Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Kύριοι δικαστές,
1. Ο Haim, Ιταλός υπήκοος γεννηθείς το 1922, έλαβε το 1946 πτυχίο οδοντιάτρου από το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, όπου και άσκησε το επάγγελμά του μέχρι το 1980. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1981 του δίδεται από τον Regierungspraesident του Arnsberg η λεγόμενη "Approbation" [αναγνώριση της ιδιότητας του οδοντιάτρου], δυνάμει της οποίας του επιτρέπεται η άσκηση του επαγγέλματός του στη Γερμανία. Ωστόσο, δεν δικαιούται να περιθάλπει ασθενείς που υπάγονται στα ταμεία ασφαλίσεως ασθενείας, αλλά μπορεί μόνο να δέχεται ασθενείς που καλύπτονται από ιδιωτική ασφάλιση. Εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο, όπου υποβλήθηκε με επιτυχία σε θεωρητική και πρακτική εξέταση, βάσει της οποίας του χορηγήθηκε πιστοποιητικό ισοτιμίας προς το "προβλεπόμενο από τον νόμο βελγικό πτυχίο οδοντιατρικής". Ο Haim είναι συμβεβλημένος στο Βέλγιο με ένα ασφαλιστικό ταμείο ασθενείας.
2. Το 1988 αποφάσισε να εργασθεί ως βοηθός του γιου του, οδοντιάτρου στη Γερμανία και συμβεβλημένου με ασφαλιστικό ταμείο. Για να μπορεί να περιθάλπει ασθενείς υπαγόμενους σε ασφαλιστικά ταμεία ζήτησε από την Kassenzahnaerztliche Vereinigung Nordrhein (στο εξής: KVN) την εγγραφή του στο μητρώο των οδοντιάτρων.
3. Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως περί προσβάσεως στην άσκηση της οδοντιατρικής στο πλαίσιο ασφαλιστικού ταμείου (Zulassungsverordnung fuer Kassenzahnaerzte, στο εξής: ZZV), για την άσκηση του επαγγέλματος του συμβεβλημένου με ασφαλιστικό ταμείο οδοντιάτρου στη Γερμανία απαιτείται εγγραφή στο μητρώο των οδοντιάτρων, η οποία εξαρτάται από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- την αναγνώριση της ιδιότητας του οδοντιάτρου
- την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ασκήσεως διάρκειας δύο ετών.
4. Δυνάμει του άρθρου 20 της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (στο εξής: πρώτη οδηγία) (1), "Τα κράτη μέλη, τα οποία απαιτούν από τους δικούς τους υπηκόους την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ασκήσεως προκειμένου να αποκτήσουν τη δυνατότητα να συμβάλλονται ως οδοντίατροι ασφαλιστικού ταμείου, δύνανται να επιβάλλουν για μία περίοδο οκτώ ετών από της κοινοποιήσεως της παρούσης οδηγίας την ίδια υποχρέωση στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών. Η διάρκεια της πρακτικής ασκήσεως πάντως δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι μήνες".
5. Η περίοδος των οκτώ ετών έληξε για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στις 28 Ιουλίου 1986 (2).
6. 'Ετσι, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου αυτού (στο εξής: άρθρο 20), βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του ZZV απαλλάσσονται από την υποχρέωση της προπαρασκευαστικής ασκήσεως "οι οδοντίατροι οι οποίοι έλαβαν αναγνωριζόμενο από το κοινοτικό δίκαιο πτυχίο σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και μπορούν να ασκούν εκεί το επάγγελμά τους" (3).
7. Στηριζόμενος στη διάταξη αυτή, ο Haim ζήτησε να απαλλαγεί από την υποχρέωση πραγματοποιήσεως προπαρασκευαστικής ασκήσεως η KVN αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του, με την αιτιολογία ότι ο Haim δεν έλαβε το πτυχίο του σε κράτος μέλος.
8. Η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως αυτή προσφυγή απορρίφθηκε διαδοχικά από το Sozialgericht Duesseldorf και το Landessozialgericht Nordrhein-Westfalen. Επιληφθέν κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως (Revision), το Bundessozialgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 20 της οδηγίας και του άρθρου 52 της Συνθήκης.
