Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Kύριοι δικαστές,
A - Eισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά κυρίως τον χαρακτηρισμό μιας μικτής συμβάσεως με σκοπό να κριθεί αν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ (1) περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων.
2. Αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη είναι η προκήρυξη διαγωνισμού και η ανάθεση ενός σχεδίου, το οποίο πηγάζει από σύμβαση συνεργασίας (της 14ης Ιουλίου 1989) συναφθείσα μεταξύ της Κυβερνήσεως των Καναρίων Νήσων και της δημοτικής αρχής της πόλεως Las Palmas de Gran Canaria (στο εξής: Las Palmas). Ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η δημιουργία και η λειτουργία καζίνο, καθώς και επαναλειτουργία του ξενοδοχείου "Santa Catalina", το οποίο ανήκει κατά κυριότητα στην πόλη Las Palmas και αποτελεί έμβλημά της. Ο διαγωνισμός προκηρύχθηκε από την Κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων, αρμόδια αρχή για την παραχώρηση αδείας λειτουργίας καζίνο. Σύμφωνα με τους όρους των διοικητικών αρχών, η Κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων έπρεπε να προκηρύξει τον διαγωνισμό για την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου επ' ονόματι της πόλεως.
3. Με απόφαση του Συμβουλίου της Προεδρίας της Κυβερνήσεως των Καναρίων Νήσων της 17ης Ιουλίου 1989, η οποία δημοσιεύθηκε στο Boletin Oficial de Canarias της 19ης Ιουλίου 1989, εκδόθηκε η πρόσκληση για συμμετοχή στον δημόσιο διαγωνισμό για την ανάθεση της οριστικής παραχωρήσεως σχετικά με την οργάνωση και την έναρξη λειτουργίας καζίνο στο Las Palmas - με συγγραφή υποχρεώσεων στο παράρτημα Ι - καθώς και για συμμετοχή στον επ' ονόματι της πόλεως Las Palmas διεξαγόμενο δημόσιο διαγωνισμό που αφορούσε τη χρησιμοποίηση του ανήκοντος στην πόλη κτιρίου και τη λειτουργία του ξενοδοχείου "Santa Catalina" - με συγγραφή υποχρεώσεων στο παράρτημα ΙΙ.
4. Οι συγγραφές υποχρεώσεων στα παραρτήματα Ι και ΙΙ παραπέμπουν κάθε φορά η μία στην άλλη. Οι πιθανοί ανάδοχοι πρέπει να υποβάλουν την προσφορά τους συγχρόνως και για τα δύο σκέλη του διαγωνισμού (βλ. μεταξύ άλλων άρθρο 2, στοιχείο i, του παραρτήματος Ι, άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, του παραρτήματος ΙΙ). Το άρθρο 2 του παραρτήματος Ι, το οποίο περιέχει τους όρους που πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις των αναδόχων, επιβάλλει ως αποκλειστικό εταιρικό σκοπό της επιχειρήσεως την εκμετάλλευση καζίνο. Παρέκκλιση από τον όρο αυτό επιτρέπεται μόνο στον βαθμό που θα πρέπει να παρέχονται πρόσθετες υπηρεσίες. Στα πλαίσια της ενδεικτικής απαριθμήσεως τέτοιων συμπληρωματικών υπηρεσιών αναφέρεται ρητά η εκμετάλλευση του ξενοδοχείου "Santa Catalina", η δε διασφάλιση της λειτουργίας του ξενοδοχείου συνιστά υποχρέωση του πιθανού αναδόχου.
5. Η συγγραφή υποχρεώσεων στο παράρτημα ΙΙ της προκηρύξεως για την παραχώρηση της εκμεταλλεύσεως του ξενοδοχείου "Santa Catalina", το οποίο πρέπει να στεγάζει τόσο το καζίνο όσο και την ξενοδοχειακή εγκατάσταση, καθορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την παραχώρηση, την οργάνωση και την εκμετάλλευση του καζίνο, τη χρησιμοποίηση των κτιρίων και την ξενοδοχειακή επιχείρηση (άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙ). Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ επιβάλλει στον ανάδοχο την υποχρέωση να επενδύσει τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο πεσέτες στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου και των εξωτερικών χώρων του - ανεξάρτητα από τις εγκαταστάσεις του καζίνο - για την εκτέλεση εργασιών ανακαινίσεως και διαρρυθμίσεως, ώστε να μπορεί το ξενοδοχείο να παραμείνει στην κατηγορία των ξενοδοχείων πέντε αστέρων. Επιπλέον, με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής αμοιβής για τη χρήση ολοκλήρου του αρχιτεκτονικού συγκροτήματος ύψους ενός δισεκατομμυρίου πεσετών σε διάστημα αντίστοιχο προς την αρχική δεκαετή διάρκεια της συμβάσεως. Στη συνέχεια, κατανέμεται κάθε φορά το ήμισυ της αμοιβής για τη χρησιμοποίηση των χώρων του ξενοδοχείου, αφενός, και του καζίνο, αφετέρου, με διαφορετικούς τρόπους πληρωμής για τα δύο συγκροτήματα.
