες συνέπειες. Το αποτέλεσμα είναι κάπως λιγότερο σαφές εάν ληφθούν υπόψη το αγγλικό, γαλλικό και γερμανικό κείμενο, από το γράμμα των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η αναφορά στην απώλεια της εγγυήσεως γίνεται μόνο για λόγους τάξεως, ήτοι για να υπενθυμίσει στον αναγνώστη την εν λόγω έννομη συνέπεια, η οποία απορρέει ήδη από το άρθρο 6. Εάν η τελευταία αυτή ερμηνεία είναι ορθή, είναι δυνατόν η εξαίρεση ανωτέρας βίας να αφορά μόνον την έννομη συνέπεια που συνδέεται με την καταγγελία της πωλήσεως ( 3 ). Λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή ορθώς ισχυρίστηκε ότι εν πάση περιπτώσει συνάδει προς το πνεύμα και τον σκοπό του κανονισμού το να γίνει δεκτή εξαίρεση ανωτέρας βίας στην υπό κρίση περίπτωση, θεωρώ φυσικότερο να επιλεγεί ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, η οποία θα συνεπάγεται την αναγνώριση του δικαιώματος των ενδιαφερομένων να επικαλούνται την ανωτέρα βία βάσει της διατάξεως αυτής, στην περίπτωση κατά την οποία η εγγύηση καταπίπτει εξαιτίας της μη καταβολής.
11.
Ακόμη και αν το Δικαστήριο δεν συμφωνούσε με την ερμηνεία αυτή και παρά το Vu δεν έχει αναγάγει ποτέ την εξαίρεση της χνωτέρας βίας στο επίπεδο γενικής αρχής του κοινοτικοί δικαίου ( 4 ), νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής — καθώς και των λοιπών διαδίκων που υπέβαλαν παρατηρήσεις εν προκειμένω — ότι μπορεί να γίνει εν πάση περιπτώσει επίκληση της ανωτέρας βίας ως εμπεριεχόμενης σιωπηρώς και σε μία περίπτωση όπως η υπό κρίση.
Τίποτε δεν δικαιολογεί κατά την άποψη μου την επιφυλακτικότητα του Δικαστηρίου όσον αφορά την αναγνώριση της εξαιρέσεως της ανωτέρας βίας σε τομείς όπου δεν έχει διαπιστωθεί ρητώς. Πρέπει ενδεχομένως να γίνεται δεκτή μία τέτοια εξαίρεση οσάκις είναι δυνατή η διαπίστωση ότι η επιφύλαξη την οποία περιέχει δεν αντίκειται προς τον σκοπό του επίμαχου κανονισμού. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά ένα σύστημα σκοπός του οποίου είναι ο περιορισμός των πλεονασμάτων βουτύρου με την πώληση βουτύρου σε χαμηλή τιμή η οποία περιορίζει τις δυνατότητες διαθέσεως των αγοραστών σε ορισμένες χώρες που καθορίζει η Κοινότητα, προκειμένου να τηρηθούν διεθνείς υποχρεώσεις.
Η Επιτροπή ορθώς θεωρεί ότι η αποδοχή της δυνατότητας εφαρμογής της περιπτώσεως ανωτέρας βίας συνάδει προς τις προθέσεις του νομοθέτη και ότι η υπόθεση αυτή επιρρωννύεται από το πνεύμα του κανονισμού καθώς και από τις αρχές της επιεικείας. Παραπέμπω ως προς το σημείο αυτό στην επιχειρηματολογία της Επιτροπής που επαναλαμβάνεται στην έκθεση ακροατηρίου και με την οποία συμφωνώ απολύτως.
12.
Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι επιχειρήσεις οι οποίες, κατά παράβαση της υποχρεώσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεν παραλαμβάνουν το αγορασθέν βούτυρο μπορούν να επικαλεστούν την ανωτέρα βία προκειμένου να αποφύγουν την κατάπτωση της εγγυήσεως.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις περί της ερμηνείας της έννοιας της ανωτέρας βίας σε μια υπόθεση όπως η προκειμένη
13.
Δεν αμφισβητείται — και όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου συμμερίζονται την ίδια αυτή άποψη — ότι η έννοια της ανωτέρας βίας που έχει εφαρμογή εν προκειμένω δεν περιορίζεται στην απόλυτη αδυναμία, αλλά σημαίνει ότι η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως οφείλεται σε περιστάσεις ξένες προς τον οικείο επιχειρηματία, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά το γεγονός ότι επιδείχθηκε κάθε δυνατή επιμέλεια ( 5 ).
14.
Δεν αμφισβητείται ότι η περίσταση που επικαλούνται οι ABBC/Mer-Agra ως ανωτέρα βία συνίσταται στην τροποποίηση των σοβιετικών προδιαγραφών ποιότητας, συνέπεια της οποίας υπήρξε να καταστεί αδύνατη η εξαγωγή βουτυρελαίου που είχε συμφωνηθεί με τον Piodintorg. Κατά τη Βρετανική Κυβέρνηση άλλωστε, η προβληματική της υποθέσεως έγκειται στο ζήτημα αν τροποποίηση της νομοθεσίας ενός κράτους, η οποία επέρχεται μεταξύ της συνάψεως συμβάσεως και της εκτελέσεως της, συνεπάγεται de facto απαγόρευση της εισαγωγής και καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της συμβάσεοος, συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας.
15.
Είναι δυνατό, λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως των υποβληθέντων ερωτημάτων, να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο ότι
—
η τροποποίηση των προδιαγραφών ποιότητας που καθόρισαν οι αρχές συνιστούσε γεγονός επί του οποίου οι ABBC/Inter-Agra δεν ασκούσαν καμία επιρροή·
—
οι δύο εταιρίες ουδόλως ανέμεναν την τροποποίηση·
—
η συμφωνηθείσα εξαγωγή βουτυρελαίου κατέστη αδύνατη, και,
—
μετά την τροποποίηση, η Inter-Agra έπραξε ό, τι ήταν δυνατόν για να μπορέσει να εξαγάγει το προϊόν παρά τις επελθούσες τροποποιήσεις των απαιτουμένων προδιαγραφών ποιότητας.
