Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Finanzgericht Duesseldorf (στο εξής: Finanzgericht) ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί του ακολούθου ερωτήματος:
Αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας και προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ το γεγονός ότι κατά τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η γαλακτοκομική παραγωγή γεωργικής εκμεταλλεύσεως ευρισκομένης σε άλλο κράτος μέλος την οποία έχει αναλάβει και διαχειρίζεται ο δικαιούχος της ποσότητας αναφοράς παράλληλα με τη δική του εκμετάλλευση, εφόσον το γεγονός ότι η εκμετάλλευση αυτή βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος αποτελεί τον μόνο λόγο για τον οποίο αποκλείεται να ληφθεί υπόψη η παραγωγή αυτή, η οποία άλλως θα λαμβανόταν υπόψη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οπότε θα καθοριζόταν μεγαλύτερη ποσότητα αναφοράς;
Πριν απαντήσω στο ερώτημα αυτό, θα περιγράψω συνοπτικά τη διαφορά της κύριας δίκης και την εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση.
Η διαφορά της κύριας δίκης
2. Ο Graff εκμεταλλεύεται γεωργική επιχείρηση στο Simmerath (Γερμανία), χωριό ευρισκόμενο κοντά στα βελγικά σύνορα. Στην εκμετάλλευσή του στο Simmerath παρήγε γάλα, το οποίο παρέδιδε στη συνεταιριστική γαλακτοκομική επιχείρηση Milchversorgung Rheinland eG (στο εξής: Rheinland). Με σύμβαση της 1ης Νοεμβρίου 1981 μίσθωσε την έχουσα επιφάνεια 14 εκταρίων εκμετάλλευση, η οποία ανήκε στους πάππους του στο Raeren (Βέλγιο), όντας υπομισθωτής της μητέρας του, η οποία είχε μισθώσει την εκμετάλλευση αυτή από τους γονείς της. Πέραν του γερμανικού αγροκτήματος ο Graff διαχειριζόταν, βάσει της συμβάσεως αυτής, τη βελγική εκμετάλλευση.
Ο μισθωτής ο οποίος είχε μισθώσει τη βελγική εκμετάλλευση πριν από τον Graff και τη μητέρα του παρήγαγε το 1981 91 869 λίτρα γάλακτος, τα οποία παρέδωσε στη συνεταιριστική γαλακτοκομική επιχείρηση Walhorn Eupener Genossenschaftsmolkerei (στο εξής: Genossenschaftsmolkerei) στο Walhorn (Βέλγιο). Σύμφωνα με πιστοποιητικό εκδοθέν από την Genossenschaftsmolkerei, η εκμετάλλευση αυτή παρέδωσε ακόμη 8 236 λίτρα το 1982, στη συνέχεια δε έπαυσε τις παραδόσεις της το 1983, οπότε η Genossenschaftsmolkerei σταμάτησε τον υπολογισμό των ποσοτήτων αναφοράς.
Με έγγραφο της 25ης Ιουνίου 1984 η Rheinland πληροφόρησε τον Graff ότι του χορηγούσε, για το έτος 1984/1985 ποσότητα αναφοράς 368 900 kg, βασιζόμενη σε παραδόσεις ποσότητας 405 305 kg το 1981 και 398 796 kg το 1983.
Μετά από προκαταρκτικούς ελέγχους στις εγκαταστάσεις της Rheinland, από διαδικασία που κινήθηκε στα τέλη του 1988 γεννήθηκε η υποψία ότι οι ποσότητες αναφοράς των παραγωγών που παρέδιδαν γάλα στη Rheinland δεν είχαν υπολογιστεί ορθά. Στο πλαίσιο της ποινικής διώξεως η οποία ασκήθηκε στη συνέχεια, το Hauptzollamt Koeln-Rheinau (στο εξής: Hauptzollamt) προέβη σε επαλήθευση όλων των ποσοτήτων αναφοράς τις οποίες υπολόγισε η Rheinland. Αυτό το οποίο προέκυψε ήταν ότι, το 1981, ο Graff είχε παραδώσει στη Rheinland μόνο 335 305 kg γάλακτος (αντί 405 305 kg). Ανακαλύφθηκε επίσης έγγραφο το οποίο είχε αποστείλει ο Graff στη Rheinland στις αρχές του 1990 και με το οποίο διατεινόταν ότι, το 1984, είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Rheinland και της Genossenschaftsmolkerei ότι, όσον αφορά το παραδοθέν το 1981 γάλα, θα λαμβανόταν υπόψη το γεγονός ότι ο Graff διαχειριζόταν επίσης την εκμετάλλευση στο Raeren και ότι του είχαν δοθεί διαβεβαιώσεις ότι ο υπολογισμός αυτός είναι νόμιμος.
3. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, το Hauptzollamt ακύρωσε αναδρομικά, με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1990, τη χορηγηθείσα στον Graff ποσότητα αναφοράς και προέβη σε νέο καθορισμό της εν λόγω ποσότητας, από τις 2 Απριλίου 1984, την οποία προσδιόρισε σε 349 000 kg, ενεργώντας βάσει των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Gesetz zur Durchfuehrung der gemeinsamen Marktorganisation (γερμανικού νόμου για την πραγματοποίηση της κοινής οργανώσεως αγοράς, στο εξής: γερμανικός νόμος) και σε συνδυασμό με το άρθρο 48, παράγραφοι 1 και 2, του Verwaltungsverfahrensgesetz (γερμανικού νόμου περί διοικητικής διαδικασίας).
Ο Graff υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής ισχυρίστηκε δε, προσκομίζοντας τη σύμβαση μισθώσεως και πιστοποιητικό της Genossenschaftsmolkerei, ότι η Rheinland ορθά του χορήγησε ποσότητα αναφοράς για το 1981, διότι για τον υπολογισμό της δικής του παραγωγής έπρεπε να ληφθεί υπόψη εκείνη της μισθώτριας που εκμεταλλευόταν προηγουμένως το αγρόκτημα στο Raeren.
Στις 19 Ιουνίου 1991 το Hauptzollamt απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση του Graff. Κατά το Hauptzollamt, δεν υπήρχε νόμιμο έρεισμα για την προσθήκη 70 000 kg στην ποσότητα γάλακτος την οποία ο Graff παρέδωσε το 1981 λόγω της πραγματοποιήσεως παραδόσεων εντός του Βελγίου, οι οποίες αφορούσαν άλλη εκμετάλλευση. Επιπλέον, κατά τη Milch-Garantiemengen-Verordnung (γερμανική κανονιστική απόφαση περί εγγυημένων ποσοτήτων γάλακτος, στο εξής: γερμανική απόφαση) (1), οι παραδοθείσες εντός του Βελγίου ποσότητες γάλακτος ουδαμώς μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, διότι η γερμανική απόφαση δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε εκμεταλλεύσεις για τις οποίες δεν ισχύει ο προαναφερθείς γερμανικός νόμος. Εξάλλου, ναι μεν ο Graff μίσθωσε τη βελγική εκμετάλλευση το 1981, όμως, το 1984, όταν τέθηκε σε ισχύ το σύστημα της πρόσθετης εισφοράς, δεν πραγματοποιούνταν πλέον παραδόσεις γάλακτος, οπότε δεν ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη οι προερχόμενες από την εν λόγω εκμετάλλευση προηγούμενες παραδόσεις.
Ο Graff άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht. Ζητεί την ακύρωση της από 12 Σεπτεμβρίου 1990 αποφάσεως, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε στις 19 Ιουνίου 1991.
Η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση
4. Το Δικαστήριο γνωρίζει καλά την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί της οποίας γίνεται λόγος στην υπό κρίση υπόθεση. Πρόκειται για τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 856/84 και (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, οι οποίοι εκδόθηκαν την περίοδο εκείνη για τον περιορισμό των διαρθρωτικών πλεονασμάτων στην αγορά του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων της Κοινότητας (2). Ωστόσο, θα επαναλάβω συνοπτικά τα κρίσιμα σημεία του εισαχθέντος με τους κανονισμούς αυτούς συστήματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε επανειλημμένα.