6. Με απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1990, η Κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων κατακύρωσε στην εμπορική εταιρία Gran Casino Las Palmas, S.A., το σχέδιο στο σύνολό του.
7. Η σημερινή μισθώτρια και προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η Gestion Hotelera Internacional, S.A., προσέφυγε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων τόσο κατά της προκηρύξεως όσο και κατά της κατακυρώσεως. Μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο, όσον αφορά το προκηρυχθέν έργο, για σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ. Συνεπώς η προκήρυξη έπρεπε να είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πράγμα όμως που δεν συνέβη.
8. Για να διευκρινισθεί το εν λόγω νομικό ζήτημα, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Εμπίπτει στην έννοια "συμβάσεις δημοσίων έργων" του άρθρου 1, στοιχείο α', της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, μια "μικτή σύμβαση η οποία αποτελείται από σύμβαση έργου και την παραχώρηση πραγμάτων";
2. Είναι συνεπώς υποχρεωμένες οι αναθέτουσες αρχές, όταν θέλουν να συνάψουν σύμβαση με τα χαρακτηριστικά αυτά, να δημοσιεύσουν την προκήρυξη στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων;
9. Τόσο η πρώτη των καθών, η Κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων, όσο και η δεύτερη, η δημοτική αρχή της πόλεως Las Palmas, ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε λόγος να υποβληθούν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Η οδηγία 71/305/ΕΟΚ έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο και συνεπώς πρόκειται μόνο για την ερμηνεία της νομοθεσίας κράτους μέλους.
10. Επί της ουσίας, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης, όλοι οι μετέχοντες της διαδικασίας, η Ισπανική Κυβέρνηση, οι δύο καθών και η Επιτροπή, με διάφορα επιχειρήματα, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας.
11. Επειδή ουδείς των ενδιαφερομένων ζήτησε τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, η απόφαση θα εκδικασθεί με βάση την έγγραφη διαδικασία.
Β - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
12. Ι. Κατ' αρχάς πρέπει να δοθούν απαντήσεις στις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλαν οι δύο καθών της κύριας δίκης κατά της υποβολής αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Τόσο η πρώτη των καθών, η Κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων, όσο και η δεύτερη, η δημοτική αρχή της πόλεως Las Palmas, ισχυρίζονται ότι, εφόσον η οδηγία 71/305/ΕΟΚ έχει ήδη μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, πρόκειται μόνο για ερμηνεία της νομοθεσίας κράτους μέλους, οι δε διατάξεις της οδηγίας δεν είναι αμέσου εφαρμογής λόγω της πραγματοποιηθείσας μεταφοράς. Κατά την ίδια άποψη, η απευθείας εφαρμογή θα λαμβανόταν υπόψη μόνον, όταν μια οδηγία είτε δεν έχει μεταφερθεί καθόλου είτε έχει μεταφερθεί πλημμελώς. Εν προκειμένω όμως δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Η δεύτερη των καθών παραπέμπει στην απόφαση επί της υποθέσεως 283/81, C.I.L.F.I.T. (2), ισχυριζόμενη ότι δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Κατά τα λοιπά, ισχυρίζονται οι καθών ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι άνευ σημασίας για την επίλυση της διαφοράς, διότι η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά.
13. Αρχίζοντας με το τελευταίο από τα επιχειρήματα αυτά, πρέπει να επισημάνω ότι το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της προσφεύγουσας αποτελεί ζήτημα δικονομικού δικαίου του κράτους μέλους, ως προς το οποίο δεν απόκειται στο Δικαστήριο να απαντήσει. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επίλυση ζητημάτων του εσωτερικού δικαίου αποτελεί αποκλειστικά έργο των εθνικών δικαστηρίων (3). Το Δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικά στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (4). Στα πλαίσια της εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί ούτε επί της εφαρμογής διατάξεων του εσωτερικού δικαίου ούτε για τη σκοπιμότητα της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (5). Ανήκει συνεπώς στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να αποφαίνονται για την αναγκαιότητα της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και για τη σκοπιμότητα του υποβαλλομένου ερωτήματος για την επίλυση της διαφοράς (6).
