Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση του Social Security Commissioner για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θέτει ορισμένα ζητήματα που αφορούν αφενός το κράτος που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση των παροχών αναπηρίας και αφετέρου τη δυνατότητα συνυπολογισμού των περιόδων κατοικίας που έχουν διανυθεί σε άλλο κράτος μέλος προς κτήση του δικαιώματος επί των παροχών αυτών.
2. Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη έχει τη βρετανική ιθαγένεια και άρχισε την επαγγελματική σταδιοδρομία της εργαζόμενη στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τα έτη 1964 και 1965. Η προσφεύγουσα έπαυσε να εργάζεται, λόγω του ότι συνήψε γάμο και απέκτησε τέκνο. Το 1973 μετοίκησε με την οικογένειά της, για λόγους που αφορούσαν την εργασία του συζύγου της, στο Βέλγιο, όπου άρχισε να εργάζεται το 1974 και εξακολούθησε να εργάζεται μέχρι το 1982.
3. Το 1982 η προσφεύγουσα αναγκάστηκε, λόγω της καταστάσεως της υγείας της, να παύσει να εργάζεται. Η προσφεύγουσα έχει πληγεί από σπασμωδική ημιπληγία, λόγω της οποίας δεν μπορεί να μετακινείται παρά μόνο με αναπηρική πολυθρόνα. Στη συνέχεια η οικογένεια μετοίκησε, πάλι για λόγους αναγόμενους στην εργασία του συζύγου, στη Γαλλία, όπου εγκαταστάθηκε από το 1983 μέχρι το 1985. Το 1985 η οικογένεια επανήλθε στο Ηνωμένο Βασίλειο.
4. Η προσφεύγουσα υπέβαλε στη χώρα αυτή αίτηση χορηγήσεως επιδόματος βαριάς αναπηρίας ("severe disablement allowance"). Η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε από τις εκεί αρχές, αφενός για τον τυπικό λόγο ότι οι βρετανικές αρχές δεν ήσαν αρμόδιες για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού και αφετέρου για τον ουσιαστικό λόγο ότι η προσφεύγουσα δεν πληρούσε την προϋπόθεση να κατοικεί εντός της βρετανικής επικράτειας επί δέκα τουλάχιστον έτη κατά την προηγούμενη εικοσαετία.
5. Αντίθετα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά το κοινοτικό δίκαιο, αρμόδιες είναι οι βρετανικές αρχές. Επιπλέον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει επίσης τον συνυπολογισμό των περιόδων κατοικίας που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος.
6. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν σε μια περίπτωση σαν της προσφεύγουσας έχει εφαρμογή το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση ii, του κανονισμού 1408/71 (πρώτο ερώτημα). Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει τότε το ερώτημα αν αρμόδιος φορέας είναι ο φορέας του κράτους απασχολήσεως (άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71) ή ο φορέας του κράτους κατοικίας (άρθρο 39, παράγραφος 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση ii) (δεύτερο ερώτημα). Τα ερωτήματα 3 έως 5 αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι περίοδοι κατοικίας που έχουν διανυθεί σε άλλο κράτος μέλος μπορούν να συνυπολογίζονται, προκειμένου να πληρούνται οι προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί των παροχών. Το τελευταίο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά τις υποχρεώσεις του ασφαλιστικού φορέα του κράτους κατοικίας, εφόσον αρμόδιος είναι ο φορέας του κράτους απασχολήσεως, και αφορά συγκεκριμένα τις υποχρεώσεις συνεργασίας του φορέα αυτού στη διοικητική διαδικασία και την ενδεχομένως υφισταμένη υποχρέωσή του να προκαταβάλει τις παροχές, εφόσον υφίσταται δικαίωμα επί των παροχών αυτών (έκτο ερώτημα).
