Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεως της εταιρίας Imperial Chemical Industries plc (στο εξής: ICI), υποβληθείσης δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, περί αναιρέσεως της από 10ης Μαρτίου 1992 αποφάσεως του Πρωτοδικείου (1). Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εταιρία, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ (στο εξής: Συνθήκη), κατά της από 23 Απριλίου 1986 αποφάσεως της Επιτροπής (2) (στο εξής: πράξη «Πολυπροπυλένιο»). Η απόφαση αυτή αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης στον τομέα της παραγωγής πολυπροπυλενίου.
I - Πραγματικά περιστατικά και εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου
1 Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά της επίδικης διαφοράς και την εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: η δυτικοευρωπαϋκή αγορά πολυπροπυλενίου εφοδιαζόταν πριν από το 1977 σχεδόν αποκλειστικά από δέκα παραγωγούς, μεταξύ των οποίων (και μία από τις θεωρούμενες ως «τέσσερις μεγάλες») ήταν και η ICI με μερίδιο αγοράς κυμαινόμενο μεταξύ 10,6 % και 11,4 % περίπου. Μετά το 1977 και τη λήξη της ισχύος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας της εταιρίας Montedison, εμφανίσθηκαν επτά νέοι παραγωγοί, με σημαντική παραγωγική ικανότητα. Το γεγονός αυτό δεν συνοδεύθηκε με ανάλογη αύξηση της ζήτησης, με συνέπεια να μην υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, τουλάχιστον μέχρι το 1982. Γενικότερα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου 1977-1983, η αγορά πολυπροπυλενίου χαρακτηριζόταν από χαμηλή αποδοτικότητα ή/και σημαντικές ζημίες.
2 Στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1983 υπάλληλοι της Επιτροπής, στο πλαίσιο των εξουσιών που τους παρέχει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (3) (στο εξής: κανονισμός 17), πραγματοποίησαν συντονισμένους ελέγχους σε μια ομάδα επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα παραγωγής πολυπροπυλενίου. Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή απηύθυνε, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 17, αιτήσεις παροχής πληροφοριών στις παραπάνω, αλλά και σε άλλες συναφούς αντικειμένου, επιχειρήσεις. Από τα στοιχεία που συνέλεξε, στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων και αιτήσεων παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά την περίοδο μεταξύ των ετών 1977 και 1983, ορισμένοι παραγωγοί πολυπροπυλενίου, ανάμεσα στους οποίους και η ΙCI, ενεργούσαν κατά παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης. Στις 30 Απριλίου 1984, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και ανακοίνωσε γραπτώς τις αιτιάσεις της στις παραβαίνουσες επιχειρήσεις.
3 Μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 23 Απριλίου 1986, την προαναφερθείσα απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«όΑρθρο 1
Οι (επιχειρήσεις) (...), ΙCI plc, (...) έχουν παραβεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, συμμετέχοντας (...) στην περίπτωση των Hoechst, ICI, Montepolimeri και Shell, από τα μέσα του 1977 έως, τουλάχιστον, το Νοέμβριο του 1983 σε συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική που ανάγονται στα μέσα του 1977, βάσει των οποίων οι παραγωγοί [που] προμήθευαν πολυπροπυλένιο στο έδαφος της κοινής αγοράς:
α) είχαν επαφές μεταξύ τους και τακτικές συναντήσεις (από τις αρχές του 1981, δύο φορές το μήνα) στο πλαίσιο σειράς μυστικών συναντήσεων που αποσκοπούσαν στη συζήτηση και στον καθορισμό της εμπορικής πολιτικής τους
β) καθόριζαν περιοδικά "τιμές-στόχους" (ή κατώτατες τιμές) για την πώληση του προϋόντος σε κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας
γ) συμφώνησαν διάφορα μέτρα για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των ενλόγω τιμών-στόχων, τα οποία περιλάμβαναν (κυρίως) περιοδικούς περιορισμούς στην παραγωγή, ανταλλαγή λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με τις παραδόσεις, πραγματοποίηση τοπικών συναντήσεων και, από το τέλος του 1982, σύστημα "λογιστικής διαχείρισης" που αποσκοπούσε στην εφαρμογή των αυξήσεων των τιμών σε μεμονωμένους πελάτες
δ) προέβησαν σε ταυτόχρονες αυξήσεις τιμών εφαρμόζοντας τους ενλόγω στόχους
ε) κατένειμαν την αγορά παραχωρώντας σε κάθε παραγωγό έναν ετήσιο στόχο πωλήσεων ή "ποσοστώσεις" (1979, 1980 και, τουλάχιστον, για ένα μέρος του 1983) ή, ελλείψει οριστικής απόφασης που να καλύπτει ολόκληρο το έτος, υποχρεώνοντας τους παραγωγούς να περιορίζουν τις μηνιαίες πωλήσεις τους με αναφορά σε προηγούμενη περίοδο (1981, 1982).
(...)
οΑρθρο 3
Τα ακόλουθα πρόστιμα επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, όσον αφορά την παράβαση που διαπιστώνεται στο άρθρο 1.
(...)
viii) ICI plc, πρόστιμο 10 000 000 ΕCU,ή 6 447 970 λίρες στερλίνες (...).»
4 Δεκατέσσερις από τις δεκαπέντε εταιρίες, αποδέκτριες της ενλόγω αποφάσεως, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη, ενώπιον του Πρωτοδικείου, από τις 10 Δεκεμβρίου 1990 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1990, οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του δικαστηρίου.
5 Με επιστολή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Μαρτίου 1992, και ενώ η γραπτή και προφορική διαδικασία είχαν κατά τα ανωτέρω περατωθεί, αλλά πάντως πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως, η ΙCI ζήτησε από το Πρωτοδικείο την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Προς στήριξη του αιτήματός της, επικαλέστηκε ορισμένα πραγματικά στοιχεία, τα οποία, όπως υποστηρίζει η ίδια, έγιναν γνωστά μόνο μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας και, ειδικότερα, μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1992, BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής (στο εξής: υποθέσεις «PVC») (4). Από τα στοιχεία αυτά, η ICI ισχυρίστηκε ότι προκύπτουν σημαντικά τυπικά ελαττώματα της προσβαλλόμενης πράξεως της Επιτροπής, για τη διερεύνηση των οποίων απαιτείται εκ νέου διεξαγωγή αποδείξεων.
Με την από 10 Μαρτίου προαναφερθείσα απόφασή του το Πρωτοδικείο, αφού άκουσε επι του ανακύψαντος ζητήματος εκ νέου τον γενικό εισαγγελέα, απέρριψε το αίτημα για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας· παράλληλα μείωσε το ύψος του προστίμου και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
6 Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, η ICI άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την ένδικη αίτηση, ζητώντας την αναίρεσή της και την αναγνώριση της ανυπαρξίας ή την ακύρωση της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής, είτε, επικουρικώς, την παραπομπή της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο. Συγχρόνως ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα. Με τις παρατηρήσεις της επί της αναιρέσεως, η ICI δήλωσε ότι, μετά την απόφαση «PVC» του Δικαστηρίου (5), δεν επικαλείται πλέον το ανυπόστατο της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», εμμένει πάντως στους ισχυρισμούς της για την ακυρότητα της πράξης αυτής.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αναίρεση και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Υπέρ της ICI παρενέβη στην εκκρεμή δίκη η εταιρία DSM NV.
II - Παραδεκτό της παρεμβάσεως
7 Σε ό,τι αφορά το παραδεκτό της παρεμβάσεως της εταιρίας DSM στην παρούσα υπόθεση, ισχύουν, καταρχήν, όσα αναφέρονται στα σχετικά σημεία των προτάσεών μου για τη συναφούς αντικειμένου υπόθεση Hόls (6) στα οποία και παραπέμπω. Από την ανάλυση αυτή αντλούνται τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Η παρέμβαση της εταιρίας DSM στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να κριθεί εν μέρει παραδεκτή, κατά το τμήμα της με το οποίο η παρεμβαίνουσα τάσσεται υπέρ της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που η τελευταία ζητεί από το Δικαστήριο, μετά την ακύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, τη διαπίστωση του ανυποστάτου της ενδίκου πράξεως «Πολυπροπυλένιο». Τα υπόλοιπα αιτήματα της παρεμβαίνουσας, ή τα επιχειρήματα που αυτή επικαλείται για να στηρίξει άλλα αιτήματα της αναιρεσείουσας δεν είναι, ούτως ή άλλως, εξεταστέα στο βάσιμό τους ως απαραδέκτως προβαλλόμενα.
Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε, με το υπόμνημα απαντήσεώς της, από τους ισχυρισμούς της εκείνους που αφορούσαν το ανυπόστατο της πράξεως «Πολυπροπυλένιο»· περιόρισε δηλαδή τα αιτήματά της, επιδιώκοντας πλέον την ακύρωση και όχι τη διαπίστωση του ανυποστάτου της ενλόγω πράξεως. Κατά συνέπεια, η παρέμβαση της εταιρίας DSM κατέστη απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
III - Οι κρίσιμες διατάξεις και η νομολογία «PVC» του Δικαστηρίου
Παραπέμπω στα σημεία 19 έως 23 των προτάσεών μου στην προμνησθείσα υπόθεση Hόls.
IV - Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
8 Το Πρωτοδικείο απέρριψε τα αιτήματα που περιλαμβάνονται στο από 4 Μαρτίου 1992 υπόμνημα της προσφεύγουσας, με την ακόλουθη αιτιολογία, η οποία περιλαμβάνεται στη σκέψη 401 της αναιρεσιβαλλομένης:
«Πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση που εκδόθηκε στις προαναφερθείσες υποθέσεις (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992 στις υποθέσεις Τ-79/89, Τ-84/89 έως Τ-86/89, Τ-89/89, Τ-91/89, Τ-92/89, Τ-94/89, Τ-96/89, Τ-102/89 και Τ-104/89, BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-315) δεν δικαιολογεί αφ' εαυτής την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι μια πράξη κοινοποιηθείσα και δημοσιευθείσα πρέπει να τεκμαίρεται έγκυρη. Επομένως, όποιος επικαλείται την έλλειψη τυπικού κύρους ή το ανυπόστατον μιας πράξεως, αυτός φέρει και το βάρος να προβάλει στο Πρωτοδικείο τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε αυτό να αντιπαρέλθει τη φαινομενική εγκυρότητα της πράξεως η οποία κοινοποιήθηκε και δημοσιεύθηκε νομοτύπως. Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες στην παρούσα υπόθεση δεν προέβαλαν καμμία ένδειξη πιθανολογούσα ότι η κοινοποιηθείσα και δημοσιευθείσα πράξη δεν είχε εγκριθεί ή εκδοθεί από τα μέλη της Επιτροπής δρώντα ως συλλογικό όργανο. Ειδικότερα, αντιθέτως προς τις υποθέσεις PVC (προαναφερθείσα απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992, στις υποθέσεις Τ-79/89, Τ-84/89 έως Τ-86/89, Τ-89/89, Τ-91/89, Τ-92/89, Τ-94/89, Τ-96/89, Τ-102/89 και Τ-104/89, σκέψεις 32 επ.), οι προσφεύγουσες, εν προκειμένω, δεν προέβαλαν καμμία ένδειξη περί παραβιάσεως της αρχής ότι μια πράξη, άπαξ εκδοθείσα, δεν θίγεται, διότι, όπως ισχυρίστηκαν, το κείμενο της Αποφάσεως τροποποιήθηκε, μετά τη συνεδρίαση του σώματος των Επιτρόπων κατά την οποία αυτό είχε εγκριθεί».
V - Οι λόγοι αναιρέσεως
A - Τα επιχειρήματα των διαδίκων
α) Οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας
9 Η ICI επικαλείται με τα δικόγραφά της, αφενός, πλημμέλειες της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου και αφετέρου, παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου στις οποίες, σύμφωνα με την ίδια, υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς της. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι, με την άρνησή του να επαναλάβει την προφορική διαδικασία και να διατάξει νέα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, όπως του είχε ζητηθεί, το Πρωτοδικείο ενήργησε κατά παράβαση των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων του κοινοτικού δικαίου, πλήττοντας το δικαίωμα άμυνας της προσφεύγουσας. Η ICI θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλομένη, ως προς την απόρριψη του αιτήματος για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, στηρίζεται σε νομικώς εσφαλμένη αιτιολογία. Σε κάθε περίπτωση, το Πρωτοδικείο ήταν υποχρεωμένο, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, να ικανοποιήσει τα αιτήματα που είχε υποβάλει με το από 4 Μαρτίου 1992 υπόμνημά της, διότι αυτά στηρίζονται σε πραγματικά στοιχεία και ισχυρισμούς αποφασιστικής σημασίας για τη λύση της διαφοράς, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να προβληθούν σε προγενέστερο στάδιο της δίκης· με την αρνητική απάντησή του στο σχετικό υπόμνημα, το Πρωτοδικείο δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή του να χρησιμοποιεί δεόντως τις εξουσίες που του αναγνωρίζει ο οικείος Κανονισμός Διαδικασίας.
10 Επικουρικώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να ακυρώσει αυτεπαγγέλτως την προσβαλλομένη πράξη, για παράβαση ουσιώδους τύπου. Επίσης, στο μέτρο που τα ενλόγω ουσιώδη διαδικαστικά ελαττώματα ανήκουν στην κατηγορία των αυτεπαγγέλτως ελεγχομένων λόγων ακυρώσεως, το Δικαστήριο υποχρεούται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα που θα του επιτρέψουν να αποφανθεί επ' αυτών. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι αιτιολογίες που περιέχονται στην σκέψη 401 της αναιρεσιβαλλoμένης, με τις οποίες απερρίφθησαν τα αιτήματά της για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και για λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, είναι νομικώς εσφαλμένες.
11 Η ICI παρατηρεί, καταρχάς, ότι κακώς το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι αυτή είχε επικαλεσθεί την απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου (7) προς στήριξη των σχετικών αιτημάτων. Το κρίσιμο στοιχείο που αυτή ανέφερε στο υπόμνημά της δεν ήταν η απόφαση «PVC» αλλά οι δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής, κατά την προφορική διαδικασία των υποθέσεων «PVC». Από τις δηλώσεις αυτές συναγόταν ότι η Επιτροπή είχε ηθελημένα παραλείψει να συμμορφωθεί σε μια σειρά από διαδικαστικούς κανόνες, κατά την έκδοση τόσο της πράξεως «PVC» όσο και άλλων συναφών πράξεων, όπως η αφορώσα στο πολυπροπυλένιο.
12 Ακόμη, η αιτιολογία του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία δεν προβλήθηκαν από την προσφεύγουσα ενδείξεις από τις οποίες πιθανολογείται ότι η προσβληθείσα πράξη δεν είχε εκδοθεί από τα μέλη της Επιτροπής, δρώντα ως συλλογικό όργανο, είναι για την ICI αβάσιμη στο μέτρο που, από τις προαναφερθείσες δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής κατά τη συζήτηση των υποθέσεων «PVC» ενώπιον του Πρωτοδικείου, είχε καταστεί σαφές ότι δεν τηρείτο πλέον κατά την έκδοση των πράξεων της Επιτροπής ο τύπος που προβλέπει το άρθρο 12 του εσωτερικού της κανονισμού· οι ίδιοι εκπρόσωποι της Επιτροπής υπεραμύνθηκαν της πρακτικής της τελευταίας να μεταβάλει το περιεχόμενο των εκδοθεισών από αυτή πράξεων σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδόσεώς τους και να εξουσιοδοτεί ένα από τα μέλη της για τη κατάρτιση του κειμένου των αποφάσεών της σε ορισμένες από τις αυθεντικές γλώσσες. Υπήρχαν λοιπόν, κατά την άποψη της ICI, ενδείξεις ικανές να πιθανολογήσουν ότι οι παρατυπίες αυτές συνέτρεξαν και κατά την έκδοση της ενδίκου πράξεως «Πολυπροπυλένιο».
13 Κατά την αναιρεσείουσα, είναι πλημμελής η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία ο διάδικος που επικαλείται την έλλειψη τυπικού κύρους ή το ανυπόστατο μιας πράξεως, αυτός οφείλει να προβάλλει τους λόγους για τους οποίους ο δικαστής θα πρέπει να αντιπαρέλθει τη «φαινομενική εγκυρότητα» που γεννήθηκε για την πράξη αυτή από μόνη την κοινοποίηση και δημοσίευσή της. Η ΙCΙ θεωρεί ότι η συλλογιστική αυτή είναι νομικώς εσφαλμένη. Στο μέτρο που τα στοιχεία από τα οποία συνάγεται η ύπαρξη τυπικών ελαττωμάτων της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», βρίσκονταν στην αποκλειστική κατοχή της Επιτροπής, χωρίς η ΙCI να έχει πρόσβαση σε αυτά, είναι αντίθετο προς τις αρχές της ισονομίας, της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων και της ασφάλειας δικαίου να παρεμποδίζεται η προσβολή του κύρους μιας πράξεως για τον λόγο ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία κατά τον κατάλληλο χρόνο, ώστε να τα προβάλλουν εγκαίρως. Σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσείουσα πιστεύει ότι τα στοιχεία που είχε περιλάβει στο από 4 Μαρτίου 1992 υπόμνημά της αρκούσαν για να κλονίσουν τη «φαινομενική εγκυρότητα» της πράξεως αυτής.
14 Για τη σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης, σύμφωνα με την οποία η προσφεύγουσα δεν προέβαλε πρωτοδίκως καμμία ένδειξη «περί παραβιάσεως της αρχής ότι μια πράξη, άπαξ εκδοθείσα, δεν θίγεται (...)», η ICI παρατηρεί ότι όντως δεν επικαλέσθηκε στοιχεία που να αποκαλύπτουν ότι το περιεχόμενο της πράξεως τροποποιήθηκε μετά την έκδοσή της. Ωστόσο, η έλλειψη αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι, αντίθετα με όσα συνέβησαν στις υποθέσεις «PVC», το κείμενο της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» που της κοινοποιήθηκε δεν περιείχε οφθαλμοφανείς αλλοιώσεις και μεταβολές. Παρόλα αυτά, υπόνοιες μεταβολής γεννώντο τόσο από όσα παραδέχθηκαν οι εκπρόσωποι της Επιτροπής στις υποθέσεις «PVC» όσο και από το γεγονός ότι μεταξύ της εκδόσεως της πράξεως (23 Απριλίου 1986) και της κοινοποιήσεώς της (22 Μαου 1986) παρήλθε μακρό χρονικό διάστημα. Ούτως ή άλλως, όμως, η ICI σημειώνει ότι, με βάση τα όσα έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο με την απόφαση «PVC», η έλλειψη ενδείξεων ως προς τη μεταβολή του περιεχομένου της ενδίκου πράξεως δεν μπορούσε να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματός της για επανάληψη της διαδικασίας, στο μέτρο που το κρίσιμο ζήτημα ήταν εκείνο της συμμορφώσεως ή όχι προς το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής· εφόσον για το ζήτημα αυτό δεν υπήρχαν πλέον αμφιβολίες, μετά τις δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής στις υποθέσεις «PVC», το Πρωτοδικείο όφειλε να επαναλάβει τη διαδικασία.
15 Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα παρατηρεί ότι, σύμφωνα με την απόφαση «PVC» του Δικαστηρίου, η αυθεντική κύρωση των πράξεων της Επιτροπής κατά το άρθρο 12 του εσωτερικού της κανονισμού συνιστά ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου και μόνο αποτελεί λόγο ικανό για την ακύρωση της μη κυρωθείσας πράξεως, χωρίς να χρειάζεται να προσαχθούν επιπλέον αποδείξεις για τον κλονισμό του τεκμηρίου νομιμότητας της πράξεως αυτής ή για την μεταβολή του περιεχομένου της μετά την έκδοσή της. Κατά συνέπεια, η λύση που έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλομένη, κατά την οποία η παράβαση του άρθρου 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής δεν επιφέρει αυτομάτως την ακυρότητα της βαρυνόμενης με την παράβαση πράξεως, είναι νομικώς εσφαλμένη και επομένως αναιρετέα.
16 Επιπροσθέτως, η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα όταν έκρινε πως η ICI δεν προέβαλε με το υπόμνημά της τις απαραίτητες «ενδείξεις», ώστε να γίνει δεκτό το αίτημά της για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Ως προς το ζήτημα των στοιχείων τα οποία ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει προς στήριξη των αιτημάτων που περιέχοντο στο υπόμνημά της, η αναιρεσείουσα παρατηρεί τα ακόλουθα: καταρχάς, δεν ήταν κατά τη γνώμη της απαραίτητο να προσαγάγει κανένα αποδεικτικό στοιχείο· τόσο το Πρωτοδικείο, αρχικώς, όσο και το Δικαστήριο στο στάδιο της αναιρέσεως μπορούν να συλλέξουν με δική τους πρωτοβουλία τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία και να ακυρώσουν αυτεπαγγέλτως την πράξη «Πολυπροπυλένιο» για παράβαση ουσιώδους τύπου. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ΙCI θεωρεί ότι είχε συμμορφωθεί με τους κανόνες για το βάρος της αποδείξεως και είχε προβάλει όσα στοιχεία και ενδείξεις είχε υποχρέωση από τους κανόνες αυτούς. Στο σημείο αυτό η αναιρεσείουσα κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει τις λύσεις που δέχθηκε το Πρωτοδικείο με πρόσφατες αποφάσεις του, με τις οποίες αντιμετωπίσθηκε το ίδιο ακριβώς νομικό ζήτημα με αυτό που τίθεται στην κρινόμενη υπόθεση (8).
17 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ακόμη χρήσιμο να τονίσει ότι η προβολή των κατά τα ανωτέρω τυπικών ελαττωμάτων της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» δεν έγινε καθυστερημένα και εκπρόθεσμα· επομένως αυτά έπρεπε να εκτιμηθούν από το Πρωτοδικείο. Η αναιρεσείουσα επικαλείται τις προαναφερθείσες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 48 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, οι οποίες, κατά την ερμηνεία που η ίδια θεωρεί ορθότερη, επιτρέπουν την προβολή νέων ισχυρισμών σε κάθε φάση της δίκης, όταν αυτοί στηρίζονται σε γεγονότα που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η ICI υποστηρίζει ότι η διαδικασία περατούται μόνο με την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου και επομένως η επίκληση στοιχείων που κατέστησαν γνωστά μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας και η προβολή νέων ισχυρισμών ήταν καθόλα δυνατή την 4η Μαρτίου 1992, ημέρα υποβολής του υπομνήματός της στο Πρωτοδικείο. Η ευχέρεια συμπληρώσεως των ισχυρισμών μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου συνάγεται ακόμη από τη διατύπωση των άρθρων 49 και 62 του Κανονισμού Διαδικασίας. Εξάλλου, η ICI παρατηρεί ότι στις αντίστοιχες υποθέσεις «PVC», «PBDE» (9), «AAC» (10) και «Carbonate de Soude» (11) το Πρωτοδικείο δέχθηκε να εξετάσει τους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς των προσφευγουσών στις υποθέσεις εκείνες εταιριών, παρόλον ότι δεν είχαν προβληθεί στον κατάλληλο χρόνο. Το Δικαστήριο, εξάλλου, στις υποθέσεις «PVC», δεν στάθηκε στο διαπιστωθέν από το Πρωτοδικείο γεγονός ότι μία από τις ενδιαφερόμενες εταιρίες (για την ακρίβεια η Montedison) δεν είχε προβάλει τα τυπικά ελαττώματα της προσβαλλομένης πράξεως με τα δικόγραφά της αλλά τα επικαλέστηκε το πρώτον στη συζήτηση. Η αναιρεσείουσα συνάγει από τη στάση του Δικαστηρίου στην απόφαση «PVC» ότι η προβολή των τυπικών ελαττωμάτων της προσβαλλόμενης πράξεως ακόμη και μετά τη λήξη της έγγραφης διαδικασίας, είναι δικονομικώς δυνατή. Τέλος, η αναιρεσείουσα συμπληρώνει ότι, σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα του εκπροθέσμου του υπομνήματος και της προβολής των ισχυρισμών που αυτό περιέχει, δεν παρουσιάζει καμμία πρακτική σημασία, στο μέτρο που το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει τους ισχυρισμούς αυτούς αυτεπαγγέλτως.
18 Ως προς την υποχρέωση αυτεπάγγελτης διερευνήσεως των διαδικαστικών ελαττωμάτων των προσβαλλομένων πράξεων εκτός δικονομικών προθεσμιών, η αναιρεσείουσα παρατηρεί ότι στηρίζεται στις αρχές της οικονομίας της διαδικασίας και της καλής απονομής της δικαιοσύνης, έχει δε αναγνωρισθεί νομολογιακώς (12).
β) Οι ισχυρισμοί της αναιρεσιβλήτου
19 Από την πλευρά της, η Επιτροπή παρουσιάζει μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση τόσο των κρισίμων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου όσο και των πορισμάτων που πρέπει να αντληθούν από τη νομολογία «PVC» του Δικαστηρίου. Κατά την Επιτροπή, δεν γεννάται αμφιβολία ότι οι διάδικοι που έχουν έννομο συμφέρον, βαρύνονται με την υποχρέωση να επικαλεσθούν τα διαδικαστικά ελαττώματα της πράξεως κατά της οποίας έχουν προσφύγει και να προσκομίσουν εγκαίρως τις σχετικές αποδείξεις. Από δικονομικής απόψεως, η επίκληση των ανωτέρω πρέπει να γίνεται ήδη με το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης εκτός αν οι σχετικοί ισχυρισμοί στηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία που κατέστησαν γνωστά κατά την εξέλιξη της διαδικασίας. Ειδικά για την περίπτωση που προβάλλεται η μη τήρηση του διαδικαστικού τύπου της αυθεντικής κυρώσεως των αποφάσεων της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 12 του εσωτερικού της κανονισμού, η αμφισβήτηση της τηρήσεως του ενλόγω τύπου είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε αποφασιστικής σημασίας ενδείξεις, οι οποίες να έχουν παρουσιασθεί εγκαίρως από τον διάδικο που έχει το βάρος της αποδείξεως, και από τις οποίες να καθίσταται αβέβαιο κατά πόσον υπάρχει αυθεντικώς κυρωμένο πρωτότυπο της πράξεως της Επιτροπής· η αναιρεσίβλητος αντλεί το συμπέρασμα αυτό από τις σκέψεις 73 ως 76 της αποφάσεως «PVC» του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση των προσφυγών κατά της αποφάσεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής, η τελευταία υποστηρίζει ότι οι προσφεύγουσες δεν επικαλέσθηκαν τις, κατά τα ανωτέρω, αποφασιστικής σημασίας ενδείξεις και, εν πάση περιπτώσει, δεν το έπραξαν εν ευθέτω χρόνω (13).
20 Ειδικά για την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή παρατηρεί τα ακόλουθα: η απόρριψη από το Πρωτοδικείο, του αιτήματος της ICI για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας κατά της οποίας στρέφεται η παρούσα αίτηση αναιρέσεως, στηρίζεται σε δύο αιτιολογίες οι οποίες περιέχονται στη σκέψη 401 της αναιρεσιβαλλομένης. Αφενός αναφέρεται ότι η επίκληση της αποφάσεως «PVC» του Πρωτοδικείου από την ICI δεν μπορεί μόνη της να δικαιολογήσει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Αφετέρου, κρίθηκε ότι η ICI δεν προσκόμισε καμμία ένδειξη από την οποία να συνάγεται ότι η ένδικος πράξη «Πολυπροπυλένιο» δεν είχε εκδοθεί νομίμως από την Επιτροπή, ως συλλογικό όργανο, ή ότι υπέστη τροποποιήσεις μετά την έκδοσή της.
21 Ως προς την πρώτη αιτιολογία, η Επιτροπή αποδέχεται τη θέση του Πρωτοδικείου και επισημαίνει ότι ορθώς δεν θεωρήθηκε η απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου ως αποδεικτικό στοιχείο αποφασιστικής σημασίας, το οποίο δικαιολογεί την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Συμπληρώνει ακόμη ότι η αναιρεσείουσα αβασίμως ισχυρίζεται πως η αίτησή της για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας δεν είχε στηριχθεί στην απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου αλλά σε διαφορετικής φύσεως πραγματικά στοιχεία. Προς τούτο επικαλείται τη διατύπωση της αιτήσεως της ICI που είχε υποβληθεί στο Πρωτοδικείο στις 4 Μαρτίου 1992· η Επιτροπή παρατηρεί ότι, στην αίτηση αυτή, αναφέρεται ρητώς η απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου. Εξάλλου, αν η ICI ήθελε πράγματι να στηρίξει την αίτησή της, όχι στην προμνησθείσα δικαστική απόφαση, αλλά στις αποκαλύψεις των εκπροσώπων της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία των υποθέσεων «PVC», δεν θα ανέμενε την έκδοση της αποφάσεως, αλλά θα την είχε καταθέσει αμέσως μετά τις κρίσιμες αυτές αποκαλύψεις, δηλαδή αμέσως μετά την 10η Δεκεμβρίου 1991.
22 Ως προς τις αιτιάσεις της ICI κατά της δεύτερης αιτιολογίας που περιλαμβάνεται στη σκέψη 401 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτές προβάλλονται απαραδέκτως. Ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή στηρίζεται στη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η ICI δεν είχε επικαλεσθεί με την από 4 Μαρτίου 1992 αίτησή της, καμμία ένδειξη από την οποία να πιθανολογείται ότι η πράξη «Πολυπροπυλένιο» δεν είχε ληφθεί από τα μέλη της Επιτροπής δρώντα ως συλλογικό όργανο, ή ότι η πράξη αυτή τροποποιήθηκε μετά την έκδοσή της. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η έλλειψη προβολής συγκεκριμένων ενδείξεων ως προς την παράνομη μεταβολή του περιεχομένου της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» μετά την έκδοσή της, συνάγεται από την απλή ανάγνωση της αιτήσεως που είχε υποβάλει η ICI στις 4 Μαρτίου 1992· δεν αμφισβητείται εξάλλου από την αναιρεσείουσα. Επίσης, το ζήτημα αν είχαν προβληθεί ή όχι επαρκείς ενδείξεις ως προς τα πιθανολογούμενα ελαττώματα της ενλόγω πράξεως, συνιστά εκτίμηση επί του πραγματικού και όχι νομικό ζήτημα. Δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου.
Τέλος, η αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, το Πρωτοδικείο, με την άρνησή του να επαναλάβει την προφορική διαδικασία και να διεξαγάγει νέες αποδείξεις, παρά το σχετικό αίτημα της ICΙ, δεν παρέβη κανένα δικονομικό ή ουσιαστικό κανόνα του κοινοτικού δικαίου· οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας είναι, συνεπώς, ως προς το ζήτημα αυτό, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο ορθώς αντιπαρήλθε το αίτημα της ICI, στο μέτρο που αυτό δεν στηριζόταν σε πραγματικούς ή νομικούς ισχυρισμούς ικανούς να κλονίσουν το τεκμήριο νομιμότητας της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», το οποίο υπάρχει από τη δημοσίευση και κοινοποίηση της πράξεως αυτής. Η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση «PVC» του Δικαστηρίου, από την οποία θεωρεί ότι συνάγεται η ερμηνευτική αρχή κατά την οποία, το τεκμήριο νομιμότητας μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου μπορεί να κλονισθεί μόνον με την επίκληση από τον διάδικο, που έχει έννομο συμφέρον, τεκμηριωμένων και σοβαρών αμφιβολιών ως προς την τήρηση των διαδικαστικών κανόνων από τον εκδότη της πράξεως αυτής. Επιπροσθέτως, οι αμφιβολίες αυτές πρέπει να προβληθούν στον κατάλληλο χρόνο (14). Η αναιρεσίβλητος εφαρμόζει τον ερμηνευτικό αυτό κανόνα στα δεδομένα της παρούσης υποθέσεως και σημειώνει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο δεν επανέλαβε την προφορική διαδικασία, όχι μόνον για το λόγο ότι η ICI δεν επικαλέσθηκε προς στήριξη του αιτήματός της ενδείξεις, δέουσας βαρύτητος, από τις οποίες πιθανολογούνται τα προβαλλόμενα διαδικαστικά ελαττώματα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», αλλά και διότι οι ενδείξεις αυτές προβλήθηκαν καθυστερημένως. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η αιτιολογία υφέρπει στην απορριπτική απάντηση του Πρωτοδικείου, στο αίτημα της ICI για επανάληψη της διαδικασίας. Συνάγεται δε από τη διατύπωση των αποφάσεων του Πρωτοδικείου επί των υπολοίπων προσφυγών κατά της ιδίας πράξεως, οι οποίες δημοσιεύθησαν την ίδια ημέρα με την αναιρεσιβαλλομένη και συμπληρώνει, εν κατακλείδι, ότι η αναιρεσείουσα αβασίμως ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο απαίτησε από αυτήν, για να δεχθεί το αίτημά της για επανάληψη της διαδικασίας, την προσκομιδή πλήρων αποδείξεων, αφόσον δεν εξηγεί γιατί το αίτημα αυτό και οι σχετικοί ισχυρισμοί υποβλήθηκαν καθυστερημένως· υπό το πρίσμα αυτό, τα κριτήρια που ακολούθησε το Πρωτοδικείο εν προκειμένω ήσαν νόμιμα.
B - Εξέταση των λόγων αναιρέσεως
23 α) Χεκινώ από την νομιμότητα της πρώτης αιτιολογίας που περιέχει η σκεψη 401 της αναιρεσιβαλλομένης. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση της ICI για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας διότι θεώρησε ότι με την αίτηση αυτή προβάλλεται ως μόνη ένδειξη περί της πιθανολογήσεως τυπικών ελαττωμάτων της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» το περιεχόμενο της αποφάσεως «PVC» του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1992 (15). Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο της από 4 Μαρτίου αιτήσεώς της· με την αίτηση αυτή δεν προβαλλόταν η απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου ως κρίσιμο στοιχείο από το οποίο να γεννώνται αμφιβολίες ως προς την τυπική νομιμότητα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», αλλά οι προμνησθείσες αποκαλύψεις των εκπροσώπων της Επιτροπής στο πλαίσιο της προφορικής συζητήσεως των υποθέσεων «PVC», η οποία έλαβε χώρα στις 10 Δεκεμβρίου 1991 (16).
24 Aπό την ανάγνωση όμως της σκέψεως 401 της αναιρεσιβαλλομένης συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο στηρίζει την απορριπτική του απάντηση στο ότι η ΙCI δεν προέβαλε «(...) καμμία ένδειξη πιθανολογούσα ότι η κοινοποιηθείσα και δημοσιευθείσα πράξη δεν είχε εγκριθεί ή εκδοθεί από τα μέλη της Επιτροπής δρώντα ως συλλογικό όργανο (...)». Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο κατά την έκδοση της αποφάσεώς του, δεν περιορίσθηκε να αναφέρει ότι η επίκληση της αποφάσεως «PVC» του Πρωτοδικείου δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει την επανάληψη της διαδικασίας, αλλά έλαβε υπόψη του το σύνολο των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που περιέχονταν στην αίτηση που του είχε υποβάλει η ICI στις 4 Μαρτίου 1992. Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι συνεπώς αβάσιμος.
25 β) Πρέπει, περαιτέρω, να εξετασθεί η δεύτερη αιτιολογία που περιέχεται στην σκέψη 401 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Καταρχάς, πρέπει να δοθεί απάντηση στην ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής κατά των αιτιάσεων της ICI που στρέφονται κατά της κρίσεως του Πρωτοδικείου για την ανυπαρξία ενδείξεων από τις οποίες πιθανολογούνται τα προβαλλόμενα τυπικά ελαττώματα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο». Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ενλόγω κρίση του Πρωτοδικείου αναφέρεται σε πραγματικό, δεν συνιστά δηλαδή νομικό ζήτημα το οποίο ελέγχεται αναιρετικώς. Η παρουσίαση αυτή δεν είναι κατά τη γνώμη μου ορθή. Η αναιρεσείουσα δεν βάλλει κατά της διαπιστώσεως και της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο, αλλά εγείρει ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας νόμου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, απαίτησε από αυτή την προσαγωγή, προς επίρρωση των ισχυρισμών της, αποδεικτικών στοιχείων υπερβολικής πληρότητας, τα οποία υπερβαίνουν όσα κανονικώς της επέβαλλαν οι κανόνες για το βάρος της αποδείξεως. Ισχυρίζεται επίσης ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι δεν είχε προβληθεί με την αίτηση της 4ης Μαρτίου 1992, «(...) καμμία ένδειξη πιθανολογούσα ότι η κοινοποιηθείσα και δημοσιευθείσα πράξη δεν είχε εγκριθεί ή εκδοθεί από τα μέλη της Επιτροπής δρώντα ως συλλογικό όργανο (...)», προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών στοιχείων στους κανόνες για το βάρος της αποδείξεως. Επομένως, τα επιχειρήματα αυτά της αναιρεσείουσας προβάλλονται παραδεκτώς.
26 Σε ό,τι αφορά το βάσιμο των ενλόγω αιτιάσεων, παραπέμπω στην ανάλυσή που περιλαμβάνεται στα σημεία 50 έως 57 των προτάσεών μου για την υπόθεση Hόls. Από την ανάλυση αυτή συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να απαιτήσει από την ΙCI την προσαγωγή πληρέστερων αποδείξεων ή, για την ακρίβεια, «ενδείξεων» ως προς την ύπαρξη των ενδεχομένων τυπικών ελαττωμάτων της πράξεως «Πολυπροπυλένιο». Κρίνοντας απλώς ότι η εταιρία αυτή δεν προέβαλε καμμία ένδειξη πιθανολογούσα τα ελαττώματα αυτά, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα παραβαίνοντας τους κανόνες για το βάρος της αποδείξεως, οπότε η σκέψη αυτή της αναιρεσιβαλλομένης δεν είναι ορθή.
27 γ) Στη συνέχεια, μένει να διερευνηθεί αν το Πρωτοδικείο μπορούσε να απορρίψει την από 4 Μαρτίου 1992 αίτηση της ICI με άλλη αιτιολογία. Παραμένει δηλαδή προς εξέταση το ερώτημα κατά πόσον το Πρωτοδικείο όφειλε είτε δεχόμενο την αίτηση της 4ης Μαρτίου 1992 είτε ενεργώντας αυτεπαγγέλτως, να επαναλάβει την προφορική διαδικασία και να διατάξει μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, ώστε να αναζητηθούν περαιτέρω τυχόν τυπικά ελαττώματα της ενδίκου πράξεως.
28 Ας σημειωθεί, καταρχάς, ότι το ζήτημα που εγείρει η αναιρεσείουσα έχει νομικό χαρακτήρα, και επομένως προβάλλεται παραδεκτώς στο στάδιο της αναιρέσεως, αντιθέτως προς τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή. Αναλυτικότερα, το κατά πόσον η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων για το βάρος των αποδείξεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 48, 62 και 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, επέβαλλαν ή όχι στο τελευταίο να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας επί τη βάσει και μόνο των ενδείξεων που επικαλείτο με το από 4 Μαρτίου 1992 υπόμνημά της η ICI, είναι νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους νομικούς κανόνες, οπότε και ελέγχεται αναιρετικώς.
29 Η απάντησή μου είναι ως προς τα ανωτέρω αρνητική. Θεωρώ ότι ορθώς δεν επαναλήφθηκε η διαδικασία διότι η σχετική αίτηση δεν συγκέντρωνε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ούτε υφίστατο υποχρέωση προς τούτο, απορρέουσα από τους κανόνες του κοινοτικού δικονομικού δικαίου περί αυτεπαγγέλτου δικαστικού ελέγχου ορισμένων νομικών ζητημάτων. Η θέση μου αυτή στηρίζεται στην ανάλυση που αναπτύσσεται στα σημεία 58 έως 79 των προτάσεών μου στην υπόθεση Hόls στα οποία και παραπέμπω εν προκειμένω.
VI - Πρόταση
30 Ενόψει όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο τα ακόλουθα:
«1) Να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας Imperial Chemical Industries plc.
2) Να απορριφθεί η ασκηθείσα παρέμβαση.
3) Η παρεμβαίνουσα να φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
4) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα λοιπά δικαστικά έξοδα.»
(1) - Υπόθεση T-13/89, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1021).
(2) - IV/31.149-Polypropylθne, ΕΕ 1986, L 230, σ. 1.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(4) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-79/89, Τ-84/89, Τ-85/89, Τ-86/89, Τ-89/89, Τ-91/89, Τ-92/89, Τ-94/89, Τ-96/89, Τ-98/89, Τ-102/89 και Τ-104/89 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-315).
(5) - Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., C-137/92 P (Συλλογή 1994, σ. Ι-2555).
(6) - Σημεία 10 έως 15 των προτάσεών μου που παρουσιάζονται επίσης την ίδια ημέρα, επί της υποθέσεως C-199/92 P, Hόls κατά Επιτροπής.
(7) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 4.
(8) - Κατά την ICI, οι αντίστοιχες ενδείξεις που είχαν προβάλει οι προσφεύγουσες στις υποθέσεις «PVC» (προααναφερθείσες στην υποσημείωση 4) και «PBDE» [απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-80/89, Τ-81/89, Τ-83/89, Τ-87/89, Τ-88/89, Τ-90/89, Τ-93/89, Τ-95/89, Τ-97/89, Τ-99/89, Τ-100/89, Τ-101/89, Τ-103/89, Τ-105/89, Τ-107/89 και Τ-112/89, BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-729)] είχαν σαφώς μικρότερη βαρύτητα από εκείνες που προβλήθηκαν στην κρινόμενη υπόθεση· το Πρωτοδικείο δεν αρνήθηκε όμως να τις λάβει υπόψη και να υποχρεώσει την Επιτροπή να προσαγάγει τα απαραίτητα στοιχεία για τη διερεύνηση του βασίμου των ισχυρισμών αυτών. Επίσης, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο έχει ήδη εγκαταλείψει τη λύση που δέχθηκε στην κρινόμενη υπόθεση: η στροφή της νομολογίας φαίνεται στην απόφαση «Carbonate de Soude» [αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-32/91, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1825), Τ-36/91, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1847), Τ-37/91, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1901)] με την οποία, σύμφωνα πάντοτε με την ICI, κρίθηκε αφενός ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής στις υποθέσεις «PVC» μπορούσαν να προβληθούν από τις προσφεύγουσες ως ενδείξεις από τις οποίες πιθανολογείται η ύπαρξη ουσιαστικού διαδικαστικού ελαττώματος της προσβαλλομένης πράξεως και αφετέρου ότι με τις δηλώσεις αυτές η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι δεν τηρούσε τους απαραίτητους διαδικαστικούς τύπους κατά την έκδοση των πράξεων που παρήγαγε μέχρι το τέλος του 1991. Επιπροσθέτως, η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι στην απόφαση Parker Pen, απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Ιουλίου 1994, Τ-77/92 (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-549), το Πρωτοδικείο είχε καλέσει την Επιτροπή να προσκομίσει το αυθεντικό πρωτότυπο της προσβαλλόμενης πράξεως πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως.
(9) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 8.
(10) - Απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Απριλίου 1995, Τ-442/93, AAC, (Συλλογή 1995, σ. II-1329).
(11) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 8. Η αναιρεσείουσα τονίζει τις ομοιότητες των υποθέσεων εκείνων με την υπό κρίση υπόθεση και πιστεύει ότι η συλλογιστική των υποθέσεων εκείνων έπρεπε να ακολουθηθεί και κατά την εκδίκαση της δικής της προσφυγής. Σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο έκρινε στις αποφάσεις «Carbonate de Soude» ως εξής: δέχθηκε ότι η προσφεύγουσα προέβαλε τον νέο ισχυρισμό περί υπάρξεως υπονοιών για την ύπαρξη τυπικών πλημμελειών το ταχύτερο δυνατόν· έκρινε επίσης ότι η προσφεύγουσα δεν θα μπορούσε να είχε διαβλέψει την παράβαση του άρθρου 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής προτού γίνει γνωστή η θέση των εκπροσώπων της Επιτροπής, κατά την συζήτηση της υποθέσεως «PVC» και θεώρησε ότι η προσφεύγουσα ορθώς είχε αναμείνει μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως «PVC» προτού προβάλει τους νέους αυτούς ισχυρισμούς.
(12) - Η αναιρεσείουσα παραπέμπει στη λύση που έγινε δεκτή από το Πρωτοδικείο στις προαναφερθείσες αποφάσεις «PVC» και «Carbonate de Soude», όπ.π. υποσημείωση 8, και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου 18/57, Nold (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 323), C-291/89, Interhotel (Συλλογή 1991, σ. Ι-2257), C-304/89, Oliveira (Συλλογή 1991, σ. Ι-2283).
(13) - Η Επιτροπή σημειώνει ότι, αν τελικά θεωρηθούν οι αποκαλύψεις, στις οποίες προέβησαν οι εκπρόσωποί της ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά την προφορική διαδικασία της υποθέσεως «PVC», ως ενδείξεις αποφασιστικής σημασίας για την επίλυση της παρούσας υποθέσεως, και πάλι, οι ενδείξεις αυτές ορθώς δεν ελήφθησαν υπόψη διότι προβλήθηκαν καθυστερημένως. Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστηρίζει αφενός ότι οι ενλόγω αποκαλύψεις έλαβαν χώρα κατά την προφορική διαδικασία της 20ής Νοεμβρίου 1991 και όχι στις 10 Δεκεμβρίου 1991, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα· αφετέρου, και αν ακόμη γίνει δεκτή η τελευταία ημερομηνία, το υπόμνημα με το οποίο ζητήθηκε η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας υποβλήθηκε καθυστερημένα, μόλις στις αρχές Μαρτίου 1992.
(14) - Η Επιτροπή επικαλείται προς στήριξη των ισχυρισμών της τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου Τ-34/92 Fiatagri/Ford (Συλλογή 1994, σ. II-905) και Τ-35/92 John Deere (Συλλογή 1994, σ. II-0957).
(15) - Είναι αδιάφορο το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα πιθανολογούμενα ελαττώματα, και αν ακόμη συνέτρεχαν, δεν καθιστούσαν την πράξη ανυπόστατη (Βλ. στο σημείο αυτό, την ανάλυση της αποφάσεως «PVC» του Δικαστηρίου, την οποία παραθέτω στις προτάσεις μου για την υπόθεση Hόls, σημεία 20 επ.). Το κρίσιμο στοιχείο που είχε προβάλει η προσφεύγουσα στην δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν συνίσταται στην πιθανότητα να είναι η προσβαλλόμενη πράξη ανυπόστατη αλλά στο ενδεχόμενο να συντρέχουν τα τυπικά ελαττώματα της παραλείψεως αυθεντικής κυρώσεως της πράξεως, της εκ των υστέρων μεταβολής του περιεχομένου της και της παραβιάσεως του γλωσσικού της καθεστώτος. Δηλαδή, για τον δικαστή δεν έχει σημασία ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνουν οι διάδικοι στα γεγονότα, αλλά τα ίδια τα γεγονότα που αυτοί επικαλούνται. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν τα γεγονότα αυτά, αν συντρέχουν, μπορεί μεν να μη καθιστούν την πράξη ανυπόστατη, συνιστούν όμως παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας κατά την έκδοση της επίδικης πράξεως.
(16) - Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας προβάλλεται παραδεκτώς στο στάδιο της αναιρέσεως. Ναι μεν το Πρωτοδικείο είναι μόνο αρμόδιο για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, δεν μπορεί όμως να αγνοήσει πραγματικό ισχυρισμό που του προβλήθηκε νομοτύπως από έναν εκ των διαδίκων.
Full & Egal Universal Law Academy