9. Ζητεί στην ουσία από το Δικαστήριο να αποφανθεί:
1) αν το άρθρο 20 εμποδίζει ένα κράτος μέλος, το οποίο επέτρεψε σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους να ασκεί το επάγγελμά του στο έδαφός του, να επιβάλει στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση πραγματοποιήσεως προπαρασκευαστικής ασκήσεως για να μπορέσει να συμβληθεί με ασφαλιστικό ταμείο εφόσον δεν έχει τίτλο η αναγνώριση του οποίου επιβάλλεται από τις οδηγίες
2) σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αν το άρθρο 20 απαλλάσσει από την υποχρέωση πραγματοποιήσεως προπαρασκευαστικής ασκήσεως τον υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος έχει δίπλωμα χορηγηθέν από τρίτο κράτος και αναγνωριζόμενο από άλλο κράτος μέλος ως ισοδύναμο προς απαριθμούμενο στην οδηγία δίπλωμα
3) σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αν βάσει του άρθρου 52 της Συνθήκης μπορεί να εμποδίζεται η άσκηση από ιατρό, ο οποίος είναι κοινοτικός υπήκοος, του επαγγέλματός του στο πλαίσιο ασφαλιστικού ταμείου, όταν αυτός δεν έχει κανένα από τα απαριθμούμενα στην οδηγία διπλώματα, έχει όμως άδεια να ασκεί το επάγγελμά του στο κράτος εγκαταστάσεώς του, με την αιτιολογία ότι δεν πραγματοποίησε την απαιτούμενη προπαρασκευαστική άσκηση, χωρίς να εξετάζεται αν η προϋπόθεση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται με βάση την προηγούμενη επαγγελματική του πείρα. (4)
10. Επομένως, το αντικείμενο του ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήματος είναι σαφώς καθορισμένο: δεν πρόκειται για τον καθορισμό των προϋποθέσεων προσβάσεως στην άσκηση της δραστηριότητας του οδοντιάτρου - πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται στην προκειμένη υπόθεση - αλλά για την πρόσβαση στη δραστηριότητα του συμβεβλημένου με ασφαλιστικά ταμεία οδοντιάτρου, όσον αφορά έναν κοινοτικό υπήκοο, κάτοχο χορηγηθέντος από τρίτο κράτος διπλώματος, η ισοτιμία του οποίου έχει αναγνωριστεί από το κράτος μέλος στο οποίο εγκαταστάθηκε και από άλλο κράτος της Κοινότητας.
11. Νομίζω ότι στα δύο πρώτα ερωτήματα, τα οποία αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 20 πρέπει να δοθεί κοινή απάντηση.
12. Η διάταξη αυτή πρέπει να εξεταστεί σε συσχετισμό με το νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται.
13. Η πρώτη οδηγία αφορά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 2 και 3, την αμοιβαία αναγνώριση από τα κράτη μέλη των διπλωμάτων οδοντιατρικής τα οποία απαριθμούνται περιοριστικά και χορηγούνται από αυτά τα κράτη.
14. Ο συντονισμός των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου πραγματοποιήθηκε με την οδηγία 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978 (στο εξής: δεύτερη οδηγία) (5), στην οποία παραπέμπει η πρώτη οδηγία που εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία (6).
15. Το δίπλωμα που χορηγεί κάθε κράτος αναγνωρίζεται αυτομάτως στα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας διότι ανταποκρίνεται στα ελάχιστα κριτήρια που καθορίζει η δεύτερη οδηγία (7), ως προς τα οποία έχουν συμφωνήσει τα κράτη μέλη.
16. Τέτοιος συντονισμός στο επίπεδο της εκπαιδεύσεως και της νομοθεσίας δεν υπάρχει με τις τρίτες χώρες. Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 2, ορίζει σχετικώς ότι: η παρούσα οδηγία δεν θίγει με κανένα τρόπο την ευχέρεια των κρατών μελών να επιτρέπουν στην επικράτειά τους, σύμφωνα με τη νομοθεσία τους, την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου στους κατόχους διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων, που δεν έχουν αποκτηθεί σε ένα κράτος μέλος (8).
17. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν διπλώματα που αποκτήθηκαν σε τρίτο κράτος, έστω και αν πρόκειται για κοινοτικό υπήκοο.
18. Οι ειδικές οδηγίες περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων είναι άσχετες προς το ζήτημα της αναγνωρίσεως από τα κράτη μέλη διπλωμάτων χορηγουμένων από τρίτα κράτη. Γενικά, οι οδηγίες αυτές κάνουν λόγο για το ζήτημα αυτό μόνο για να διευκρινίσουν ότι τούτο διέπεται από το εθνικό δίκαιο, το οποίο καθορίζει τα δικά του κριτήρια για την αναγνώριση της ισοδυναμίας αλλοδαπών διπλωμάτων προς τα εθνικά και το οποίο εξακολουθεί να έχει ελευθερία εκτιμήσεως, την οποία δεν αμφισβητεί το κοινοτικό δίκαιο (9).
