Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της ερμηνείας της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την παραχώρηση ποσοτήτων γάλακτος για τις οποίες δεν καταβάλλεται πρόσθετη εισφορά (ποσοτήτων αναφοράς) το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα ανέκυψε κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ ενός νέου γεωργοκτηνοτρόφου, του Bernard Le Nan, και ενός συνεταιρισμού που αγοράζει γάλα, του Cooperative laitiere de Ploudaniel.
2. Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθεται λεπτομερώς η κρίσιμη κοινοτική ρύθμιση, της οποίας τα κύρια σημεία κρίνω σκόπιμο να τονίσω, καθόσον ενδιαφέρουν άμεσα την προκειμένη υπόθεση.
'Οπως είναι γνωστό, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (1), προέβλεψε, προς τον σκοπό της μειώσεως των διαρθρωτικών πλεονασμάτων γάλακτος, την επιβολή πρόσθετης εισφοράς επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που θα υπερέβαιναν ορισμένη ποσότητα αναφοράς που επρόκειτο να καθοριστεί.
Για την εφαρμογή του συστήματος εισφοράς τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων: της εναλλακτικής λύσεως Α, κατά την οποία η εισφορά οφείλεται απευθείας από τον παραγωγό, και της εναλλακτικής λύσεως Β, κατά την οποία η εισφορά οφείλεται από τον αγοραστή (συνεταιρισμό ή γαλακτοκομείο), ο οποίος στη συνέχεια την επιρρίπτει στους επιμέρους παραγωγούς ανάλογα με το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλαν οι παραγωγοί αυτοί στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς που έχει καθοριστεί για τον αγοραστή. Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι οι ποσότητες αναφοράς καθορίζονται, κατά κανόνα, σε συνάρτηση με τις ποσότητες γάλακτος που παραδόθηκαν το 1981 (άρθρο 2, παράγραφος 1). Τα κράτη μέλη έχουν όμως τη δυνατότητα να επιλέξουν ως έτος αναφοράς το 1982 ή το 1983 (άρθρο 2, παράγραφος 2). Η Γαλλία επέλεξε την εναλλακτική λύση Β και επέλεξε ως έτος αναφοράς το 1983.
Οι γενικοί κανόνες για την εφαρμογή του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς περιέχονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (2), ενώ οι σχετικοί λεπτομερέστεροι κανόνες εφαρμογής θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 (3).
3. 'Οταν επιλέγεται η εναλλακτική λύση Β, οι ποσότητες αναφοράς δεν καθορίζονται σε συνάρτηση με τους επιμέρους παραγωγούς, αλλά τους αγοραστές, για τον λόγο ακριβώς ότι η πρόσθετη εισφορά βαρύνει τους αγοραστές. Ο κανονισμός 857/84 πάντως προβλέπει την παραχώρηση πρόσθετων (ατομικών) ποσοτήτων αναφοράς σε ορισμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως π.χ. στην περίπτωση των νέων κτηνοτρόφων (άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, σημείο 2) ή των παραγωγών των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή υπέστη κατά το έτος αναφοράς σημαντική μείωση λόγω εξαιρετικών γεγονότων (άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, σημείο 3).
Αμεσότερη σχέση με την παρούσα υπόθεση έχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (4), το οποίο αφορά τη μεταβίβαση ποσοτήτων αναφοράς κατόπιν αλλαγής του κατόχου ή κυρίου της εκμεταλλεύσεως και ορίζει ειδικότερα ότι, "σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως μιας εκμεταλλεύσεως, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον κληρονόμο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες [με τους τρόπους] που θα καθοριστούν".
Οι τρόποι της μεταβιβάσεως αυτής προβλέπονται από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1371/84, το οποίο, αφού καταρχάς διακηρύσσει την αρχή ότι, "σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως μιας εκμεταλλεύσεως, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται στον παραγωγό που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση" (σημείο 1), διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως ενός τμήματος της εκμεταλλεύσεως, ο εν λόγω παραγωγός δικαιούται την κατ' αναλογία μεταβίβαση της ποσότητας αναφοράς (σημείο 2) προστίθεται δε ότι οι διατάξεις αυτές (των σημείων 1 και 2) εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις άλλες περιπτώσεις μεταβιβάσεως που, σύμφωνα με τις διάφορες εθνικές ρυθμίσεις, έχουν παρεμφερείς νομικές συνέπειες για τους παραγωγούς (σημείο 3). Το δεύτερο εδάφιο του ίδιου αυτού άρθρου ορίζει δε ότι "τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν τις διατάξεις των σημείων 1 και 2 για περιπτώσεις μεταβιβάσεως κατά ή μετά την περίοδο αναφοράς".
Τέλος, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να παραχωρούν ποσότητα αναφοράς ακόμη και σε όσους άρχισαν τη δραστηριότητά τους μετά την έναρξη της περιόδου αναφοράς (δηλαδή μετά την 1η Απριλίου 1984), άρα και σε όσους δεν μπορούν να επικαλεστούν ορισμένη παραγωγή αναφοράς βάσει των άλλων διατάξεων της εν λόγω ρυθμίσεως.
4. Ας έλθουμε τώρα στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης. Τον Οκτώβριο 1983 ο Bernard Le Nan αγόρασε μια εκμετάλλευση που είχε χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή γάλακτος μέχρι το πρώτο εξάμηνο του έτους αυτού, δηλαδή μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ο μισθωτής της εν λόγω εκμεταλλεύσεως (γαλακτοπαραγωγός) κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως και διέκοψε την παραγωγή. Ο Le Nan επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος από την 1η Απριλίου 1984 και κατά την ίδια ημέρα συνέπηξε με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν επίσης γαλακτοπαραγωγός, μια ενιαία γεωργοκτηνοτροφική εκμετάλλευση (Groupement agricole d' exploitation en commun, στο εξής: ενιαία εκμετάλλευση), στην οποία εισέφεραν αμφότεροι τις γαίες τους.
Ο Cooperative laitiere de Ploudaniel όμως αρνήθηκε να παραχωρήσει στην ενιαία εκμετάλλευση, πέραν της ποσότητας αναφοράς που δικαιούνταν ο Le Nan-πατέρας, ποσότητα αναφοράς για την εκμετάλλευση που αγόρασε το 1983 ο Bernard Le Nan. Κατόπιν αυτού, ο Bernard Le Nan άσκησε αφενός προσφυγή και αφετέρου αγωγή (που όμως δεν ευδοκίμησαν) ενώπιον του tribunal administratif de Rennes και του tribunal de grande instance de Brest αντίστοιχα το τελευταίο αυτό δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, με το αιτιολογικό ότι οι παραδόσεις γάλακτος είχαν ανασταλεί προσωρινά λόγω των επελθουσών αλλαγών στην κυριότητα και την κατοχή της εν λόγω εκμεταλλεύσεως.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο Le Nan άσκησε έφεση ενώπιον του Cour d' appel de Rennes, το οποίο υπέβαλε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, στο οποίο θέτει κατ' ουσίαν το ερώτημα αν ο Le Nan μπορεί να αξιώσει να του μεταβιβαστεί η ποσότητα αναφοράς που θα δικαιούνταν ο προηγούμενος παραγωγός, ενόψει του ότι οι παραδόσεις γάλακτος είχαν διακοπεί επί έναν ορισμένο αριθμό μηνών. Το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει επίσης το ερώτημα, σε περίπτωση κατά την οποία ο Le Nan δικαιούται τη μεταβίβαση της εν λόγω ποσότητας, αν το γεγονός ότι ο μισθωτής και προηγούμενος παραγωγός πραγματοποίησε παραδόσεις γάλακτος μόνο κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1983, του έτους που επέλεξε η Γαλλία ως έτος αναφοράς, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να πρέπει η ποσότητα αναφοράς που δικαιούται ο Le Nan να προσδιοριστεί βάσει των παραδόσεων του 1982 και όχι των παραδόσεων του 1983.
5. Κατόπιν των υπομνησθέντων ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και ενόψει των προεκτεθεισών διατάξεων, επιβάλλονται ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις: α) στον Le Nan, ο οποίος ήταν νέος γεωργοκτηνοτρόφος, μπορούσε να παραχωρηθεί πρόσθετη (ειδική) ποσότητα, πράγμα που συνέβη όντως στην προκειμένη περίπτωση (5) β) ακόμη και αν ο Le Nan δεν ήταν γαλακτοπαραγωγός την 1η Απριλίου 1984, όπως υποστηρίζει ο εφεσίβλητος στην κύρια δίκη, και ακόμη και αν, γενικότερα, δεν είχε δικαίωμα να του μεταβιβαστεί η ποσότητα αναφοράς, επιτρεπόταν να του παραχωρηθεί ατομική ποσότητα αναφοράς κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1371/84, εφόσον βέβαια η εθνική νομοθεσία προέβλεπε τη δυνατότητα αυτή.
Ας έλθουμε όμως στα ερωτήματα που έχουν υποβληθεί από το εθνικό δικαστήριο και ας εξετάσουμε κυρίως το πρόβλημα αν ο Le Nan έχει δικαίωμα να του μεταβιβαστεί η ποσότητα αναφοράς βάσει των παραδόσεων που είχε πραγματοποιήσει ο μισθωτής της εκμεταλλεύσεως που αγόρασε. Συναφώς, θα ήθελα καταρχάς να παρατηρήσω ότι, όπως συνάγεται από το προαναφερθέν άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, είναι αναμφισβήτητο ότι υφίσταται δεσμός μεταξύ της γαλακτοπαραγωγής και της γης. Εξάλλου, με την απόφαση Wachauf (6), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι από τις διατάξεις του άρθρου 7 προκύπτει σαφώς ότι "πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να περιέρχεται καταρχήν η ποσόστωση, μετά τη λήξη της μισθώσεως, στον εκμισθωτή, ο οποίος ανακτά τη φυσική εξουσία επί της εκμεταλλεύσεως". 'Οπως όμως διευκρίνισε το ίδιο το Δικαστήριο με την απόφαση Kuehn (7), οι διατάξεις του άρθρου 7 αφορούν την περίπτωση μόνο στην οποία έχει ήδη πραγματοποιηθεί η παραχώρηση της ποσότητας αναφοράς, δηλαδή την περίπτωση των μεταβιβάσεων εκμεταλλεύσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς.
6. Η περίπτωση βέβαια του Le Nan είναι διαφορετική. Ο Le Nan αγόρασε την εν λόγω εκμετάλλευση πριν από την έναρξη ισχύος του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς και, όπως ισχυρίζεται, άρχισε την παραγωγή γάλακτος την ημέρα ακριβώς κατά την οποία άρχισε να ισχύει το σύστημα αυτό. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί ούτε το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84 ούτε το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1371/84. Αντίθετα, τίθεται ζήτημα εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του τελευταίου αυτού άρθρου, κατά την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν τις διατάξεις περί μεταβιβάσεως των ποσοτήτων αναφοράς ακόμη και στις περιπτώσεις αλλαγής του διαχειριστή της εκμεταλλεύσεως κατά ή μετά την περίοδο αναφοράς, δηλαδή στις περιπτώσεις στις οποίες η αλλαγή αυτή επήλθε πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω συστήματος.
Εξάλλου, με την προαναφερθείσα απόφαση Kuehn, το Δικαστήριο διευκρίνισε, σχετικά με μια παρεμφερή προς την προκειμένη πραγματική κατάσταση, ότι από το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του κανονισμού 1371/84, προκύπτει ότι "οι μεταβιβάσεις εκμεταλλεύσεων που πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς συνεπάγονται τη μεταβίβαση των αντίστοιχων ποσοτήτων αναφοράς μόνον εφόσον το οικείο κράτος μέλος, κάνοντας χρήση της ευχέρειας που του παρέχει το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1371/84, το έχει προβλέψει ρητά. Μόνον εντός των ορίων αυτών μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, για τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς που πρέπει να παραχωρηθεί στον νέο μισθωτή, οι παραδόσεις γάλακτος που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που έχει επιλέξει το οικείο κράτος μέλος ο μισθωτής που διαχειριζόταν προηγουμένως την εκμετάλλευση" (σκέψη 24).
Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση, αντίθετα απ' ό,τι στην υπόθεση Kuehn, υπήρξαν δύο διαδοχικές μεταβιβάσεις (από τον μισθωτή-γαλακτοπαραγωγό στον κύριο της εκμεταλλεύσεως και από τον κύριο στον Le Nan) δεν έχει τέτοια σημασία, ώστε να μεταβάλλονται οι όροι του προβλήματος. Σε τελική ανάλυση, οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 και του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1371/84 παρέχουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια, χωρίς βέβαια να τους επιβάλλουν την υποχρέωση, να παραχωρούν στους νέους παραγωγούς, ανεξάρτητα από το αν είναι κύριοι ή μισθωτές, που αναλαμβάνουν, κατόπιν μεταβιβάσεως που πραγματοποιήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς, τη συνέχιση της γαλακτοπαραγωγής σε εκμετάλλευση που χρησιμοποιούνταν ήδη για γαλακτοπαραγωγή, ποσότητα αναφοράς με την οποία να λαμβάνονται υπόψη οι παραδόσεις που πραγματοποίησε κατά το έτος αναφοράς ο διαχειριζόμενος την εκμετάλλευση πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω συστήματος.
