ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 28ης Ιανουαρίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην παρούσα υπόθεση, το tribunal du travail των Βρυξελλών ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ((όπως κωδικοποιήθηκε και περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 6)).
2.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης Bogana είναι Ιταλός υπήκοος, ο οποίος εργάστηκε και στην Ιταλία και στο Βέλγιο. Στις 24 Οκτωβρίου 1980 κατέστη ανίκανος προς εργασία. Με απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1984, ο αρμόδιος ιταλικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως του χορήγησε σύνταξη αναπηρίας υπολογιζόμενη από την 1η Νοεμβρίου 1981. Στις 10 Μαΐου 1984, το δεύτερο καθού της κύριας δίκης, το Institut national d'assurance maladie-invalidité (στο εξής: INAMI) κοινοποίησε στον Bogana την απόφαση του επί του υπολογισμού της βελγικής συντάξεως αναπηρίας αυτού. Κατά την ημερομηνία αυτή, η βελγική σύνταξη ανήρχετο σε 472,23 βελγικά φράγκα (BFR) ημερησίως και η ιταλική σύνταξη σε ποσό ισοδύναμο προς 27,21 (BFR) ημερησίως.
3.
Ο υπολογισμός των ανωτέρω αναφερομένων συντάξεων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα προς τις διατάξεις του κεφαλαίου 3 του τίτλου III του κανονισμού 1408/71, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες ως προς τις συντάξεις αναπηρίας του Bogana δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Η ιταλική σύνταξη ήταν μία κατ' αναλογία σύνταξη υπολογισθείσα σύμφωνα προς το σύστημα συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71. Όταν το INAMI υπο-λόγησε τη βελγική σύνταξη του Bogana, ανακάλυψε ότι κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από το αν εφάρμοζε μόνο τη βελγική νομοθεσία (περιλαμβάνουσα τον κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 76 quater, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963) ή τις διατάξεις του άρθρου 46, και ιδίως τον κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου.
4.
Η εφαρμοστέα βελγική νομοθεσία τροποποιήθηκε παράγουσα αποτελέσματα από την 1η Οκτωβρίου 1986. Η εφαρμογή των τροποποιηθέντων κανόνων είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της συντάξεως του Bogana, η οποία στο εξής ανέρχεται στο 45 % της απολεσθείσας αμοιβής αντί του 43,5 % που είχε αρχικά χορηγηθεί. Το INAMI ενημέρωσε τον Bogana ότι η σύνταξη του είχε εκ νέου υπολογισθεί, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις της 17ης Φεβρουαρίου 1987. Κατά τον νέο υπολογισμό, η βελγική σύνταξη του ανήρχετο στο εξής στα 606,64, BFR ημερησίως και η ιταλική σύνταξη του στο ισοδύναμο με 35,79 BFR ποσό ημερησίως. Δεν αμφισβητείται ότι η προαναφερθείσα τροποποίηση της βελγική νομοθεσίας συνιστά «τροποποίηση του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών», κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Επομένως, το άρθρο 51, παράγραφος 2, επέβαλλε στις βελγικές αρχές να υπολογίζουν εκ νέου το ποσό της συντάξεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46.
5.
Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων προκλήθηκε λόγω αναθεωρήσεως του ποσού των παροχών, η οποία πραγματοποιήθηκε αναδρομικώς από τον πρώτο καθού Union nationale des mutualités socialistes (στο εξής: UNMS), όσον αφορά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1987 έως 28 Φεβρουαρίου 1991.
6.
Προκειμένου να γίνει κατανοητή η φύση της διαφοράς αυτής, είναι αναγκαίο να εξεταστούν ορισμένες διατάξεις του βελγικού νόμου. Το άρθρο 76 quater, παράγραφος 2, του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 ορίζει ότι οι εν λόγω παροχές δεν χορηγούνται όταν η ζημία που οφείλεται σε ασθένεια ή βλάβη (μεταξύ άλλων) αντισταθμίζεται αποτελεσματικά δυνάμει άλλης νομοθεσίας, βελγικής ή αλλοδαπής, αλλ' ότι, πάντως, όταν δυνάμει της νομοθεσίας αυτής χορηγείται χαμηλότερο ποσό, ο δικαιούχος δικαιούται να λάβει τη διαφορά. Το άρθρο 241 bis του βασιλικού διατάγματος της 4ης Νοεμβρίου 1963 απαιτεί η βελγική σύνταξη να προσαρμόζεται όταν η αλλοδαπή σύνταξη διαφέρει κατά 2 % ή περισσότερο σε σχέση προς τον αρχικό ή προηγούμενο υπολογισμό και όταν η τιμή συναλλάγματος του αλλοδαπού νομίσματος διαφέρει κατά 2 % ή περισσότερο σε σχέση προς συναλλαγματική τιμή που ελήφθη υπόψη για τον αρχικό ή προηγούμενο υπολογισμό.
7.
Αν και τα ακριβή πραγματικά περιστατικά δεν εξετέθηκαν με τη Διάταξη περί παραπομπής ή με τις παρατηρήσεις των διαδίκων, φαίνεται ότι, κατά την χρονική περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1987 έως 28 Φεβρουαρίου 1991, η ιταλική σύνταξη του Bogana αυξήθηκε σημαντικά συνεπεία προσαρμογών στο κόστος ζωής ((μέσω ενός καλουμένου τιμαριθμικού μηχανισμού: (indexation)). Οι καθών θεωρούν ότι, αν οι αυξήσεις αυτές υπερέβαιναν το 2 %, η βελγική σύνταξη του Bogana θα έπρεπε να μειωθεί κατά ένα αντίστοιχο ποσό σύμφωνα με τον κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που αναφέρθηκε πιο πάνω. Ο UNMS παρατήρησε ότι παρόμοιες προσαρμογές δεν έγιναν ως προς την βελγική σύνταξη και γι αυτό εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες ζητούσε από τον Bogana να επιστρέψει τα ποσά των 4572 BFR και 39093 BFR. Ο Bogana άσκησε προσφυγή κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του tribunal du travail των Βρυξελλών. Ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι ασυμβίβαστες προς το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71, το οποίο προβλέπει:
«1.
Αν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμοσθεί απ' ευθείας στις παροχές που καθορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
2.
Αντιθέτως, σε περίπτωση τροποποιήσεως του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46.»
8.
Κατά τον Bogana, οι αυξήσεις της ιταλικής συντάξεως του, από την 1η Ιανουαρίου 1987, καλύπτονται από το άρθρο 51, παράγραφος 1, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα οι βελγικές αρχές να μη μπορούν να προσαρμόσουν τη βελγική σύνταξή του εξ αιτίας των αυξήσεων της ιταλικής συντάξεως. Ορισμένος αριθμός αποφάσεων που εξέδωσε το Δικαστήριο φαίνεται να ενισχύει τον ισχυρισμό αυτόν: βλ., ειδικότερα, τις αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1982, 7/81 (Sinatra, Συλλογή 1982, σ. 137) της 1ης Μαρτίου 1984, 104/83 (Cinciuolo, Συλλογή 1984, σ. 1285) της 21ης Μαρτίου 1990, C-85/89 (Ravida, Συλλογή 1990, σ. I-1063) της 20ής Μαρτίου 1991, C-93/90 (Cassamali, Συλλογή 1991, σ. I-1401). Το INAMI, το οποίο παρενέβη προς στήριξη των αιτημάτων του UNMS, υποστηρίζει ότι η νομολογία αυτή δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, διότι η βελγική σύνταξη καθορίστηκε αποκλειστικώς βάσει της εθνικής νομοθεσίας (το καθορισθέν δε κατά τον τρόπο αυτό ποσό ήταν ταυτόσημο με το ποσό που θα προέκυπτε από την εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71).
9.
Το tribunal du travail υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής ερώτημα:
«Όταν ο υπολογισμός μιας παροχής, που πραγματοποιήθηκε συγκριτικώς βάσει της εθνικής νομοθεσίας (άρθρο 76 quater, παράγραφος 2, του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963) και βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ 1408/71, δίνει το ίδιο αποτέλεσμα, πρέπει η παροχή αυτή (...), μετά την ημερομηνία γενέσεως του δικαιώματος, να προσαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 51 του κανονισμού ΕΟΚ 1408/71 ή σύμφωνα με διάταξη του εθνικού δικαίου (άρθρο 241 bis του βασιλικού διατάγματος της 4ης Νοεμβρίου 1963) που προβλέπει νέο υπολογισμό της παροχής, οφειλομένης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, σε συνάρτηση προς τις διακυμάνσεις της αλλοδαπής παροχής, οι οποίες συνδέονται ιδίως με τις διακυμάνσεις των μέσων τιμών συναλλάγματος και την οικονομική εξέλιξη (αναπροσαρμογή)».