19. Με την οδηγία 89/48/ΕΟΚ της 21ης Δεκεμβρίου 1988 (10), το Συμβούλιο θέσπισε ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών. Η οδηγία αυτή πάντως δεν εφαρμόζεται στα επαγγέλματα τα οποία διέπονται από ειδική ρύθμιση καθιερώνουσα αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων μεταξύ των κρατών μελών (11). Συνεπώς, καίτοι το άρθρο 1, σημείο α', ομιλεί για αναγνώριση των διπλωμάτων που χορηγούνται από τρίτο κράτος, η υπό κρίση διαφορά δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Μάλιστα με σύσταση της ίδιας ημερομηνίας το Συμβούλιο συνέστησε στις κυβερνήσεις των κρατών μελών να διευκολύνουν τους υπηκόους, που απέκτησαν δίπλωμα σε τρίτο κράτος, στην ανάληψη και την άσκηση εντός της Κοινότητας των επαγγελμάτων που διέπονται από ειδική ρύθμιση (12).
20. Εξάλλου, ούτε και η οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης (13), που συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ, έχει εφαρμογή στα επαγγέλματα που διέπονται από ειδική οδηγία, καθιερώνουσα αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων μεταξύ των κρατών μελών (14).
21. Κατά συνέπεια, οι υπήκοοι των κρατών μελών δεν μπορούν να επικαλούνται την οδηγία αυτή και, ιδίως, το άρθρο 20 όταν δεν κατέχουν ένα από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 3 της πρώτης οδηγίας διπλώματα, αλλά διαθέτουν μόνο δίπλωμα αποκτηθέν σε τρίτο κράτος.
22. Επηρεάζεται το συμπέρασμα αυτό από το γεγονός ότι δίπλωμα αναγνωρίστηκε ως ισοδύναμο προς εθνικό δίπλωμα από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως; Είναι το κράτος αυτό υποχρεωμένο να εφαρμόσει την οδηγία και να απαλλάξει τον κάτοχο ενός τέτοιου διπλώματος από την υποχρέωση πρακτικής ασκήσεως;
23. Ο προσφεύγων της κυρίας δίκης το υποστηρίζει, προβάλλοντας διάφορα επιχειρήματα.
24. Πρώτον, βάσει του γράμματος του άρθρου 20 δίδεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη, τα οποία απαιτούν από τους υπηκόους τους την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ασκήσεως, για να μπορούν αυτοί να συμβληθούν με τα ασφαλιστικά ταμεία, να επιβάλλουν την ίδια υποχρέωση στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών για περίοδο οκτώ ετών χωρίς άλλη προϋπόθεση: δεν απαιτείται επιπλέον από τα άτομα αυτά να έχουν κοινοτικό δίπλωμα (15).
25. Δεύτερον, ο τίτλος της πρώτης οδηγίας δεν αναφέρεται μόνο στην αναγνώριση των διπλωμάτων αναφέρεται επίσης στα "μέτρα προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών". Το άρθρο 20, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο VIII υπό τον τίτλο "τελικές διατάξεις", δεν έχει σχέση με τις διατάξεις περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων. Η οδηγία καθορίζει καταρχάς τις προϋποθέσεις της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων στην Κοινότητα και, κατόπιν, τις προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του συμβεβλημένου με ασφαλιστικά ταμεία οδοντιάτρου (16).
26. Τρίτον, μόνο με αυτή την ερμηνεία μπορούν να αποφευχθούν οι δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ κοινοτικών υπηκόων που δικαιούνται να ασκούν το επάγγελμά τους στο κράτος μέλος υποδοχής (17).
27. Τέλος, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τη ratio legis της διατάξεως, η οποία δεν έχει ως σκοπό την επιβολή της υποχρεώσεως πραγματοποιήσεως πρακτικής ασκήσεως σε έμπειρους οδοντιάτρους, αλλά μόνο να αντισταθμίσει την έλλειψη πρακτικής επιμορφώσεως των αρχαρίων οδοντιάτρων (18).
28. Η ανάλυση αυτή δεν με πείθει.