Η παραχώρηση ή μη ποσότητας αναφοράς στην περίπτωση αλλαγής διαχειριστή πριν από την έναρξη ισχύος του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς εξαρτάται συνεπώς από την εθνική νομοθεσία που έχει ενδεχομένως θεσπιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1371/84. Κατά συνέπεια, δεν έχει καμία σημασία το γεγονός ότι η παραγωγή αναστάληκε προσωρινά λόγω αλλαγής, ή ακόμη και διαδοχικών αλλαγών, του κατόχου ή του κυρίου της οικείας εκμεταλλεύσεως. Το γεγονός αυτό δηλαδή έχει σημασία μόνο σε σχέση με το ύψος της ποσότητας που πρέπει να παραχωρηθεί στον εν λόγω παραγωγό.
7. Και έτσι φθάνουμε στο δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, με το οποίο το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η εν λόγω κοινοτική ρύθμιση επιτρέπει στον παραγωγό να επιλέξει άλλο έτος αναφοράς και όχι το έτος που καθόρισε το ενδιαφερόμενο κράτος, για τον λόγο και μόνο ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς οι παραδόσεις υπέστησαν μείωση λόγω της αλλαγής που επήλθε στη διαχείριση της εκμεταλλεύσεως.
Η μόνη κρίσιμη συναφώς διάταξη είναι το προαναφερθέν άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του κανονισμού 857/84, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα αυτή σε σχέση με τους παραγωγούς που υπέστησαν, κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, αισθητή μείωση της παραγωγής τους λόγω εξαιρετικών γεγονότων. Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού απαριθμούνται οι περιπτώσεις στις οποίες δικαιολογείται να λαμβάνεται υπόψη άλλο έτος αναφοράς και όχι το προκαθορισμένο. Μεταξύ όμως των περιπτώσεων αυτών δεν απαριθμείται καμία περίπτωση παρεμφερής προς την προκειμένη.
'Οπως όμως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση Leukhardt (8), "η εν λόγω ρύθμιση, όπως προκύπτει από την οικονομία και τον σκοπό της, απαριθμεί περιοριστικώς τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς ή ατομικών ποσοτήτων και περιέχει σαφείς κανόνες σχετικά με τον καθορισμό των ποσοτήτων αυτών". Δεδομένου ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν απαριθμείται μεταξύ των ανωτέρω, πρέπει συνεπώς να αποκλειστεί η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη διαφορετικό έτος αναφοράς και όχι το προκαθορισμένο. Το Δικαστήριο εξάλλου αποφάνθηκε, και συγκεκριμένα με την απόφαση Kuehn (9), ότι η αλλαγή που επέρχεται στη διαχείριση της εκμεταλλεύσεως και έχει ως συνέπεια τη μείωση της παραγωγής και συνεπώς των παραδόσεων γάλακτος δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται να λαμβάνεται υπόψη άλλο έτος αναφοράς και όχι το έτος που έχει επιλέξει το οικείο κράτος μέλος.
8. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Cour d' appel de Rennes:
"1. O κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, και συγκεκριμένα το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, και συγκεκριμένα το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια, χωρίς όμως να τους επιβάλλουν την υποχρέωση, να παραχωρούν στον νέο κύριο-γαλακτοπαραγωγό, ο οποίος αγόρασε εκμετάλλευση προοριζόμενη για γαλακτοπαραγωγή πριν από την έναρξη ισχύος του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς, ποσότητα αναφοράς για την οποία λαμβάνονται υπόψη οι παραδόσεις γάλακτος που πραγματοποίησε κατά την περίοδο αναφοράς ο προηγούμενος παραγωγός.
2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη, υπέρ του παραγωγού, άλλο έτος αναφοράς και όχι το έτος που έχει επιλέξει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, για τον λόγο και μόνο ότι κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς άλλαξε (ενδεχομένως περισσότερες από μία φορές) ο διαχειριστής της εκμεταλλεύσεως, πράγμα που είχε ως συνέπεια τη μείωση των παραδόσεων γάλακτος: η περίπτωση αυτή δεν καταλέγεται μεταξύ των περιπτώσεων που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του εν λόγω κανονισμού".
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) - ΕΕ L 90, σ. 10.
(2) - ΕΕ L 90, σ. 13.
(3) - ΕΕ L 132, σ. 11.
(4) - ΕΕ L 68, σ. 1.
(5) - Η Γαλλική Κυβέρνηση ανέφερε ότι στην ενιαία εκμετάλλευση παραχωρήθηκε, λόγω του ότι ο Bernard Le Nan ήταν νέος γεωργοκτηνοτρόφος, συμπληρωματική ποσότητα 11 500 λίτρων γάλακτος.
(6) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989 στην υπόθεση 5/88 (Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 13).
(7) - Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση C-177/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-35, σκέψη 22).
(8) - Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989 στην υπόθεση 113/88 (Συλλογή 1989, σ. 1991, σκέψη 13).
(9) - Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1992 (όπ.π., σκέψεις 10 και 11).
Full & Egal Universal Law Academy