14. Εφόσον τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αποβλέπουν στην ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο είναι κατ' αρχήν υποχρεωμένο να αποφανθεί (7). Παρέκκλιση από την αρχή αυτή μπορεί να γίνει μόνον όταν τα ερωτήματα είναι καθαρά υποθετικής φύσεως (8) ή όταν το υποβαλλόμενο στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα απορρέει από καθαρά εικονική διαφορά (9). Εν προκειμένω σαφώς δεν πρόκειται για τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Το αιτούν δικαστήριο έχει επιπλέον λεπτομερώς εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά προβλήματα της υποθέσεως (10), ώστε να μη δικαιολογούνται ως προς αυτό αμφιβολίες για το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
15. Το γεγονός ότι μια οδηγία έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο δεν εμποδίζει την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος με σκοπό την ερμηνεία της. Βεβαίως, μετά τη μεταφορά της οδηγίας μεταβάλλεται η νομική κατάσταση των υποκειμένων του δικαίου διά μέσου του εθνικού δικαίου (11). Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, "πρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι η υποχρέωση των κρατών μελών, η οποία απορρέει από οδηγία, να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία αυτή, καθώς και το καθήκον που έχουν δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο και ιδίως τις διατάξεις εθνικού νόμου που έχει θεσπιστεί ειδικά για την εκτέλεση της οδηγίας οφείλει να ερμηνεύει το εθνικό του δίκαιο υπό το φως των διατάξεων και του στόχου της οδηγίας (...)" (12).
Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τον προς εκτέλεση της οδηγίας εκδοθέντα νόμο, αφού εξαντλήσει πλήρως τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το εθνικό δίκαιο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου (13).
16. Συνεπώς, αν το εθνικό δικαστήριο "οφείλει να ερμηνεύει το εθνικό του δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας αυτής" (14), τότε φυσικά είναι επίσης παραδεκτό, εφόσον έχει αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας, να μπορεί να υποβάλλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα.
ΙΙ. α) Επί του πρώτου ερωτήματος
17. Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο θέλει να πληροφορηθεί αν η επίδικη προκήρυξη και κατακύρωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων.
18. 'Οσον αφορά τα ερμηνευτικά δεδομένα για τον χαρακτηρισμό της εν λόγω πράξεως, πρέπει κατ' αρχάς να εκκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι σημαντική εν προκειμένω είναι η οδηγία 71/305/ΕΟΚ στην αρχική της μορφή, δηλαδή πριν από την τροποποίησή της από την οδηγία 89/440/ΕΟΚ (15). Η οδηγία 89/440/ΕΟΚ κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 19 Ιουλίου 1989 (16), την ίδια ημέρα που δημοσιεύθηκε στην τοπική επίσημη εφημερίδα η προκήρυξη του επίδικου σχεδίου. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ, στα κράτη μέλη τάχθηκε προθεσμία ενός έτους προκειμένου να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα, για να συμμορφωθούν με την οδηγία. Κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της προκηρύξεως δεν ίσχυαν συνεπώς ακόμη οι διατάξεις της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ.
19. Αναμφίβολα, η επίδικη σύμβαση αποτελεί μικτή σύμβαση. Ως προς αυτό, τα όσα εκθέτει το αιτούν δικαστήριο συμφωνούν με τις παρατηρήσεις όλων των διαδίκων. Το προδικαστικό ερώτημα είναι, ως προς αυτό, ασαφώς διατυπωμένο, διότι προβαίνει ήδη σε νομικό χαρακτηρισμό της υπό κρίση συμβάσεως, δίδοντας έμφαση στην εκτελεστέα σύμβαση έργου. Το αν η υποχρέωση εκτελέσεως των εργασιών χαρακτηρίζει τη σύμβαση αποτελεί ωστόσο αντικείμενο του ερωτήματος. Επομένως, προτείνω να εξεταστεί το προδικαστικό ερώτημα συνολικά υπό το φως της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δηλαδή αν πρέπει να θεωρηθεί ως σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ η δημόσια προκήρυξη και η ανάθεση της ενάρξεως λειτουργίας και εκμεταλλεύσεως καζίνο, όπως και η παραχώρηση της εκμεταλλεύσεως ξενοδοχείου, σε συνδυασμό με την εκμίσθωση των προς τούτο απαιτούμενων χώρων, στα πλαίσια των οποίων ο ανάδοχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να προβεί στην εκτέλεση εργασιών διαρρυθμίσεως.
20. Τέλος, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, σημασία έχει μόνο το ζήτημα αν το επίδικο σχέδιο πρέπει να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ ή όχι, και όχι το αν πρέπει να ταξινομηθεί θετικά σε άλλη κατηγορία νομικών πράξεων, ιδίως εκείνη των δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών (17). Οι σκέψεις προς την κατεύθυνση αυτή είναι υποθετικές και μπορούν μόνο να επιτελούν τη λειτουργία κριτηρίων οριοθετήσεως.
21. 'Οσον αφορά την κατάταξη της αναθέσεως, οι διάδικοι έχουν καταλήξει στα ίδια αποτελέσματα, αλλά με διαφορετικό τρόπο.
22. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι πρόκειται για μικτή σύμβαση, αποτελούμενη, πρώτον, από σύμβαση παροχής υπηρεσιών σε συνδυασμό με την παραχώρηση κτιρίων που ανήκουν στον δήμο και εγκαταστάσεων για την έναρξη της λειτουργίας και την εκμετάλλευση ενός καζίνο, καθώς και για την εκμετάλλευση ξενοδοχείου και εστιατορίου έναντι αμοιβής ύψους 1 δισεκατομμυρίου πεσετών. Δεύτερον, πρόκειται για την ανάληψη εργασιών αξίας 1 δισεκατομμυρίου πεσετών που θα εκτελούνταν με δαπάνες του αναδόχου. Ως προς την παροχή υπηρεσιών πρόκειται για παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ (18), σύμφωνα με το παράρτημά της Ι Β αριθ. 17 και 26. 'Οσον αφορά τις οδηγίες 92/50/ΕΟΚ και 71/305/ΕΟΚ, η εφαρμογή της μιας αποκλείει την εφαρμογή της άλλης. Κατά την Επιτροπή, πάντως, θα μπορούσε να πρόκειται για ανάθεση έργου μόνον αν αποτελούσε ουσιώδες τμήμα της συμβάσεως, όχι όμως όταν αποτελεί παρεπόμενο της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών. Η Επιτροπή παραπέμπει στη 16η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, η οποία έχει ως εξής:
"Εκτιμώντας ότι οι δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών διαχείρισης ιδιοκτησιών, μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να περιλαμβάνουν έργα ότι, όπως προκύπτει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ, μια σύμβαση θεωρείται ως σύμβαση δημοσίων έργων μόνον εφόσον ο σκοπός της συνίσταται στην εκτέλεση ενός έργου ότι, ωστόσο, εφόσον τα έργα αυτά γίνονται επικουρικώς και δεν αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως σύμβασης δημοσίων έργων."
23. Πρέπει συνεπώς να εξετασθεί αν η ανάθεση έργων αποτελεί το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως ή είναι μόνο παρεπομένου χαρακτήρα και μπορεί να διαχωρισθεί από το υπόλοιπο τμήμα της συμβάσεως. Η Επιτροπή εκφράζει την άποψη ότι η ανάθεση του έργου δεν μπορεί να αποκοπεί από το υπόλοιπο αντικείμενο της συμβάσεως. Αυτό προκύπτει, κατά την άποψή της, από τον σκοπό της συμβάσεως. Τα έργα αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη της λειτουργίας του καζίνο, είναι όμως επουσιώδη σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών. Από οικονομική άποψη επίσης, τα έργα είναι παρεπομένου χαρακτήρα. Επικουρικά, η Επιτροπή ισχυρίζεται, για την περίπτωση που είναι δυνατός ο διαχωρισμός των αντικειμένων, ότι τα έργα συνιστούν αντιπαροχή για την παραχώρηση, με συνέπεια να ισχύει το άρθρο 3 της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ όπως ίσχυε παλαιότερα, σύμφωνα με το οποίο η οδηγία δεν εφαρμόζεται επ' αυτής της συμβάσεως παραχωρήσεως. Τέλος, η Επιτροπή εκφράζει ενδοιασμούς ως προς την προταθείσα από την ίδια κατάταξη της συμβάσεως ως δημοσίας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ. Πρόκειται βεβαίως για δημόσια σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η οποία μάλιστα, σύμφωνα με την πρόταση περί οδηγίας, θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, πλην όμως το Συμβούλιο δεν αποδέχθηκε αυτή τη διατύπωση κατά την έκδοση της οδηγίας.
24. Η δημοτική αρχή της πόλεως Las Palmas ισχυρίζεται ότι η άδεια λειτουργίας του καζίνο χορηγήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1990. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού παραθέτει αναλυτικά το κείμενο της αποφάσεως. Δεν πρόκειται για σύμβαση δημοσίων έργων, αλλά για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης ενός καζίνο και ενός ξενοδοχείου. Την ευθύνη των έργων ανέλαβε ο ανάδοχος, η δε δημοτική αρχή διατήρησε μόνο δικαιώματα ελέγχου και εποπτείας.
25. Η αυτόνομη Κοινότητα των Καναρίων διατυπώνει κατ' αρχάς αμφιβολίες όσον αφορά τον προηγούμενο χαρακτηρισμό της συμβάσεως από το αιτούν δικαστήριο μέσω της διατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος. Ο πραγματικός χαρακτήρας της συμβάσεως συνίσταται στη χρησιμοποίηση και τη διαχείριση ενός κτιρίου ιδιοκτησίας του δήμου, καθώς και στην παραχώρηση της εκμεταλλεύσεως του ξενοδοχείου. Το γεγονός ότι η προκήρυξη απαιτεί μια δευτερεύουσα και παρεπόμενη παροχή δεν μεταβάλλει το αντικείμενό της. Οι κατασκευαστικές εργασίες είναι αναπόσπαστες από την έγκριση για την έναρξη της λειτουργίας και την εκμετάλλευση του καζίνο και αυτό όχι μόνο λόγω της εκούσιας συμφωνίας των συμβαλλομένων διοικήσεων, αλλά και λόγω των ειδικών περιστάσεων. Η παραχώρηση χαρακτηρίζεται από την ιδιομορφία ότι ο χώρος δεν ανήκει στον ανάδοχο, αλλά στη διοίκηση. Η συμφωνία ότι τα έργα θα επιβάρυναν τον μισθωτή δεν μεταβάλλει καθόλου τον μισθωτικό χαρακτήρα της συμβάσεως. Σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων στο παράρτημα ΙΙ, η αρμόδια αρχή για την έγκριση των τυχερών παιχνιδιών θα μπορούσε να επηρεάζει τα έργα. Οι εργασίες συνεπάγονταν την προσαρμογή του χώρου στην ασκούμενη δραστηριότητα. Κατά τα λοιπά, τα έργα ήσαν μικρής εκτάσεως. Ο μισθωτής είχε πλήρη ελευθερία να προβλέψει περαιτέρω εργασίες διαρρυθμίσεως.
26. 'Οσον αφορά την κατάταξη συμβάσεων δημοσίου δικαίου, για τις μικτές συμβάσεις έχουν υποστηριχθεί, αφενός, η θεωρία της απορροφήσεως, σύμφωνα με την οποία το υπερισχύον τμήμα της συμβάσεως είναι καθοριστικής σημασίας για τον νομικό χαρακτηρισμό της όλης συμβάσεως, και, αφετέρου, η θεωρία του συνδυασμού, σύμφωνα με την οποία κάθε τμήμα της συμβάσεως ακολουθεί τους ειδικούς κανόνες που ισχύουν για το εκάστοτε είδος της συμβάσεως. Η νομολογία τάχθηκε υπέρ της θεωρίας της απορροφήσεως η θεωρία αυτή θα πρέπει να εφαρμοσθεί και στην προκειμένη περίπτωση. 'Αλλωστε, στα ισπανικά δικαστήρια απόκειται να προβούν στον χαρακτηρισμό της συμβάσεως.
27. Η Ισπανική Κυβέρνηση παραθέτει στις έγγραφες παρατηρήσεις της ουσιώδη αποσπάσματα των όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού, προκειμένου να αποδείξει την αλληλεξάρτηση των διαφόρων αντικειμένων της συμβάσεως καθώς και τη σχέση κυρίου-παρεπομένου μεταξύ τους. Είναι της γνώμης ότι το μέρος της συμβάσεως που αφορά τα έργα έχει παρεπόμενο οργανικό χαρακτήρα. Τα έργα απoτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγμάτωση του κύριου αντικειμένου της συμβάσεως. Ο παρεπόμενος χαρακτήρας των έργων, σε σχέση με τα λοιπά μέρη της συμβάσεως, αποδεικνύεται από τη δυνατότητα αναθέσεως εκτελέσεως των εργασιών σε τρίτον. Από τον καθορισμό του εταιρικού σκοπού της αναδόχου επιχειρήσεως, αυτή κωλύεται εξ υπαρχής να προβεί στην εκτέλεση των έργων. Το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, η έναρξη λειτουργίας και η εκμετάλλευση του καζίνο, δεν είναι μεταβιβάσιμο.
28. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται περαιτέρω ότι πρόκειται περί μισθωτικής συμβάσεως, στην οποία η υποχρέωση εκτελέσεως έργων ενός ελάχιστου ύψους αποτελεί μέρος της αμοιβής για την παραχώρηση των χώρων και την άδεια λειτουργίας των εκεί εγκατεστημένων επιχειρήσεων. Ο ανάδοχος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των εργασιών και πρέπει επίσης να καταβάλει τις σχετικές δαπάνες. Ωστόσο, δεν είναι με κανένα τρόπο αναθέτουσα αρχή. Η διοίκηση δεν έχει προσφέρει στον ανάδοχο καμιά τιμή για τα έργα. Η έκταση των έργων δεν είναι ακόμη καθορισμένη. Ο εκ των προτέρων καθορισμός είναι, ενόψει του σκοπού του διαγωνισμού, αδύνατος. Ως προς το θέμα αυτό, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται την εξαιρετική διάταξη του άρθρου 9, στοιχείο η', της οδηγίας, κατά την οποία η οδηγία είναι δυνατό να μην εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που η φύση των έργων δεν επιτρέπει την εκ των προτέρων ολική κοστολόγηση.
29. Η υπό κρίση σύμβαση, για την κατάταξη της οποίας το Δικαστήριο πρέπει να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα χρήσιμα στοιχεία ερμηνείας, χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι, για την πραγματοποίηση του σχεδίου έπρεπε να συνεργασθούν οι διοικήσεις διαφόρων τοπικών οργάνων. Ούτε η αυτόνομη Κοινότητα ούτε η δημοτική αρχή δεν θα είχαν μπορέσει να υλοποιήσουν το σχέδιο με αυτεπιστασία. Η αυτόνομη Κοινότητα είναι η μόνη αρμόδια για την παραχώρηση της εκμεταλλεύσεως του καζίνο. Επειδή το καζίνο έπρεπε να εγκατασταθεί, σύμφωνα με τις απόψεις των υπευθύνων, στο έχοντα συμβολικό χαρακτήρα ξενοδοχείο "Santa Catalina", ήταν απαραίτηση η συνεργασία της δημοτικής αρχής. Η δημοτική αρχή ως ιδιοκτήτρια του κτιρίου συμμετέχει επίσης έως τώρα ως εκμισθώτρια της ξενοδοχειακής επιχειρήσεως.
30. Η ενιαία παραχώρηση της εκμεταλλεύσεως του καζίνο και του ξενοδοχείου είναι προφανής, διότι έπρεπε να στεγασθούν στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα. Συνεπώς, η δημοτική αρχή μπορούσε ελεύθερα να παραχωρήσει την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου και τις προς τούτο απαιτούμενες εργασίες διαρρυθμίσεως όχι χωριστά, αλλά από κοινού με την αυτόνομη Κοινότητα. Από τις παρατηρήσεις των διαδίκων προκύπτει ότι οι κατασκευαστικές μετατροπές είναι απαραίτητες τόσο για την οργάνωση της επιχειρήσεως του καζίνο όσο και για την ανακαίνιση και την αναμόρφωση των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου. Συνεπώς, επιβάλλεται η ενιαία εκτέλεση των εργασιών, από την οποία σε τελευταία ανάλυση επωφελείται και ο ιδιοκτήτης.
31. Ούτε η δημοτική αρχή ούτε η αυτόνομη Κοινότητα όμως είχαν ως κύριο μέλημα την εκτέλεση των εργασιών διαρρυθμίσεως. Από τη συγγραφή υποχρεώσεων, η οποία προσαρτήθηκε στην προκήρυξη του διαγωνισμού, συνάγεται μάλλον ότι έπρεπε να ευρεθεί ανάδοχος για το καζίνο και το ξενοδοχείο. Γεννάται ωστόσο το ερώτημα αν η υποχρέωση εκτελέσεως κατασκευαστικών μετατροπών αποτελεί σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 71/305/EOK.
32. Πρέπει να εκκινήσουμε από τον ορισμό στο άρθρο 1, στοιχείο α', της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ. Σύμφωνα με αυτό "' συμβάσεις δημοσίων έργων' είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ αφενός μεν ενός εργολήπτου (φυσικού ή νομικού προσώπου), αφετέρου δε μιας αναθετούσης αρχής, όπως ορίζεται στην περίπτωση β', οι οποίες έχουν ως αντικείμενο μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1971 'περί καταργήσεως των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων' ".
Το σχετικό άρθρο 2 της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ (19) ορίζει:
"1. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται στις μη μισθωτές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του γενικού προγράμματος για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως κλάση 40. Οι δραστηριότητες αυτές αντιστοιχούν σε εκείνες που απαριθμούνται στην κλάση 40 της 'Ονοματολογίας των Βιομηχανιών που είναι εγκατεστημένες στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΟΒΕΚ)' και επαναλαμβάνονται στο παράρτημα της παρούσας οδηγίας.
2. Η οδηγία δεν εφαρμόζεται (...)".
33. Στο παράρτημα της οδηγίας απαριθμείται μια σειρά δραστηριοτήτων οι οποίες υπάγονται στην κλάση "κατασκευές και έργα πολιτικού μηχανικού".
34. Είναι αδύνατο να αποφανθεί κανείς τελικά αν οι εκτελούμενες εργασίες διαρρυθμίσεως εμπίπτουν στο πεδίο αυτών των δραστηριοτήτων, διότι προφανώς η συγγραφή υποχρεώσεων δεν παραθέτει κανένα ακριβέστερο στοιχείο σχετικά με το είδος και την έκταση των εργασιών. Κατά τη γνώμη μου, καθοριστική συναφώς δεν είναι η εξέταση κάθε δραστηριότητας, αλλά μάλλον το γεγονός ότι, γενικά, ακόμη δεν έχει καθορισθεί συγκεκριμένη έκταση των εργασιών από τις αναθέτουσες αρχές. Στον ανάδοχο επιβλήθηκε απλώς η υποχρέωση να προβεί στην εκτέλεση εργασιών διαρρυθμίσεως εντός πλαισίου ελάχιστου ποσού. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός και η ανάπτυξη του σχεδίου έπρεπε να πραγματοποιηθούν στο μέλλον μετά από συννενόηση ως προς μερικά θέματα με τη διοίκηση.
35. Στον βαθμό που ο ανάδοχος και μελλοντικός μισθωτής και παραχωρησιούχος των επαγγελματικών δραστηριοτήτων έπρεπε να εμφανίζεται ως κύριος του έργου, δεν πληρούται επίσης το χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας συμβάσεως δημοσίων έργων, η παραχώρηση δηλαδή από μια "αναθέτουσα αρχή". Ως αναθέτουσες αρχές θεωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο β', της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ "το δημόσιο, οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι".
36. Περαιτέρω κριτήρια οριοθετήσεως δεν μπορούν άμεσα να συναχθούν ούτε από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ ούτε από την οδηγία 71/304/ΕΟΚ. Η 16η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ περιέχει, αντιθέτως, σαφή ένδειξη προς την κατεύθυνση ότι λόγος για σύμβαση δημοσίων έργων μπoρεί να γίνεται μόνον όταν τα έργα αποτελούν το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως.
37. 'Οπως έχω ήδη αναφέρει, σκοπός τού μετά από κοινές ενέργειες των ενδιαφερομένων διοικήσεων προκηρυχθέντος σχεδίου ήταν η ανεύρεση καταλλήλου αναδόχου για το καζίνο και την ξενοδοχειακή επιχείρηση. Το ότι πρόκειται για το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως δεν καθίσταται εν τέλει σαφές από το αμεταβίβαστο αυτής της κύριας υποχρεώσεως. Αντιθέτως, οι διοικήσεις πίστευαν αρχικά, ήδη κατά την επεξεργασία των όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού, ότι έπρεπε να εκτελεσθούν οι εργασίες διαρρυθμίσεως μέσω άλλης επιχειρήσεως κατ' εντολή και δαπάναις του πιθανού αναδόχου.
38. Η από οικονομικής σκοπιάς εξέταση οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Βεβαίως, η καταβαλλόμενη τοις μετρητοίς αντιπαροχή για την πρώτη δεκαετή συμβατική διάρκεια αντιστοιχεί στην επιβαλλόμενη ελάχιστη έκταση των μελλοντικών εργασιών. Εξάλλου, πρέπει σχετικά να ληφθεί υπόψη ότι η συγγραφή υποχρεώσεων περιέχει ρήτρες αναπροσαρμογής του μισθώματος, καθώς και δικαίωμα προαιρέσεως (option) για παράταση της συμβάσεως για επιπλέον δέκα έτη, με συνέπεια να διευρύνεται έτσι το πλαίσιο της καταβαλλομένης χρηματικής παροχής.
39. Τέλος, πρέπει ακόμη να εξετασθεί το ζήτημα αν η σύμβαση θα μπορούσε να κατατμηθεί, ούτως ώστε να μπορούν τα έργα να θεωρηθούν ανεξάρτητο τμήμα. Κατ' αρχάς, πρέπει να εκκινήσουμε από το ότι οι διάδικοι σχεδόν ομόφωνα ισχυρίσθησαν ότι οι εργασίες διαρρυθμίσεως αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση για την παραχώρηση. Η αναλαμβανόμενη υποχρέωση πρέπει να θεωρηθεί, σύμφωνα με το περιεχόμενο και τη θέση της στα πλαίσια των όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού, ως μέρος της αντιπαροχής για τη μίσθωση και την παραχώρηση για εμπορική εκμετάλλευση.
40. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, είναι καθοριστικής σημασίας το γεγονός ότι η ανάθεση δεν θα μπορούσε να διασπασθεί χωρίς να μεταβληθεί η νομική δομή της. Η διοίκηση δεν απέβλεπε στην εκτέλεση δημοσίων έργων με αυτεπιστασία, αλλά στην ανεύρεση εταιρίας η οποία, στα πλαίσια των υποχρεώσεών της έναντι της διοικήσεως, θα ανελάμβανε την εκτέλεση των έργων.
41. Ακόμη και αν εξετασθεί μεμονωμένα η υποχρέωση εκτελέσεως των εργασιών διαρρυθμίσεως, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, με κανένα τρόπο να γίνει λόγος για σύμβαση δημοσίων έργων. Σχετικά με το θέμα αυτό, τα εξής στοιχεία είναι αποφασιστικής σημασίας: δεν υπάρχει καμιά συγγραφή υποχρεώσεων για τα έργα που θα εκτελούνταν. Οι διοικήσεις δεν προσδιορίζουν καμιά αμοιβή για τα έργα. Ο πιθανός ανάδοχος εξ ορισμού (20) δεν μπορεί να είναι κατασκευαστική εταιρία. Ο ανάδοχος απλώς υποχρεούται έμμεσα να μεριμνήσει για την εκτέλεση έργων ενός ελάχιστου ύψους (1 δισεκατομμυρίου πεσετών) και ενός ελάχιστου ποιοτικού επιπέδου (ξενοδοχείου πέντε αστέρων). Ως προς τον μελλοντικό σχεδιασμό των έργων διαρρυθμίσεως, η διοίκηση έχει αξιώσει σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού μόνο δικαίωμα συμπράξεως, είτε ως ιδιοκτήτρια είτε ως πολεοδομική εποπτική αρχή.
42. Επειδή κατά την άποψή μου συνάγεται ότι δεν υπάρχει σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας, οι σκέψεις που ακολουθούν παρατίθενται μόνον επικουρικά. Η Επιτροπή έχει διατυπώσει την άποψη ότι, στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι πρόκειται για σύμβαση δημοσίων έργων, θα έπρεπε να εφαρμοσθεί το άρθρο 3 της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ όπως ίσχυε παλαιότερα. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, όριζε:
"Αν οι αναθέτουσες αρχές συνάπτουν σύμβαση η οποία διαφέρει από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 περίπτωση α' συμβάσεις μόνο κατά το ότι η αντιπαροχή των έργων που πρόκειται να εκτελεσθούν συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του έργου είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή μιας αμοιβής, οι διατάξεις της παρούσης οδηγίας δεν εφαρμόζονται επί της εν λόγω συμβάσεως, καλουμένης συμβάσεως παραχωρήσεως (...)".
43. Η διάταξη καταργήθηκε στα πλαίσια της τροποποιήσεως από την οδηγία 89/440/ΕΟΚ. Εντούτοις ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.
44. Κατά τη γνώμη μου δεν πρόκειται, όσον αφορά την υποχρέωση εκτελέσεως έργων, για σύμβαση παραχωρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 3. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως κατά το άρθρο 3, η παροχή της δημοσίας αρχής συνίσταται στην παραχώρηση και ενδεχομένως στην πληρωμή ενός ποσού, ως αντάλλαγμα για τα έργα, τα οποία όμως εν προκειμένω αποτελούν μέρος μόνον της παροχής του αναδόχου, το αποφασιστικό κριτήριο κατά τη γνώμη μου είναι ότι ο ανάδοχος δεν υποχρεούται άμεσα να εκτελέσει τα έργα.
ΙΙ. β) Επί του δευτέρου ερωτήματος
45. Στον βαθμό που η δημόσια προκήρυξη του διαγωνισμού δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ, δεν είναι αναγκαίο να τηρούνται οι κανόνες δημοσιότητας της οδηγίας.
Γ. Πρόταση
46. Ως συμπέρασμα των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
1. Η υποχρέωση εκτελέσεως έργων μέσω τρίτου, η οποία εντάσσεται στα πλαίσια δημοσίας συμβάσεως παραχωρήσεως ενός καζίνο και μιας ξενοδοχειακής επιχειρήσεως, σε συνδυασμό με την εκμίσθωση των προς τούτο απαιτούμενων χώρων, δεν αποτελεί σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ.
2. Συνεπώς, δεν υφίσταται υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων δημοσιότητας σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 93/4/ΕΟΚ (ΕΕ L 38 της 16.2.1993, σ. 31).
(2) - Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 (C.I.L.F.I.T. κατά Ministero della Sanita, Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 16).
(3) - Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-343/90 (Lourenco Dias, Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψη 19) απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-297/88 και C-197/89 (Dzodzi, Συλλογή 1990, σ. Ι-3763, σκέψεις 39 έως 42).
(4) - Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 295/82 (GIE Rhone Alpes Huiles κατά Syndic. Nat. des Fabricants Raffineurs d' Huile de Graissage, Συλλογή 1984, σ. 575, σκέψη 12).
(5) - Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 232/82 (Baccini κατά Onem, Συλλογή 1983, σ. 583, σκέψη 11).
(6) - Βλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1993 στην υπόθεση C-127/92 (Enderby κατά Frenchay Health Autority, μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 10 και 12).
(7) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-83/91 (Meilicke, Συλλογή 1992, σ. Ι-4871, σκέψη 24).
(8) - Υπόθεση C-83/91, Meilicke, όπ. π., σκέψη 25.
(9) - Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-231/89 (Gmurzynska-Bscher, Συλλογή 1990, σ. Ι-4003, σκέψεις 22 έως 24).
(10) - Βλ. υπόθεση C-83/91, Meilicke, όπ. π., σκέψη 26, και απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-320, C-321/90 και C-322/90 (Telemarsicabruzzo, Συλλογή 1993, σ. Ι-393).
(11) - Βλ. απόφαση της 15ης Μαΐου 1986 στην υπόθεση 222/84 (Johnston κατά Chief constable of the Royal Ulster Constabulary, Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 51).
(12) - Η υπογράμμιση δική μου. Απόφαση της 10ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 14/83 (Von Colson και Kamann κατά Land Nordrhein-Westfalen, Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26) ομοίως απόφαση της 10ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 79/83 (Harz, Συλλογή 1984, σ. 1921, σκέψη 26) κατ' αυτήν την έννοια επίσης υπόθεση 222/84, Johnston, όπ. π., σκέψη 53 απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 80/86 (Kolpinghuis Nijmegen, Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 12) απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 31/87 (Bentjees κατά Niederlaendischer Staat, Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψη 39).
(13) - Βλ. υπόθεση 14/83 και 79/83, όπ. π.
(14) - Βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-106/89 (Marleasing, Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 13 και διατακτικό).
(15) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989, για την τροποποίηση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ (ΕΕ L 210 της 21.7.1989, σ. 1).
(16) - Βλ. υποσημείωση στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ.
(17) - Κατά την έννοια της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 1).
(18) - Βλ. υποσημείωση 17.
(19) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 3).
(20) - Βλ. τον προσδιορισμό του εταιρικού σκοπού του πιθανού αναδόχου στη συγγραφή υποχρεώσεων.
Full & Egal Universal Law Academy