29. Εξετάζοντας το άρθρο 20 χωριστά από την υπόλοιπη οδηγία παραβλέπεται η οικονομία της οδηγίας αυτής και ο ενιαίος χαρακτήρας των δύο οδηγιών της 25ης Ιουλίου 1978. 'Οπως παρατηρεί ο G. Druesne: "[στον τομέα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων] η χρησιμοποιούμενη τεχνική είναι πάντα η ίδια: την ίδια ημέρα εκδίδονται δύο οδηγίες, εκ των οποίων η μια αφορά το συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών και η άλλη την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων. Η πρώτη προβλέπει ορισμένες ελάχιστες προδιαγραφές ως προς την εκπαίδευση και, ακριβώς επειδή τα εκπαιδευτικά συστήματα καθίστανται, με τον τρόπο αυτό, ισοδύναμα σε όλη την Κοινότητα, η δεύτερη οδηγία μπορεί να επιβάλει σε κάθε κράτος μέλος την αναγνώριση των χορηγουμένων από τα άλλα κράτη μέλη διπλωμάτων" (19).
30. Ομοίως, οι κοινοτικοί υπήκοοι απαλλάσσονται, μετά τη λήξη της οκταετούς περιόδου, από την υποχρέωση πραγματοποιήσεως πρακτικής ασκήσεως ακριβώς επειδή είναι κάτοχοι διπλωμάτων που παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα όσον αφορά την ποιότητα της εκπαιδεύσεώς τους, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει περίοδο πρακτικής ασκήσεως (20).
31. 'Ετσι, αν ένα κράτος μέλος είναι ελεύθερο να συνεχίσει να επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους που έχουν αποκτήσει το εθνικό δίπλωμα την υποχρέωση πραγματοποιήσεως πρόσθετης πρακτικής ασκήσεως για να μπορούν να ασκούν το επάγγελμά τους ως συμβεβλημένοι με ασφαλιστικά ταμεία οδοντίατροι, τότε πρόκειται στην περίπτωση αυτή για κλασικό παράδειγμα αντίστροφης διακρίσεως, ισχύουσας στο εσωτερικό του κράτους αυτού, πράγμα το οποίο δεν καταδικάζεται από το κοινοτικό δίκαιο.
32. Εξάλλου, η αναγνώριση από ένα κράτος μέλος διπλώματος χορηγουμένου από τρίτο κράτος μέλος διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο του κράτους αυτού, το οποίο ουδόλως υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη, για την αναγνώριση των κτηθέντων σε τρίτο κράτος διπλωμάτων, τα ίδια κριτήρια και τις ίδιες απαιτήσεις που θέτει η οδηγία για τα κοινοτικά διπλώματα (21).
33. Επιπλέον, στον κοινοτικό υπήκοο που κατέχει δίπλωμα κτηθέν σε τρίτο κράτος μπορεί να επιβληθεί η υποχρέωση πραγματοποιήσεως πρακτικής ασκήσεως χωρίς να επιβάλλονται εις βάρος του δυσμενείς διακρίσεις σε σχέση με τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών. Η αναγνώριση διπλώματος η οποία προκύπτει από διμερή συμφωνία μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους δεν είναι συγκρίσιμη προς αναγνώριση βασιζόμενη στην κοινοτική οδηγία (22). Πράγματι, η πρώτη αναγνώριση δεν πληροί μια προϋπόθεση την οποία πληροί η δεύτερη, ήτοι την κατοχή διπλώματος το οποίο απαριθμείται στην οδηγία.
34. Τέλος, το επιχείρημα που στηρίζεται στο sedes materiae μπορεί να αντιστραφεί. 'Ολα τα άλλα άρθρα των "τελικών διατάξεων" παραπέμπουν σε άλλες διατάξεις της οδηγίας και ιδίως σε εκείνες που αφορούν την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων.
35. Δεν μπορεί να αποφευχθεί η διαπίστωση ότι η οδηγία έχει ως σκοπό την εναρμόνιση του δικαίου μεταξύ κρατών μελών, ενώ η κατάσταση την οποία εξετάζει το επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο αφορά μόνο την εγκατάσταση στη Γερμανία κατόχου διπλώματος το οποίο αποκτήθηκε σε τρίτο κράτος, χωρίς να τίθεται ζήτημα συντονισμού ή εναρμονίσεως διπλωμάτων κτηθέντων εντός των κρατών μελών.
36. Μπορεί όμως να επιβληθεί σε κράτος μέλος η υποχρέωση να αναγνωρίζει την ισοδυναμία προς τα εθνικά διπλώματα ενός διπλώματος που χορηγήθηκε από τρίτο κράτος με την αιτιολογία ότι ένα άλλο κράτος μέλος το θεωρεί ως ισοδύναμο;
37. Πιστεύω ότι ο κάτοχος ενός τέτοιου διπλώματος εξακολουθεί να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών της 25ης Ιουλίου 1978 έστω και αν έχει επιτύχει τέτοια αναγνώριση της ισοδυναμίας του διπλώματός του.
38. Η αποδοχή της απόψεως του προσφεύγοντος της κυρίας δίκης θα οδηγούσε σε λογικό αδιέξοδο πράγματι, η παρεχόμενη δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της δεύτερης οδηγίας σε κάθε κράτος μέλος δυνατότητα θα οδηγούσε στην επιβολή υποχρεώσεως έναντι όλων των άλλων. Η κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως προκαλεί αλλοίωση του νοήματός της. Ειδικότερα, η ισοδυναμία των διπλωμάτων στην Κοινότητα δεν μπορεί να εξαρτάται από διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών, αφενός, και τρίτων κρατών, αφετέρου, στο πλαίσιο των οποίων δεν εξασφαλίζεται η τήρηση των ελάχιστων προϋποθέσεων που προβλέπονται από την κοινοτική ρύθμιση.
39. Σχολιάζοντας την ανάλογη προς το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας για τους γιατρούς, 75/363/ΕΟΚ (23), ο Lord Cockfield, απαντώντας εκ μέρους της Επιτροπής σε ερώτηση ευρωβουλευτή (24) διευκρίνισε: Η αναγνώριση διπλωμάτων τρίτων χωρών εξαρτάται λοιπόν αποκλειστικά από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, η οποία βέβαια πρέπει να ισχύει αδιάκριτα για τους υπηκόους του κράτους αυτού καθώς και των άλλων κρατών μελών. Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 5, της προαναφερθείσας οδηγίας, το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει τη δυνατότητα να μην αναγνωρίσει το ισραηλινό δίπλωμα, ακόμη κι αν αναγνωρίζεται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας .
40. Την ίδια γνώμη διατύπωσε στις 13 Μαρτίου 1989 ο Bangemann, απαντώντας πάλι εξ ονόματος της Επιτροπής σε σχετική ερώτηση. Σχολιάζοντας συγκεκριμένα τις οδηγίες της 25ης Ιουλίου 1978, διευκρίνισε ότι οι τίτλοι που χορηγούνται από τρίτες χώρες δεν αποτελούν αντικείμενο της 'αμοιβαίας αναγνώρισης' . Στα κείμενα αυτά προβλέπεται ειδικά το δικαίωμα για τα κράτη μέλη να χορηγούν επί του εδάφους τους και σύμφωνα με τους κανονισμούς τους την πρόσβαση και την άσκηση των εν λόγω επαγγελματικών δραστηριοτήτων σε άτομα που κατέχουν τίτλους τρίτων χωρών. Ωστόσο η αναγνώριση των τίτλων αυτών από ένα κράτος μέλος δεν συνεπάγεται αυτόματα την υποχρέωση αναγνωρίσεώς τους και από τα υπόλοιπα κράτη μέλη (25).
41. 'Οπως είδαμε, το άρθρο 20 δεν μπορεί να ισχύσει για τον οδοντίατρο ο οποίος κατέχει δίπλωμα κτηθέν σε τρίτο κράτος, η περίπτωση του οποίου εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής των προαναφερθεισών οδηγιών, έστω και αν το δίπλωμά του αναγνωρίστηκε σε ένα κράτος μέλος. Το επαναλαμβάνω, μόνο η κατοχή διπλώματος ενός κράτους μέλους, από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας, μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή από την υποχρέωση πραγματοποιήσεως πρακτικής ασκήσεως.
42. Συνεπώς, μη δυνάμενος να στηριχθεί στο άρθρο 20, ο οδοντίατρος που είναι κοινοτικός υπήκοος και έχει δίπλωμα κτηθέν σε τρίτο κράτος μπορεί καταρχήν να υποχρεωθεί να πραγματοποιήσει προπαρασκευαστική άσκηση για να μπορέσει να ασκήσει το επάγγελμά του ως συμβεβλημένος με ασφαλιστικά ταμεία.
43. Επιτρέπει όμως το άρθρο 52 της Συνθήκης στο κράτος μέλος υποδοχής να αγνοεί, συναφώς, τους τίτλους και τις προηγούμενες περιόδους ασκήσεως του ενδιαφερομένου; Αυτό είναι το αντικείμενο του τρίτου ερωτήματος.
44. Η περίπτωση του κοινοτικού υπηκόου ο οποίος κάνει χρήση της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη ελευθερίας του να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος πέραν από εκείνο από το οποίο κατάγεται εμπίπτει, χωρίς αμφιβολία, στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
45. Ασφαλώς, το άρθρο 52 δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση αν απαγόρευε μόνο τα εθνικά μέτρα που προβλέπουν ρητά ή εισάγουν εκ των πραγμάτων δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ ημεδαπών και υπηκόων των άλλων κρατών μελών πράγματι, η γερμανική κανονιστική ρύθμιση δεν προβλέπει διάκριση βασιζόμενη στην ιθαγένεια.
46. 'Οπως όμως διευκρινίζεται με τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου, "η ίση μεταχείριση δεν αποδίδει μόνη της την παρούσα εξέλιξη της νομολογίας" (26).
47. 'Ετσι, στο πλαίσιο της υποθέσεως που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Βλασσοπούλου (27), η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, δικηγόρος με ελληνική ιθαγένεια, μέλος του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, ζήτησε την εγγραφή της στα μητρώα του αντιστοίχου συλλόγου του Mannheim. Το αίτημά της απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ικανότητας για να ασκήσει τα δικαστικής φύσεως καθήκοντα που προβλέπονται από τον ομοσπονδιακό κανονισμό περί του επαγγέλματος του δικηγόρου.
48. Πέραν των ελληνικών της διπλωμάτων, η Βλασσοπούλου έλαβε διδακτορικό δίπλωμα νομικής στη Γερμανία και εργαζόταν από πενταετίας στη χώρα αυτή υπό την ιδιότητα του νομικού συμβούλου.
49. Στο πλαίσιο της προσφυγής την οποία άσκησε η Βλασσοπούλου κατά της απορριπτικής αποφάσεως τέθηκε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν το άρθρο 52 της Συνθήκης επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους να λαμβάνουν υπόψη τα διπλώματα και την επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο κοινοτικός υπήκοος σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να επιτρέψουν στον ενδιαφερόμενο την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου.
50. Το Δικαστήριο δέχθηκε καταρχάς ότι, "ελλείψει εναρμονίσεως των όρων ασκήσεως ενός επαγγέλματος, τα κράτη μέλη δικαιούνται να καθορίζουν τις γνώσεις και τα προσόντα που είναι αναγκαία για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος και να απαιτούν την προσκόμιση διπλώματος με το οποίο να επιβεβαιώνεται η ύπαρξη αυτών των γνώσεων και προσόντων" (28), έκρινε δε ότι μπορεί να υφίστανται εμπόδια στην ελευθερία εγκαταστάσεως αν οι σχετικοί εθνικοί κανόνες δεν λαμβάνουν υπόψη τις γνώσεις και τα προσόντα που ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος.
51. Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι
"(...) το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση προς χορήγηση αδείας για την άσκηση επαγγέλματος στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή διπλώματος ή την επαγγελματική κατάρτιση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος με σκοπό την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος και να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τα διπλώματα αυτά και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από τις εθνικές διατάξεις" (29).
52. Επομένως, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να εξετάζει αν ο υποψήφιος έχει ήδη γνώσεις και προσόντα ισοδύναμα προς τα απαιτούμενα από το κράτος αυτό.
53. Κάθε απορριπτική απόφαση πρέπει να είναι σύμφωνη προς "τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την πραγματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που η Συνθήκη παρέχει στους κοινοτικούς υπηκόους" (30). Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή πρέπει να αιτιολογείται και να υπόκειται σε ένδικη προσφυγή.
54. Με τις παρούσες προτάσεις μου καλώ το Δικαστήριο να ακολουθήσει παρόμοια συλλογιστική την είχε εξάλλου ακολουθήσει στην απόφαση της 7ης Μαΐου 1992, υπόθεση C-104/91, Aguirre Borrell (31).
55. Οι προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του συμβεβλημένου με ασφαλιστικά ταμεία οδοντιάτρου, προκειμένου περί κοινοτικού υπηκόου που έχει αποκτήσει το δίπλωμά του σε τρίτο κράτος, δεν αποτελούν το αντικείμενο εναρμονίσεως (32).
56. Ορισμένα κράτη μέλη εξαρτούν τη δυνατότητα των οδοντιάτρων να είναι συμβεβλημένοι με ασφαλιστικά ταμεία από την πραγματοποίηση πρακτικής ασκήσεως, η οποία αποσκοπεί, πέραν της αποκτήσεως κάποιας πείρας, στην απόκτηση γνώσεων σχετικά με τις ιδιαίτερες οικονομικές λειτουργίες του συστήματος των ασφαλιστικών ταμείων και του συστήματος καταβολής των αμοιβών των ιατρών από τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και τις οικονομικές αρχές και τις αρχές περί του ελέγχου των δαπανών για την υγεία (33).
57. Τι ισχύει όμως στην περίπτωση του κοινοτικού υπηκόου, τον οποίο η αρμόδια αρχή αρνείται να εγγράψει στα μητρώα της επειδή δεν έχει πραγματοποιήσει περίοδο πρακτικής ασκήσεως;
58. Ναι μεν το κράτος μέλος υποδοχής δικαιούται να προβλέπει την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ασκήσεως, από το άρθρο όμως 52 της Συνθήκης και την απόφαση Βλασσοπούλου προκύπτει ότι το κράτος αυτό πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους, καθώς και την πείρα την οποία απέκτησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, προβαίνοντας σε συγκριτική εξέταση μεταξύ των απαιτουμένων προσόντων και εκείνων τα οποία έχει ο ενδιαφερόμενος.
59. 'Ενας οδοντίατρος, ο οποίος διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο και εργάστηκε ήδη ως συμβεβλημένος με ασφαλιστικά ταμεία σε ένα κράτος μέλος Α και ο οποίος δικαιούται να εργάζεται ως συμβεβλημένος με ασφαλιστικά ταμεία οδοντίατρος σε ένα κράτος μέλος Β, ζητεί την άδεια να εργάζεται ως συμβεβλημένος με ασφαλιστικά ταμεία σ' αυτό το τελευταίο κράτος. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται η αποδοχή της συλλογιστικής που ακολουθήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως Βλασσοπούλου. Η Βλασσοπούλου εδικαιούτο να εργάζεται ως Rechtsbeistand (νομικός σύμβουλος και παραστάτης), ζήτησε δε την άδεια να εργάζεται ως Rechtsanwalt (δικηγόρος).
60. Κατά συνέπεια, όταν κοινοτικός υπήκοος ο οποίος δεν έχει πραγματοποιήσει την υποχρεωτική προπαρασκευαστική άσκηση υποβάλλει σε κράτος μέλος αίτηση παροχής αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του συμβεβλημένου με ασφαλιστικά ταμεία οδοντιάτρου, το κράτος αυτό οφείλει, πριν του επιβάλει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει την άσκηση αυτή, να εξετάζει σε κάθε περίπτωση χωριστά αν η πείρα και τα προσόντα που ο ενδιαφερόμενος απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος είναι ισοδύναμα.
61. Επομένως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν, παρά την πείρα του προσφεύγοντος της κυρίας δίκης και την άδεια την οποία έλαβε από τις βελγικές αρχές να εργάζεται ως συμβεβλημένος με ασφαλιστικά ταμεία ο οδοντίατρος, εξακολουθεί να είναι απαραίτητη - και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιο βαθμό - η πραγματοποίηση της προβλεπόμενης από τη γερμανική κανονιστική ρύθμιση προπαρασκευαστικής ασκήσεως.
62. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
"1) Ο κοινοτικός υπήκοος, ο οποίος δεν κατέχει κανένα δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο οδοντιάτρου κατά την έννοια της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ, της 25ης Ιουλίου 1978, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας παρά το γεγονός ότι είναι κάτοχος διπλώματος αποκτηθέντος σε τρίτο κράτος και αναγνωριζομένου ως ισοδυνάμου προς το εθνικό δίπλωμα στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως και σε ένα άλλο κράτος μέλος κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου.
2) To άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι οι εθνικές αρχές κράτους μέλους, στις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του συμβεβλημένου με ασφαλιστικά ταμεία οδοντιάτρου μη υποχρεουμένου να πραγματοποιήσει προπαρασκευαστική άσκηση από κοινοτικό υπήκοο ο οποίος άσκησε το επάγγελμα αυτό για πολλά έτη σε άλλο κράτος μέλος, υποχρεούνται να εξετάσουν αν και σε ποιο βαθμό η πείρα και τα προσόντα που αποδεικνύει στο εξής ο ενδιαφερόμενος αντιστοιχούν προς τα απαιτούμενα από την κανονιστική ρύθμιση του κράτους υποδοχής. Σε περίπτωση κατά την οποία η αντιστοιχία μεταξύ των προσόντων αυτών είναι μόνο μερική, οι εν λόγω εθνικές αρχές δικαιούνται να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να αποκτήσει ή να αποδείξει ότι απέκτησε τις γνώσεις και τα προσόντα που του λείπουν."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 12.
(2) - Παρατηρήσεις της Επιτροπής, σ. 6.
(3) - Βλ. τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, σ. 5.
(4) - Το κείμενο των ερωτημάτων περιλαμβάνεται στο σημείο 14 της εκθέσεως ακροατηρίου.
(5) - Οδηγία περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21).
(6) - Βλ. τα άρθρα της 1 και 2.
(7) - Βλ. τις δύο πρώτες αιτιολογικές της σκέψεις.
(8) - Η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Βλ., για παράδειγμα, την οδηγία 78/1027/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του κτηνιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 52), άρθρο 1, παράγραφος 4.
(10) - ΕΕ 1989, L 19, σ. 16.
(11) - 'Αρθρο 2, παράγραφος 2.
(12) - Σύσταση 89/49/ΕΟΚ σχετικά με τους υπηκόους των κρατών μελών που απέκτησαν δίπλωμα σε τρίτο κράτος (ΕΕ L 19, σ. 24).
(13) - ΕΕ L 209, σ. 25.
(14) - 'Αρθρο 2.
(15) - Παρατηρήσεις του προσφεύγοντος της κυρίας δίκης, σημεία 18 και 19.
(16) - 'Οπ. π., σημείο 20.
(17) - 'Οπ. π., σημείο 25.
(18) - 'Οπ. π., σημεία 21 και 25.
(19) - Druesne, G.: Droit materiel et politiques de la Communaute europeenne , 2η έκδοση, 1991, σ. 92.
(20) - Βλ. το άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 3, της δεύτερης οδηγίας.
(21) - Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της δεύτερης οδηγίας προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιτρέπουν την πρόσβαση στη δραστηριότητα του οδοντιάτρου, στο έδαφός τους σύμφωνα με τη νομοθεσία τους, στους κατόχους διπλωμάτων κτηθέντων σε τρίτο κράτος. Η αναγνώριση αυτή δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στις απαιτήσεις και το επίπεδο του άρθρου 1 της ίδιας οδηγίας, έστω και αν η σύσταση της ενιαίας αγοράς προϋποθέτει λογικά την προϋπόθεση συμπληρώσεως μιας ελάχιστης εκπαιδεύσεως για κάθε ιατρό που ασκεί το επάγγελμά του στην Κοινότητα, ανεξάρτητα από τη χώρα προελεύσεως του διπλώματός του. Το κράτος υποδοχής είναι ελεύθερο να προβλέπει ένα ιδιαίτερο σύστημα για τους οδοντιάτρους που έχουν δίπλωμα κτηθέν σε τρίτο κράτος.
(22) - Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης, η αναγνώριση στη Γερμανία στηρίζεται στο τουρκικό δίπλωμα και όχι στην αναγνωρισθείσα από τις βελγικές αρχές ισοτιμία του σχετικού διπλώματος.
(23) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 209).
(24) - Γραπτή ερώτηση 2076/87 (ΕΕ 1988, C 283, σ. 11).
(25) - Απάντηση στη γραπτή ερώτηση 2103/88 (ΕΕ 1989, C 202, σ. 19).
(26) - Huglo, J.-G.: Droit d' etablissement et libre prestation des services , Chronique, RTDE 1992, σ. 696.
(27) - Απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-340/89, Βλασσοπούλου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2357).
(28) - Σκέψη 9.
(29) - Σκέψη 16, η υπογράμμιση δική μου.
(30) - Σκέψη 22.
(31) - Συλλογή 1992, σ. Ι-3003.
(32) - 'Οπως είδαμε, η οδηγία 89/48/ΕΟΚ της 21ης Δεκεμβρίου 1988 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
(33) - Βλ. την απάντηση της KVN στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy