Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Στην υπό κρίση υπόθεση καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αιτήσεως της εταιρίας Montecatini SpA (αρχικά Montedison που μετονομάσθηκε σε Montepolimeri SpA και στη συνέχεια σε Montedipe SpA, στο εξής: Monte), υποβληθείσης δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, περί αναιρέσεως της από 10ης Μαρτίου 1992 αποφάσεως του Πρωτοδικείου (1). Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εταιρία, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ (στο εξής: Συνθήκη), κατά της από 23 Απριλίου 1986 αποφάσεως της Επιτροπής (2) (στο εξής: πράξη «Πολυπροπυλένιο»). Η απόφαση αυτή αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης στον τομέα της παραγωγής πολυπροπυλενίου.
Ι - Πραγματικά περιστατικά και εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου
1 Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά της επίδικης διαφοράς και την εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δυτικοευρωπαϋκή αγορά πολυπροπυλενίου εφοδιαζόταν πριν από το 1977 σχεδόν αποκλειστικά από δέκα παραγωγούς, μεταξύ των οποίων μεγαλύτερος ήταν η αναιρεσείουσα με μερίδιο αγοράς κυμαινόμενο μεταξύ 14,2 και 15 %· η Monte κατείχε συγχρόνως ευρεσιτεχνίες ελέγχου, οι οποίες και έληξαν στις περισσότερες ευρωπαϋκές χώρες μεταξύ 1976 και 1978. Μετά τη λήξη των διπλωμάτων αυτών, εμφανίσθηκαν επτά νέοι παραγωγοί, με σημαντική παραγωγική ικανότητα. Το γεγονός αυτό δεν συνοδεύθηκε με ανάλογη αύξηση της ζήτησης, με συνέπεια να μην υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, τουλάχιστον μέχρι το 1982. Γενικότερα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου 1977-1983, η αγορά πολυπροπυλενίου χαρακτηριζόταν από χαμηλή αποδοτικότητα ή/και σημαντικές ζημίες.
2 Στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1983 υπάλληλοι της Επιτροπής, στο πλαίσιο των εξουσιών που τους παρέχει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (3) (στο εξής: κανονισμός 17), πραγματοποίησαν συντονισμένους ελέγχους σε μια ομάδα επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα παραγωγής πολυπροπυλενίου. Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή απηύθυνε, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 17, αιτήσεις παροχής πληροφοριών στις παραπάνω, αλλά και σε άλλες συναφούς αντικειμένου, επιχειρήσεις. Από τα στοιχεία που συνέλεξε, στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων και αιτήσεων παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά την περίοδο μεταξύ των ετών 1977 και 1983, ορισμένοι παραγωγοί πολυπροπυλενίου, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, ενεργούσαν κατά παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης. Στις 30 Απριλίου 1984, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και ανακοίνωσε γραπτώς τις αιτιάσεις της στις παραβαίνουσες επιχειρήσεις.
3 Μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 23 Απριλίου 1986, την προαναφερθείσα απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«όΑρθρο 1
Οι (επιχειρήσεις) (...), Montepolimeri SpA (τώρα Montedipe) (...) έχουν παραβεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, συμμετέχοντας (...) στην περίπτωση των Hoechst, ICI, Montepolimeri και Shell, από τα μέσα του 1977 έως, τουλάχιστον, το Νοέμβριο του 1983 (...), σε συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική που ανάγονται στα μέσα του 1977, βάσει των οποίων οι παραγωγοί [που] προμήθευαν πολυπροπυλένιο στο έδαφος της κοινής αγοράς:
α) είχαν επαφές μεταξύ τους και τακτικές συναντήσεις (από τις αρχές του 1981, δύο φορές το μήνα) στο πλαίσιο σειράς μυστικών συναντήσεων που αποσκοπούσαν στη συζήτηση και στον καθορισμό της εμπορικής πολιτικής τους·
β) καθόριζαν περιοδικά "τιμές-στόχους" (ή κατώτατες τιμές) για την πώληση του προϋόντος σε κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας·
γ) συμφώνησαν διάφορα μέτρα για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των ενλόγω τιμών-στόχων, τα οποία περιλάμβαναν (κυρίως) περιοδικούς περιορισμούς στην παραγωγή, ανταλλαγή λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με τις παραδόσεις, πραγματοποίηση τοπικών συναντήσεων και, από το τέλος του 1982, σύστημα "λογιστικής διαχείρισης" που αποσκοπούσε στην εφαρμογή των αυξήσεων των τιμών σε μεμονωμένους πελάτες·
δ) προέβησαν σε ταυτόχρονες αυξήσεις τιμών εφαρμόζοντας τους ενλόγω στόχους·
ε) κατένειμαν την αγορά παραχωρώντας σε κάθε παραγωγό έναν ετήσιο στόχο πωλήσεων ή "ποσοστώσεις" (1979, 1980 και, τουλάχιστον, για ένα μέρος του 1983) ή, ελλείψει οριστικής απόφασης που να καλύπτει ολόκληρο το έτος, υποχρεώνοντας τους παραγωγούς να περιορίζουν τις μηνιαίες πωλήσεις τους με αναφορά σε προηγούμενη περίοδο (1981, 1982).
(...)
οΑρθρο 3
Τα ακόλουθα πρόστιμα επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, όσον αφορά την παράβαση που διαπιστώνεται στο άρθρο 1. (...)
x) Montedipe, πρόστιμο 11 000 000 ECU ή 16 187 490 000 λίρες Ιταλίας (...).»
4 Δεκατέσσερις από τις δεκαπέντε εταιρίες, αποδέκτριες της ενλόγω αποφάσεως, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη, ενώπιον του Πρωτοδικείου, από τις 10 Δεκεμβρίου 1990 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1990, οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του δικαστηρίου.
5 Με επιστολή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Μαρτίου 1992, και ενώ η γραπτή και προφορική διαδικασία είχαν κατά τα ανωτέρω περατωθεί, αλλά πάντως πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως, η Μοnte ζήτησε από το Πρωτοδικείο την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Προς στήριξη του αιτήματός της, επικαλέσθηκε ορισμένα πραγματικά στοιχεία, τα οποία, όπως υποστηρίζει η ίδια, έγιναν γνωστά σ' αυτήν μόνο μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας και, ειδικότερα, μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1992, BASF κλπ. κατά Επιτροπής (στο εξής: υποθέσεις «PVC») (4). Από τα στοιχεία αυτά, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι προκύπτουν σημαντικά τυπικά ελαττώματα της προσβαλλομένης πράξεως της Επιτροπής, για τη διερεύνηση των οποίων απαιτείται εκ νέου διεξαγωγή αποδείξεων. Το Πρωτοδικείο, αφού άκουσε επί του ανακύψαντος ζητήματος εκ νέου τον γενικό εισαγγελέα, απέρριψε το αίτημα για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, καθώς και την προσφυγή στο σύνολό της, με την από 10ης Μαρτίου 1992 προαναφερθείσα απόφασή του.
6 Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, η Monte άσκησε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Ιουνίου 1992, αίτηση αναθεωρήσεως, η οποία και απορρίφθηκε με την από 4 Νοεμβρίου 1992 διάταξη του Πρωτοδικείου (5).
7 Στη συνέχεια η Monte άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση, ζητώντας την ολική ή, επικουρικώς, τη μερική αναίρεση της από 10ης Μαρτίου 1992 αποφάσεως του Πρωτοδικείου και την παραπομπή της υποθέσεως στο δικαστήριο αυτό. Συγχρόνως ζητείται η καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αναίρεση και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Υπέρ της Monte παρενέβη στην εκκρεμή δίκη η εταιρία DSM NV.
II - Παραδεκτό της παρεμβάσεως
8 Σε ό,τι αφορά το παραδεκτό της παρεμβάσεως της εταιρίας DSM, ισχύουν, κατ' αρχήν, όσα αναφέρονται στα σχετικά σημεία των προτάσεών μου για τη συναφούς αντικειμένου υπόθεση Hόls (6). Από την ανάλυση αυτή συνάγεται ότι η παρέμβαση της εταιρίας DSM στην παρούσα υπόθεση είναι εν μέρει μόνο παραδεκτή, κατά το τμήμα της με το οποίο η παρεμβαίνουσα τάσσεται υπέρ της αναιρεσείουσας, κατά το μέτρο που η τελευταία ζητεί από το Δικαστήριο, μετά την αναίρεση της πρωτοδίκου αποφάσεως, τη διαπίστωση της ανυπαρξίας ή του ανυποστάτου της πράξεως «Πολυπροπυλένιο». Τα υπόλοιπα αιτήματα της παρεμβαίνουσας, ή τα επιχειρήματα που αυτή επικαλείται για να στηρίξει άλλα αιτήματα της αναιρεσείουσας, δεν είναι, ούτως ή άλλως, εξεταστέα ως προς το βάσιμό τους, ως απαραδέκτως προβαλλόμενα.
III - Οι λόγοι αναιρέσεως
Α - Οι λόγοι που αναφέρονται σε τυπικά ελαττώματα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο»
1) Τα επιχειρήματα των διαδίκων
9 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Monte στρέφεται κατά της σκέψεως 391 της αναιρεσιβαλλομένης και προβάλλει ότι η πράξη «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής βαρύνεται με ουσιώδη τυπικά ελαττώματα, που την καθιστούν ανυπόστατη ή, πάντως, άκυρη. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τους κανόνες τους σχετικούς με το βάρος της αποδείξεως, οι οποίοι επιβάλλουν στο δικαστή να εξετάζει κάθε φορά αυτεπαγγέλτως το υποστατό της ενώπιον του προσβαλλομένης πράξεως. Προς τούτο σημειώνει ότι, πριν από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είχε γίνει γνωστή διά του Τύπου η απόφαση του Πρωτοδικείου στις συναφείς υποθέσεις «PVC», με την οποία είχε διαπιστωθεί ότι, αφενός, η διαδικασία που παγίως ακολουθούσε η Επιτροπή για τη λήψη των αποφάσεών της ήταν αντίθετη προς τους κοινοτικούς κανόνες και, αφετέρου, οι εκδοθείσες με τη διαδικασία αυτή πράξεις είναι ανυπόστατες. Εξάλλου, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής στις υποθέσεις «PVC» παραδέχθηκαν ρητώς ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι οι παρανομίες που εντοπίσθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων αυτών δεν αφορούσαν μόνον τις τελευταίες, αλλά χαρακτήριζαν τη συνολική δράση της Επιτροπής για μια ορισμένη περίοδο. Η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι τα ανωτέρω συνιστούσαν ουσιώδεις ενδείξεις οι οποίες θα έπρεπε να οδηγήσουν το Πρωτοδικείο στην περαιτέρω διερεύνηση του υποστατού της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Monte, το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ενδεχόμενο η προσβαλλομένη ενώπιόν του πράξη της Επιτροπής να παρουσιάζει τα ίδια τυπικά ελαττώματα με εκείνα που εντοπίσθηκαν για πρώτη φορά κατά την εκδίκαση των υποθέσεων «PVC». Η υποχρέωση του δικαστή της προσφυγής να ελέγχει αυτεπαγγέλτως το υποστατό των πράξεων, τη νομιμότητα των οποίων καλείται να εξετάσει, είναι, κατά την αναιρεσείουσα, κοινή αρχή όλων των εθνικών δικαίων, ισχύουσα και στην κοινοτική έννομη τάξη. Κατά λογική ακολουθία, η Monte υποστηρίζει ότι δεν έφερε η ίδια το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη των τυπικών ελαττωμάτων τα οποία προέβαλε με το από 6 Μαρτίου 1992 υπόμνημά της. Η αναιρεσείουσα δηλώνει, εξάλλου, ότι δεν είναι σε θέση να προβάλει πλήρεις αποδείξεις ως προς τις διαπραχθείσες παρανομίες της Επιτροπής. Μόνον το Πρωτοδικείο μπορούσε - και όφειλε - να ζητήσει από την Επιτροπή να προσαγάγει το πρωτότυπο της προσβαλλομένης ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον είχαν όντως διαπραχθεί οι σχετικές παραβάσεις. Αντίστοιχη υποχρέωση διενέργειας αυτεπαγγέλτου ελέγχου έχει, κατά την αναιρεσείουσα, το Δικαστήριο, στο στάδιο της αναιρέσεως.
10 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Monte συμπληρώνει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλοντας, πέρα του ανυποστάτου, την ακυρότητα της ένδικης πράξεως της Επιτροπής. Προς τούτο υποστηρίζει ότι η πράξη «Πολυπροπυλένιο» είναι άκυρη κατά το μέρος που την αφορά, διότι, πρώτον, δεν είχε συνταχθεί στα ιταλικά τη στιγμή της εκδόσεώς της (7) και, δεύτερον, υπέστη τροποποιήσεις, ως προς το περιεχόμενό της, στο διάστημα μεταξύ της εκδόσεώς της και της κοινοποιήσεώς της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η ύπαρξη των ανωτέρω ελαττωμάτων είναι δεδομένη.
11 Από την πλευρά της, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ιδίως μετά την έκδοση της αποφάσεως «PVC» του Δικαστηρίου (8). Από την τελευταία συνάγεται, κατά την αναιρεσίβλητο, ότι τα ελαττώματα που προέβαλε η Monte με το από 6ης Μαρτίου 1992 υπόμνημά της, δεν καθιστούσαν την πράξη ανυπόστατη, όπως εσφαλμένως είχε υποστηρίξει, αλλά απλώς άκυρη. Επομένως, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι ο ισχυρισμός περί ανυποστάτου ήταν απορριπτέος. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς της Monte περί ακυρότητας της προσβαλλομένης, η Επιτροπή αναφέρει ότι, και αν ακόμη προβλήθηκαν παραδεκτώς με το υπόμνημα απαντήσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε κανένα στάδιο της διοικητικής και της δικαστικής διαδικασίας για την υπόθεση «Πολυπροπυλένιο» δεν διαπιστώθηκαν οι ίδιες με τις υποθέσεις «PVC» παραβάσεις ουσιωδών τύπων της διαδικασίας. Οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας είναι, κατά την Επιτροπή, αναπόδεικτοι.
2) Η απάντησή μου στους ανωτέρω λόγους
12 Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ενέχουν μια αντίφαση. Ενώ η Monte υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία για να αποδείξει την ύπαρξη των κρισίμων τυπικών ελαττωμάτων της προσβαλλομένης, στα οποία θεμελιώνει τους ισχυρισμούς της περί ανυποστάτου, όταν επικαλείται τα ίδια τυπικά ελαττώματα για να χαρακτηρίσει την προσβαλλομένη όχι ως ανυπόστατη αλλά ως άκυρη, θεωρεί ότι υφίστανται επαρκείς αποδείξεις επ' αυτού.
13 Εν πάση περιπτώσει, η σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία κρίθηκε ότι τα πιθανολογούμενα τυπικά ελαττώματα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», και αν υποτεθεί ότι υφίστανται, δεν την καθιστούν ανυπόστατη, είναι ορθή. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην ανάπτυξη που γίνεται στην υπόθεση Hόls (9), ως προς τα κριθέντα με την απόφαση «PVC» του Δικαστηρίου, τα οποία πιστεύω ότι πρέπει να ακολουθηθούν και στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, οι ισχυρισμοί περί ανυποστάτου που προβάλλει αναιρετικώς η Monte, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, ο δικαστής της ουσίας έπρεπε να εξετάσει αν τα προβληθέντα ως πιθανολογούμενα τυπικά ελαττώματα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού τους από τους διαδίκους, θεμελίωναν, ενδεχομένως, παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας (10). Και υπό το πρίσμα αυτό, πάντως η αναιρεσιβαλλομένη δεν είναι αναιρετέα. Αφενός, τα στοιχεία που επικαλέσθηκε με το από 6ης Μαρτίου 1992 υπόμνημά της η Monte δεν στηρίζονται σε πλήρεις αποδείξεις ως προς το ότι συντρέχουν τα ενλόγω ελαττώματα (11), είχαν δε υποβληθεί καθυστερημένα, μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας (12). Αφετέρου, οι κοινοτικοί κανόνες περί αυτεπαγγέλτου δικαστικού ελέγχου δεν επέβαλλαν στο δικαστή του Πρωτοδικείου - από τη στιγμή που αυτός δέχθηκε, παρά το εκπρόθεσμο, να εξετάσει το περιεχόμενο του υπομνήματος - την περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον όντως η προσβαλλομένη βαρύνετο με ουσιώδη διαδικαστικά ελαττώματα. Στο μέτρο που οι αποδείξεις επί ενός ζητήματος που ελέγχεται αυτεπαγγέλτως δεν είναι πλήρεις, ο κοινοτικός δικαστής δεν υποχρεούται να διενεργήσει με δική του πρωτοβουλία περαιτέρω έρευνα επ' αυτού, διατάσσοντας συμπλήρωση των αποδείξεων· πληρέστερη αυτεπάγγελτη διερεύνησή του αποτελεί ευχέρεια και όχι υποχρέωση του δικαστή (13).
Ενόψει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Monte είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Β - Οι λόγοι που αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού
1) Ως προς τη μη εκτίμηση ορισμένων στοιχείων που αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης
14 Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η Μonte προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Κατά την αναιρεσείουσα, τόσο η Επιτροπή, όσο και το Πρωτοδικείο δεν εξετίμησαν ορθώς ορισμένους παράγοντες οι οποίοι, είτε απέκλειαν την ύπαρξη συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής ως εξήγηση της συμπεριφοράς της Monte, είτε, σε κάθε περίπτωση, αναιρούσαν τον παράνομο χαρακτήρα αυτής της συμπεριφοράς. Για λόγους συστηματικούς, η εξέταση των ένδεκα αιτιάσεων, που προβάλλει η αναιρεσείουσα στο σημείο αυτό, οι οποίες διατυπώνονται συχνά ασαφώς, θα γίνει καθ' ομάδας, με κριτήριο τη νομική συγγένεια των επιχειρημάτων που περιέχουν.
α) αΟσον αφορά το μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως υπό στοιχείο c)
15 Λογικώς πρότερος είναι ο ισχυρισμός της Monte, που βάλλει κατά των σκέψεων 82 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο συνήγαγε αυθαιρέτως τεκμήριο παρανομίας από μόνη τη συμμετοχή της αναιρεσείουσας σε συναντήσεις με παραγωγούς πολυπροπυλενίου.
Σύμφωνα με την Επιτροπή ο λόγος αυτός είναι εκτός από απαράδεκτος (14) και αβάσιμος, διότι το Πρωτοδικείο δεν στήριξε τη διαπίστωση της παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού μόνο στη συμμετοχή της αναιρεσείουσας στις συνεδριάσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου, αλλά και στο αντικείμενο αυτών, που ήταν ο καθορισμός τιμών-στόχων και επιθυμητού όγκου πωλήσεων.
16 Πράγματι, όπως συνάγεται από τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο στήριξε την κρίση του, σχετικώς με τον παράνομο χαρακτήρα των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου, όχι μόνο στο γεγονός της συμμετοχής της αναιρεσείουσας σ' αυτές, αλλά κυρίως στο γεγονός «ότι οι συναντήσεις αυτές είχαν ως αντικείμενο ιδίως τον καθορισμό επιδιωκομένων τιμών και επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων και ότι εντάσσονταν στο πλαίσιο ενός συστήματος». Περαιτέρω, η διαπίστωση αυτή είναι ο καρπός μιας σειράς σκέψεων και εκτιμήσεως πραγματικών στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο και εκτίθενται στις σκέψεις 83 έως 90 της αναιρεσιβαλλομένης (15).
Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού υπό στοιχείο c), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
β) βOσον αφορά τα μέρη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, υπό στοιχεία d), e), h), l) και m)
17 Η Monte ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας έσφαλε ως εκ του ότι δεν διαπίστωσε, λαμβάνοντας υπόψη μία σειρά από παράγοντες, ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν ήταν αποτέλεσμα παράνομης συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής, αλλά αποκλειστικώς ατομικής δράσεως υπαγορευμένης από τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην αγορά πολυπροπυλενίου. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν θα μπορούσε, κατά τη Monte, να γίνει λόγος για παραβίαση του άρθρου 85 της Συνθήκης.
18 Ειδικότερα, στο υπό στοιχείο d) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αναφερόμενη στις σκέψεις 132 έως 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Πρωτοδικείο έκανε αυθαίρετη εφαρμογή της αρχής «post hoc, ergo propter hoc», θεωρώντας ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πολιτικής τιμών της Μonte και των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου που προηγήθηκαν. Στην πραγματικότητα, οι συναντήσεις αυτές δεν μπορούσαν να έχουν ως αντικείμενο τον καθορισμό τιμών, καθώς οι προσπάθειες αυξήσεως των τιμών αποτελούσαν εν πάση περιπτώσει μονόδρομο για τις εταιρίες, οι οποίες για μεγάλο χρονικό διάστημα, λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, πωλούσαν με ζημία.
19 Ανάλογη επιχειρηματολογία προβάλλεται και στο υπό στοιχείο h) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, σε σχέση με τις αιτιάσεις της Επιτροπής που αφορούν την τεχνητή μείωση της προσφοράς στην αγορά πολυπροπυλενίου και την εγκαθίδρυση ενός συστήματος ποσοστώσεων μεταξύ των παραγωγών του προϋόντος. Αναφερόμενη στις σκέψεις 143, 199 και 200 της αναιρεσιβαλλομένης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ενόψει των συνθηκών της αγοράς, ήταν αδύνατη οποιαδήποτε συμφωνία με παρόμοιο περιεχόμενο.
20 Ιδίας νομικής υφής είναι, εξάλλου, η αιτίαση που προβάλλει η αναιρεσείουσα στο υπό στοιχείο e) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Σε σχέση με τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 232 και 233 της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1992, η Μοnte θεωρεί ότι παραβιάστηκε η αρχή, σύμφωνα με την οποία μεταξύ δύο πιθανών ερμηνευτικών προσεγγίσεων της ίδιας συμπεριφοράς πρέπει να προτιμηθεί εκείνη που συνάδει προς τη νομιμότητα της συμπεριφοράς αυτής. Επομένως, στην υπό κρίση περίπτωση, αφού η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας μπορούσε εξίσου να είναι είτε αποτέλεσμα συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής, είτε απόρροια των συνθηκών της αγοράς, θα έπρεπε η δεύτερη αυτή εκδοχή να είχε υιοθετηθεί.
21 H Επιτροπή θεωρεί και τα τρία αυτά μέρη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ως απαράδεκτα. Υποστηρίζει, ειδικότερα ότι, με τους υπό d) και h) ισχυρισμούς της, η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας μία άλλη εξήγηση της συμπεριφοράς της από αυτή που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο, επιχειρεί, ουσιαστικά, να προσδώσει διαφορετικό περιεχόμενο στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου και κατά συνέπεια να θέσει σε αμφισβήτηση τις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών που έκανε το δικαστήριο της ουσίας.
22 Επικουρικώς, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι. Προς τούτο σημειώνει ότι το Πρωτοδικείο έχει τεκμηριώσει τα συμπεράσματά του (ιδίως στις σκέψεις 128 έως 137 και 175 έως 202 αντίστοιχα), ως προς το παράνομο αντικείμενο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου και τη σύμπραξη της Monte στις συνεννοήσεις αυτές.
23 Καθόσον αφορά το μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως υπό στοιχείο e), η Επιτροπή επικαλείται, προς στήριξη του απαραδέκτου, το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτό κανένα νομικό επιχείρημα το οποίο στρέφεται κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά απλώς επαναλαμβάνονται τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί στο Πρωτοδικείο, προς επανεξέταση της αρχικώς ασκηθείσας προσφυγής. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού η Επιτροπή παραπέμπει σε σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (16).
24 Στα δύο εναπομείναντα σκέλη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που θα εξεταστούν αμέσως, προβάλλονται επίσης αιτιάσεις οι οποίες συνδέονται στενώς με την εκτίμηση από το Πρωτοδικείο της συμπεριφοράς της Monte και των αποτελεσμάτων που αυτή προκάλεσε. Με το σημείο l) του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, αναφερομένη στις σκέψεις 175 έως και 177 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλει ότι κακώς το Πρωτοδικείο θεώρησε ως μυστικά τα στοιχεία που αφορούσαν το ύψος της παραγωγής της Monte, εφόσον σχεδόν οποιοσδήποτε μπορούσε να έχει πρόσβαση σ' αυτά. Για να υφίσταται παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης, κατά την αναιρεσείουσα, θα έπρεπε η Επιτροπή να είχε αποδείξει ότι η ανταλλαγή των εν λόγω στοιχείων, μεταξύ των εταιριών πολυπροπυλενίου, έγινε πριν από την αποκάλυψή τους από άλλες πηγές και ότι η γνώση αυτών είχε ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού.
25 Η Επιτροπή απαντά ότι αδυνατεί να αντιληφθεί το σημείο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά του οποίου στρέφεται η Monte, προφανώς με την έννοια ότι το σχετικό παράπονο προβάλλεται αορίστως, και ότι, σε κάθε περίπτωση, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός εγείρει ζήτημα εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών, και ότι το αίτημα προβάλλεται για πρώτη φορά, κατ' αναίρεση, κατά παράβαση του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ενόψει των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι το l) σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτο.
26 Τέλος, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με το υπό στοιχείο m) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο κακώς κατέληξε, με τις σκέψεις 253 και 254 της αναιρεσιβαλλομένης, στο συμπέρασμα ότι από τις υπό κρίση συμπεριφορές των παραγωγών πολυπροπυλενίου, υπήρξε αισθητή επιρροή στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Στο λόγο αυτό η Επιτροπή προβάλλει εκ νέου ένσταση απαραδέκτου επικαλούμενη την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου (17).
27 Σε σχέση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υπό τα ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία, υπενθυμίζει ότι η σχετική αίτηση δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, ενώ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παραδεκτώς η διαπίστωση ή η υπό του Δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (18).
28 Εφόσον τηρήθηκαν οι κανόνες και οι γενικές αρχές του δικαίου σε σχέση με το βάρος της αποδείξεως (19), το Πρωτοδικείο και μόνο είναι αρμόδιο να αντλήσει τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων που του έχουν υποβληθεί προς κρίση (20). Ο αναιρετικός δικαστής δεν ανατρέχει στο φάκελο της υποθέσεως παρά μόνο αν ένας διάδικος προβάλλει λόγο παραμορφώσεως (αλλοιώσεως) των πραγματικών περιστατικών από το δικαστή της ουσίας.
29 Στην προκειμένη περίπτωση, και σε σχέση, καταρχάς, με τα υπό d), e) και h) στοιχεία του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, παρατηρώ ότι επιχειρείται να τεθεί σε αμφισβήτηση η εκτίμηση του Πρωτοδικείου κατά το μέρος που αφορά το περιεχόμενο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου, δηλαδή των αποδείξεων. Η Monte, δεν ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε τα υποβληθέντα σε αυτό αποδεικτικά στοιχεία. αΕχοντας όμως ως αφετηρία την οικονομική κατάσταση της αγοράς κατά την περίοδο των συναντήσεων αυτών, επιχειρεί να προβάλλει τη δική της ερμηνεία των γεγονότων, δίνοντας στα τελευταία ένα διαφορετικό νομικό ένδυμα. Αναλυτικότερα, το Πρωτοδικείο άντλησε από την εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων τα ακόλουθα συμπεράσματα: πρώτον, αντικείμενο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου ήταν ο καθορισμός επιδιωκόμενων τιμών και όγκου πωλήσεων (σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης)· δεύτερον, η αναιρεσείουσα συγκαταλεγόταν στους παραγωγούς που συνέπραξαν σε προσπάθειες καθορισμού τιμών υλοποιήσεως και τιμών-στόχων και προσδιορισμού του επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων (σκέψεις 137, 150 και 201 αντίστοιχα της αναιρεσιβαλλομένης). Από την πλευρά της, η αναιρεσείουσα αντιπαραβάλλει ότι η συμπεριφορά της στον τομέα των τιμών και του όγκου πωλήσεων δεν μπορούσε εκ των συνθηκών της αγοράς παρά να είναι αυτόνομη. Δεν προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εφήρμοσε ορθώς τους νομικούς κανόνες, αλλά ότι δεν κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με τη Monte κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Αυτή, όμως, η επιχειρηματολογία ισοδυναμεί με αίτημα επανεξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της αναιρέσεως και εκφεύγει συνεπώς της αρμοδιότητας του αναιρετικού δικαστή (21).
30 Ανάλογη, φρονώ, ότι θα πρέπει να είναι, η αντιμετώπιση του υπό στοιχείο m) μέρους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Η προϋπόθεση, βεβαίως, επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, που θέτει το άρθρο 85 Συνθήκης, αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου (22). ηΟπως προκύπτει, όμως, από το προαναφερθέν άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, καθώς και από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να περιγράφονται κατά τρόπο σαφή τα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται προς υποστήριξη της αιτήσεως (23).
31 Παρατηρώ, εν προκειμένω, πως η αμφισβήτηση της κρίσεως του Πρωτοδικείου, ότι η παράβαση στην οποία μετέσχε η Monte ήταν ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (σκέψη 253 της αναιρεσιβαλλομένης), στηρίζεται αποκλειστικώς στη διαφορετική εκτίμηση των γεγονότων από μέρους της αναιρεσείουσας και όχι σε κάποιο νομικό ελάττωμα της αναιρεσιβαλλομένης. Ως εκ τούτου ζητείται από το Δικαστήριο να επανεκτιμήσει το πραγματικό της υποθέσεως και να αποφανθεί διαφορετικά από το Πρωτοδικείο. Κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
32 Απομένει η εξέταση του υπό στοιχείο l) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Στην αρχή πρέπει να γίνει υπόμνηση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης. ςΟταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε πρωτοδίκως ενόψει των λόγων και ισχυρισμών που προβλήθηκαν νομίμως ενώπιον του Πρωτοδικείου (24). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρατηρώ ότι οι σκέψεις 175 έως και 177 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά των οποίων στρέφεται η αναιρεσείουσα με τον υπό εξέταση ισχυρισμό της, αναφέρονται στον αληθή ή ψευδή χαρακτήρα των στοιχείων, σε σχέση με τον όγκο πωλήσεων, τα οποία ανταλλάχθηκαν στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου, και όχι στον κρυφό ή φανερό τους χαρακτήρα. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τα δικόγραφα της πρωτόδικης δίκης ότι παρόμοιος ισχυρισμός είχε προβληθεί νομίμως ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός που προβάλλεται για πρώτη φορά στο αναιρετικό στάδιο είναι, για τον λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
γ) γOσον αφορά τα υπό στοιχεία a), b), f) και g) μέρη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
33 Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο κακώς δεν δέχθηκε ότι οι συνεννοήσεις στις οποίες προέβησαν οι παραγωγοί πολυπροπυλενίου, ήσαν δικαιολογημένες από τις περιστάσεις, οπότε και δεν μπορούσε να τεθεί θέμα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (25).
34 Στο πλαίσιο του υπό στοιχείο a) μέρους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Monte προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε, όπως όφειλε, υπόψη του τη νόθευση που είχε υποστεί ο ανταγωνισμός λόγω στοιχείων ξένων προς τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων πολυπροπυλενίου και, ιδιαίτερα, εξαιτίας του τριπλασιασμού των τιμών του πετρελαίου (πρώτη ύλη για την παρασκευή πολυπροπυλενίου), στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η οποία οφειλόταν στην κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά από το καρτέλ του πετρελαίου. Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο απέκλινε, κατά την αναιρεσείουσα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία πρέπει κάθε φορά να εκτιμώνται τα στοιχεία που είναι μεν ξένα προς τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων, επηρέασαν όμως τη συμπεριφορά αυτή. Η αναιρεσείουσα αναφέρεται σχετικώς στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Mayras στις υποθέσεις Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής και Van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής καθώς και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Van Thermaat στην υπόθεση Stichting Sigarettenindustrie κ.λπ. (26). Η αναιρεσείουσα συνάγει από τις προτάσεις αυτές και τις σχετικές αποφάσεις ότι η διερεύνηση κατά πόσον προϋπήρχαν συνθήκες «πραγματικού» ανταγωνισμού ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς των εταιριών στην αγορά, είναι απαραίτητη για την τελική στοιχειοθέτηση της ευθύνης μιας εταιρίας κατά το άρθρο 85 της Συνθήκης. Δηλαδή, ισχύει και στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού η αρχή σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατή η προσβολή ενός αγαθού το οποίο δεν υφίσταται κατά το χρόνο της προσβολής. Κατά την αναιρεσείουσα, με βάση τη λογική αυτή έπρεπε να συνεκτιμηθούν οι ακόλουθες συγκυρίες στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξε τη δράση της κατά την κρίσιμη περίοδο: αν εκτός της αυξήσεως των τιμών για την αγορά πρώτων υλών, λόγω της προμνησθείσας καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως από το καρτέλ πετρελαίου, η συμπεριφορά της Monte υπαγορεύθηκε, αφενός, από την Ιταλική Κυβέρνηση, η οποία της επέβαλε να συμμετάσχει στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου, και, αφετέρου, από την πλεονεκτική θέση στην οποία βρισκόντουσαν οι αγοραστές πολυπροπυλενίου, εξαιτίας της οποίας, εξάλλου, ο στόχος της μειώσεως των ζημιών που έθεσαν οι επιχειρήσεις του κλάδου δεν επιτεύχθηκε ποτέ.
35 Η Επιτροπή, στην απάντησή της, παρατηρεί ότι η επίκληση από την αναιρεσείουσα των εξαιρετικών περιστάσεων που δημιούργησε ο τριπλασιασμός της τιμής του πετρελαίου, αποτελεί ισχυρισμό ο οποίος προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν επιχειρείται, κατά παράβαση του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να μεταβληθεί το αντικείμενο της πρωτοδίκου διαφοράς. Ο ισχυρισμός αυτός είναι, κατά την Επιτροπή, και αβάσιμος. Κανένας κανόνας ή γενική αρχή του δικαίου δεν επιτρέπουν την παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού ως τρόπο αντιδράσεως μιας εταιρίας σε ανάλογη πρακτική ανταγωνιστών της ή τρίτων. νΟσον αφορά την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα απόφαση Suiker Unie κ.λπ., η Επιτροπή αντιτάσσει, αφενός μεν, ότι στην υπόθεση εκείνη εξετάσθηκαν τα αποτελέσματα που είχε στον ανταγωνισμό η νομοθεσία ενός κράτους μέλους, στοιχείο δηλαδή που δε συντρέχει στην υπό κρίση περίπτωση, αφετέρου δε, ότι, σε κάθε περίπτωση, η νομολογία αυτή εγκαταλείφθηκε με τις επόμενες, επίσης προαναφερθείσες, αποφάσεις του Δικαστηρίου, Van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής και Stichting Sigarettenindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής. Παράλληλα, η Επιτροπή σημειώνει ότι παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης δεν είναι συγγνωστή ούτε από το γεγονός ότι η Ιταλική Κυβέρνηση έδωσε οδηγίες στη Monte για συμμετοχή της στις συναντήσεις παραγωγών πολυπροπυλενίου ούτε από τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν στην πράξη οι παραγωγοί αυτοί ως προς την υλοποίηση των συμφωνηθεισών πρωτοβουλιών καθορισμού τιμών.
36 Στο υπό στοιχείο b) μέρος του λόγου αναιρέσεως η Monte προβάλλει πλημέλλεια της αιτιολογίας με την οποία το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 257 και 265 της αναιρεσιβαλλομένης, απομάκρυνε την εφαρμογή της αρχής του «rule of reason». Η αναιρεσείουσα προσάπτει στo Πρωτοδικείο ότι υιοθετεί μια περιοριστική ερμηνεία της αρχής αυτής, ελέγχοντας μόνο τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων και το αν αυτή επέφερε, ενδεχομένως, περισσότερα οφέλη στον ανταγωνισμό απ' ό,τι ζημίες. Αντιθέτως, αυτό που προσήκει, σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, είναι η αναζήτηση της ratio legis των κανόνων περί ανταγωνισμού και στη συνέχεια η εξέταση του αν μια συμπεριφορά είναι ή όχι αντίθετη με τους κανόνες αυτούς. Στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, καθίσταται αναγκαίο να συνεκτιμηθούν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες υιοθετήθηκε η ενλόγω συμπεριφορά των επιχειρήσεων. Στην υπό κρίση περίπτωση, έπρεπε να ληφθούν υπόψη όλες οι δυσμενείς συγκυρίες που υποχρέωναν τις παραγωγούς πολυπροπυλενίου, να πωλούν με ζημία. Κατά λογική ακολουθία, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού απόπειρες μείωσης των ζημιών, οι οποίες μάλιστα ήταν, ενόψει των συνθηκών της αγοράς, καταδικασμένες σε αποτυχία.
37 Η αναιρεσίβλητος, εξάλλου, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε ορθώς την απάντησή του στο επιχείρημα της Monte περί εφαρμογής της αρχής του «rule of reason», διαπιστώνοντας στη σκέψη 264 της αποφάσεώς του, ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον πως οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ των παραγωγών πολυπροπυλενίου είχαν αντικείμενο αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Περαιτέρω, κατά την ίδια επιχειρηματολογία, το Πρωτοδικείο ορθώς θεώρησε ότι κι αν ακόμα η αρχή του «rule of reason» βρίσκει εφαρμογή στην κοινοτική έννομη τάξη, η Επιτροπή δικαιολογημένα δεν προχώρησε σε ανάλυση του αποτελέσματος που είχαν οι υπό κρίση συμπεριφορές στον ανταγωνισμό, καθώς οι συμφωνίες που περιγράφονται στα σημεία α), β) και γ), της παραγράφου 1 του άρθρου 85, σε σχέση με καθορισμό τιμών, περιορισμό παραγωγής και κατανομή αγορών αποτελούν κατάφωρη παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού, ώστε πρέπει να θεωρούνται ως per se παράβαση των κανόνων αυτών. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, τόσο στο ευρωπαϋκό όσο και και στο αμερικανικό δίκαιο, οι οριζόντιες συμφωνίες τιμών θεωρούνται παράνομες, ακόμα κι αν οι επιχειρήσεις παράγουν με ζημία.
38 Στο υπό σημείο f) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, αναφερόμενη στη σκέψη 295 της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε, όπως όφειλε, υπόψη του το «καθήκον αλληλέγγυας συμπεριφοράς ανάμεσα σε επιχειρήσεις που ήταν αναγκασμένες να πωλούν με ζημία». Οι επιχειρήσεις πολυπροπυλενίου ήθελαν να αποφύγουν να πωλούν σε τιμή κάτω του κόστους ακόμη κατώτερη του αναγκαίου. Στο πλαίσιο αυτό, οι προσπάθειες αύξησης των τιμών αποσκοπούσαν στη μείωση των ζημιών και στην αποφυγή της ιδιαιτέρως παράνομης πρακτικής του «predatory pricing».
39 Η Επιτροπή θεωρεί πως το μέρος αυτό του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι, καταρχήν, απαράδεκτο, αφενός γιατί αποσκοπεί σε επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών και αφετέρου επειδή, θέτοντας για πρώτη φορά τη διάσταση της πώλησης με τιμή κατώτερη της αναγκαίας, μεταβάλλει το νομικό αντικείμενο της διαφοράς, κατά παράβαση του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ο σχετικός ισχυρισμός είναι, κατά την Επιτροπή, αβάσιμος. Προς τούτο παραπέμπει στη διαπίστωση του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία η μόνη πώληση κάτω του κόστους που μπορεί να συνιστά μορφή αθέμιτου ανταγωνισμού είναι αυτή που τίθεται σε εφαρμογή από μία εταιρία με σκοπό την ενίσχυση της θέσεώς της έναντι των ανταγωνιστών της. Αντιθέτως, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αν η πώληση κάτω της τιμής του κόστους απορρέει από τη λειτουργία των κανόνων της αγοράς.
40 Πάντοτε στο πλαίσιο του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, με το υπό στοιχείο g) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αναφερόμενη στις σκέψεις 132 και 237 της αναιρεσιβαλλομένης, ότι υπήρξε από μέρους του Πρωτοδικείου δυσμενής μεταχείριση των παραγωγών πολυπροπυλενίου προς όφελος των αγοραστών του προϋόντος αυτού. Αναφέρει προς τούτο ότι οι παραγωγοί βρισκόντουσαν εγκλωβισμένοι μεταξύ των προμηθευτών πετρελαίου και των αγοραστών. Επομένως, η ανακοίνωση μιας μικρής αύξησης τιμών στους αγοραστές, οι οποίοι, κάνοντας χρήση της πλεονεκτικής τους θέσεως μπορούσαν κάλλιστα να την αρνηθούν, δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη Monte, ως περιορισμός του ανταγωνισμού. Παρόμοια αντιμετώπιση οδηγεί στην υπέρμετρη προάσπιση των συμφερόντων συγκεκριμένης κατηγορίας επιχειρήσεων σε βάρος κάποιας άλλης και ως εκ τούτου είναι αντίθετη προς το άρθρο 2 της Συνθήκης.
41 Η Επιτροπή αντιπροβάλλει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, ακόμη κι αν δεν κριθεί λόγω της γενικότητάς του ως απαράδεκτος, είναι, σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Το άρθρο 85 εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις που συνάπτουν συμφωνίες η εναρμονισμένες πρακτικές περιοριστικές του ανταγωνισμού και η εφαρμογή του έχει ως φυσικό επακόλουθο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ευνοούνται οι αγοραστές. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αδυνατεί να διακρίνει σε τί συνίσταται η δυσμενής μεταχείριση. Προσθέτει, εξάλλου, ότι το Πρωτοδικείο ορθώς θεώρησε πως η πλεονεκτική θέση των αγοραστών σε μια ορισμένη κατηγορία εμπορικών συναλλαγών δεν απαλλάσσει τους πωλητές από την υποχρέωση τήρησης του άρθρου 85.
42 Mε τις ανωτέρω αιτιάσεις, η αναιρεσείουσα προβάλλει κακή εφαρμογή από το Πρωτοδικείο του άρθρου 85 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη του, ή πάντως ερμήνευσε κατά τρόπο όχι ορθό, μία σειρά από παράγοντες οι οποίοι κατεδείκνυαν ότι δεν επήλθε καθόλου ή πάντως ουσιωδώς, περιορισμός του ανταγωνισμού εξαιτίας της συμπεριφοράς των παραγωγών πολυπροπυλενίου· κατά συνέπεια το άρθρο 85 δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο πλαίσιο αυτό, οι σχετικοί ισχυρισμοί προβάλλονται παραδεκτώς, μόνον εφόσον, αφενός, δεν προβάλλονται για πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρετικής δίκης και αφετέρου, έχουν την έννοια ότι μία κατ' αρχήν διαπιστωθείσα συνεννόηση δεν εμπίπτει, για άλλους λόγους, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 (27). Η ανωτέρω διευκρίνιση καθίσταται απαραίτητη, διότι η Monte με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως επιδιώκει, να παρουσιάσει τη συμπεριφορά της ως αποτέλεσμα ατομικής δράσης, και παραλλήλως, να δικαιολογήσει οποιαδήποτε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική έχει διαπιστωθεί (28).
43 Με τα δεδομένα αυτά, θεωρώ, ενόψει και των σκέψεων που προηγήθηκαν, ότι μόνο υπό την έννοια πως με τους σχετικούς ισχυρισμούς επιχειρείται να προβληθεί δικαιολογητικός λόγος μιας συμπεριφοράς, η οποία, άλλως, θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς. Αντιθέτως, αν ήθελε θεωρηθεί ότι με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα η Monte προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν προέβη σε παράνομες συνεννοήσεις με τους υπολοίπους παραγωγούς πολυπροπυλενίου, αλλά καθόρισε ατομικώς τη συμπεριφορά της, τότε αμφισβητεί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος προβάλλεται απαραδέκτως (29).
44 Το πρόβλημα που κατ' ουσίαν τίθεται με τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως είναι αν η ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει να μην ισχύουν οι απαγορεύσεις και οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 85 της Συνθήκης σε περιπτώσεις καθορισμού τιμών και όγκου πωλήσεων, όταν συντρέχουν ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις. Κεντρικό σημείο της σχετικής επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας είναι η επίκληση του, αμερικανικής προελεύσεως, κανόνα του «rule of reason» και της ανάγκης αναζητήσεως της «ratio legis» των κανόνων περί ανταγωνισμού. Σύμφωνα και με τις δύο αυτές ερμηνευτικές αρχές, η εκτίμηση του παράνομου ή μη χαρακτήρα μιας συμπεριφοράς, που prima facie φαίνεται αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, πρέπει να κρίνεται in concreto και αφού ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στη δράση των επιχειρήσεων και το εμπόριο γενικότερα. Για να εκτιμηθεί η νομιμότητα μιας συμπεριφοράς πρέπει, καταρχάς, να εξετασθεί αν και σε ποιο βαθμό εθίγη στην πράξη ο ανταγωνισμός ή, αντιθέτως, δεν επηρεάσθηκε ή, ακόμη, μήπως ευνοήθηκε. Απαιτείται δηλαδή ανάλυση του συνόλου των στοιχείων που συνθέτουν ένα οικονομικό πλέγμα, δηλαδή την αγορά, και του βαθμού επιρροής που ασκεί καθένα από αυτά. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό, η έρευνα της Επιτροπής και ο αντίστοιχος έλεγχος του Πρωτοδικείου πρέπει να εκτείνονται, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, στο αποτέλεσμα που, πραγματικά ή δυνητικά, η συμπεριφορά των επιχειρήσεων επέφερε στην αγορά, στην αιτία αναπτύξεως της συμπεριφοράς αυτής και στο σκοπό στον οποίο απέβλεπε (30).
45 Γεννάται συνεπώς το ερώτημα, κατά πόσον η κατά τα ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση βρίσκει έδαφος στην ευρωπαϋκή έννομη τάξη. Η απάντηση πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι αρνητική. Αρκούμαι σε μία μόνο επισήμανση που θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της νομολογίας του Δικαστηρίου και υπογραμμίζει τις διαφορές μεταξύ του αμερικανικού και του ευρωπαϋκού δίκαιου του ανταγωνισμού. Η ταύτιση των δύο συστημάτων δεν θα μπορούσε να είναι απολύτως επιτυχής στο βαθμό που παραγνωρίζει δύο από τις σημαντικές τους διαφορές: Αφενός, η αμερικανική νομοθεσία δεν περιέχει διάταξη ανάλογη εκείνης του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η οποία εγκαθιδρύει στο ευρωπαϋκό δίκαιο ειδική διαδικασία νομιμοποιήσεως συμπεριφορών, οι οποίες διαφορετικά θα αποτελούσαν παράβαση των περί ανταγωνισμού διατάξεων. Αφετέρου, οι ΗΠΑ αποτελούν μία ενιαία αγορά με ενιαίο νόμισμα και κατά τούτο η ανάγκη εισαγωγής νομικών κανόνων για τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι λιγότερο επιτακτική από ό,τι στην Ευρώπη.
46 Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως από την εν γένει θέση που λαμβάνει κανείς στο ζήτημα της ερμηνευτικής προσεγγίσεως των διατάξεων περί ανταγωνισμού, είναι, κατά τη γνώμη μου, αναμφισβήτητο ότι ορισμένες συμπεριφορές αποτελούν κατά το περιεχόμενό τους τόσο σαφή προσβολή του ανταγωνισμού, ώστε παρέλκει, κατ' αρχήν, η περαιτέρω εξέταση των οποιωνδήποτε δεδομένων τα οποία υπαγόρευσαν την υιοθέτησή τους ή των αποτελεσμάτων που επήλθαν εξαιτίας τους. Η αντιμετώπιση αυτή φαίνεται να είναι κοινή σε Ευρώπη και ΗΠΑ και αφορά όμοιες, κατά το πλείστον, παραβάσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται κατεξοχήν, οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές (31) οι οποίες συνίστανται σε καθορισμό των τιμών, περιορισμό της παραγωγής και κατανομή των αγορών (βλ. άρθρο 85, παράγραφος 1, στοιχεία αα, ββ, και γγ, της Συνθήκης) (32). Στην αμερικανική ορολογία γίνεται λόγος στις περιπτώσεις αυτές για per se παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού (33).
47 Στο βαθμό, επομένως, που δεν επιδιώχθηκε ούτε επιτεύχθηκε από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις η υπαγωγή τους στις εξαιρέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 85 της Συνθήκης, οι συμφωνίες που συνήψαν με αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών και του όγκου πωλήσεων, καθώς και οι εναρμονισμένες πρακτικές με το ίδιο περιεχόμενο, είναι δίχως άλλο παράνομες, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, του άρθρου 85.
48 Αμφιβολίες για την ορθότητα της απόψεως αυτής θα μπορούσε ενδεχομένως να γεννήσει η νομολογία του Δικαστηρίου (34) που επικαλείται και η αναιρεσείουσα. Η νομολογία αυτή, φαίνεται να δέχεται τη δυνατότητα μη εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, όταν η εθνική νομοθεσία αίρει στην πράξη τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Λαμβάνεται δηλαδή υπόψη για την εκτίμηση της ευθύνης των εμπλεκομένων εταιριών η επιρροή που ασκεί ένας εξωτερικός παράγοντας στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς τους. ςΕτσι, είναι δυνατόν να υποστηριχθεί, τουλάχιστον θεωρητικώς, ότι η νομολογία αυτή θα πρέπει να γενικευθεί για όλους τους αντίστοιχους εξωτερικούς παράγοντες. Θα πρέπει, για παράδειγμα, να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός έχει καταστεί αδρανής λόγω της συμπεριφοράς τρίτων προς τις κρινόμενες επιχειρήσεις. Δεν νομίζω ότι η θέση αυτή, που αναπτύσσει η αναιρεσείουσα, μπορεί να γίνει αποδεκτή. Καταρχάς, η νομολογία Suiker Unie κ.λπ. αφορά ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση, ερμηνεύεται δε στενώς από το Δικαστήριο (35). Το φαινόμενο της υπάρξεως εθνικών νομοθεσιών που αίρουν τον ανταγωνισμό πρέπει, από τη σκοπιά του κοινοτικού δικαίου, να θεωρείται ως ιδιαιτέρως εξαιρετικό και άμεσα συνδεόμενο με την παρούσα φάση της ευρωπαϋκής ενοποιήσεως και το σημαντικό ρόλο που εξακολουθούν να διαδραματίζουν οι εθνικοί κανόνες στον ευρωπαϋκό οικονομικό χώρο. Εξάλλου, η επέκταση της νομολογίας Suiker Unie κ.λπ. προς την κατεύθυνση που προτείνει η αναιρεσείουσα, θα είχε ως αποτέλεσμα η κρίση περί της νομιμότητας κάθε συμπεριφοράς που κατ' αρχήν αντίκειται στα οριζόμενα στο άρθρο 85 να εξαρτάται από την εκτίμηση των συνθηκών της αγοράς· και κατ' αυτόν τον τρόπο θα ανατρεπόταν η όλη φιλοσοφία του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως τουλάχιστον τον εννοεί το ευρωπαϋκό δίκαιο. Περαιτέρω, εναπόκειται στις αρμόδιες κοινοτικές αρχές και όχι στους ιδιώτες να λαμβάνουν τα νόμιμα μέτρα για την αντιμετώπιση καταστάσεων προσβολής του ανταγωνισμού που προκαλεί η συμπεριφορά κάποιων επιχειρήσεων (36).
49 Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας πρέπει να αντιμετωπισθούν ως εξής: πρώτον, οι συνέπειες του ελεύθερου ανταγωνισμού, όσο επιζήμιες και αν αποδεικνύονται ορισμένες φορές για μια μερίδα επιχειρήσεων, δεν ισοδυναμούν με αθέμιτο ανταγωνισμό. Απορρέουν από τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης και δεν μπορούν, συνεπώς, να χρησιμεύσουν ως δικαιολογητικός λόγος για συνεννοήσεις σε σχέση με τις τιμές, ακόμη κι αν οι συμμετέχοντες στις συνεννοήσεις παραγωγοί πωλούν κάτω του κόστους. Δεύτερον, η εξαιτίας των συνθηκών αυτών πλεονεκτική θέση στην αγορά ορισμένων επιχειρήσεων, δεν δίνει το δικαίωμα στις ανταγωνίστριές τους να παραβαίνουν το άρθρο 85. Εξίσου αδιάφορες για την εφαρμογή του άρθρου 85 είναι και τυχόν υποδείξεις της κυβερνήσεως ενός από τα κράτη μέλη προς κάποια εταιρία για συμμετοχή της σε συναντήσεις, το αντικείμενο των οποίων παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού.
50 Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο ορθώς θεμελίωσε την κρίση του μόνο στο αντικείμενο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου και δέχτηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1. Επίσης, ορθώς έκρινε ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνιστούσε per se παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (σκέψεις 264 και 265 της αναιρεσιβαλλομένης). Τέλος, νομίμως απορρίφθηκε από το δικαστή της ουσίας ο ισχυρισμός που αναφέρεται στο υπό στοιχείο f) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως (σκέψεις 295 και 296 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου) καθώς και οι υπόλοιποι εδώ εξεταζόμενοι ισχυρισμοί της Monte.
Συμπερασματικώς, τα υπό εξέταση μέρη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμα.
δ) δΟσον αφορά το υπό στοιχείο i) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
51 ςΟσον αφορά το μέρος αυτό, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εισήγαγε μια νέα μορφή παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης εκτός από εκείνες της συμφωνίας και εναρμονισμένης πρακτικής που προβλέπει ρητώς το άρθρο αυτό. Η μορφή αυτή παραβάσεως αποδίδεται με τον όρο «σύμπτωση των βουλήσεων» (σκέψεις 105, 201 και 230 της αναιρεσιβαλλομένης) και δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Περαιτέρω, κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως δεν θεμελίωσε την κρίση του επί του παρανόμου των συνεννοήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου στο κατά πόσον αυτές έχουν «ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού» κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 85 της Συνθήκης, αλλά εξέτασε τον «σκοπό» των συνεννοήσεων αυτών, κριτήριο το οποίο δεν τίθεται από τις κείμενες κοινοτικές διατάξεις.
52 Αρκούμαι να σημειώσω σχετικώς, όπως άλλωστε και η Επιτροπή, ότι το Πρωτοδικείο εφήρμοσε ορθώς τον κανόνα του άρθρου 85: αφενός επικαλείται τη «σύμπτωση των βουλήσεων» των παραγωγών πολυπροπυλενίου ως το στοιχείο από το οποίο συνάγεται η ύπαρξη «συμφωνίας» μεταξύ τους· αφετέρου, όταν κάνει λόγο για «σκοπό» των συναντήσεων μεταξύ των παραγωγών, στην ουσία αναφέρεται στο αντικείμενο των συναντήσεων αυτών, στο οποίο και θεμελιώνει ρητώς την κρίση του (βλ. σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης).
Επομένως, ο εξεταζόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2) Ως προς την κατανομή του βάρους της αποδείξεως
53 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Monte, αναφερόμενη στις σκέψεις 82, 86, 89, 129, 144, 146 και 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές του βάρους της αποδείξεως, του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου και του προσωπικού χαρακτήρα της ευθύνης. Παράλληλα, το Πρωτοδικείο, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, της απέδωσε ανύπαρκτες ομολογίες, και δέχθηκε, χωρίς καμία απόδειξη, την ύπαρξη ενός κοινού σχεδίου μεταξύ των παραγωγών του πολυπροπυλενίου και απέρριψε εσφαλμένως τον ισχυρισμό της Monte ότι η συμπεριφορά της υπαγορεύθηκε από πιέσεις και απειλές που προέρχονταν από τρομοκρατικές οργανώσεις. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς θεώρησε πως η ίδια παραδέχθηκε τη συμμετοχή της στο σύνολο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου και την κάλεσε να παράσχει μία άλλη εξήγηση για το περιεχόμενο των συναντήσεων στις οποίες αυτή μετείχε. Το Πρωτοδικείο επικαλείται προς τούτο τα πρακτικά που τήρησαν οι αντιπρόσωποι της Monte και των οποίων η ύπαρξη δεν συνάγεται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία. Κατά αυτό τον τρόπο το Πρωτοδικείο προχώρησε σε ανατροπή του βάρους της αποδείξεως, με την υιοθέτηση ενός τεκμηρίου ενοχής, εξομοιώνοντας τη συμμετοχή σε μία συνάντηση με τη συμμετοχή σε όλες τις παρανομίες που διεπράχθησαν στο πλαίσιο της συναντήσεως αυτής. Επίσης, κατά τη Monte, το Πρωτοδικείο δέχθηκε τη συμμετοχή της στο σύστημα «account leadership», επειδή τα στοιχεία που προσκόμισε η τελευταία, και από τα οποία συναγόταν ότι το σύστημα αυτό δεν λειτούργησε καθόσον την αφορούσε, δεν αναφερόταν στο σύνολο των πελατών, για τους οποίους η Monte είχε ορισθεί ως «account leader». Σύμφωνα όμως με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η Επιτροπή έφερε το βάρος της αποδείξεως ότι υπήρξε εφαρμογή του συστήματος «account leadership» στην πράξη. Το Πρωτοδικείο, ζητώντας αποδείξεις για το αντίθετο από τη Monte προέβη σε λανθασμένη κατανομή του βάρους της αποδείξεως. Επιπροσθέτως, πάντοτε κατά την αναιρεσείουσα, η άσκηση αυτόνομης πολιτικής στο θέμα των τιμών αποτελεί ικανή ένδειξη μη συμμετοχής της στις πρωτοβουλίες καθορισμού τιμών-στόχων και έτσι, προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να αντλήσει από τον ισχυρισμό αυτό τα δέοντα συμπεράσματα.
54 Η Επιτροπή θεωρεί ότι υπήρξε ορθή κατανομή του βάρους της αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων. Αφού στοιχειοθετήθηκε η συμμετοχή της αναιρεσείoυσας στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου και αφού ήταν διαθέσιμα τα πρακτικά των συναντήσεων που οργάνωσε η επίσης εμπλεκομένη εταιρία ICI, εναπόκειτο στη Monte να παράσχει μία διαφορετική ερμηνεία για το περιεχόμενο των ενλόγω συναντήσεων. Το Πρωτοδικείο αναφέρει στην απόφασή του ότι η Monte θα μπορούσε να είχε επικαλεσθεί για το σκοπό αυτό τυχόν πρακτικά των αντιπροσώπων της και τις σχετικές μαρτυρίες τους.
55 Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο σε μια σειρά αποδείξεων, δέχτηκε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των παραγωγών πολυπροπυλενίου η οποία είχε ως αντικείμενο τη λήψη μέτρων για την υλοποίηση των πρωτοβουλιών καθορισμού τιμών και, άρα, δεν χρειαζόταν περαιτέρω απόδειξη της εφαρμογής της συμφωνίας αυτής σε κάποιους πελάτες· η αποτυχία της υλοποιήσεως της συμφωνίας στην πράξη είναι νομικώς αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης των εμπλεκομένων επιχειρήσεων. Με παρόμοια συλλογιστική, η διαφορά μεταξύ των τιμών που έχουν επιτευχθεί στην αγορά και των τιμών που είχαν συμφωνηθεί είναι σύμφυτη με την έννοια της τιμής-στόχου και δεν αποτελεί απόδειξη μη συμπράξεως της αναιρεσείουσας στις σχετικές συνεννοήσεις.
56 Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα που τίθεται με το λόγο αυτό αναιρέσεως αφορά στην ουσία του τον τρόπο διαπιστώσεως των παραβάσεων του άρθρου 85 και, συνακόλουθα, την κατανομή της αποδείξεως. Γύρω από τον άξονα αυτό στρέφεται και η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, παρά το ευρύτερο περιεχόμενο που αναγγέλλεται από τον τίτλο του λόγου που έχει δοθεί στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (37). Η κριτική που ασκείται στην πρωτόδικη απόφαση συνίσταται στο ότι συνάγεται από την παρουσία της αναιρεσείουσας στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου, σύμπραξή της στο σύνολο των παραβάσεων. Στη συνέχεια προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι ανέτρεψε το βάρος της αποδείξεως και το τεκμήριο αθωότητας όταν κάλεσε την κατηγορουμένη εταιρία να αποδείξει τόσο ότι το περιεχόμενο των εν λόγω συναντήσεων ήταν διαφορετικό, όσο και τη μη συμμετοχή της στις διάφορες ειδικότερες παραβάσεις.
57 Πρέπει να παρατηρηθεί, αρχικώς, ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι παραβάσεις του άρθρου 85 της Συνθήκης στοιχειοθετούνται από μόνο το αντικείμενο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου, που ήταν ιδίως ο καθορισμός τιμών-στόχων και επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων. Η θέση αυτή στηρίζεται σε μία ορθή, κατά τη γνώμη μου, αντίληψη της έννοιας «εναρμονισμένη πρακτική». Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, σε ορισμένες περιπτώσεις, η εναρμονισμένη πρακτική ταυτίζεται με την εναρμόνιση αυτή καθεαυτή χωρίς να χρειάζεται επιγενόμενη ενέργεια στην αγορά για τη στοιχειοθέτησή της (38).
58 Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειτο στην Επιτροπή να αποδείξει ότι οι εν λόγω συναντήσεις είχαν αυτό το περιεχόμενο. Προς τούτο επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά κύριο λόγο τα πρακτικά των συναντήσεων που οργανώθηκαν με μέριμνα της εταιρίας ICI (βλ. σκέψεις 83 έως 85, 128 και 144 της αναιρεσιβαλλομένης)· δεν συνήγαγε δηλαδή το περιεχόμενο των σχετικών συναντήσεων βάσει υποθέσεων, αλλά στηρίχθηκε σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Παράλληλα, η Επιτροπή έφερε το βάρος της αποδείξεως της συμμετοχής κάθε μιας από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στις συναντήσεις αυτές (βλ. τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 82 της προσβαλλόμενης απόφασης) (39), όπερ και έπραξε.
59 Κατά λογική συνέπεια, η αναιρεσείουσα έφερε το βάρος ανατροπής των κατά τα ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, προσκομίζοντας άλλα, τα οποία θα απέκλειαν τη συμμετοχή της στις επίδικες συναντήσεις ή θα προσέδιδαν στις συναντήσεις αυτές ένα διαφορετικό περιεχόμενο. Το Πρωτοδικείο μνημονεύει ως τέτοια «(...) συγκεκριμένα στοιχεία (...) π.χ., τις σημειώσεις που κράτησαν τα μέλη του προσωπικού της (σημ: δηλαδή της Monte) ή τη μαρτυρία των προσώπων αυτών» (σκέψη 86). Από τη διατύπωση του σημείου αυτού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως γίνεται φανερό ότι το Πρωτοδικείο υποδεικνύει ενδεικτικώς ορισμένα αποδεικτικά μέσα, των οποίων θα μπορούσε να είχε γίνει επίκληση από τη Monte χωρίς, βεβαίως, να προβαίνει σε κρίση για την ύπαρξή τους.
60 Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν ζήτησε από την αναιρεσείουσα τίποτε το διαφορετικό ή περισσότερο από ό,τι νομίμως καλούνται να αποδείξουν οι προσφεύγουσες, προκειμένου να διαπιστωθεί το βάσιμο των λόγων που επικαλούνται.
61 Την ίδια συλλογιστική ακολουθεί το Πρωτοδικείο σχετικώς με τη διαπίστωση της συμπράξεως κάθε μιας από τις εμπλεκόμενες εταιρίες στις ρηθείσες παραβάσεις. Από τη συμμετοχή σε συναντήσεις με το παράνομο περιεχόμενο αντλείται το συμπέρασμα της συμπράξεως στις αντίστοιχες συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές, εκτός αν η ενδιαφερόμενη εταιρία παράσχει ενδείξεις προς στήριξη του ισχυρισμού της περί του αντιθέτου (σκέψεις 129 και 144 της αναιρεσιβαλλομένης).
62 Αναφορικώς προς την πτυχή αυτή του ζητήματος, πρέπει καταρχάς να γίνει δεκτό, ότι είναι θεωρητικώς δυνατή συμμετοχή σε συνάντηση στη διάρκεια της οποίας ορισμένοι συμμετέχοντες συμφωνούν κάτι το παράνομο, χωρίς ταυτόχρονη σύμπραξη του συνόλου των συμμετεχόντων στην παρανομία αυτή. Μπορεί λοιπόν να υποστηριχθεί ότι η απλή αυτή συμμετοχή σε συνάντηση με παράνομο αντικείμενο δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι υφίσταται από μέρους εκείνου που απλώς παρευρίσκεται παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (40). Η Επιτροπή βαρύνεται τότε με την προσκομιδή αποδείξεων, οι οποίες στοιχειοθετούν τη μετάβαση από την απλή συμμετοχή σε συνάντηση στη σύμπραξη σε παρανομία.
63 Νομίζω, ωστόσο, ότι ο προβληματισμός αυτός δεν βρίσκει έδαφος σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, όπου έχουν προσκομισθεί αποδείξεις για τη συμμετοχή της ελεγχομένης επιχειρήσεως σε μια σειρά συναντήσεων με παράνομο αντικείμενο, οι οποίες εκτείνονται σε χρονική περίοδο περισσοτέρων ετών. Η απόδειξη της προσελεύσεως σε επανειλημμένες συναντήσεις με το ίδιο παράνομο περιεχόμενο, αρκεί ακόμη και καθεαυτή για να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή θεμελίωσε επαρκώς τη σύμπραξη στην παρανομία. Εναπόκειται πλέον στην διάδικο εταιρία να προσκομίσει ενδείξεις που να οδηγούν σε αντίθετο συμπέρασμα.
64 Απομένει να εξετασθεί κατά πόσον αποτελούσαν παρόμοιας φύσεως ενδείξεις εκείνες που επικαλέσθηκε η Monte, σύμφωνα με τις οποίες, αφενός, το σύστημα του «account leadership» λειτούργησε πλημμελώς κατά το μέρος που την αφορούσε, και, αφετέρου, καθόρισε αυτόνομα τις τιμές της στην αγορά, ανεξαρτήτως των συμφωνηθέντων τιμών-στόχων.
65 Παρατηρώ ότι τα προβαλλόμενα στοιχεία αναφέρονται στα αποτελέσματα των όσων συμφωνήθηκαν στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου. Η μη υλοποίηση των συνεννοήσεων προβάλλεται ως απόδειξη μη συμπράξεως στις σχετικές συνεννοήσεις. Ουσιαστικά, κατ' αυτόν τον τρόπο η Monte επιχειρεί να μετατοπίσει τη νομική βάση της επιχειρηματολογίας της στηριζόμενη σε μία διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση των εννοιών που περιέχονται στο άρθρο 85 της Συνθήκης και ιδιαίτερα της έννοιας «εναρμονισμένη πρακτική».
66 ήΟμως, όπως ήδη παρατηρήθηκε (41), αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της παρανομίας η απόδειξη του αντιθέτου προς τον ανταγωνισμό περιεχομένου των συναντήσεων. Η υλοποίηση ή μη των αποφάσεων που ελήφθησαν στο πλαίσιο των συναντήσεων αυτών είναι ένα ζήτημα διαφορετικό και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως ένδειξη μη συμπράξεως στις υπό κρίση παράνομες δραστηριότητες.
67 Επομένως, και καθώς το Πρωτοδικείο στηρίζει την κρίση του στο γεγονός ότι, κατά τις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου, καθορίσθηκαν τιμές-στόχοι και ελήφθησαν μέτρα που αποσκοπούσαν στη διευκόλυνση της πραγματοποιήσεως των τιμών αυτών (σκέψεις 137 και 150 της αναιρεσιβαλλομένης), δεν παραβίασε κανένα κανόνα σχετικό με το βάρος της αποδείξεως μη λαμβάνοντας υπόψη του ως ένδειξη περί της συμπράξεως ή όχι στο αντικείμενο των ενλόγω συναντήσεων, ισχυρισμούς που αναφέρονταν στη πιστή ή όχι υλοποίηση των αποτελεσμάτων των συναντήσεων αυτών. Οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας προβάλλονται εν προκειμένω αλυσιτελώς. Δεν ασκεί περαιτέρω επιρροή το γεγονός ότι οι τιμές-στόχοι, από τη φύση τους είναι δεκτικοί αποκλίσεων. Κρίσιμο παραμένει σε ποιο αντικείμενο και μεταξύ ποίων επήλθε συνεννόηση.
68 Τέλος, με βάση τα ανωτέρω, δεν νομίζω ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι ο κανόνας αυτός είχε εφαρμογή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (42). Από τη στιγμή που η Επιτροπή προσκόμισε αποδείξεις ως προς τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν το παράνομο της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η συνακόλουθη κρίση του Πρωτοδικείου δεν στηρίχθηκε σε απλές υποθέσεις, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η Monte. Από την πλευρά της, εξάλλου, η τελευταία δεν προσκόμισε αντιστοίχου βαρύτητας στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της συλλογιστικής της Επιτροπής.
Συνεπώς, και σύμφωνα με τα ανωτέρω, θεωρώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
3) Ως προς την παραγραφή
69 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Monte, αναφερόμενη στις σκέψεις 236 και 237 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προβάλλει, κακή εφαρμογή εκ μέρους του Πρωτοδικείου των διατάξεων περί παραγραφής, όπως αυτές διατυπώνονται στον κανονισμό 2988/74 του Συμβουλίου (στο εξής: κανονισμός 2988/74) (43).
70 Η σχετική επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας συνοψίζεται σε δύο σημεία: Πρώτον, η Monte προβάλλει ότι δεν αποδείχθηκε πως η παράβαση ήταν συνεχής, καθόλο το χρονικό διάστημα μεταξύ 1977 και 1983: συνεπώς, οι υπό κρίση παρανομίες είχαν εν μέρει παραγραφεί. Δεύτερον, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς τον ενιαίο χαρακτήρα της παραβάσεως είναι, κατά την αναιρεσείουσα, ανεπαρκής. ςΕτσι, ενώ το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει ως κοινό στοιχείο όλων των υπό κρίση συμπεριφορών το γεγονός ότι εξυπηρετούσαν «(...) τον αυτό οικονομικό σκοπό: να νοθευτεί η φυσιολογική εξέλιξη των τιμών στην αγορά του πολυπροπυλενίου (...)» (σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλομένης), η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η κατάσταση στην αγορά κάθε άλλο παρά «ομαλή» μπορούσε να θεωρηθεί. Παράλληλα, κατά τη Monte, το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη συμμετοχή της στην παράβαση, καθόλη τη διάρκεια της, καθώς δεν διευκρίνισε σε πόσες συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου και στη διάρκεια ποιας περιόδου συμμετείχε η αναιρεσείουσα.
71 Η Επιτροπή απαντά ότι, με την επιχειρηματολογία της η αναιρεσείουσα στρέφεται απαραδέκτως κατά της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο. Παραπέμπει επιπλέον στις παρατηρήσεις της σχετικώς με τον παράνομο χαρακτήρα της υπό κρίση συμπεριφοράς.
72 Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού 2988/74, η δυνατότητα της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα ή κυρώσεις για παράβαση των διατάξεων των κανόνων περί μεταφορών ή ανταγωνισμού της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αρχίζει, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, από την ημέρα που διαπράχθηκε η παράβαση. ηΟσον αφορά τις διαρκείς ή κατ' εξακολούθηση παραβάσεις, η παραγραφή αρχίζει μόνο από την ημέρα που τερματίσθηκε η παράβαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, η παραγραφή διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής ή κράτους μέλους το οποίο ενεργεί κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, η οποία αποσκοπεί στη διενέργεια ανακρίσεως ή στη δίωξη λόγω της παραβάσεως. Η διακοπή της παραγραφής αρχίζει από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της πράξεως σε μία τουλάχιστον επιχείρηση από αυτές που συμμετείχαν στην παράβαση: σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η παραγραφή ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις που είχαν συμμετάσχει στην παράβαση (44).
73 Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά της αιτιολογίας με την οποία το Πρωτοδικείο στήριξε την κρίση του, περί του «ενιαίου» χαρακτήρα της παραβάσεως. Ο χαρακτηρισμός ορισμένης παραβάσεως ως «ενιαίας» αναφέρεται, βεβαίως, σε πραγματικά περιστατικά των οποίων την απόδειξη και το νομικό χαρακτηρισμό προϋποθέτει, αλλά δεν είναι χωρίς νομική σημασία, ειδικά ως προς το ζήτημα της παραγραφής (45). Αυτό συνάγεται ρητώς από τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 2988/74. Στο πλαίσιο αυτό αποτελεί αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου η αιτιολογία με την οποία στήριξε το Πρωτοδικείο την κρίση του περί του ενιαίου ή μη χαρακτήρα ορισμένης παραβάσεως (46).
74 Το Πρωτοδικείο στήριξε κατά κύριο λόγο την κρίση του, στο σημείο αυτό στον κοινό οικονομικό σκοπό τον οποίο εξυπηρετούσαν οι δραστηριότητες των παραγωγών πολυπροπυλενίου (σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλομένης). Τόνισε επίσης το συστηματικό χαρακτήρα τον οποίο είχαν οι εν λόγω δραστηριότητες, καθώς και το ότι ο κανόνας που παραβιαζόταν ήταν κάθε φορά ο ίδιος (σκέψη 236 της αναιρεσιβαλλομένης). ςΟπως δέχθηκε, τελικώς, το Πρωτοδικείο, ενιαία είναι η παράβαση του ίδιου νομικού κανόνα με διαδοχικές και επαναλαμβανόμενες πράξεις που εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό και εντάσσονται στην ίδια οικονομική (ή γενικότερα βιοτική) συγκυρία. Ο ορισμός είναι κατά τη γνώμη μου δόκιμος (47). Επομένως, δε νομίζω ότι η αναιρεσιβαλλόμενη παρουσιάζει οποιοδήποτε ελάττωμα ως προς το ζήτημα αυτό.
75 Θεωρώ, περαιτέρω, ότι δεν παρουσιάζουν νομικό ενδιαφέρον οι παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας σχετικώς με το αν η κατάσταση στην αγορά ήταν «φυσιολογική» ή όχι. Το επιχείρημα αυτό σχετίζεται με το αν υπήρξε ή όχι, στην προκειμένη περίπτωση, παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης και δεν αφορά την ερμηνεία του όρου «ενιαία παράβαση» ή τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής. Επομένως, ο ειδικότερος αυτός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
76 Ακόμη, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε σχέση με τη συμμετοχή της Monte στις συναντήσεις των παραγωγών πολυπροπυλενίου είναι νόμιμος. Στην απόφαση του Πρωτοδικείου αναλύονται διεξοδικώς η διάρκεια και το περιεχόμενο αυτής της συμμετοχής. Ορθώς, λοιπόν κρίθηκε με τη σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα «(...) έλαβε μέρος επί σειρά ετών (...)» στην ενιαία παράβαση. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ως προς το σκέλος αυτό ως αβάσιμος.
77 Τέλος, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπήρξε διακοπή της παραγραφής, διότι δεν στοιχειοθετήθηκε παρανομία της συμπεριφοράς των παραγωγών πολυπροπυλενίου, είναι αλυσιτελής. Ο εν λόγω ισχυρισμός, εκτός του ότι προβάλλεται απαραδέκτως κατ' αναίρεση, είναι εν προκειμένω απολύτως άσχετος με το ζήτημα της παραγραφής (48).
Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι στο σύνολό του απορριπτέος.
4) Ως προς το ύψος του προστίμου
78 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Monte βάλλει κατά της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, και υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του, όπως όφειλε, μια σειρά από κριτήρια για τον υπολογισμό του επιβληθέντος προστίμου. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του ως ελαφρυντική περίσταση, που θα έπρεπε να οδηγήσει σε περιορισμό του προστίμου, την έλλειψη αποτελεσμάτων της παραβάσεως. Προς τούτο, στρέφεται κατά των σκέψεων 70, 347, 379 και 385 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επίσης, κατά τη Monte, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό του προστίμου το ατομικό αποτέλεσμα που είχε η δράση της εταιρίας αυτής πέρα από το συνολικό αποτέλεσμα που είχε η παράβαση εν γένει. Η αναιρεσείουσα θεμελιώνει τη συλλογιστική της στη σκέψη 254 της αναιρεσιβαλλομένης. Περαιτέρω, η Monte ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να συνεκτιμήσει, για τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου, το γεγονός ότι η συμπεριφορά των παραγωγών πολυπροπυλενίου θα μπορούσε να τύχει της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Τέλος, κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο κακώς δεν εξέτασε αν ήταν ορθό να ληφθεί και ως επιβαρυντική περίσταση ο «ηθελημένος» χαρακτήρας της παραβάσεως.
79 Από την πλευρά της, η Επιτροπή υποστηρίζει, καταρχάς, ότι έλαβε υπόψη της για τον προσδιορισμό του προστίμου, το γεγονός ότι οι πρωτοβουλίες καθορισμού τιμών δεν είχαν επιτύχει το στόχο τους, όπως προκύπτει και από τις σκέψεις 365 έως 374 και 386 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Παράλληλα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία στηρίζει τις αιτιάσεις της η Monte, αφορά τη διαπίστωση της παραβάσεως και όχι την εκτίμηση της βαρύτητάς της. Παρομοίως η σκέψη 254 αφορά τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών από τη συμπεριφορά των παραγωγών πολυπροπυλενίου, ως στοιχείο που θεμελιώνει τον παράνομο χαρακτήρα της ενλόγω συμπεριφοράς· κακώς λοιπόν η Monte επικαλείται στη σκέψη αυτή για να ισχυρισθεί ότι ή ατομική ευθύνη κάθε επιχειρήσεως δεν ελήφθη σωστά υπόψη προκειμένου να προσδιορισθεί το επιβληθέν πρόστιμο. Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου για τα επιχειρήματα της Monte, σύμφωνα με τα οποία ορισμένα επιπλέον στοιχεία έπρεπε να συνεκτιμηθούν για τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου. Προς τούτο επικαλείται το άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο απαγορεύει την προβολή αιτημάτων το πρώτο στον αναιρετικό βαθμό.
80 Σε σχέση με τους ανωτέρω ισχυρισμούς, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι η δυνατότητα επιβολής προστίμων για παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης προβλέπεται από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου είναι η σοβαρότητα της παραβάσεως και η διάρκειά της. Από τα δύο αυτά κριτήρια ανάγκη ιδιαίτερης εξειδικεύσεως έχει κάθε φορά εκείνο που αφορά στη σοβαρότητα της παράνομης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο έχει κρίνει σχετικώς ότι «(...) η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη» (49).
81 Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο για να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολογεί ειδικώς για κάθε περίπτωση τη σοβαρότητα της παράνομης συμπεριφοράς. Αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου αποτελεί μόνον το κατά πόσον το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλους τους ουσιώδεις, στο πλαίσιο κάθε υποθέσεως, παράγοντες προκειμένου να εκτιμήσει τη σοβαρότητα ορισμένης συμπεριφοράς υπό το πρίσμα του άρθρου 85· ο αναιρετικός έλεγχος δεν εκτείνεται στην υπό του Πρωτοδικείου εκτίμηση των διαπιστωθέντων σχετικών πραγματικών περιστατικών.
82 Υπό το φως των ανωτέρω, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, η Monte προβάλλει κατ' αρχήν παραδεκτώς τους ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους δεν ελήφθησαν υπόψη από το Πρωτοδικείο ορισμένοι κρίσιμοι παράγοντες για τον ορθό προσδιορισμό του ύψους του επιβληθέντος προστίμου και ειδικότερα, αφενός, η έλλειψη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της παράνομης συμπεριφοράς και, αφετέρου, ο ατομικός ρόλος της αναιρεσείουσας στην συντέλεση της παραβάσεως.
83 Σε σχέση με το πρώτο σκέλος της επιχειρηματολογίας αυτής, πρέπει, να επισημανθεί ότι η επίκληση από τη Monte της σκέψεως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζει έναν ισχυρισμό αλυσιτελή με το εδώ εξεταζόμενο ζήτημα. Πράγματι, όπως ορθώς επισημαίνει στο σημείο αυτό και η Επιτροπή, η σχετική σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αναφέρεται στη στοιχειοθέτηση της παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, λόγω της διαπιστώσεως συμφωνίας κατωτάτων τιμών και δεν σχετίζεται με το διαφορετικό θέμα του συνυπολογισμού των αποτελεσμάτων της παραβάσεως για τον προσδιορισμό του προστίμου που επιβλήθηκε σε κάθε εταιρία (50).
84 Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα παραβλέπει τις σκέψεις 365 έως 374 της αναιρεσιβαλλομένης, οι οποίες αναφέρονται ακριβώς στη συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων της παραβάσεως, διακρίνοντας δύο ειδών αποτελέσματα: λαμβάνεται υπόψη, αφενός, ότι οι τιμές-στόχοι χρησίμευαν ως βάση διαπραγματεύσεων με τους πελάτες και, αφετέρου, ότι οι πρωτοβουλίες καθορισμού τιμών δεν είχαν εν γένει επιτύχει πλήρως το στόχο τους. Το Πρωτοδικείο έκρινε σχετικώς «(...) ότι η Επιτροπή καλώς έλαβε πλήρως υπόψη το πρώτο είδος αποτελεσμάτων και έλαβε υπόψη τον περιορισμένο χαρακτήρα του δευτέρου είδους αποτελεσμάτων. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα δεν ανέφερε σε ποιο βαθμό δεν ελήφθη υπόψη επαρκώς ο περιορισμένος χαρακτήρας του δευτέρου είδους αποτελεσμάτων, για τον μετριασμό του ύψους των προστίμων» (σκέψη 372 της αναιρεσιβαλλομένης). Από τα ανωτέρω συνάγεται με σαφήνεια ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του, για τον προσδιορισμό του προστίμου, κατόπιν εκτεταμένης αναλύσεως, τα αποτελέσματα της παραβάσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
85 ςΟσον αφορά την επιχειρηματολογία της Monte σε σχέση με τον ειδικό ρόλο που διαδραμάτισε στη διάπραξη της παραβάσεως, πρέπει να σημειωθεί, αρχικώς, ότι η σκέψη 254 της αναιρεσιβαλλομένης, κατά της οποίας βάλλει με τον σχετικό λόγο, αναφέρεται στο ζήτημα του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, δηλαδή, σε μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της παραβάσεως που περιγράφεται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης· κατά συνέπεια είναι ξένη προς το ζήτημα προσδιορισμού του προστίμου. υΕτσι, ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προβάλλεται στο σημείο αυτό αλυσιτελώς. Περαιτέρω, ερείδεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως ο ισχυρισμός ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του το ρόλο κάθε επιχειρήσεως στη διάπραξη της παραβάσεως. Στη σκέψη 354 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται σχετικώς ότι: «ιΟσον αφορά τα δύο πρώτα κριτήρια (...) που είναι ο ρόλος που διαδραμάτισε κάθε επιχείρηση στο πλαίσιο των συμπαιγνιών (...) πρέπει να υπομνηστεί ότι, δεδομένου ότι οι αιτιολογικές σκέψεις οι σχετικές με τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του συνόλου των αιτιολογικών σκέψεων της Αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε με αρκετά εξατομικευμένο, ως προς την προσφεύγουσα, τρόπο το πώς έλαβε υπόψη τα κριτήρια αυτά.» (51)
Επομένως, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μη συνυπολογισμού του ατομικού ρόλου που διαδραμάτισε στην παράβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (52).
86 Σε σχέση με τους εναπομείναντες δύο ισχυρισμούς της Monte, προέχει να εξεταστεί η ένσταση απαραδέκτου την οποία προβάλλει η Επιτροπή. Καταρχάς, εξετάζω τον ισχυρισμό κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να λάβει υπόψη του για να καθορίσει το ύψος του προστίμου το γεγονός ότι η συμπεριφορά των παραγωγών πολυπροπυλενίου θα μπορούσε να τύχει της εξαιρέσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 85. υΟντως, έγινε επίκληση της διατάξεως αυτής στο πλαίσιο της πρωτόδικης δίκης, αλλά μόνο ως λόγος ο οποίος θα έπρεπε, κατά τη Monte, να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1 (βλ. σχετικά σκέψεις 267 έως 273 της αναιρεσιβαλλομένης). Δεν προκύπτει ωστόστο ότι προβλήθηκε παρόμοιος ισχυρισμός για να στηρίξει αίτημα μειώσεως του ύψους του επιβληθέντος στη Monte προστίμου. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται για πρώτη φορά κατ' αναίρεση και κατά τούτο προβάλλεται απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
87 Τέλος, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο κακώς το Πρωτοδικείο δεν εξήτασε αν ήταν ορθό να ληφθεί υπόψη και ως επιβαρυντική περίσταση ο «ηθελημένος» χαρακτήρας της παραβάσεως. ςΟπως συνάγεται από τις σκέψεις 357 έως 364 της αναιρεσιβαλλομένης, ο δικαστής της ουσίας δέχεται καταρχάς τη διαπίστωση της Επιτροπής ως προς το ότι η Monte ενήργησε εκ προθέσεως. Ο «ηθελημένος» αυτός χαρακτήρας της παραβάσεως έχει σημασία για τον καθορισμό του ρόλου της Monte στις διαπιστωθείσες παρανομίες. Ο ρόλος αυτός, ορθώς κατά το Πρωτοδικείο, ελήφθη υπόψη από την Επιτροπή για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απεφάνθη έστω και σιωπηρώς, επί του ζητήματος που εγείρει η αναιρεσείουσα, η δε κρίση του είναι ορθή (53).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως της Monte είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
IV - Πρόταση
88 Ενόψει όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο τα ακόλουθα:
«1) Να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας Montecatini Spa.
2) Να απορριφθεί η ασκηθείσα παρέμβαση.
3) Η παρεμβαίνουσα να φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
4) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα λοιπά δικαστικά έξοδα.»
(1) - Υπόθεση Τ-14/89, Montedipe SpA κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1155).
(2) - IV/31.149 - Polypropylθne, ΕΕ 1986, L 230, σ. 1.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(4) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-79/89, Τ-84/89, Τ-85/89, Τ-86/89, Τ-89/89, Τ-91/89, Τ-92/89, Τ-94/89, Τ-96/89, Τ-98/89, Τ-102/89 και Τ-104/89 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-315).
(5) - Υπόθεση Τ-14/89 Rιv., Montecatini SpA (πρώην Montedipe SpA) κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1155).
(6) - Σημεία 10 έως 15 των προτάσεών μου, που παρουσιάζονται την ίδια ημέρα, επί της υποθέσεως C-199/92 P, Hόls κατά Επιτροπής.
(7) - Κατά παράβαση των κανόνων του άρθρου 3 του κανονισμού 1/1958 της 15ης Απριλίου 1958 (GU 17, σ. 385).
(8) - Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., C-137/92 P (Συλλογή 1994, σ. Ι-2555).
(9) - Σημεία 20 έως 24.
(10) - Οταν ένας διάδικος προβάλλει νομοτύπως μια σειρά από πραγματικά στοιχεία από τα οποία θεωρεί ότι συνάγεται η ανυπαρξία της προσβαλλομένης ενώπιον του Πρωτοδικείου πράξεως, το τελευταίο δεν δεσμεύεται από το νομικό χαρακτηρισμό που έχει προσδώσει ο διάδικος στα στοιχεία αυτά. Αν τα ίδια στοιχεία θεμελιώνουν παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, η οποία ελέγχεται αυτεπαγγέλτως και οδηγεί στην ακύρωση της προσβαλλομένης, το Πρωτοδικείο, όφειλε να εξετάσει τα στοιχεία αυτά, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να διαπιστώσει την ενλόγω παράβαση και να αντλήσει τα σχετικά συμπεράσματα. Εξάλλου, το βασικό αίτημα του προσφεύγοντος είναι, σε κάθε περίπτωση, η εξαφάνιση της προσβαλλομένης, ως αντιθέτου προς τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως του νομικού ενδύματος που θα περιβληθεί η εξαφάνιση αυτή. Κρίσιμο είναι λοιπόν να εξετάζεται από τον δικαστή, στο πλαίσιο της αναζητήσεως της αληθούς ερμηνείας των δικογράφων που του έχουν υποβληθεί προς κρίση, το κατά πόσον η προσβαλλομένη βαρύνεται όντως με τα ελαττώματα που της προσάπτει ο προσφεύγων, ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος θεμελιώνει σ' αυτά την ανυπαρξία ή την ακυρότητα της προσβαλλομένης.
(11) - Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, με το συγκεκριμένο υπόμνημα είχε ζητηθεί η επανάληψη της διαδικασίας.
(12) - Βλ. την ανάλυση στα σημεία 57 έως 76 των προτάσεών μου, επί της υποθέσεως Hόls κατά Επιτροπής, από την οποία συνάγεται ότι τα στοιχεία αυτά ήσαν, κατά την έννοια του νόμου, «γνωστά» στους προσφεύγοντες, δοθέντος ότι οι τελευταίοι θα μπορούσαν να τα έχουν αντλήσει με επιμελή εξέταση του φακέλου της υποθέσεως.
(13) - Βλ., σχετικώς, τα σημεία 77 έως 79 των προτάσεών μου στην υπόθεση Hόls κατά Επιτροπής.
(14) - Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης κατανοήσεως της αναιρεσιβαλλομένης και προβάλλεται, ως εκ τούτου, απαραδέκτως.
(15) - Οπως προκύπτει από τα άρθρα 168 Α της Συνθήκης και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως μπορούν να εξεταστούν μόνο νομικά ζητήματα. Ως τέτοιο ζήτημα, και μάλιστα «παραβίαση του κοινοτικού δικαίου» κατά το προαναφερθέν άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, θεωρείται και η ανεπάρκεια της αιτιολογίας στην οποία στήριξε το Πρωτοδικείο τα συμπεράσματά του. Με τον υπό εξέταση λόγο η Monte ουσιαστικά επικαλείται ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, κατά το μέρος που αφορά τη διαπίστωση της παρανομίας. Επομένως, ο σχετικός λόγος προβάλλεται παραδεκτώς.
(16) - Bλ. την απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-354/92 Ρ, Eppe κατά Eπιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-7027), και τις διατάξεις της 26ης Απριλίου 1993, C-244/92 P, Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1993, σ. Ι-2041) και της 7ης Μαρτίου 1994, C-338/93, De Hoe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-819).
(17) - Βλ. όπ.π. (υποσημείωση 16) απόφαση, Eppe κατά Επιτροπής και διατάξεις Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ, και De Hoe κατά Επιτροπής.
(18) - Βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981), και διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 P, San Marco Impex Italiana Srl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-4435). ΙΟπως αναφέρεται στις σκέψεις 48 και 49 της υποθέσεως Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. «Το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του (...)». Πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, Ι-667, σκέψεις 10, 19 και 42).
(19) - Για την κατανομή του βάρους αποδείξεως βλ. στη συνέχεια παράγραφοι 53 επ.
(20) - Βλ. προαναφερθείσες (υποσημείωση 18) υποθέσεις Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., σκέψη 66, και San Marco Impex Italiana Srl κατά Επιτροπής, σκέψη 40.
(21) - Βλ. τα σημεία 26 επ. των προτάσεών μου στη προμνησθείσα υπόθεση Hόls κατά Επιτροπής.
(22) - Βλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, C-241/91 P και C-242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-743, σκέψη 69). Η απόφαση, βέβαια, αφορούσε το άρθρο 86 της Συνθήκης, όμως, δεν υπάρχει λόγος να ισχύσει κάτι διαφορετικό για την πανομοιότυπη προϋπόθεση επηρεασμού του εμπορίου που θέτει το άρθρο 85. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, ανεξαρτήτως αν το σχετικό ζήτημα δεν τίθεται στο σημείο αυτό, ότι δεν χρειάζεται η προσαπτόμενη συμπεριφορά να έχει πράγματι επηρεάσει αισθητά το εν λόγω εμπόριο. Αρκεί, όπως σωστά δέχτηκε και το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 253 της αναιρεσιβαλλομένης, να αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά αυτή είναι ικανή να παραγάγει το ενλόγω αποτέλεσμα. Βλ. τις αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, NV Nederlandsche Banden Industrie Michelin κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 104), και της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hφfner και Elser (Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 32).
(23) - Βλ. προσφάτως τη διάταξη της 24ης Απριλίου 1996, CNPAAP κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-2003, σκέψη 29), και τη διάταξη San Marco Imrex Italiana κατά Επιτροπής, όπ.π. υποσημείωση 16, σκέψεις 36 και 37.
(24) - Βλ., όπ.π. υποσημείωση 18, την απόφαση Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (σκέψη 59), και τη διάταξη San Marco Impex Italiana κατά Επιτροπής Srl (σκέψη 49).
(25) - Αυτή είναι τουλάχιστον η κύρια όψη της σχετικής επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας. Λόγω όμως της όχι τόσο σαφούς διατυπώσεώς τους, οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι δεκτικοί διαφορετικής ερμηνείας και προσεγγίσεως όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια.
(26) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507), απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, Van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 207), και απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1985, 240/82 έως 242/82, 261/82, 262/82, 268/82 και 269/82, Stichting Sigarettenindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3831).
(27) - Σε σχέση με το δεύτερο αυτό σκέλος διαφοροποιούνται οι παρόντες ισχυρισμοί από αυτούς που εξετάσθηκαν στην προηγούμενη ενότητα. Πράγματι, είναι διαφορετικός από νομικής απόψεως ένας λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τον οποίο, αντικείμενο των συναντήσεων των παραγωγών πολυπροπυλενίου δεν ήταν ή δεν μπορούσε να είναι η συνομολόγηση τιμών και επιδιωκόμενου όγκου πωλήσεων, από εκείνον που δεν αμφισβητεί μεν το γεγονός της σύμπραξης αυτής καθ' εαυτής, αλλά επικαλείται ιδιάζουσες περιστάσεις που δικαιολογούν ή και επιβάλλουν τις συνεννοήσεις μεταξύ των επιχειρήσεων. Στη δεύτερη μόνο περίπτωση τίθεται νομικό ζήτημα το οποίο μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς.
(28) - Ξαρακτηριστική είναι η περίπτωση του υπό σημείο f) μέρους του λόγου αναιρέσεως όπου γίνεται αναφορά στο καθήκον επίδειξης θεμιτής συμπεριφοράς μεταξύ επιχειρήσεων που είναι υποχρεωμένες να πωλούν με ζημία. Το Πρωτοδικείο εξετάζει το όλο θέμα από τη σκοπιά του κατά πόσον υφίσταται ενδεχομένως κάποιος δικαιολογητικός λόγος που θα απέκλειε τον παράνομο χαρακτήρα της «σύμπραξης» (βλ. παράγραφο 296 της πρωτόδικης αποφάσεως), ενώ το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αναφέρεται γενικώς ασαφώς σε «απόπειρες» αύξησης των τιμών. Στη συνέχεια, όμως, στο υπόμνημα απαντήσεώς της η αναιρεσείουσα αποκρούει κατηγορηματικώς οποιαδήποτε ερμηνεία που εμπεριέχει την από μέρους της αποδοχή ότι συνέπραξε στις κρίσιμες συνεννοήσεις και αναφέρει, ότι εν πάση περιπτώσει επέδειξε μία ατομική συμπεριφορά η οποία της υπαγορευόταν από τις υφιστάμενες κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο συγκυρίες.
(29) - Σε ό,τι αφορά το υπό στοιχείο f) μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να υπογραμμισθούν τα ακόλουθα: Η αιναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί πρωτοδίκως ότι η ανάγκη επιδείξεως «θεμιτής συμπεριφοράς» μεταξύ των παραγωγών πολυπροπυλενίου δικαιολογεί συμπεριφορές που αντιβαίνουν στο άρθρο 85 της Συνθήκης. Ο ισχυρισμός αυτός έχει αμιγώς νομικό χαρακτήρα και ελέγχεται αναιρετικώς. Αντιθέτως, δεν εξετάζεται ως προς το βάσιμό του ως προβληθέν το πρώτον, αναιρετικώς, το επιχείρημα της Monte, σύμφωνα με το οποίο οι παραγωγοί πολυπροπυλενίου κατέφυγαν στις διαπιστωθείσες παράνομες συμπεριφορές για να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο να πωλείται το προϋόν αυτό σε τιμές κάτω του κόστους κατώτερες του αναγκαίου.
(30) - Η ερμηνεία αυτή αφορά στο αμερικανικό δίκαιο το πρώτο τμήμα της Sherman Act toy 1890. Ο συνυπολογισμός των παραγόντων που αναφέρονται εδώ έχει ως αποτέλεσμα μία συμπεριφορά να μην θεωρείται τελικώς ως παράνομη παρά μόνο αν επηρεάζει τον ανταγωνισμό σε ένα «μη λογικό βαθμό» (to an «unreasonable degree»). Bλ. και στη συνέχεια για τις εξαιρέσεις.
(31) - Κατά την ευρωπαϋκή, πάντοτε, ορολογία.
(32) - Οι συμφωνίες καθορισμού τιμών είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, αλλά και αυτή που κυρίως ενδιαφέρει εδώ. Το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει τις συμφωνίες αυτές ως αποτελούσες «από την ίδια τη φύση τους» ή «αυτές καθαυτές» περιορισμό του ανταγωνισμού. Βλ. για παράδειγμα την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, 123/83, Clair (Συλλογή 1985, σ. 391, σκέψη 22), και την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1985, 243/83, Binon (Συλλογή 1985, σ. 2015, σκέψη 44).
(33) - Βλ. σχετικώς ήδη τις αποφάσεις United States v. Yrenton Potteries Company (1927) και ιδίως United States v. Socony-Vacuum Oil Company (1940), η οποία μάλιστα απορρίπτει τις συμφωνίες τιμών ως νόμιμη απάντηση στα «δεινά του ανταγωνισμού». Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την πρόσφατη αμερικανική νομολογία μπορεί κανείς να δει, 54 American Jurisprudence, 2nd edition, Monopolies, Restraints of Trade and Unfair Trade Practices, New York 1996, και ειδικά τις παραγράφους 46 επ. και 70 επ.
(34) - Βλ. αποφάσεις Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, Van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής και Stichting Sigarettenindustie κ.λπ. κατά Επιτροπής, όπ.π. υποσημείωση 25.
(35) - Ξωρίς ποτέ να εγκαταλειφθεί εντελώς, η εξαίρεση που πρωτοδιατυπώθηκε στην απόφαση Suiker Unie κ.λπ. μπορεί δύσκολα να βρει εφαρμογή στην πράξη, στο μέτρο που το Δικαστήριο είναι ιδιαίτερα αυστηρό όταν καλείται να αναγνωρίσει την ύπαρξη εθνικής νομοθεσίας, η οποία να στερεί απολύτως τις επιχειρήσεις από τη δυνατότητα να διαμορφώνουν ελεύθερα τη δράση τους και να επιβάλλει συμπεριφορά αντίθετη προς τους κοινοτικούς κανόνες του ανταγωνισμού. Ξαρακτηριστικότερο όλων, το παράδειγμα της προαναφερθείσης (υποσημείωση 25) αποφάσεως Stichting Sigarettenindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται η ευθύνη των επιχειρήσεων όταν η αντίθετη προς τα άρθρα 85 και 86 δράση τους απλώς ευνοήθηκε από τις εθνικές αρχές [βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 1985, 229/83, Leclerc κ.λπ. (Συλλογή 1985, σ. 1), και την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 231/83, Cullet κ.λπ. (Συλλογή 1985, σ. 305)].
(36) - Ειδάλλως, θα αναγνωριζόταν εμμέσως ιδιόμορφο δικαίωμα «αυτοδικίας» των επιχειρήσεων, όπως λαμβάνουν οι ίδιες τα κατάλληλα μέσα για την αντιμετώπιση συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού που προκαλεί η συμπεριφορά ανταγωνιστών τους.
(37) - Ξαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε επιχειρηματολογίας που να αναφέρεται στις απειλές από τρομοκρατικές οργανώσεις ως έναν από τους λόγους που υπαγόρευσαν τη συμπεριφορά της Montecatini. Η εξέταση παρομοίου λόγου, που προφανώς σχετίζεται με τις σκέψεις 304, 309 και ιδίως 313 της αναιρεσιβαλλομένης, αφορά, συστηματικώς την ενδεχόμενη συνδρομή περιστάσεων που αίρουν τον καταρχήν παράνομο χαρακτήρα της υπό κρίση συμπεριφοράς (βλ. ανωτέρω σημεία 14 επ.).
(38) - Βλ., αναλυτικά, τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Anic, οι οποίες παρουσιάζονται επίσης σήμερα, σημεία 11 επ.
(39) - Η αμφισβήτηση από μέρους της Monte του αριθμού των συναντήσεων παραγωγών πολυπροπυλενίου στις οποίες συμμετείχε, αφορά στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο και άρα προβάλλεται απαραδέκτως στο αναιρετικό στάδιο.
(40) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού ειαγγελέα Sir Gordon Slynn στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 100 έως 103/80, SA Musique Diffusion Franηaise κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825), επί των οποίων η απόφαση εκδόθηκε την 7η Ιουνίου 1983. Πρβλ. την αμερικανική νομολογία Hunt κατά Mobil Oil Corp. (Supreme Court 1977) 465 F Supp. 195, 231.
(41) - Βλ. σημείο 56 των προτάσεών μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Anic.
(42) - Το τεκμήριο αθωότητας, που καθιερώνει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Ευρωπαϋκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (βλ. και άρθρο 14, παράγραφος 2, του Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα) αφορά, κατ' αρχήν τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο ποινικής δίκης. Στο πλαίσιο αυτό, ενδεχόμενη αναφορά στο κείμενο της ΕΣΔΑ και τη νομολογία του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να θεμελιώσει εφαρμογή της αρχής αυτής, σε όλη της την έκταση, στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας, όπως αυτή που λαμβάνει χώρα ενώπιον της Επιτροπής σε υποθέσεις ανταγωνισμού. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση που έχει η Επιτροπή να στοιχειοθετήσει την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, ουσιαστικά εξασφαλίζει στο διοικούμενο αντίστοιχη προσπάθεια, τουλάχιστον στο στάδιο της δικαστικής εκτιμήσεως του αποδεικτικού υλικού. ύΕτσι, τυχόν ακύρωση της πράξεως επιβολής προστίμου, με βάση τη διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς, ενόψει των στοιχείων που προσκόμισε, την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, διαφυλάσσει τις εταιρίες από τον καταλογισμό εναντίον τους συμπεριφορών σε σχέση με την απόδειξη των οποίων υπάρχουν αμφιβολίες.
(43) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 241).
(44) - Ας σημειωθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο εκτός της πενταετούς παραγραφής, η οποία, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να διακοπεί από μια σειρά από διαδικαστικές ενέργειες, δεν προβλέπει κάποια άλλη καταληκτική προθεσμία μετή την παρέλευση της οποίας να καθίσταται αδύνατη η ολοκλήρωση της κυρωτικής διαδικασίας του κανονισμού 17. Αντιθέτως λοιπόν στα όσα υποστήριξε η Monte κατά την προφορική διαδικασία, το γεγονός ότι ορισμένες από τις κρίσιμες παραβάσεις χρονολογούνται από το 1977 δεν μπορεί να έχει καμία νομική σημασία για την απάλειψη ή τον περιορισμό της ευθύνης της για τις παραβάσεις αυτές.
(45) - Βλ. σχετικά τις προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά ANIC, σημεία 61 επ.
(46) - O όρος «ενιαία παράβαση» θα πρέπει στο πλαίσιο της υπό εξέταση υποθέσεως να θεωρηθεί συνώνυμος του ακριβέστερου νομικά όρου «κατ' εξακολούθηση παράβαση». Τον τελευταίο όρο υιοθετεί ορθώς και το κείμενο του κανονισμού 2988/74.
(47) - Βλ. προτάσεις στην υπόθεση ANIC κατά Επιτροπής, σημεία 78 επ.
(48) - Το κατά πόσον στοιχειοθετείται παράβαση είναι ζήτημα που προηγείται λογικά τόσο εκείνου του χρόνου παραγραφής, όπως, a priori, και της διακοπής του χρόνου αυτού.
(49) - Βλ. διάταξη της 25ης Μαρτίου 1996, C-137/95, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-1611, σκέψη 54). Πρβ. και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1970, 45/69, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 461), της 8ης Νοεμβρίου 1983, 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, ΙΑΖ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψη 52), και την προαναφερθείσα (υποσημείωση 40) απόφαση SA Musique Diffusion Franηaise κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 120).
(50) - Στερείται οποιασδήποτε σημασίας και η αναφορά που κάνει η Monte στη σκέψη 379 της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία αφορά το πρόβλημα του συνυπολογισμού, για τον προσδιορισμό του ύψους των προστίμων, των ζημιών που υπέστησαν για μια πολύ μεγάλη περίοδο οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στον τομέα του πολυπροπυλενίου. Το θέμα αυτό, αν και πλησιέστερα στη λογική των συνθηκών της αγοράς, είναι προφανώς ξένο προς τα αποτελέσματα που είχε η παράβαση του άρθρου 85 και άρα ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται επίσης αλυσιτελώς.
(51) - Πρβλ. και σκέψη 361 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σύμφωνα με την οποία: «Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι (...) η Επιτροπή ορθώς απέδειξε τον ρόλο τον οποίο διαδραμάτισε στην παράβαση η προσφεύγουσα καθ' όσον χρόνο συμμετείχε σε αυτήν· ορθώς, επομένως, η Επιτροπή στηρίχτηκε στο ρόλο αυτόν, για να υπολογίσει το πρόστιμο που επέβαλε στην προσφεύγουσα.»
(52) - Η αναιρεσείουσα, πάντως, φαίνεται μάλλον να υποστηρίζει ότι η εξατομίκευση του ύψους του προστίμου συνδέεται με τα αποτελέσματα που είχε η συμπεριφορά κάθε επιχείρησης. Για την εκτίμηση, όμως, της σοβαρότητας ορισμένης παραβάσεως κρίσιμα είναι τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την όλη παράβαση, έτσι όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 85, παράγραφος 1. Περαιτέρω, βέβαια - και εδώ συνίσταται η εξατομίκευση του προστίμου - είναι αναγκαίο να συνεκτιμηθεί και ο ρόλος που κάθε επιχείρηση διαδραμάτισε στο πλαίσιο διαπράξεως της παραβάσεως. Πρόκειται, όμως, για ένα διαφορετικό ζήτημα από εκείνο των αποτελεσμάτων που είχε η παράνομη συμπεριφορά. (βλ. την ανάλυσή μου στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Anic, σημεία 103 επ.).
(53) - Οπως προαναφέρθηκε, η σοβαρότητα της διαπραχθείσης παραβάσεως, ως κριτήριο για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, συνάγεται από μεγάλο αριθμό στοιχείων [βλ. προαναφερθείσα (υποσημείωση 49) διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής]. Η εκτίμηση του «ηθελημένου» χαρακτήρα της παραβάσεως μπορεί να θεωρηθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως ένα από τα προς εκτίμηση στοιχεία.
Full & Egal Universal Law Academy