Η μέθοδος την οποία χρησιμοποίησε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 προς αποκατάσταση της ισορροπίας στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων συνίσταται στη θέσπιση πρόσθετης εισφοράς για περίοδο πέντε ετών επί της συλλογής της παραγωγής γάλακτος πέραν ενός εγγυημένου ορίου, το οποίο είχε καθοριστεί αρχικά για το σύνολο της Κοινότητας σε 97,2 εκατομμύρια τόνους (3). Προς τον σκοπό αυτό, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 προσέθεσε ένα άρθρο 5γ στον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 (4), ο οποίος είναι ο βασικός κοινοτικός κανονισμός στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, για χρονικό διάστημα πέντε συναπτών περιόδων δώδεκα μηνών αρχομένων την 1η Απριλίου 1984 εισάγεται μια πρόσθετη εισφορά βαρύνουσα τους παραγωγούς ή τους αγοραστές γάλακτος αγελάδας που υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς η οποία επρόκειτο να καθοριστεί. Η εισφορά αυτή καθορίζεται με βάση τις λεγόμενες εναλλακτικές λύσεις Α και Β. Κατά την εναλλακτική λύση Α, περί της οποίας και μόνο γίνεται λόγος στην παρούσα διαδικασία (βλ. κατωτέρω, σημείο 6), η πρόσθετη εισφορά βαρύνει μόνο τους παραγωγούς γάλακτος:
Εναλλακτική λύση Α
- Η εισφορά οφείλεται από κάθε παραγωγό γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος που παρέδωσε σε έναν αγοραστή και υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρέπει να καθοριστεί.
Σύμφωνα προς το άρθρο 5γ, παράγραφος 3, το σύνολο αυτών των ποσοτήτων αναφοράς δεν μπορεί να υπερβαίνει μια εγγυημένη συνολική ποσότητα ίση προς το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν σε επιχειρήσεις που επεξεργάζονται ή μεταποιούν γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα στο οικείο κράτος μέλος κατά το ημερολογιακό έτος 1981, προσαυξημένες κατά 1 %. Σε κάθε κράτος μέλος δίδεται και μια συνολική εγγυημένη ποσότητα: έτσι, στην αρχή, χορηγήθηκε στο Βέλγιο συνολική εγγυημένη ποσότητα 3 106 000 τόνων, στη δε Γερμανία ποσότητα 23 248 000 τόνων.
5. Οι γενικοί κανόνες εφαρμογής του συστήματος αυτού καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, όταν επιλέγεται η εναλλακτική λύση Α, η προαναφερθείσα ποσότητα αναφοράς είναι
ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (...), προσαυξημένη κατά 1 % .
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, ωστόσο, δίδει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη το ημερολογιακό έτος 1983 για τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι η ποσότητα αυτή θα πολλαπλασιάζεται
με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπον ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68. Αυτό το ποσοστό μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το ύψος των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών των υπόχρεων προς καταβολή της εισφοράς, την εξέλιξη των παραδόσεων σε ορισμένες περιοχές μεταξύ 1981 και 1983 ή την εξέλιξη των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή κατά την ίδια χρονική περίοδο με τις προϋποθέσεις που θα καθοριστούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 .
Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν τα ποσοστά που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού. Πρόκειται για προσαρμογές που έχουν ως σκοπό να λαμβάνονται υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις (άρθρο 3) ή την επίτευξη της αναδιαρθρώσεως της γαλακτοκομικής παραγωγής (άρθρο 4). Εντούτοις, το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού ορίζει ρητώς ότι, για την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4, μπορούν να χορηγηθούν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς μόνο μέχρι την εγγυημένη ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, η οποία χορηγήθηκε στο κάθε κράτος μέλος.
6. Όσον αφορά το εθνικό δίκαιο, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα. Από τις προαναφερθείσες εναλλακτικές λύσεις τόσο το Βέλγιο όσο και η Γερμανία έχουν επιλέξει την εναλλακτική λύση Α. Έτσι, τα δύο κράτη έκαναν χρήση των δυνατοτήτων που τους παρέσχε το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, ειδικότερα δε επέλεξαν το 1983 ως έτος αναφοράς. Στη Γερμανία η κατάσταση είναι, πιο συγκεκριμένα, η ακόλουθη. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, σημείο 1, της γερμανικής αποφάσεως, η ποσότητα αναφοράς μειώνεται κατά ένα ποσοστό το οποίο είναι μεγαλύτερο ανάλογα με το αν ο ενδιαφερόμενος παραγωγός αύξησε την παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου από το 1981 μέχρι το 1983. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, σημείο 2, ο παραγωγός ο οποίος, μετά την 1η Ιανουαρίου 1981, ανέλαβε πλήρως τη διαχείριση άλλης εκμεταλλεύσεως πρέπει να προσθέσει στη δική του παραγωγή, για το έτος 1981, την παραγωγή γάλακτος της γεωργικής εκμεταλλεύσεως την οποία ανέλαβε. Για τον λόγο αυτό, κανονικά θα είναι μικρότερη η οφειλόμενη στην αύξηση της παραγωγής γάλακτος μείωση της ποσότητας αναφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, σημείο 1, της γερμανικής αποφάσεως.
Το Finanzgericht παρατηρεί ότι, αν η επιχείρηση την οποία ανέλαβε το 1981 ο Graff δεν βρισκόταν στο Βέλγιο αλλά στη Γερμανία, τότε, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της γερμανικής αποφάσεως, η παραγωγή της εκμεταλλεύσεως αυτής θα έπρεπε επίσης να προσμετρηθεί. Ο υπολογισμός της αρχικώς χορηγηθείσας στον Graff ποσότητας αναφοράς θα ήταν ορθός μόνο αν συνέβαινε κάτι τέτοιο.
Εξέταση του ερωτήματος
7. Η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα προϋποθέτει την επίλυση δύο προκαταρκτικών προβλημάτων.
Το πρώτο αφορά το ζήτημα αν οι γερμανικές αρχές, αρνούμενες να λάβουν υπόψη την προερχόμενη από τη βελγική εκμετάλλευση του Graff παραγωγή γάλακτος, βασίστηκαν στο γερμανικό δίκαιο ή απευθείας στο κοινοτικό σύστημα της πρόσθετης εισφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον: όπως ορθά παρατήρησε το Συμβούλιο, ακόμα και αν η άρνηση βασίζεται σε διατάξεις του γερμανικού δικαίου, που θεσπίστηκαν σε εκτέλεση κοινοτικών διατάξεων, οι εθνικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τη θεσπιζόμενη με το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ αρχή της ισότητας, περί της οποίας γίνεται λόγος στο προδικαστικό ερώτημα. Πράγματι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Klensch, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται μόνον όσον αφορά την επέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη, αλλά
αφορά όλα τα σχετικά με την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών μέτρα, ανεξάρτητα από την αρχή που τα θεσπίζει. Συνεπώς, δεσμεύει επίσης τα κράτη μέλη όταν αυτά θέτουν σε εφαρμογή την οργάνωση αυτή (5).
8. Το επόμενο ζήτημα, επί του οποίου το Συμβούλιο εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου με τις γραπτές παρατηρήσεις του, είναι λίγο πιο λεπτό. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, ναι μεν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιλέξουν ένα από τα έτη 1981, 1982 ή 1983 ως έτος αναφοράς για τον καθορισμό των ατομικών ποσοστώσεων, δεν τους επιτρέπει όμως να λαμβάνουν υπόψη, στο πλαίσιο του καθορισμού αυτού, δύο έτη αναφοράς συγχρόνως. Κατά το Συμβούλιο η αύξηση της ποσότητας αναφοράς την οποία ζητεί ο Graff για τις παραδόσεις τις οποίες πραγματοποίησε το 1983, προβάλλοντας ως δικαιολογία τις παραδόσεις που πραγματοποίησε το 1981 από την ευρισκόμενη στο Βέλγιο εκμετάλλευσή του, είναι ασυμβίβαστη προς τον κανόνα που θέτει η κοινοτική νομοθεσία, κατά τον οποίο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ένα μόνο έτος αναφοράς. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 προβλέπει μια μόνο εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, ήτοι την οριζόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3. Βάσει της διατάξεως αυτής, παρέχεται η δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη για τους παραγωγούς των οποίων η παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια του επιλεγέντος έτους αναφοράς επηρεάστηκε αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα (σοβαρή φυσική καταστροφή, καταστροφή κεφαλαίου παραγωγής, επιζωοτία) ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς στο πλαίσιο της χρονικής περιόδου που περιλαμβάνεται μεταξύ των ετών 1981 και 1983.
9. Εντούτοις, αν και η κοινοτική νομοθεσία επιβάλλει πράγματι την επιλογή ενός μόνο έτους αναφοράς, δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη του Συμβουλίου. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την επιβολή μειώσεως, σύμφωνα προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της γερμανικής αποφάσεως, όσον αφορά τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς για το έτος 1983, ώστε να πληρωθεί η προϋπόθεση που τίθεται με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84. Στο πλαίσιο της προϋποθέσεως αυτής, το κράτος μέλος που επέλεξε το 1983 ως έτος αναφοράς πρέπει να καθορίσει ένα ποσοστό, ώστε να αποφεύγεται η υπέρβαση της καθοριζόμενης στο άρθρο 5γ εγγυημένης ποσότητας (βλ. ανωτέρω, σημείο 5). Όπως ρητά ορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 2, το ποσοστό αυτό μπορεί να διαμορφώνεται σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με την εξέλιξη των παραδόσεων σε ορισμένες περιοχές μεταξύ 1981 και 1983 ή την εξέλιξη των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή [της πρόσθετης εισφοράς] κατά την ίδια χρονική περίοδο . Όμως, ο τρόπος υπολογισμού της μειώσεως, η οποία επιβάλλεται εν είδει κυρώσεως για την αύξηση της παραγωγής γάλακτος, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της γερμανικής αποφάσεως, νομίζω ότι αναφέρεται ακριβώς σ' αυτό το ζήτημα: αφορά, αφενός, την περίπτωση αυξήσεως της παραγωγής γάλακτος κατά τη διάρκεια της περιόδου 1981-1983 (σημείο 1) και, αφετέρου, την εκ μέρους παραγωγού γάλακτος πλήρη ανάληψη μιας άλλης εκμεταλλεύσεως κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου (σημείο 2).
10. Το ζήτημα το οποίο αντιμετωπίζει στην ουσία το Δικαστήριο είναι αν το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ εμποδίζουν τις αρμόδιες εθνικές αρχές να λαμβάνουν υπόψη την παραγωγή γάλακτος, του έτους 1981, μιας εκμεταλλεύσεως που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, όταν αυτό θα συνέβαινε οπωσδήποτε αν επρόκειτο για παραγωγή γάλακτος από εκμετάλλευση ευρισκόμενη εντός του εδάφους του οικείου κράτους μέλους. Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 40, η κοινή οργάνωση γεωργικών αγορών πρέπει να περιορίζεται στην επιδίωξη των στόχων του άρθρου 39 και να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών εντός της Κοινότητας .
Προτείνω λοιπόν να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό αποκλειστικά σε σχέση με το άρθρο 40, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου
η απαγόρευση των διακρίσεων που διακηρύσσεται στην προαναφερθείσα διάταξη αποτελεί απλώς ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, η οποία εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου (6).
11. Υφίσταται άραγε εν προκειμένω δυσμενής διάκριση κατά την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως; Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου,
δεν υφίσταται διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 40 της Συνθήκης αν η άνιση μεταχείριση των επιχειρήσεων αντιστοιχεί σε ανισότητα των καταστάσεων στις οποίες ευρίσκονται οι επιχειρήσεις αυτές (7).
Αντίθετα, δυσμενείς διακρίσεις υφίστανται ουσιαστικά όταν
εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες σε όμοιες καταστάσεις ή όταν ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται σε διαφορετικές καταστάσεις (8).
Κατά τη γνώμη μου, στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται όντως δυσμενής διάκριση: πράγματι, νομίζω ότι η ανάληψη μιας γεωργικής εκμεταλλεύσεως γαλακτοπαραγωγής, ευρισκομένης σε άλλο κράτος μέλος, είναι παρόμοια προς την ανάληψη γεωργικής εκμεταλλεύσεως γαλακτοπαραγωγής ευρισκομένης στο έδαφος του ίδιου κράτους μέλους. Απλώς και μόνο το γεγονός ότι μια γεωργική εκμετάλλευση εντός της Κοινότητας βρίσκεται από την άλλη πλευρά των συνόρων ενός κράτους μέλους δεν διαφοροποιεί την κατάσταση αυτή σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο.
12. Στη συνέχεια, τίθεται το ζήτημα της ενδεχόμενης δικαιολογήσεως αυτής της διακρίσεως, η ύπαρξη της οποίας αποδείχθηκε. Και στην περίπτωση αυτή πρέπει επίσης να στηριχθούμε στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η θεσπιζόμενη με το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης απαγόρευση των διακρίσεων
δεν εμποδίζει τη διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, όταν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά (9).
Συμμεριζόμενος την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής, πιστεύω ότι, εν προκειμένω, η σχετική μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά. Πράγματι, χωρίς να θέλω να εκφράσω γνώμη περί της ακριβείας όλων των ισχυρισμών τους οποίους προέβαλε το Συμβούλιο και η Επιτροπή, πιστεύω ότι πράγματι, όπως εκθέτω εκτενέστερα πιο κάτω, υφίσταται μια αντικειμενική δικαιολογία που βασίζεται στον ειδικό χαρακτήρα του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς που θεσπίστηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη.
13. Όπως υπενθύμισα ανωτέρω (στο σημείο 4), το κοινοτικό σύστημα ποσοστώσεων γάλακτος βασίζεται σε μια συνολική εγγυημένη ποσότητα, η οποία υπολογίζεται ειδικώς για κάθε κράτος μέλος. Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού (ΕΟΚ) 856/84 παραθέτει τον λόγο για τον οποίο έγινε αυτή η ανά κράτος κατανομή της συνολικής κοινοτικής ποσότητας, ορίζοντας ότι
η ποσότητα αυτή πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των κρατών μελών σε συνάρτηση με τις ποσότητες που παραδόθηκαν εντός του εδάφους τους κατά το ημερολογιακό έτος 1981, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαχείριση του συστήματος και ένας κατάλληλος έλεγχος .
Από αυτήν την αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (βλ. επίσης το σημείο 4) προκύπτει ότι το σύστημα της πρόσθετης εισφοράς διαμορφώνεται ουσιαστικά σε συνάρτηση με το έδαφος των διαφόρων κρατών μελών, καθόσον στηρίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, στις ποσότητες γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων που παραδόθηκαν το 1981 εντός του εδάφους του κάθε κράτους μέλους. Τούτο σημαίνει, εν προκειμένω, ότι οι παραδόσεις της ευρισκόμενης στο Raeren εκμεταλλεύσεως του Graff λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της συνολικής εγγυημένης ποσότητας για το Βέλγιο, ενώ οι προερχόμενες από την ευρισκόμενη στο Simmerath εκμετάλλευση του Graff παραδόσεις λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της σχετικής ποσότητας για τη Γερμανία. Αν οι γερμανικές αρχές όφειλαν να λάβουν υπόψη τις πραγματοποιούμενες στο Βέλγιο παραδόσεις του Graff, θα έπρεπε να του χορηγήσουν μεγαλύτερη ποσότητα αναφοράς σε σχέση με εκείνη η οποία θα ήταν δυνατόν να καθοριστεί αναλογικά στο πλαίσιο της καθοριζόμενης βάσει του άρθρου 5γ, παράγραφος 3, εγγυημένης συνολικής ποσότητας αναφοράς για τη Γερμανία. Αυτή η συνολική ποσότητα χορηγείται σε κάθε κράτος μέλος λαμβανομένων υπόψη των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποιήθηκαν εντός του οικείου κράτους το 1981. Επομένως, το να λαμβάνονται υπόψη, σε ένα κράτος μέλος, για τον υπολογισμό της ποσότητας αυτής, οι παραδόσεις οι οποίες έχουν ήδη ληφθεί σχετικά υπόψη σε ένα άλλο κράτος μέλος αντιβαίνει προς τη δομή του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς, το οποίο στηρίζεται σε εθνικές ποσοστώσεις.
Το γεγονός για το οποίο κάνει λόγο το Finanzgericht, ότι ελήφθησαν υπόψη στη Γερμανία ποσότητες γάλακτος προερχόμενες από τη βελγική εκμετάλλευση του Graff δεν είχε καμία αισθητή επίδραση στον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς που χορηγήθηκαν σε άλλους, δεν με πείθει περί του αντιθέτου. Δεν μπορεί να γίνει δεκτός γενικά αυτός ο τρόπος υπολογισμού, απλώς και μόνο επειδή δεν έχει συνέπειες σε συγκεκριμένη περίπτωση.
14. Στην προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη, που περιλαμβάνεται στο προοίμιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 856/84, αναφέρεται, ως δικαιολογία για τον υπολογισμό των ποσοτήτων αναφοράς βάσει εθνικών ποσοστώσεων, η ανάγκη να εξασφαλιστεί η διαχείριση και ο κατάλληλος έλεγχος του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς. Όπως ορθά παρατηρεί το Συμβούλιο, το σύστημα αυτό βασίζεται σε στενή συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών ελέγχου των κρατών μελών και των γαλακτοκομικών επιχειρήσεων οι οποίες, σε περίπτωση επιλογής της εναλλακτικής λύσεως Α, οφείλουν να εισπράττουν την πρόσθετη εισφορά από τους παραγωγούς [άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84]. Κατά τη γνώμη μου, είναι προφανές ότι, αν οι γαλακτοκομικές επιχειρήσεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις παραδόσεις που πραγματοποιούνται εντός άλλου κράτους μέλους πέραν του δικού τους, τότε καθίσταται σαφώς δυσχερέστερη η διαχείριση του συστήματος και η αποτροπή της διαπράξεως απατών, ιδίως στα κράτη μέλη τα οποία έχουν μεγάλου μήκους σύνορα με άλλα κράτη μέλη. Επ' αυτού, δεν με πείθει η παρατήρηση του Finanzgericht ότι οι γερμανικές αρχές μπορούν πάντοτε να ζητούν τη συνεργασία των βελγικών αρχών, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1468/81 (10). Πράγματι, ενόψει των προσπαθειών της διοικήσεως που απαιτούνται και του κόστους το οποίο συνεπάγεται, η συνδρομή αυτή δεν παρέχει τα εχέγγυα ενός αποτελεσματικού ελέγχου.
15. Από τα προεκτεθέντα στοιχεία καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, διάκριση όπως η προκύπτουσα από τη διαφορά της κύριας δίκης δικαιολογείται από τη δομή του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς, το οποίο βασίζεται σε εθνικές ποσοστώσεις - το κύρος της οποίας ουδέποτε αμφισβήτησε το Δικαστήριο με την προηγούμενη νομολογία του - καθώς και από την ανάγκη διασφαλίσεως της εύρυθμης λειτουργίας του εν λόγω συστήματος. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένα ότι η ορθή λειτουργία του συστήματος αποτελεί επιτακτική ανάγκη η οποία μπορεί να δικαιολογεί αντικειμενικά την προκύπτουσα από αυτήν διαφορετική μεταχείριση ορισμένων καταστάσεων (11). Φυσικά, όταν πρόκειται για κατάσταση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι επιθυμητή, για την ολοκλήρωση των αγορών, ο εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη καθορισμός του καταλλήλου συστήματος. Το γεγονός ότι ο νομοθέτης αυτός δεν καθόρισε ένα τέτοιο σύστημα στο πλαίσιο των κανονισμών (ΕΟΚ) 856/84 και (ΕΟΚ) 857/84 είναι μεν αυτό καθαυτό λυπηρό, δεν δικαιολογεί όμως την παραδοχή της προτεινόμενης από τον Graff ερμηνείας (12).