7. 'Οσον αφορά τη διατύπωση των ερωτημάτων, τα επιμέρους πραγματικά περιστατικά, το νομικό πλαίσιο και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
Β Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
8. Δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα, η οποία έχει τη βρετανική ιθαγένεια και εργάστηκε σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, είναι μισθωτή εργαζομένη και εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (1) (άρθρο 2). Το κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙΙ ρυθμίζει τις παροχές αναπηρίας: συναφώς γίνεται διάκριση μεταξύ των παροχών των οποίων το ύψος είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως (άρθρα 37 έως 39) και των παροχών των οποίων το ύψος εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας (άρθρα 40 και 41). Κατά το παράρτημα IV, μέρος Α, του κανονισμού (2), οι "νομοθεσίες που αφορούν το γενικό σύστημα αναπηρίας" του Βελγίου (στοιχείο Α) και "το άρθρο 36 του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως του 1975 (Social Security Act 1975)" (3) θεωρούνται ως παροχές της πρώτης κατηγορίας. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι εν προκειμένω εφαρμογή έχει το τμήμα 1 του κεφαλαίου που αφορά τις παροχές αναπηρίας.
9. Το άρθρο 39, το οποίο επιγράφεται: "Εκκαθάριση των παροχών", προσδιορίζει τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα. Κατά το άρθρο αυτό, αρμόδιος είναι καταρχήν ο φορέας του κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου "εφαρμοζόταν κατά τη στιγμή επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία που είχε ως επακόλουθο την αναπηρία" (4). 'Οταν υφίσταται αξίωση επί των παροχών αυτών, αποκλειστικά αρμόδιος είναι, κατά τον κανονισμό, ο φορέας αυτός (άρθρο 39, παράγραφος 2). Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται καμία αξίωση έναντι του φορέα αυτού, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η σε άλλο κράτος μέλος πλήρωση ορισμένων προϋποθέσεων για την κτήση του σχετικού δικαιώματος (άρθρο 38), καθίσταται αρμόδιος, επικουρικά, ένας άλλος ασφαλιστικός φορέας (άρθρο 39, παράγραφος 3). Τόσο ο κυρίως αρμόδιος όσο και ο επικουρικώς αρμόδιος φορέας είναι ασφαλιστικοί φορείς κράτους (προηγουμένης) απασχολήσεως.
10. Το άρθρο 39, παράγραφος 5, του κανονισμού, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (5), ρυθμίζει την περίπτωση στην οποία καθίσταται κατ' εξαίρεση αρμόδιος ο ασφαλιστικός φορέας του κράτους κατοικίας. Το άρθρο αυτό επικαλείται η προσφεύγουσα. Το άρθρο 39, παράγραφος 5, παραπέμπει στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α', περίπτωση ii, και στοιχείο β', περίπτωση ii, πρώτο εδάφιο. Το άρθρο 71 αποτελεί επίσης ειδική ρύθμιση εντός του κεφαλαίου που ρυθίζει τις παροχές ανεργίας. Το άρθρο 71 αποτελεί αυτοτελές τμήμα, το τμήμα 3, το οποίο επιγράφεται ως εξής: "'Ανεργοι που κατοικούσαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς τους σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος".
11. Κατά τη γενική ρύθμιση του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α', αρμόδιο κράτος είναι το κράτος απασχολήσεως. Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71 περιορίζεται συνεπώς εκ των προτέρων στις διάφορες κατηγορίες προσώπων που κατοικούσαν ή διέμεναν, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς τους, σε άλλο κράτος μέλος. Η πρώτη κατηγορία (άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α', περίπτωση ii) καλύπτει τους μεθοριακούς εργαζομένους, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β', του κανονισμού. Είναι βέβαιο ότι η προσφεύγουσα δεν ανήκει σ' αυτή την κατηγορία εργαζομένων (6). Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, αντίθετα, ότι αποτελεί μισθωτή κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση ii, πρώτο εδάφιο, αφού, ως μισθωτή που δεν είναι μεθοριακή εργαζομένη, επέστρεψε στο έδαφος του κράτους στο οποίο κατοικούσε.
12. Η ερμηνεία αυτή της διατάξεως δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το κράτος στο οποίο επιστρέφει ο μισθωτός, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να χαρακτηριζόταν ως κράτος κατοικίας κατά τη διάρκεια ήδη της εργασίας του μισθωτού. Το γεγονός ότι ο δεσμός αυτός πρέπει να υπήρχε κατά τη διάρκεια ήδη της απσχολήσεως προκύπτει από το περιεχόμενο, τα συμφραζόμενα και τη θέση που κατέχει η διάταξη αυτή εντός του συστήματος του κανονισμού. 'Αλλο είναι τώρα το ζήτημα των προϋποθέσεων υπό τις οποίες πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται "κατοικία" (7). Εν πάση περιπτώσει, δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η προσφεύγουσα κατοικούσε στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς της στο Βέλγιο.
13. Η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 71 του κανονισμού στηρίζεται στη νομολογία. Στην απόφαση Di Paolo (8) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση ii, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Με την απόφαση Guyot (9) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 71 δεν ισχύει για τον άνεργο ο οποίος κατοικούσε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του στο κράτος μέλος στο οποίο εργαζόταν. Τέλος, στην υπόθεση Gray (10) δεν υποβλήθηκε ρητά στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 71, επειδή - όπως αντιλήφθηκε σαφώς το Δικαστήριο - το αιτούν δικαστήριο είχε ήδη αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής του. Αν το Δικαστήριο θεωρούσε ότι η αντίληψη αυτή του αιτούντος δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη, είναι βέβαιο ότι θα παρείχε συναφώς κάποιες ενδείξεις με την απόφαση που εξέδωσε κατά την προδικαστική διαδικασία.
14. Αφού συνεπώς η προσφεύγουσα δεν ανήκει στην κατηγορία των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 71 του κανονισμού, δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 39, παράγραφος 5, του κανονισμού. Στην περίπτωσή της ισχύει επομένως ο γενικός κανόνας, τον οποίο καθιερώνει το άρθρο 39, παράγραφοι 1 και 2: αρμόδιος είναι συνεπώς ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας του Βελγίου, δηλαδή του τελευταίου κράτους απασχολήσεως. Αν για οποιουσδήποτε λόγους - που όμως δεν είναι γνωστοί εν προκειμένω - δεν υφίστατο αξίωση έναντι του φορέα αυτού, τότε, κατά το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού, αρμόδιος θα ήταν ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλαδή ο ασφαλιστικός φορέας ενός προηγούμενου κράτους απασχολήσεως.
15. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Τα ερωτήματα 2 έως 4 αφορούν τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 39, παράγραφος 5. Επομένως, κατόπιν της λύσεως που προτείνω, δεν χρειάζεται να εξεταστούν τα ερωτήματα αυτά.
16. Ακόμη και αν η αρμοδιότητα καθοριστεί βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 1 ή παράγραφος 3, του κανονισμού, κρίσιμο από νομική άποψη είναι το ζήτημα αν μπορούν να συνυπολογιστούν οι περίοδοι κατοικίας στο πλαίσιο του άρθρου 38, ζήτημα το οποίο θέτει με το τέταρτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο και επαναλαμβάνει, με την ίδια διατύπωση, στο πέμπτο ερώτημα, το οποίο υποβάλλεται ρητά για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα.
17. Κατά το άρθρο 38 του κανονισμού, όπως ίσχυε το 1986 κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως του επιδόματος αναπηρίας, για την κτήση του δικαιώματος επιτρεπόταν ρητά ο συνυπολογισμός μόνο των περιόδων ασφαλίσεως που είχαν διανυθεί υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους.
18. Κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν επιτρέπεται ο συνυπολογισμός των περιόδων κατοικίας που έχουν διανυθεί σε άλλο κράτος μέλος. Οι παροχές μπορούν να χορηγηθούν υπό τις προϋποθέσεις μόνο που θέτει η νομοθεσία του κράτους μέλους, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η προϋπόθεση περί ελάχιστου χρόνου κατοικίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αντίθετα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρέπει να συνυπολογίζονται οι περίοδοι κατοικίας που έχουν διανυθεί σε άλλα κράτη μέλη.
19. Το άρθρο 38 του κανονισμού αποτελεί διάταξη, σκοπός της οποίας είναι η αναγνώριση των προϋποθέσεων κτήσεως δικαιώματος τις οποίες θέτει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους και οι οποίες πληρούνται υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Από την άποψη αυτή, το άρθρο 38 αποτελεί συγκεκριμενοποίηση του άρθρου 51, στοιχείο α', της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο επιτάσσει "τον συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες για την κτήση και τη διατήρηση του δικαιώματος προς λήψη παροχής και για τον υπολογισμό του ύψους" της παροχής.
20. Η συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως στο πλαίσιο συστήματος που δεν βασίζεται στην καταβολή εισφορών, με σκοπό την προβολή αξιώσεων στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, είναι ασυνήθης. Επομένως, η στενή ερμηνεία του άρθρου 38 δεν θα είχε, κατά κανόνα, καμία πρακτική αξία για την προβολή αξιώσεων στο πλαίσιο συστήματος που δεν βασίζεται στην καταβολή εισφορών. Η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του αιτούντος κτήση δικαιώματος. Η επίτευξη του σκοπού του άρθρου 51 της Συνθήκης και του εκδοθέντος προς εκτέλεση του άρθρου αυτού κανονισμού 1408/71, δηλαδή ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος πρέπει να περιάγεται στη θέση που θα βρισκόταν, αν είχε εργαστεί σε ένα μόνο κράτος μέλος, θα καθίστατο αδύνατη, αν τα πραγματικά στοιχεία που αποτελούν απόρροια της ασκήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων δεν λαμβάνονταν υπόψη κατά την εφαρμογή του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους.
21. 'Οσον αφορά τα πρόσωπα που εμπίπτουν, λόγω της ιδιότητας που έχουν, στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (11) (βλ. άρθρο 2 του κανονισμού), πρέπει καταρχήν να προστατεύεται η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους ότι τα πραγματικά στοιχεία που είναι κρίσιμα από την άποψη του δικαίου των κοινωνικών ασφαλίσεων αναγνωρίζονται και στα άλλα κράτη μέλη. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι οι περίοδοι κατοικίας, οι οποίες έχουν διανυθεί, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, θα έπρεπε επίσης να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο άλλης νομοθεσίας, εφόσον η νομοθεσία αυτή τις ανάγει σε προϋπόθεση κτήσεως του δικαιώματος. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 38 του κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να αναγνωρίζονται όχι μόνο οι περίοδοι ασφαλίσεως, αλλά και οι περίοδοι κατοικίας που έχουν διανυθεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
22. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τις ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν με τους μεταγενέστερους τροποποιητικούς κανονισμούς:
Η διεύρυνση του παραρτήματος VI του κανονισμού (σημεία 17 και 18 του τμήματος ΙΒ), η οποία πραγματοποιήθηκε επ' ευκαρία της προσθήκης του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ' (12), με τον κανονισμό 2195/91 (13), δεν νομίζω ότι αποκλείει την αναγνώριση των περιόδων κατοικίας. Η συμπλήρωση του τμήματος ΙΒ του παραρτήματος VI, κατόπιν της θεσπίσεως του επιδόματος βαριάς αναπηρίας (14), διασαφηνίζει τις έννομες συνέπειες της νέας διατάξεως που προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 13, δηλαδή του στοιχείου στ'.
23. Η ενδεχομένως υφισταμένη επικουρική αξίωση της προσφεύγουσας έναντι του ασφαλιστικού φορέα του Ηνωμένου Βασιλείου θα βασιζόταν στο άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμογή θα είχε το σημείο 17, στοιχείο β', του τμήματος ΙΒ του παραρτήματος VI, το οποίο έχει ως εξής:
"[Ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος] έχει δικαίωμα σε εξομοίωση προς περιόδους παρουσίας ή διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο των περιόδων ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ως μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος στο έδαφος ή υπαγόμενος στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους".
Η συμπλήρωση αυτή του κανονισμού δεν αποκλείει, κατά την άποψή μου, την αναγνώριση, κατ' αναλογία, των περιόδων κατοικίας πριν ήδη από την έναρξη ισχύος της ρυθμίσεως αυτής.
24. Ούτε η έναρξη ισχύος του τροποποιητικού κανονισμού 1248/92 (15) οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα. Ο κανονισμός αυτός προβλέπει ρητά ότι από την 1η Ιουνίου 1992 λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 38 και οι περίοδοι κατοικίας που έχουν διανυθεί σε άλλα κράτη μέλη. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (16) αναφέρονται ρητά τα εξής:
"Συντρέχει λόγος να τροποποιηθούν τα άρθρα 38 και 45 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ώστε να διασαφηνιστούν οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ως μισθωτός ή μη μισθωτός ή/και στα πλαίσια γενικού ή ειδικού συστήματος".
25. Εφόσον γίνεται λόγος για "διασαφήνιση" και όχι για νέα ρύθμιση ή τροποποίηση ή έστω συμπλήρωση, θεωρώ ότι από την έκδοση του τροποποιητικού κανονισμού δεν μπορεί να συναχθεί το επιχείρημα εξ εναντίου ότι πριν από την έναρξη της ισχύος του δεν επιτρεπόταν να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι κατοικίας.
26. Τέλος, πρέπει να δοθεί απάντηση στο έκτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο υποβάλλεται για την περίπτωση κατά την οποία αρμόδιος κατά το άρθρο 39, παράγραφος 1, είναι ο βελγικός ασφαλιστικός φορέας. Το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά τις υποχρεώσεις που έχει ενδεχομένως ο φορέας του κράτους κατοικίας, και μάλιστα τόσο από τυπική όσο και από ουσιαστική άποψη. Αν γίνει δεκτό ότι η υποχρέωση χορηγήσεως των παροχών βαρύνει τον φορέα του κράτους απασχολήσεως, ο φορέας του κράτους κατοικίας δεν έχει καμία υποχρέωση ως προς τη χορήγηση των παροχών αυτών. Για τις παροχές αναπηρίας δεν προβλέπεται η κατανομή του βάρους της καταβολής των παροχών μεταξύ του αρμόδιου κράτους και του κράτους κατοικίας ούτε η γένεση αμοιβαίων αξιώσεων των ασφαλιστικών φορέων προς απόδοση των δαπανών τους, όπως προβλέπεται, π.χ., στο κεφάλαιο που αφορά τις παροχές ασθένειας και μητρότητας.
27. 'Οσον αφορά, αντίθετα, τα τυπικά κριτήρια για την υποβολή της αιτήσεως, έχουν εκδοθεί διατάξεις που αποβλέπουν στη διευκόλυνση της υποβολής της αιτήσεως από τον δικαιούχο και ταυτόχρονα στην επιβολή ορισμένων υποχρεώσεων στους φορείς των κρατών μελών. Το άρθρο 86 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει, π.χ., τη δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της αιτήσεως στον ασφαλιστικό φορέα άλλου κράτους μέλους και όχι του αρμόδιου. Συναφώς, το άρθρο 35 του κανονισμού 574/72 περιλαμβάνει ειδική διάταξη που αφορά τις αιτήσεις παροχών αναπηρίας. Η διάταξη αυτή επιτρέπει ρητά την υποβολή της αιτήσεως στον αρμόδιο φορέα του κράτους κατοικίας, ο οποίος έχει στη συνέχεια την ευθύνη της διαβιβάσεως της αιτήσεως στον αρμόδιο φορέα.
28. Οι ανωτέρω διαδικαστικές διατάξεις αποτελούν το ελάχιστο όριο των υποχρεώσεων που πρέπει να εκπληρώνουν οι φορείς των κρατών μελών. Δεν υπάρχει κανένα κώλυμα για την εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση αυστηρότερων διατάξεων, προκειμένου να διευκολύνουν την υποβολή των αιτήσεων από τους δικαιούχους. Στην περίπτωση μάλιστα των παροχών αναπηρίας είναι περισσότερο επιβεβλημένη η εκ μέρους των αρχών του κράτους κατοικίας παροχή συνδρομής προς τον δικαιούχο, αφού η ούτως ή άλλως δαπανηρή παρακολούθηση της πορείας της αιτήσεως σε άλλο κράτος μέλος παρουσιάζει ασύγκριτα περισσότερες δυσκολίες για έναν ανάπηρο. Από τους κανονισμούς 1408/71 και 574/72 δεν μπορεί όμως να συναχθεί ότι η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται ρητά από το κοινοτικό δίκαιο.
Γ Πρόταση
29. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω την εξής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
1. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση ii, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή στον μισθωτό ο οποίος μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσεώς του μεταφέρει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος.
2. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους υποχρεούται να εξομοιώνει με περιόδους κατοικίας που έχουν διανυθεί στο έδαφος του αρμόδιου κράτους μέλους τις περιόδους κατοικίας που έχει διανύσει σε άλλο κράτος μέλος οποιοσδήποτε εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
3. Ο αξιών τη χορήγηση παροχών μπορεί να υποβάλει την αίτησή του εμπροθέσμως στον φορέα του κράτους κατοικίας, ο οποίος έχει την ευθύνη για τη διαβίβασή της στον αρμόδιο φορέα. Ο φορέας του κράτους κατοικίας δεν βαρύνεται με καμία υποχρέωση καταβολής παροχών.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) - Βλ. το κωδικοποιημένο κείμενο του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ C 325 της 10.12.1992, σ. 1).
(2) - Βλ. άρθρο 37, παράγραφος 2.
(3) - Η διάταξη αυτή προστέθηκε, αναδρομικά από τις 29 Νοεμβρίου 1984, με τον κανονισμό 2195/91 (ΕΕ L 206 της 29.7.1991, σ. 2).
(4) - Η υπογράμμιση δική μου.
(5) - Η ρύθμιση του άρθρου 5 αντιστοιχεί πλέον στην παράγραφο 6, πρώτο εδάφιο, κατόπιν της τροποποιήσεως που επέφερε ο κανονισμός 1248/92 (ΕΕ L 136 της 19.5.1992, σ. 7, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 1992). Το 1991 και το 1992 τροποποιήθηκαν οι κρίσιμες διατάξεις τόσο του κοινοτικού όσο και του εθνικού δικαίου. Κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, η προσφεύγουσα λαμβάνει επίδομα βαριάς αναπηρίας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εκπροσώπου της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, από το 1992, πράγμα που σημαίνει ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα έχει κρίσιμη σημασία μόνο για τη νομική κατάσταση που υπήρχε προηγουμένως.
(6) - Ούτε ως γνήσια μεθοριακή εργαζομένη ούτε ως εξομοιούμενη προς μεθοριακή εργαζομένη, πράγμα που θα καθιστούσε δυνατή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση ii: βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 1/85, Miethe (Συλλογή 1986, σ. 1837). Στην υπόθεση 76/76, Di Paolo (απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977, Slg. 1977, σ. 315), το Δικαστήριο δέχθηκε, ως ένδειξη για τη διατήρηση της κατοικίας σε ορισμένο τόπο, το γεγονός ότι η οικογένεια της εργαζομένης παραμένει στο συγκεκριμένο κράτος.
(7) - Στην υπόθεση 236/87, Bergemann (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 5125), η προσφεύγουσα μετέφερε την κατοικία της, ενόσω υφίστατο η εργασιακή σχέση, σε άλλο κράτος μέλος και στη συνέχεια δεν επανήλθε πλέον στο κράτος απασχολήσεως, επειδή κατά τις τελευταίες εβδομάδες της ισχύος της εργασιακής αυτής σχέσεως τελούσε σε άδεια. Στην υπόθεση C-102/91, Knoch (απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992, Συλλογή 1992, σ. Ι-4341), η προσφεύγουσα επέστρεφε στο κράτος κατοικίας της για λίγους μήνες, αφού κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους εργαζόταν ως λέκτορας ξένων γλωσσών στο Ηνωμένο Βασίλειο.
(8) - Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 76/76, Di Paolo (Slg. 1977, σ. 315).
(9) - Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1984 στην υπόθεση 128/83, Guyot (Συλλογή 1984, σ. 3507).
(10) - Απόφαση της 8ης Απριλίου 1992 στην υπόθεση C-62/91, Gray (Συλλογή 1992, σ. Ι-2737). Ο Gray, Βρετανός υπήκοος, είχε ζήσει και εργαστεί στην Ισπανία είκοσι σχεδόν έτη. Μετά την επιστροφή του στο Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε στη χώρα αυτή επίδομα ανεργίας.
(11) - Η ιδιότητα αυτή δεν είναι κατ' ανάγκη η ενεργός εργασία.
(12) - Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: Το άτομο στο οποίο η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή, χωρίς η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους να καταστεί εφαρμοστέα σ' αυτό σύμφωνα με έναν από τους κανόνες που αναφέρονται στα προηγούμενα στοιχεία ή με μια από τις εξαιρέσεις ή έναν από τους ειδικούς κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 14 έως 17, υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής και μόνο της νομοθεσίας .
(13) - ΕΕ L 206 της 29.7.1991, σ. 2.
(14) - Βλ. αιτιολογική σκέψη 17.
(15) - ΕΕ L 136 της 19.5.1992, σ. 7.
(16) - Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
Full & Egal Universal Law Academy