10.
Δεν βλέπω για ποιο λόγο να μη λάβω υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο των περιστάσεων, στις οποίες αναφέρεται το INAMI. Δεν υπάρχει τίποτε στην παρούσα υπόθεση που να δικαιολογεί διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό που επιτεύχθηκε με προηγούμενες υποθέσεις, ειδικότερα με τις προαναφερθείσες υποθέσεις Ravida και Cassamali. Στις προτάσεις που ανέπτυξα ως προς την τελευταία αυτή υπόθεση διατύπωσα τα ακόλουθα σχόλια (σημείο 12):
«Η όλη οικονομία του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71 διακρίνει μεταξύ δύο καταστάσεων: α) τιμαριθμικών αναπροσαρμογών και β) αναπροσαρμογών οφειλομένων σε μεταβολή μεθόδου υπολογισμού. Στη δεύτερη περίπτωση, χωρεί νέος υπολογισμός εξ υπαρχής. Στην πρώτη, προστίθεται ένα ορισμένο ποσοστό ή ποσό στις μέχρι τούδε καταβαλλόμενες παροχές και, πέραν από την προσαρμογή αυτή, δεν γίνεται κανένας νέος υπολογισμός. Το άρθρο 51 δεν προβλέπει τρίτη δυνατότητα, να λαμβάνεται δηλαδή υπόψη η τιμαριθμική αναπροσαρμογή ενός κράτους μέλους σε άλλο κράτος μέλος, ώστε να εφαρμόζει αυτό το τελευταίο εθνικό κανόνα κατά της σωρεύσεως των παροχών. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, θέτει την αρχή της αυτοτελούς εξελίξεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Άπαξ υπολογίστηκαν οι παροχές σύμφωνα με το άρθρο 46, εξελίσσονται αυτοτελώς σε καθένα από τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη μία προσαρμογή σε ένα κράτος μέλος επηρεάζει την παροχή που χορηγείται σε άλλο. Το άρθρο 51, παράγραφος 2, εισάγει εξαίρεση της αρχής αυτής, στην περίπτωση που μεταβάλλεται η μέθοδος υπολογισμού της παροχής. Η εξέταση αυτή είναι αναγκαία, διότι τέτοιες μεταβολές ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα να αποβεί ευνοϊκότερος για τον ενδιαφερόμενο ένας διαφορετικός μαθηματικός τύπος. Συναφώς, πρέπει να υπομνη-στεί ότι το άρθρο 46 έχει παγίως ερμηνευθεί από το Δικαστήριο υπό την έννοια ότι καθιστά εφαρμοστέα επί ορισμένου προσώπου είτε ολόκληρη την εθνική νομοθεσία είτε ολόκληρη την κοινοτική νομοθεσία, περιλαμβανομένων και των αντιστοίχων κανόνων τους κατά της σωρεύσεως, και δη όποια από τις δύο είναι ευνοϊκότερη (βλ., παραδείγματος χάρη, υπόθεση 22/77, FNROM κατά Mura, Eer 1977, σ. 1699). Είναι μάλλον απίθανο οι διαλαμβανόμενες στο άρθρο 51, παράγραφος 1, περιστάσεις, ήτοι η προσαρμογή των παροχών λόγω αυξήσεως του κόστους ζωής ή του ύψους των μισθών, να επηρέαζαν το αποτέλεσμα της σύγκρισης μεταξύ των δύο εναλλακτικών συστημάτων.»
11.
Η κατά τον τρόπο αυτό περιγραφόμενη αρχή — δηλαδή η αρχή της αυτοτελούς εξελίξεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως — φαίνεται να είναι εξ ίσου συναφής στην παρούσα υπόθεση όπως ήταν και στην προαναφερθείσα υπόθεση Cassamali. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι απλοποιεί το διοικητικό έργο των αρμοδίων στον τομέα κοινωνικής ασφαλίσεως αρχών, ώστε με τον τρόπο αυτό να μη επιβαρύνεται διαρκώς με τον εκ νέου υπολογισμό των παροχών, ως αποτέλεσμα των τιμαριθμικών προσαρμογών που έγιναν σε παροχές καταβληθείσες εντός άλλων κρατών μελών. Η δικαιολογία αυτή εξακολουθεί να ισχύει για τον απλό λόγο ότι η σύνταξη που καταβάλλεται στον Bogana σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και μόνο, συμπεριλαμβανομένου εθνικού κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, είναι ταυτόσημη με τη σύνταξη την οποία αυτός θα εδικαιούτο σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71, συμπεριλαμβανομένου του κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που περιλαμβάνεται στην παράγραφο του 3. Αντιθέτως, φαίνεται ότι η ίδια δικαιολογία πρέπει να ισχύει στον ίδιο βαθμό σε παρόμοιες περιστάσεις.
12.
Οι αμφιβολίες που μπορεί να εξακολουθούν να υφίστανται ως προς το σημείο αυτό θα πρέπει να εξαφανιστούν μετά από σύντομη εξέταση των εγγράφων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία του εθνικού δικαστηρίου και που εκθέτουν τους κοπιώδεις υπολογισμούς που πραγματοποίησε ο UNMS. Ol υπολογισμοί αυτοί λαμβάνουν υπόψη, τον ένα μήνα μετά τον άλλο, τις μεταβολές που επήλθαν στην αξία της ιταλικής συντάξεως του Bogana — όχι μόνο τις αυξήσεις που προκύπτουν από την τιμαριθμική προσαρμογή της ιταλικής συντάξεως, αλλά επίσης τις μεταβολές που οφείλονται στις μικρές διακυμάνσεις της τιμής συναλλάγματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το εν λόγω ποσό δεν υπερβαίνει καν το ένα φράγκο την ημέρα. Ακριβώς, αυτόν τον τύπο δυσανάλογης διοικητικής επιβάρυνσης επιδιώκει το άρθρο 51 να εξαφανίσει.
13.
Επιπλέον, είναι σημαντικό να υπομνηστεί ότι η εφαρμογή του κανόνα που περιλαμβάνεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, δεν θα έχει κανονικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες. Σε περίπτωση που μία σημαντική αύξηση, προκύπτουσα από την εφαρμογή του τιμαρίθμου, χορηγήθηκε εντός ενός των δύο εμπλεκομένων κρατών, το φαινομενικό κέρδος κανονικά θα αντισταθμιστεί πολύ γρήγορα από τη νομισματική υποτίμηση, για τους λόγους που αναφέρονται στις προτάσεις που ανέπτυξα στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως Cassamali (σημείο 13). Όποιο και αν είναι το κέρδος, θα πρόκειται κανονικά για ένα βραχυπρόθεσμο φαινόμενο, σχετικά μικρού μεγέθους, το οποίο θα πρέπει να γίνεται ανεκτό στο όνομα της διευκολύνσεως της διοικήσεως.
14.
Το υποβληθέν από το βελγικό δικαστήριο ερώτημα αναφέρεται ρητώς στις συνέπειες της μεταβολής της αξίας της αλλοδαπής συντάξεως λόγω νομισματικών διακυμάνσεων. Κατά τη γνώμη μου, οι βελγικές αρχές δεν μπορούν κατά μείζονα λόγο να προσα-σμόζουν τη σύνταξη του Bogana σε κάθε αύξηση του ποσού της ιταλικής συντάξεως του, προκληθείσα από τις διακυμάνσεις της τιμής συναλλάγματος. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη προς την απόφαση 99, της 13ης Μαρτίου 1975, της Διοικητικής Επιτροπής για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων (OJ 1975, C 150, σ. 2), στην οποία αναφέρθηκα στο σημείο 14 των προτάσεων που ανέπτυξα στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως Cassamali. Η απόφαση αυτή αφορά την ερμηνεία του άρθρου 107 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (OJ 1972, L 74, σ. 1), το οποίο ορίζει τρίμηνη περίοδο αναφοράς για τον καθορισμό της τιμής μετατροπής στο εθνικό νόμισμα ποσών εκφραζομένων σε άλλο εθνικό νόμισμα. Η απόφαση ερμηνεύει το άρθρο 107 υπό την έννοια ότι καθορίζει την τιμή μετατροπής που εφαρμόζεται κατά τον καθορισμό των παροχών ή κατά τον υπολογισμό των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Σ' αυτή διευκρινίζεται ότι το άρθρο 107, αντιθέτως, «δεν συνεπάγεται υποχρέωση νέου υπολογισμού ανά τρίμηνο των περιοδικών παροχών (ιδίως των συντάξεων) με εφαρμογή της τιμής μετατροπής που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 107». Η Διοικητική Επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων δεν έχει προφανώς την εξουσία να εκδίδει νομικώς δεσμευτικές αποφάσεις ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου: βλ. την απόφαση της 14ης Μαΐου 1981, 98/80 (Romano, Συλλογή 1981, σ. 1241, σκέψη 20). Εν τούτοις, θεωρώ ότι η υιοθετηθείσα από την Διοικητική Επιτροπή προσέγγιση είναι ορθή και ότι παροχή καταβαλλομένη εντός ενός κράτους δεν θα πρέπει να μειώνεται για τον λόγο ότι η αξία αλλοδαπής παροχής αυξήθηκε λόγω νομισματικών παραγόντων.
15.
Αν και το άρθρο 51, παράγραφος 1, δεν αναφέρεται ρητώς σε μεταβολές που επήλθαν ως προς την αξία κοινωνικών παροχών λόγω νομισματικών παραγόντων, υπάρχει ένα ισχυρό επιχείρημα για την εφαρμογή της αρχής της αυτοτελούς εξελίξεως των κοινοτικών παροχών σε παρόμοιες περιστάσεις. Όπως παρατήρησα με τις προτάσεις που ανέπτυξα στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως Cassamali, μία αύξηση της ιταλικής λίρας έναντι του βελγικού φράγκου έχει το ίδιο αποτέλεσμα με μία αύξηση του ποσού της ιταλικής συντάξεως, τουλάχιστον όσον αφορά την αξία της συντάξεως στο Βέλγιο, (c)α ήταν παράλογο να προσαρμοστεί η βελγική σύνταξη του Bogana όταν η αξία της ιταλικής συντάξεως του αυξάνει λόγω νομισματικής αυξήσεως, αλλά να μη προσαρμόζεται αυτή όταν η αξία της ιταλικής συντάξεως αυξάνει λόγω τιμαριθμικής αναπροσαρμογής.
16.
Πράγματι, ιδιαίτερα ισχυρά επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της εφαρμογής της αρχής της αυτοτελούς εξελίξεως όταν η αξία συντάξεως μεταβάλλεται λόγω νομισματικών παραγόντων. Μεταβολές οφειλόμενες σε νομισματικές διακυμάνσεις μπορούν να επέρχονται κατά τρόπο περισσότερο ακανόνιστο και συχνότερα απ' ό,τι οι μεταβολές που συνδέονται με την εφαρμογή του τιμαρίθμου. Παρατηρείται συναφώς ότι, κατά τον βελγικό νόμο, ακόμη και μία μεταβολή κατά 2 % πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επομένως, ακόμη και αν τα δύο εμπλεκόμενα νομίσματα συμμετείχαν πλήρως στον μηχανισμό των νομισματικών ισοτιμιών στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος που επιτρέπει περιθώρια διακυμάνσεως περίπου 2,25 % (ή 6 % σε ορισμένες περιπτώσεις), οι σχετικές αξίες τους θα μπορούσαν απόμη να διαφέρουν αρκετά ώστε να προκαλέσουν τις προσαρμογές που προβλέπονται από το άρθρο 241 bis του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος. Η αρχή της αυτοτελούς εξελίξεως που δια-τυπώνεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 θα ήταν άσκοπη, αν δεν εφαρμοζόταν στις μεταβολές της αξίας των παροχών λόγω νομισματικών διακυμάνσεων.
17.
Συνεπώς, θεωρώ ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το tribunal du travail των Βρυξελλών πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
Το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, έχει την έννοια ότι, όταν μία παροχή υπολογίστηκε σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, η οποία περιέχει ιδίως κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, ο υπολογισμός δε αυτός έχει το ίδιο αποτέλεσμα με αυτόν που θα προέκυπτε από την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, η παροχή δεν μπορεί πλέον να μειωθεί στη συνέχεια ώστε να ληφθεί υπόψη μεταβολή της αξίας παροχής καταβληθείσας εντός άλλου κράτους μέλους, αν η εν λόγω μεταβολή οφείλεται σε προσαρμογή πραγματοποιηθείσα λόγω της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως ή αν η μεταβολή αυτή οφείλεται σε διακυμάνσεις της τιμής συναλλάγματος.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy