ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 30ής Ιουνίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την προσφυγή που άσκησε στις 17 Ιουλίου 1992, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας εντός των ορισθεισών προθεσμιών τα μέτρα που ήταν αναγκαία για τη συμμόρφωση του προς τις οδηγίες του Συμβουλίου 87/328/ΕΟΚ της 18ης Ιουνίου 1987 ( 1 ), 88/661/ΕΟΚ της 19ης Δεκεμβρίου 1988 ( 2 ), 89/361/ΕΟΚ της 30ής Μαΐου 1989 ( 3 ), 90/118/ΕΟΚ της 5ης Μαρτίου 1990 ( 4 ) και 90/119/ΕΟΚ της 5ης Μαρτίου 1990 ( 5 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι η Επιτροπή προσέθεσε στο αντικείμενο της προσφυγής και την παράβαση του άρθρου 8 Α της Συνθήκης, ενώ στις σχετικές αιτιολογημένες γνώμες της είχε, βεβαίως, προσάψει στην εν λόγω κυβέρνηση ότι δεν είχε θέσει σε εφαρμογή εντός των ορισθεισών προθεσμιών τις εν λόγω οδηγίες επικαλουμένη αποκλειστικώς το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο. Κατόπιν τούτου, η Ολλανδική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη στο μέτρο που αυτή αναφέρεται στο άρθρο 8 Α.
3.
Όμως, καίτοι είναι αληθές ότι η Επιτροπή για πρώτη φορά με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο υποστήριξε ότι η μη μεταφορά πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1992 των οδηγιών ήταν δυνατόν να διακυβεύσει την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς και να συνιστά, ενδεχομένως, παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 8 Α και 5 της Συνθήκης, εξίσου αληθές είναι ότι, όπως η Επιτροπή διασαφήνισε με το υπόμνημα της απαντήσεως, σκοπός της δεν ήταν να προβάλει συμπληρωματικό ισχυρισμό προς στήριξη των αιτημάτων της ούτε να προσθέσει νέα αιτίαση, αλλά αποκλειστικώς να υπογραμμίσει το γεγονός ότι η μεταφορά των εν λόγω οδηγιών έχει πλέον καταστεί υπερεπείγουσα.
Εξάλλου, είναι προφανές ότι, δοθέντος ότι η φάση της έγγραφης διαδικασίας τερματίστηκε πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1992, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να προσάψει στην Ολλανδική Κυβέρνηση την παράβαση μιας υποχρεώσεως η οποία, στο στάδιο εκείνο, δεν ήταν, οπωσδήποτε, υπαρκτή.
4.
Κι ας έλθω τώρα στην ουσία. Εν προκειμένω, αρκεί να επισημανθεί ότι η ίδια η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτεται: πράγματι, η εν λόγω κυβέρνηση περιορίζεται, αφενός, προκείμενου να δικαιολογήσει την μη μεταφορά εντός των ορισθεισών προθεσμιών, στο να επικαλείται την περιπλοκότητα των απαιτουμένων νομοθετικών τροποποιήσεων καθώς και τις σημειωθείσες όσον αφορά τις σχετικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες καθυστερήσεις, και, αφετέρου, στο να υπογραμμίζει ότι τα επιβαλλόμενα για τη μεταφορά των οδηγιών μέτρα πρόκειται να ληφθούν το συντομότερο δυνατό.
5.
Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή και να καταδικάσει το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Οδηγία για την αποδοχή στην αναπαραγωγή βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους (ΕΕ L 167, σ. 54).
( 2 ) Οδηγία σχετικά με τους ζωοτεχνικούς κανόνες που εφαρμόζονται στα αναπαραγωγή χοιροειδή (ΕΕ L 382, σ. 36).
( 3 ) Οδηγία που αφορά τα αιγοειδή και προβατοειδή αναπαραγωγής καθαρής φυλής (ΕΕ L 153, σ. 30).
( 4 ) Οδηγία σχετικά με την αποδοχή για αναπαραγωγή των αναπαραγωγών χοιροειδών καθαρής φυλής (ΕΕ L 71, ο. 34).
( 5 ) Οδηγία σχετικά με την αποδοχή για αναπαραγωγή των υβριδικών χοίρων αναπαραγωγής (ΕΕ L 71, σ. 36).
Full & Egal Universal Law Academy