16.
Οι δύο εταιρίες θεωρούν ότι συντρέχουν επίσης οι λοιπές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορεί ένας συμβαλλόμενος να επικαλεστεί περίπτωση ανωτέρας βίας. Η Ιταλική Κυβέρνηση εξέφρασε την ίδια άποψη. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε, τουναντίον, ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται. Η Βρετανική Κυβέρνηση συμφωνεί, τουλάχιστον εν μέρει, με την Επιτροπή.
Συνιστούν οι τροποποιήσεις των προδιαγραφών ποιότητας που καθόρισαν οι αρχές και οι οποίες εμποδίζουν την εξαγωγή όπως αυτή είχε συμφωνηθεί περίσταση «εντελώς ασυνήθη και απρόβλεπτη»;
17.
Εκπλήσσει κάπως το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να αποφανθεί ως προς το αν τροποποιήσεις των κανόνων που θεσπίζουν οι εθνικοί νομοθέτες ή άλλες εθνικές αρχές μπορούν να συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας.
Δεν αμφισβητείται, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί γενικώς ότι οι τροποποιήσεις της κανονιστικής ρυθμίσεως, που εμποδίζουν την εκπλήρωση υποχρεώσεων που προβλέπονται στο κοινοτικό δίκαιο, μπορούν να αποτελέσουν περίπτωση ανωτέρας βίας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η άποψη αυτή γίνεται δεκτή στο εθνικό δίκαιο όλων των κρατών μελών και, στις προφορικές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή όντως ανέφερε επίσης ότι πράξεις των δημοσίων αρχών μπορούν, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελέσουν περιπτώσεις ανωτέρας βίας.
Επιβεβαίωση των ανωτέρω συνιστά επίσης το γεγονός ότι, σε ορισμένους προγενεστέρους κανονισμούς οι οποίοι απαριθμούν τις περιπτώσεις που μπορούν να αποτελέσουν περίπτωση ανωτέρας βίας, ο κοινοτικός νομοθέτης αναφέρθηκε ρητώς στις απαγορεύσεις εισαγωγής που θεσπίζουν οι δημόσιες αρχές ( 6 ).
18.
Η Επιτροπή είναι ωστόσο της γνώμης ότι η τροποποίηση των προδιαγραφών ποιότητας των εμπορευμάτων από τις εθνικές αρχές πρέπει να θεωρηθεί ως τόσο σύνηθες γεγονός ώστε οι επιχειρηματίες πρέπει να αναμένουν èva τέτοιο ενδεχόμενο κατά τη σύναψη της συμβάσεως και ως εκ τούτου να προσαρμόζουν συνακολούθως τις συμβατικές τους σχέσεις. Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι τροποποιήσεις αυτές αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών κινδύνων του εμπορίου.
19.
Το ζήτημα αν ως προς το σημείο αυτό πρέπει να γίνουν δεκτές οι προτάσεις της Επιτροπής αποκτά θεμελιώδη σημασία.
Βεβαίως δεν χωρεί αμφιβολία ότι σε κάθε κοινωνία μεταβάλλονται οι προδιαγραφές ποιότητας των εμπορευμάτων. Δεν χωρεί επίσης ενδεχομένως αμφιβολία ότι οι τροποποιήσεις αυτές γενικεύονται όλο και περισσότερο. Η ανάγκη προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών δεν παύει να αυξάνει όπως και η γνώση περί των κινδύνων της υγείας και της ασφάλειας που συνδέονται με τα εμπορεύματα.
Επομένως, δεν είναι παράλογος ο ισχυρισμός ότι οι τροποποιήσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «εντελώς ασυνήθεις», όπως η έννοια αυτή έχει οριστεί από το Δικαστήριο, ήτοι ότι πρέπει να πρόκειται για γεγονός που θεωρείται απρόβλεπτο ή τουλάχιστον τόσον ασυνήθιστο ώστε θα έπρεπε να θεωρηθεί ως απίθανο από τον συνετό και επιμελή έμπορο ( 7 ).
Υπό τις συνθήκες αυτές βασίμως το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει ότι οι τροποποιήσεις των προδιαγραφών ποιότητας ουδέποτε μπορούν να αποτελέσουν περίπτωση ανωτέρας βίας.
20.
Κατόπιν περισκέψεως, νομίζω ωστόσο ότι το συμπέρασμα αυτό δεν είναι βάσιμο.
21.
Δεν αμφισβητείται ότι τροποποιήσεις των κανόνων που θεσπίζουν οι δημόσιες αρχές μπορούν καταρχήν να προβληθούν ως αποτελούσες περίπτωση ανωτέρας βίας, αμφιβάλλω δε αν μπορεί βασίμως να θεμελιωθεί εξαίρεση από την αρχή αυτή όσον αφορά τις προδιαγραφές ποιότητας των εμπορευμάτων τις οποίες καθορίζουν οι δημόσιες αρχές. Δεν μπορούν να αποκλειστούν εκ των προτέρων καταστάσεις όπου θα ήταν παράλογο να φέρουν οι επιχειρηματίες τον κίνδυνο της τροποποιήσεως των προδιαγραφών ποιότητας στη χώρα εισαγωγής. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι συχνά, αν όχι κατά κανόνα, απευθύνεται στους επιχειρηματίες η δέουσα προειδοποίηση ή τουλάχιστον θεσπίζονται μεταβατικοί κανόνες που λαμβάνουν υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών. Επιπλέον, μπορεί χωρίς αμφιβολία να υπάρχουν τομείς στους οποίους ο κίνδυνος τέτοιων αλλαγών πρέπει να θεωρείται τόσο περιορισμένος ώστε να μην είναι δυνατόν να έχουν οι επιχειρηματίες την υποχρέωση να τον λαμβάνουν υπόψη ως γενικό κίνδυνο.
22.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι οι απεργίες για τις οποίες δεν υπήρξε η προβλεπόμενη από τον νόμο προειδοποίηση ( 8 ), οι διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος ή η κακοκαιρία ( 9 ) μπορούν να συνιστούν περιπτώσεις ανωτέρας βίας, έστω και αν είναι θεμιτό, και στις περιπτώσεις αυτές, να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι τέτοια γεγονότα δεν συνιστούν γενικώς, stricto sensu, εντελώς ασυνήθη γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, δύσκολα μπορώ να αντιληφθώ γιατί τροποποιήσεις των προδιαγραφών ποιότητας που αφορούν εμπορεύματα ουδέποτε μπορούν να θεωρηθούν ως εντελώς ασυνήθη γεγονότα, ενώ απεργίες, διακοπές ρεύματος, θεομηνίες μπορούν ενδεχομένως να έχουν τον χαρακτήρα αυτό, και γιατί θα έπρεπε να είναι περισσότερο εύλογο να απαιτηθεί από τους επιχειρηματίες να φέρουν γενικώς τον κίνδυνο που ενυπάρχει στις τροποποιήσεις των προδιαγραφών ποιότητας, οι οποίες προδιαγραφές καθορίζονται από τις δημόσιες αρχές, ενώ το αντίστροφο δεν ισχύει όσον αφορά τις απεργίες, κ.λπ.
23.
Οι μόνες περιπτώσεις κατά τις οποίες, εξ όσων γνωρίζω, το Δικαστήριο απέκλεισε γενικώς τη δυνατότητα του επιχειρηματία να επικαλεστεί ανωτέρα βία είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν κατέστη δυνατόν να εκπληρωθεί η επιβληθείσα δυνάμει του κοινοτικού δικαίου υποχρέωση λόγω της συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου βλ. συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Θεοδωράκης ( 10 ). Φαίνεται ωστόσο ότι το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη — ορθώς, νομίζω, — θεώρησε σημαντικό το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες είναι απολύτως ελεύθεροι να επιλέγουν τους εμπορικούς τους εταίρους.
24.
Το Δικαστήριο δεν πρέπει, υπό τις συνθήκες αυτές, να αποκλείσει γενικώς ότι τροποποιήσεις των προδιαγραφών ποιότητας οι οποίες συνεπάγονται απαγορεύσεις εισαγωγής μπορούν να προβάλλονται ως συνιστώσες ανωτέρα βία. Το Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί — όπως το πράττει συνήθως — στο να υπογραμμίσει ότι η επίκληση της ανωτέρας βίας μπορεί να γίνει μόνον εάν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο ότι η τροποποίηση των προδιαγραφών ποιότητας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τόσον ασυνήθης ώστε ένας συνετός επιχειρηματίας μπορούσε δικαιολογημένα να θεωρήσει ότι ο κίνδυνος μεταβολής ήταν αμελητέος.
25.
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θα συμμεριζόταν την άποψη ότι τροποποιήσεις των προδιαγραφών ποιότητας ουδέποτε μπορούν να αποτελέσουν περίπτωση ανωτέρας βίας, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι πρέπει εν πάση περιπτώσει να αποκλειστεί η δυνατότητα του επιχειρηματία να επικαλεστεί την ανωτέρα βία άπαξ και πρόκειται για εξαγωγές που προορίζονται για την πρώην Σοβιετική 'Ενωση. Υποστηρίζει τα εξής: «(...) έμπορος ο οποίος συναλλάσσεται με κράτος όπως η πρώην Σοβιετική Ένωση, το οποίο έχει άκρως συγκεντρωτική και συχνά αυθαίρετη ρύθμιση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου, πρέπει να αναμένει τέτοιες μεταβολές καθώς και το ενδεχόμενο να επέλθουν χωρίς προειδοποίηση, χωρίς μεταβατικά μέτρα ή χωρίς προθεσμίες που προηγούνται της εφαρμογής των νέων κανόνων».
26.
Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε βασίμως να ευθυγραμμιστεί με την Επιτροπή στο θέμα αυτό και να διαπιστώσει ότι τροποποιήσεις των προδιαγραφών ποιότητας σε κράτη συγκεκριμένης κοινωνικής οργανώσεως ουδέποτε μπορούν να προβληθούν γενικώς ως συνιστώσες ανωτέρα βία.
27.
Νομίζω καταρχήν ότι σε υποθέσεις που αφορούν την ερμηνεία της κοινοτικής εννοίας της ανωτέρας βίας το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στη χάραξη αρκούντως γενικών κατευθυντηρίων γραμμών προς ερμηνεία της εννοίας και ότι πρέπει να επαφίεται στα εθνικά δικαστήρια όσον αφορά την επίλυση, βάσει των κατευθυντηρίων αυτών γραμμών, των συγκεκριμένων διαφορών που ανακύπτουν στο πλαίσιο των υποθέσεων που προκάλεσαν την προδικαστική παραπομπή.
28.
Η άποψη της Επιτροπής ότι οι επιχειρήσεις έπρεπε να αναμένουν αιφνίδιες νομοθετικές τροποποιήσεις ακριβώς στην περίπτωση της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να έχει ως συνέπεια την εκ μέρους του Δικαστηρίου γενική διαπίστωση ουδέ ότι μπορεί να γίνει επίκληση της εννοίας της ανωτέρας βίας σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση. Βεβαίως δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς το ενδεχόμενο να ευσταθεί ο συλλογισμός της Επιτροπής. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν προσπάθησε να θεμελιώσει κατά κάποιο τρόπο την άποψη της, κανένα δε στοιχείο του φακέλου δεν την ενισχύει ως προς το σημείο αυτό. Συμβαίνει εντελώς το αντίθετο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αναφέρεται πράγματι ότι οι προδιαγραφές ποιότητας παρέμειναν αμετάβλητες πλέον των τριάντα ετών. Ως εκ τούτου, ουδόλως προτίθεμαι — εν πάση περιπτώσει βάσει των διαθεσίμων στοιχείων — να δεχθώ, έναντι του εθνικού δικαστηρίου, ότι πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι οι επιχειρήσεις έπρεπε γενικώς να προβλέψουν την τροποποίηση των σχετικών κανόνων στη Σοβιετική 'Ενωση, οπότε ουδέποτε οι τροποποιήσεις αυτές θα μπορούσαν να συστήσουν περίπτωση ανωτέρας βίας.
29.
Το Δικαστήριο πρέπει επομένως, κατά τη γνώμη μου, να αναγνωρίσει ότι τροποποίηση των σχετικών με την ποιότητα κανόνων που καθορίζουν οι δημόσιες αρχές μπορεί να προβληθεί ως περίπτωση ανωτέρας βίας, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν αδύνατο για ένα σώφρονα και επιμελή επιχειρηματία, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να προβλέψει ότι μία τροποποίηση κανόνων ενδέχεται να μεταβάλει τις προδιαγραφές ποιότητας και υπό την προϋπόθεση ότι ο οικείος επιχειρηματίας δεν ήταν σε θέση να αποφύγει τις συνέπειες της μεταβολής, παρά το γεγονός ότι κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια.
Είχαν οι ABB C/Inter- Agr a προβλέψει την τροποποίηση των κανόνων στη συγκεκριμένη περίπτωση;
30.
Τόσον η Επιτροπή όσον και η Βρετανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκαν, με τις παρατηρήσεις τους, ότι οι επιχειρήσεις είχαν διαβλέψει στη συγκεκριμένη περίπτωση τροποποίηση των κανόνων.
Αναφέρουν συναφώς ότι οι συμβατικές ρήτρες που συνομολογήθηκαν μεταξύ των οικείων επιχειρήσεων επιβεβαιώνουν την υπόθεση αυτή. Πρώτον, αναφέρονται στο γεγονός ότι, με τη σύμβαση που συνήψε με την ABBC, η Inter-Agra είχε ρητώς αναλάβει τον κίνδυνο για την περίπτωση πατά την οποία η ABBC θα έπρεπε να απολέσει την εγγύηση και, δεύτερον, στο ότι στη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ Inter-Agra και Prodintorg είχε περιληφθεί ρήτρα περί ανωτέρας βίας, κατά την οποία η άρνηση εισαγωγής περιλαμβανόταν στα γεγονότα που εξομοιώνονται με την ανωτέρα βία.
31.
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να δεχθεί την άποψη της Επιτροπής και της Βρετανικής Κυβερνήσεως.
32.
Πρώτον, διότι από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι διάδικοι της κυρίας δίκης συμφωνούσαν ότι μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο ότι οι ABBCÆnter-Agra δεν είχαν προβλέψει ότι θα επέρχονταν τροποποιήσεις των σοβιετικών κανόνων παι, δεύτερον, διότι πρέπει, εν πάση περιπτώσει, στο εθνικό δικαστήριο να ανατεθεί ο έλεγχος των συμπερασμάτων που πρέπει να συναχθούν από τέτοιες συμβατικές ρήτρες όσον αφορά το αν τα μέρη είχαν προβλέψει την τροποποίηση.
33.
Εντούτοις, ενόψει της σημασίας που η Επιτροπή και η Βρετανική Κυβέρνηση απέδωσαν στις εν λόγω συμβατικές ρήτρες, ενδείκνυται ίσως να αναφερθεί ότι κατά την άποψη μου είναι λίαν αμφίβολο ότι οι ρήτρες αυτές έχουν την έννοια που τους αποδίδουν η Επιτροπή και η Βρετανική Κυβέρνηση.
Θεωρώ αρκούντως σαφές ότι η διάταξη που περιλαμβάνεται στη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ ABBC και Inter-Agra δεν μπορεί παρά να έχει την έννοια ότι η Inter-Agra αναλαμβάνει τον κίνδυνο που διατρέχει η ABBC στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεων της με τον βρετανικό οργανισμό παρεμβάσεως, ήτοι τον κίνδυνο καταπτώσεως της εγγυήσεως, εκτός εάν λόγω ανωτέρας βίας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Δεν είναι δυνατόν να πιθανολογηθεί ότι η Inter-Agra είχε την πρόθεση, με την επίμαχη ρήτρα, να αναλάβει επίσης τον κίνδυνο στην περίπτωση κατά την οποία η μη εκτέλεση της συμβάσεως εκ μέρους της ABBC θα οφειλόταν σε περίπτωση ανωτέρας βίας.
Επιπλέον, η ρήτρα που περιλαμβάνεται στη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ ABBC και Inter-Agra αναφέρεται εντελώς γενικά στη μη πλήρωση των προϋποθέσεων που υπαγορεύει ο κανονισμός και δύσκολα επομένως μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι δύο επιχειρήσεις είχαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προβλέψει ότι η πλήρωση των προϋποθέσεων που θέτουν οι κοινοτικοί κανόνες θα προσέκρουε σε κώλυμα λόγω της σοβιετικής απαγορεύσεως εισαγωγής οφειλομένης σε τροποποίηση των προδιαγραφών ποιότητας.
34.
Ομοίως, θεωρώ δύσκολο να αποδοθεί στη ρήτρα περί ανωτέρας βίας της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ Inter-Agra και Prodintorg η έννοια που της αποδίδουν η Επιτροπή και η Βρετανική Κυβέρνηση. Από τα επιχειρήματα της Επιτροπής και της Βρετανικής Κυβερνήσεως ουδόλως κατέστη εν πάση περιπτώσει προφανές ότι η ρήτρα αυτή — η οποία πιθανόν να είναι εντελώς συνήθης συμβατική ρήτρα — είχε συμπεριληφθεί, διότι ακριβώς οι διάδικοι είχαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγους να φοβούνται τροποποίηση των προδιαγραφών ποιότητας.
35.
Επομένως, από τα εκτεθέντα από την Επιτροπή και τη Βρετανική Κυβέρνηση ουδόλως προκύπτει, κατά την άποψη μου, ότι οι τροποποιήσεις των κανόνων ποιότητας είχαν προβλεφθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν είναι μάλιστα καν ανάγκη να αναφερθεί ότι, εάν έπρεπε να απαγορευθεί σε επιχειρηματία να επικαλεστεί την ανωτέρα βία κατά τους κοινοτικούς κανόνες, απλώς και μόνο διότι ο αντισυμβαλλόμενος του ή ο αντισυμβαλλόμενος του αντισυμβαλλομένου του επιφυλάχθηκε της ευχερείας να επικαλεστεί την ανωτέρα βία στις μεταξύ τους σχέσεις, τούτο θα είχε ως συνέπεια να περιοριστεί αισθητώς και κατά τρόπο δύσκολα κατανοητό η εφαρμογή της ρήτρας περί ανωτέρας βίας.
36.
Γενικώς, δυσκολεύομαι να ακολουθήσω τη συλλογιστική της Επιτροπής και της Βρετανικής Κυβερνήσεως όταν φαίνονται να αποδίδουν σημασία στο γεγονός ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για συμβατικούς δεσμούς μεταξύ τριών επιχειρήσεων, οπότε η τελική εκπλήρωση της υποχρεώσεως της ABBC προς τον βρετανικό οργανισμό παρεμβάσεως, η οποία έγκειται στη διασφάλιση της εξαγωγής του βουτύρου με προορισμό τη Σοβιετική Ένωση, εξαρτάται από την παρεμβολή της Inter-Agra. Το αποφασιστικό στοιχείο πρέπει να είναι το να μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ABBC οφείλεται σε περιστατικά επί των οποίων οι εμπλακείσες επιχειρήσεις δεν ασκούσαν καμία επιρροή, ούτε μπορούσαν να τα προβλέψουν, και τα οποία δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν παρά το γεγονός ότι κατέβαλαν κάθε δυνατή επιμέλεια.
Ήταν δυνατό να αποφευχθούν οι συνέπειες του γεγονότος αυτού;
37.
Η Επιτροπή και η Βρετανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι μπορεί να ζητηθεί από ένα συνετό και επιμελή έμπορο να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να προφυλαχθεί από τις συνέπειες του κωλύματος εξαγωγής που απορρέει από την τροποποίηση των προδιαγραφών ποιότητας. Αναφέρονται ειδικότερα στο γεγονός ότι οι συνέπειες της απαγορεύσεως εισαγωγής και της καταγγελίας της συμβάσεως με τον Prodintorg μπορούσαν και έπρεπε να προβλεφθούν με την ενσωμάτωση ειδικών ρητρών στις σχετικές συμβάσεις ή με τη σύσταση ασφαλείας.
38.
Αληθεύει ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση του στην υπόθεση Θεοδωράκης, το Δικαστήριο μνημόνευσε το γεγονός ότι η οικεία επιχείρηση θα μπορούσε να ασφαλιστεί κατά της μη εκτελέσεως της συμβάσεως εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου, είτε ενσωματώνοντας αντίστοιχες ρήτρες είτε συστήνοντας ειδική ασφάλεια. Όπως αντιλαμβάνομαι την απόφαση, δεν ήταν ωστόσο αυτός ο λόγος για τον οποίο ο οικείος επιχειρηματίας δεν είχε πλέον το δικαίωμα να επικαλεστεί την ανωτέρα βία επρόκειτο τουναντίον αποκλειστικά για μνεία που αποσκοπούσε στο να τονίσει το γεγονός ότι το αποτέλεσμα που διαπίστωνε το Δικαστήριο δεν κατέληγε σε παράλογες συνέπειες για τους επιχειρηματίες, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να ασφαλιστούν βάσει των προαναφερθεισών μεθόδων. Άπαξ και ουδέποτε μπορούν να επικαλεστούν την ανωτέρα βία σε συνδυασμό με τη μη εκπλήρωση υποχρεώσεων που υπέχει ο αντισυμβαλλόμενος, οι επιχειρηματίες γνωρίζουν επίσης ότι πρέπει να ασφαλιστούν κατά των συνεπειών που απορρέουν από τη μη εκτέλεση αυτή ενεργώντας, ενδεχομένως, σύμφωνα με μία από τις μεθόδους που μνημόνευσε το Δικαστήριο.
39.
Η δυνατότητα ασφαλίσεως κατά τον ένα ή τον άλλο από τους προαναφερθέντες τρόπους, κατά του κινδύνου καταπτώσεως της εγγυήσεως δεν μπορεί ωστόσο να αποκλείει γενικώς τη δυνατότητα όποιου αναλαμβάνει δέσμευση στο πλαίσιο κοινοτικών κανόνων να επικαλεστεί την ανωτέρα βία.
Θεωρώ παράλογο να συνεπάγεται η δυνατότητα — υφισταμένη θεωρητικά πάντοτε — ασφαλίσεως κατά της καταπτώσεως της εγγυήσεως ακόμη και σε περίπτωση ανωτέρας βίας τον αποκλεισμό της ευχέρειας ενός επιχειρηματία να επικαλεστεί την ανωτέρα βία. Εάν η άποψη αυτή γινόταν δεκτή, οι ρήτρες που αφορούν την ανωτέρα βία στους κοινοτικούς κανόνες θα έχαναν μεγάλο μέρος της πρακτικής σημασίας τους.
40.
Εάν κατάλαβα καλά, η Επιτροπή και η Βρετανική Κυβέρνηση περιορίστηκαν άλλωστε, κατά την προφορική διαδικασία, ως προς το σημείο αυτό στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η τάδε ή η δείνα ένδειξη επέτρεπαν στον επιχειρηματία να διαβλέψει ότι δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Στην περίπτωση όμως αυτή, το γεγονός ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί την ανωτέρα βία πρέπει να οφείλεται όχι στο ότι ο επιχειρηματίας παρέλειψε να ασφαλιστεί μέσω συμβατικών ρητρών ή συστήνοντας ασφάλεια κατά των συνεπειών που απορρέουν από περίπτωση ανωτέρας βίας, αλλά στο γεγονός ότι ήταν όντως σε θέση, με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις, να προβλέψει το γεγονός που χαρακτηρίζεται ως ανωτέρα βία.
41.
Πρέπει για λόγους τάξεως να αναφερθεί επίσης ότι μπορεί να είναι αδύνατον, ή εν πάση περιπτώσει πολύ δύσκολο στην πραγματικότητα για τους επιχειρηματίες, να πείθουν τους αντισυμβαλλομένους τους ότι θα πρέπει να φέρουν τον συμφυή στην περίπτωση ανωτέρας βίας κίνδυνο. Ομοίως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μπορεί να είναι επίσης δύσκολο για τους επιχειρηματίες να συνάψουν ασφάλιση για να καλύψουν τη ζημία που οφείλεται σε ανωτέρα βία και είναι πιθανόν ότι τέτοια ασφάλιση θα έχει συνήθως υψηλό κόστος.
42.
Δεν θα εξετάσω λεπτομερώς τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από την άποψη που υποστηρίζουν ως προς το σημείο αυτό η Επιτροπή και η Βρετανική Κυβέρνηση. Θα αναφέρω απλώς ότι τείνω να θεωρήσω, όπως οι δύο εταιρίες, ότι τα «έξοδα» στα οποία υποβλήθηκε αμέσως ή εμμέσως ο αγοραστής του βουτύρου παρεμβάσεως, για να ασφαλιστεί κατά των συνεπειών που απορρέουν από ανωτέρα βία, θα επιβάρυναν τελικά τον πωλητή του βουτύρου παρεμβάσεως, εφόσον ο αγοραστής θα υποχρεωνόταν να υποβάλει λιγότερο υψηλή προσφορά στους εθνικούς οργανισμούς παρεμβάσεως κατά την αγορά του βουτύρου.
43.
Είμαι ως εκ τούτου της γνώμης ότι όσον αφορά την εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση της εξαιρέσεως της ανωτέρας βίας, το Δικαστήριο δεν πρέπει να δεχθεί την άποψη που υποστηρίζουν ως προς το σημείο αυτό η Επιτροπή και η Βρετανική Κυβέρνηση.
Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προβαλλόμενης περιπτώσεως ανωτέρας βίας και της μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως της ABBC να παραλάβει το αγορασθέν βούτυρο
44.
Η Βρετανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίστηκαν στις παρατηρήσεις τους ότι η σοβιετική απαγόρευση εισαγωγής, η οποία αποτελούσε συνέπεια της τροποποιήσεως των προδιαγραφών ποιότητας, δεν εμπόδισε την ABBC να παραλάβει το αγορασθέν βούτυρο και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, λείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προβαλλόμενης περιπτώσεως ανωτέρας βίας και της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που υπέχει η ABBC από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού.
45.
Η Βρετανική Κυβέρνηση παραιτήθηκε από το επιχείρημα αυτό κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ενώ η Επιτροπή εμμένει στην άποψη της.
46.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ABBC θα μπορούσε, τόσο από νομικής όσο και από πρακτικής απόψεως, να προβεί στην παραλαβή του βουτύρου. Τίποτε επίσης δεν εμπόδιζε την εταιρία να καταβάλει το τίμημα. Εάν το είχε πράξει, η προβλεπομένη στο άρθρο 6 εγγύηση θα είχε αποδεσμευθεί και η εταιρία θα όφειλε να καταβάλει την εγγύηση — υψηλότερη — που προβλέπεται στο άρθρο 7, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση της εξαγωγής προς τη Σοβιετική Ένωση. Η Επιτροπή ισχυρίζεται κατά τα λοιπά ότι τούτο δεν θα είχε τίποτε το παράλογο, εφόσον, στο πλαίσιο της αγοράς βουτύρου, η ABBC ήταν βεβαίως υποχρεωμένη να εξαγάγει το βούτυρο προς τη Σοβιετική Ένωση όχι όμως να το πωλήσει υπό μορφή βουτυρελαίου. Θα μπορούσε να το πωλήσει στην αρχική του κατάσταση ( 11 ). Η ABBC θα ήταν επομένως ελεύθερη να βρει νέο Σοβιετικό αγοραστή για το βούτυρο που είχε αγοράσει. Η Επιτροπή δεν έλαβε θέση ως προς το εάν η ABBC μπορούσε να επικαλεστεί την ανωτέρα βία όσον αφορά την εγγύηση που κατέβαλε δυνάμει του άρθρου 7 εάν είχε αποδείξει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι το αγορασθέν βούτυρο δεν μπορούσε να πωληθεί εντός της Σοβιετικής Ενώσεως.
Εάν γίνει δεκτή η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή, η ABBC θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να παραλάβει το βούτυρο και να καταβάλει την τιμή του βουτύρου. Θα έπρεπε στη συνέχεια να πράξει κάθε τι που μπορεί να απαιτηθεί από συνετό επιχειρηματία για να μπορέσει να πωλήσει το βούτυρο αυτό εντός της Σοβιετικής Ενώσεως. Η ABBC θα είχε, σε μία τέτοια περίπτωση, καταβάλει το τίμημα του βουτύρου, ούτως ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως κυρία του βουτύρου. Η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τη χρήση του βουτύρου στην οποία θα μπορούσε να προβεί η ABBC στο πλαίσιο του κανονισμού εάν, καθ' υπόθεση, δεν είχε κατορθώσει να το πωλήσει στη Σοβιετική Ένωση.
Νομίζω ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η βασική θέση της Επιτροπής, έστω και αν μια τέτοια θέση, από εντελώς τυπικής απόψεως, ενδέχεται να είναι σωστή. Θα κατέληγε πράγματι σε παράλογα αποτελέσματα στον κόσμο της πραγματικότητας. Δεν είναι δυνατό σε περίπτωση όπως η υπό κρίση να επιβληθεί στον επιχειρηματία η υποχρέωση να παραλάβει και να πληρώσει το αγορασθέν βούτυρο, εκτός εάν υφίστανται συγκεκριμένες ενδείξεις ότι ο ενδιαφερόμενος είχε πράγματι εύλογη δυνατότητα να βρει αγοραστές για το αλατισμένο βούτυρο στη Σοβιετική Ένωση εντός των προθεσμιών που τάσσει ο κανονισμός για την εξαγωγή.
Συναφώς, η ABBC και η Inter-Agra αρνήθηκαν κατηγορηματικώς, χωρίς να αντικρουστούν από την Επιτροπή, την ύπαρξη τέτοιας δυνατότητας, ισχυρισθείσες ότι ούτε το αλατισμένο βούτυρο ούτε το βουτυρέλαιο που παράγεται από το αλατισμένο βούτυρο μπορούσαν να πωληθούν εντός της Σοβιετικής Ενώσεως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφασίσει εάν η ABBC και η Inter-Agra έχουν δίκαιο ως προς το σημείο αυτό.
47.
Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει να τίθενται αυστηρές προϋποθέσεις για τους επιχειρηματίες οι οποίοι προτίθενται να επικαλεστούν την ανωτέρα βία, ιδίως δε ότι επέδειξαν μεγάλη προνοητικότητα και επιμέλεια.
Είναι ανάγκη να διασφαλίζεται ότι οι επιχειρηματίες πράττουν κάθε τι που μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από αυτούς για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο. Η κύρωση της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων αυτών είναι η κατάπτωση της εγγυήσεως που παρέσχαν. Η παροχή εγγυήσεως αποσκοπεί να παρακινήσει τους επιχειρηματίες να πράξουν το κάθε τι που μπορούν ώστε να εκπληρώσουν την υποχρέωση που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο ( 12 ).
48.
Στο Δικαστήριο εναπόκειται να χαράξει τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν γενικώς τις υποχρεώσεις που μπορούν να επιβληθούν στους επιχειρηματίες. Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να αποφαίνονται, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται, εάν οι επιχειρηματίες εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν σύμφωνα με την ερμηνεία της έννοιας της ανωτέρας βίας από το Δικαστήριο.
49.
Οι προηγούμενες σκέψεις καθιστούν εμφανές ότι η Επιτροπή και σε ορισμένο βαθμό η Βρετανική Κυβέρνηση ερμήνευσαν, κατά την άποψη μου, την έννοια της ανωτέρας βίας υπέρ το δέον συσταλτικά όσον αφορά τους επιχειρηματίες και κατά τρόπον ο οποίος θα επιβάρυνε υπερβολικά τους επιχειρηματίες, χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι οι επιβαρύνσεις αυτές είναι απαραίτητες για την επίτευξη των σκοπών που θέτουν οι σχετικοί κοινοτικοί κανόνες. Κατά τη γνώμη μου, σε υπόθεση όπως η υπό κρίση δεν συντρέχουν περιστάσεις γενικής φύσεως αποκλείουσες ότι οι ABBC/Inter-Agra μπορούν να επικαλεστούν την ανωτέρα βία. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί αν οι δύο εταιρίες εκπλήρωσαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις αυστηρές προϋποθέσεις που τίθενται όσον αφορά την προνοητικότητα και την επιμέλεια που πρέπει να αναμένεται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από συνετό και επιμελή επιχειρηματία.
Πρόταση
50.
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα ερωτήματα τις ακόλουθες απαντήσεις:
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 765/86 της 14ης Μαρτίου 1986 έχει την έννοια ότι η εγγύηση δημοπρασίας που συνιστάται κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής δεν καταπίπτει εάν αποδεικνύεται ότι η μη εκτέλεση των όρων δημοπρασίας που θέτει η διάταξη αυτή οφείλεται σε τροποποίηση των προδιαγραφών ποιότητας που αφορούν το οικείο εμπόρευμα, οι οποίες είχαν μέχρι τότε ισχύσει στη χώρα εισαγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι ένας συνετός και επιμελής επιχειρηματίας και οι ενδεχόμενοι αντισυμβαλλόμενοί του δεν μπορούσαν ή δεν όφειλαν να προβλέψουν την τροποποίηση και υπό την επιφύλαξη ότι οι συνέπειες των τροποποιήσεων αυτών δεν θα ήταν δυνατόν να έχουν αποφευχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση παρά το γεγονός ότι κατεβλήθη κάθε δυνατή επιμέλεια.
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί ως προς το εάν στην υπό κρίση περίπτωση συντρέχουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Σχετικά με τους τρόπους πωλήσεως βουτύρου από τα αποθέματα της παρεμβάσεως που προορίζεται για εξαγωγή προς ορισμένους προορισμούς (ΕΕ 1986, L 72, σ. 11).
( 2 ) Μία ανάλογη υπόθεση, μεταξύ των δύο εταιριών και του ιρλανδικού Intervention Board περί εγγυήσεως περίπου 169000 ιρλανδικών λιρών (IRL), εκκρεμεί ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων. Η διαδικασία ανεστάλη εν αναμονή της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση.
( 3 ) Προς επίρρωση της απόψεως ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν υπάγεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι κατά τη ρήτρα αυτή η πώληση ακυρώνεται «για τις εναπομένουσες ποσότητες». Η αναφορά στις «εναπομένουσες ποσότητες» πρέπει ωστόσο να εκτιμηθεί υπό το φως του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 και νομίζω ότι είναι προφανές ότι αυτό δεν μπορεί να σημαίνει ότι η προπαρατεθείσα διάταξη δεν εφαρμόζεται εξίσου στις περιπτώσεις όπου δεν έγινε παραλαβή των αγοραοΟεισών ποσοτήτων.
( 4 ) Στις αποφάσεις του της 20ής Φεβρουαρίου 1975, 64/74, Reich (Συλλογή τόμος 1975, σ. 97) και της 11ης Ιουλίου 1978, 6/78, Union Française de Céréales (Συλλογή τόμος 1978, σ. 97), το Δικαστήριο δέχθηκε ωστόσο κατ' αναλογίαν εφαρμογή ρητών ρητρών ανωτέρας βίας και, στην απόφαση του της 19ης Απριλίου 1988, 71/87, Inter-Kom (Συλλογή 1988, σ. 1979), το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη σιωπηρής ρήτρας ανωτέρας βίας στην περίπτωση κατά την οποία η κοινοτική διάταξη δεν περιελάμβανε ρητώς τέτοια ρήτρα.
( 5 ) Βλ. τελευταίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 1993, C-50/92, Molkerei-Zentrale Süd (Συλλογή 1993, σ. I-1035), βλ. επίσης, καθόσον έχουν ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1987, 109/86, Θεοδωράκης (Συλλογή 1987, σ. 4319), της 7ης Μαίου 1991, C-388/89, Organisationen Danske Slagterier (Συλλογή 1991, σ. I-2315), και της 19ης Απριλίου 1988, 71/87, Inter-Kom (Συλλογή 1988, σ. 1979). Περαιτέρω νομολογιακές παραπομπές απαντούν στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση C-50/92, Molkerei-Zentrale, παράγραφος 15 (Συλλογή 1993, σ. I-1044).
( 6 ) Βλ., για παράδειγμα, το άρθρο 6 του κανονισμού 136/64, που ερμηνεύθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου τη; 11ης Ιουλίου 1968, 4/68, Schwarzwaldmilch (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 783) και το άρθρο 8 του κανονισμού 102/64, που ερμηνεύθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου τη; 16η; Δεκεμβρίου 1970, 36/70, Gclrcldc-Import (Συλλογή τόμο; 1969-1971, σ. 577).
( 7 ) Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1968, Schwaitzwaldmilch (βλ. υποσημείωση 6).
( 8 ) Βλ. απόφαοι] του Δικαστηρίου της 7ης Μαΐου 1991, C-338/89, Organisationen af Dansko Slagterier (Συλλογή 1991, σ. I-2215).
( 9 ) Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Απριλίου 1988, 71/87, Inler-Kom (Συλλογή 1988. σ. 1979).
( 10 ) Απόφαση του Δικαοτηηίου της 27ης Οκτωβρίου 1987, 109/86, Θεοοωρακης (Συλλογή 1987, 0.4319).
( 11 ) Δεν είναι βέβαιον ότι η Επιτροπή ερμηνεύει ως προς το σημείο αυτό όρθιος τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο β' ορίζει ότι η προσφορά «συνοδεύεται από τη γραπτή υποχρέωση του προσφέροντος να εξάγει το βούτυρο που θα του χορηγηθεί ως έχει ή μετά από μεταποίηση, στην προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 15 προς έναν από τους προορισμούς που εμφαίνονται στην προσφορά του». Εάν η διάταξη αυτή ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ', κατά το οποίο η προσφορά αναφέρει «τον προβλεπόμενο προορισμό του βουτύρου αναφέροντας συγκεκριμένα τις ποσότητες που πρόκειται να εξαχθούν ως έχουν και εκείνες που θα εξαχθούν μετά από μεταποίηση», πρέπει εν πάση περιπτώσει να είναι δυνατό να ερμηνευθεί η διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι η δήλωση («γραπτή υποχρέωση») που προβλέπεται στην παράγραφο 3, στοιχείο β', υποχρεώνει εξίσου τον οικείο επιχειρηματία να εξαγάγει το βούτυρο προς τον τόπο προορισμού στην κατάσταση που αναφέρεται στην προσφορά. Το ζήτημα δεν εξετάστηκε ωστόσο λεπτομερώς κατά τη διαδικασία. Λαμβανομένου υπόψη ότι φαίνεται φυσικό να ερμηνευθούν οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε κανονισμό της Επιτροπής κατά τον τρόπο που προτείνει η Επιτροπή (εν πάση περιπτώσει οσάκις η ερμηνεία καταλήγει σε αποτέλεσμα το οποίο αποδεικνύεται καταρχήν προς όφελος του επιχειρηματία) και ενόψει του σκοπού του συγκεκριμένου κανονισμού, ο οποίος πρέπει να είναι κυρίως ότι το πωληθέν βούτυρο, που προέρχεται από τα αποθέματα παρεμβάσεως πρέπει να καταλήγει στη χώρα προορισμού που καθορίζει ο κανονισμός, τείνω πράγματι να σκεφθώ ότι η ερμηνεία της Επιτροπής ευσταθεί.
( 12 ) Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, 158/73. Karnpffmcyer (Συλλογή τόμος 1974, σ. 65), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «η απειλή της απωλείας της ασφαλείας αποβλέπει στο να παροτρύνει τους εισαγωγείς που είναι δικαιούχοι της αδείας το να τηρήσουν την υποχρέωση εισαγωγής [δυνάμει του κοινοτικού δικαίου] (...) Από αυτά έπεται ότι καταρχήν ο εισαγωγέας που επέδειξε κάθε χρήσιμη επιμέλεια απαλλάσσεται της υποχρεώσεως εισαγωγής όταν περιστάσεις ξένες [που καθιστούν αδύνατη την εκπλήρωση Tilg υποχρεώσεως αυτής] (...)» (βλ. σκέψη 9 του σκεπτικού).
Full & Egal Universal Law Academy