Συμπέρασμα
16. Προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν από το Finanzgericht ερώτημα:
Δεδομένης της ιδιαίτερης δομής του κοινοτικού συστήματος της πρόσθετης εισφοράς το οποίο καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84, το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η παραγωγή γάλακτος γεωργικής εκμεταλλεύσεως ευρισκόμενης σε άλλο κράτος μέλος, την οποία διευθύνει ο ίδιος παραγωγός γάλακτος, για τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς που πρέπει να χορηγηθεί στον παραγωγό αυτόν σε ένα κράτος μέλος, δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) - Η εν λόγω γερμανική απόφαση εκδόθηκε στις 25 Μαΐου 1984 (BGBl. 1984, I, σ. 720). Κατά την Επιτροπή, η τελευταία τροποποίηση της αποφάσεως αυτής έγινε στις 16 Ιουλίου 1992 (BGBl. 1992, I, σ. 1324).
(2) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 10) κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 13).
(3) - Βλ. την τέταρτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού (ΕΟΚ) 856/84.
(4) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82.
(5) - Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 201/85 και 202/85 (Συλλογή 1986, σ. 3477, σκέψη 8).
(6) - Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77, Ruckdeschel (Jurispr. 1977, σ. 1753, σκέψη 7) βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, τις επιβεβαιωτικές της νομολογίας αυτής αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1987, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 28) την απόφαση της 17ης Μαΐου 1988, 84/87, Erpelding (Συλλογή 1988, σ. 2647, σκέψη 29) την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 13) την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1992, C-177/90, Kuehn (Συλλογή 1992, σ. Ι-35, σκέψη 18), και την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1992, C-311/90, Hierl (Συλλογή 1992, σ. Ι-2061, σκέψη 18).
(7) - Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, 230/78, Eridania (Jurispr. 1979, σ. 2749, σκέψη 18).
(8) - Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1984, 283/83, Racke (Συλλογή 1984, σ. 3791, σκέψη 7) απόφαση Erpelding, σκέψη 29 απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1992, C-85/90, Dowling (Συλλογή 1992, σ. Ι-5303, σκέψη 21). Βλ. συναφώς, όσον αφορά το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, τις προτάσεις τις οποίες ανέπτυξα στις 15 Ιουλίου 1993 στην υπόθεση C-132/92, Roberts (Συλλογή 1993, σ. Ι-0000, σημείο 12).
(9) - Απόφαση Rau, σκέψη 28 βλ. ακόμη την απόφαση Erpelding, σκέψη 29, και την απόφαση Wuidart, σκέψη 13. Το Δικαστήριο είχε ήδη αναφερθεί, στη σκέψη 7 της αποφάσεως Ruckdeschel, στη δυνατότητα να δικαιολογείται αντικειμενικά η διαφοροποίηση. Για τα πλήρη στοιχεία δημοσιεύσεως των αποφάσεων αυτών βλ. την υποσημείωση 6.
(10) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1468/81 του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1981, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών ή γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ 1981, L 144, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 945/87 του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 1987 (ΕΕ 1987, L 90, σ. 3).
(11) - Απόφαση Erpelding, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 30 απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989, 113/88, Leukhardt (Συλλογή 1989, σ. 1991, σκέψη 19) απόφαση Kuehn, επίσης προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 18 απόφαση Dowling, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 23.
(12) - Βλ. απόφαση Erpelding, σκέψη 28. Βλ. επίσης τις προτάσεις μου της 19ης Μαΐου 1993, στην υπόθεση 120/92, Schulz (Συλλογή 1993, σ. Ι-0000, σκέψη 11).
Full & Egal Universal Law Academy