Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση του Finanzgericht Duesseldorf (στο εξής: Finanzgericht) για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 (1) * όπως είχε αρχικώς και όπως τροποποιήθηκε και αριθμήθηκε εκ νέου με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3005/85, της 29ης Οκτωβρίου 1985 (2), ως παράγραφος 4 * καθώς και ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988 (3). Τα υποβληθέντα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του γαλακτοκομείου Milchwerke Koeln/Wuppertal eG (στο εξής: προσφεύγον) και του Hauptzollamt Koeln-Rheinau (στο εξής: Hauptzollamt).
Ιστορικό
2. Προκειμένου να τελεί υπό έλεγχο η αύξηση της γαλακτοπαραγωγής, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (4) προστέθηκε ένα άρθρο 5γ στον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (5). Το εν λόγω άρθρο 5γ ορίζει μεταξύ άλλων:
"Επί πέντε δωδεκάμηνες χρονικές περιόδους, αρχής γενομένης από την 1η Απριλίου 1984, καθιερώνεται συμπληρωματική [πρόσθετη] εισφορά που επιβαρύνει τους παραγωγούς ή τους αγοραστές (6) γάλακτος αγελάδος."
3. Με τα ανωτέρω έχουν σχέση τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Το προσφεύγον είναι καθολικός διάδοχος του συγχωνευθέντος με αυτό Milchversorgung Rheinland eG (στο εξής: Rheinland) ο οποίος αγόραζε γάλα από 6 000 περίπου γαλακτοπαραγωγούς-μέλη, οι οποίοι ταυτόχρονα ήσαν μέτοχοί του. Πριν από τη συγχώνευση, ο γενικός εμπορικός πληρεξούσιος D. του Rheinland ηθελημένα υπολόγισε εσφαλμένα, ως προς ένα μεγάλο αριθμό των εν λόγω γαλακτοπαραγωγών, τις χορηγητέες σ' αυτούς ποσότητες αναφοράς, με αποτέλεσμα, οι γαλακτοπαραγωγοί αυτοί να πρέπει να πληρώσουν μικρότερες πρόσθετες εισφορές, ο δε Rheinland να μπορεί να επεξεργαστεί περισσότερο γάλα.
Μετά από έναν εξωτερικό έλεγχο, που άρχισε τέλος του 1988, διαπιστώθηκε ότι οι ποσότητες αναφοράς σε 309 συνολικά περιπτώσεις είχαν υπολογιστεί εσφαλμένα. Κατά του γενικού εμπορικού πληρεξουσίου D. και άλλων υπευθύνων του Rheinland διατάχθηκε η διεξαγωγή ανακρίσεως. Επιπλέον, το Hauptzollamt ανακάλεσε τις καθορισθείσες ποσότητες αναφοράς ως προς όλους τους παραγωγούς, ως προς τους οποίους οι ποσότητες αυτές είχαν καθοριστεί σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα, και καθόρισε αναδρομικώς αντ' αυτών νέες ποσότητες αναφοράς (7).
4. Το Hauptzollamt ζήτησε από το προσφεύγον, με λεπτομερείς ειδοποιήσεις της 12ης και 14ης Ιουνίου 1991, συνολικά 5 975 480,49 γερμανικά μάρκα (DM) μη καταβληθεισών προσθέτων εισφορών. Το Hauptzollamt μείωσε μεν με την από 19 Δεκεμβρίου 1991 απόφαση επί της ενστάσεως το ποσό αυτό στα 5 849 307,47 DM, αλλά απέρριψε κατά τα λοιπά την ένσταση ως αβάσιμη.
Στις 31 Δεκεμβρίου 1991, το προσφεύγον άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του Hauptzollamt ενώπιον του Finanzgericht, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα. Προτού προχωρήσω στην εξέταση των ερωτημάτων αυτών, επιθυμώ εντούτοις να προβώ σε μία κάπως λεπτομερή παρουσίαση των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων.
Νομικό πλαίσιο
Κανονισμοί του Συμβουλίου
5. Το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 δεν θεσπίζει μόνο μία πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος της αγελάδος (βλ. ανωτέρω, σημείο 2), αλλά ορίζει ταυτόχρονα ότι κάθε κράτος μέλος οφείλει να εισπράττει την εισφορά αυτή εντός του εδάφους του σύμφωνα με μια από τις δύο εναλλακτικές λύσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Η Γερμανία επέλεξε την εναλλακτική λύση Α, κατά την οποία η πρόσθετη εισφορά εφαρμόζεται μόνο ως προς τους παραγωγούς γάλακτος:
"Εναλλακτική λύση Α
* Η εισφορά οφείλεται από κάθε παραγωγό γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος ή/και ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε σε έναν αγοραστή και οι οποίες, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης χρονικής περιόδου, υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί."
Η εναλλακτική λύση Β, κατά την οποία η πρόσθετη εισφορά εφαρμόζεται ως προς τους αγοραστές γάλακτος, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.
6. Την ίδια ημέρα που εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84, δηλαδή στις 31 Μαρτίου 1984, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (8). Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 είχε αρχικά ως εξής:
"Για την εφαρμογή των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, η εισφορά εισπράττεται:
α) μέσω τριμηνιαίων προσωρινών εισφορών που καθορίζονται με βάση τις ποσότητες γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος οι οποίες, για κάθε υπόχρεο, υπερβαίνουν για το εν λόγω τρίμηνο τη συνολική ποσότητα αναφοράς, υπολογιζόμενη στο τέλος του αντίστοιχου τριμήνου του ημερολογιακού έτους αναφοράς που λαμβάνει υπόψη του το κράτος μέλος
β) προβαίνοντας, για κάθε υπόχρεο, σε μια τελική εκκαθάριση, μετά το τέλος της σχετικής δωδεκάμηνης περιόδου, με βάση την πραγματική υπέρβαση της ετησίας του ποσότητας αναφοράς κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου."
Από τις 27 Μαΐου 1985 ισχύει τροποποίηση του άρθρου 9, παράγραφος 1, εισαχθείσα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1305/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985 (9). Το κείμενο αυτό έχει ως εξής:
"Για την εφαρμογή των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, η εισφορά εισπράττεται μέσω ετησίων καταβολών. Για τον σκοπό αυτό, γίνεται, για κάθε υπόχρεο, εκκαθάριση μετά το τέλος της οικείας περιόδου των δώδεκα μηνών, με βάση την πραγματική υπέρβαση της ετήσιας ποσότητας αναφοράς του, κατά την ίδια αυτή περίοδο. Προσωρινές εξαμηνιαίες δηλώσεις γίνονται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν."
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 δεν τροποποιήθηκε (10). Αυτό ορίζει τα εξής:
"Σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α, η εισφορά εισπράττεται σε κάθε παραγωγό από τον αγοραστή."
Κανονισμοί της Επιτροπής
7. Με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, το Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή να θεσπίσει και άλλες εκτελεστικές διατάξεις για την πρόσθετη εισφορά. Τα προδικαστικά ερωτήματα αναφέρονται σε τρεις από τους κανονισμούς που η Επιτροπή εξέδωσε βάσει της διατάξεως αυτής. 'Οπως ήδη αναφέρθηκε, πρόκειται για τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1371/84, (ΕΟΚ) 3005/85 και (ΕΟΚ) 1546/88.
Κατά την αρχική διατύπωσή του, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 όριζε μεταξύ άλλων:
"Οι αγοραστές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εντός 45 ημερών μετά το τέλος κάθε τριμήνου, καταβάλλουν στον αρμόδιο οργανισμό το ποσό της εισφοράς που ενδεχομένως οφείλουν."
Δεδομένου ότι με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1305/85 (βλ. ανωτέρω, σημείο 6) η ανά τρίμηνο είσπραξη της εισφοράς μετεβλήθη σε ετήσια, η ρύθμιση αυτή έπρεπε να προσαρμοστεί. Αυτό συνέβη με το άρθρο 1, αριθ. 7, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3005/85 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1985. Στο νέο κείμενο, στο εξής παράγραφος 4 του τροποποιηθέντος άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, αναφέρεται μεταξύ άλλων:
"Οι αγοραστές, που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, σε 60 ημέρες μετά το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, καταβάλλουν στον αρμόδιο οργανισμό το ποσό της εισφοράς που, ενδεχομένως, οφείλεται."
Εν τω μεταξύ, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1371/84 έπαυσε να ισχύει στο σύνολό του και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988 (11). Το άρθρο 15, παράγραφος 4, του νέου κειμένου είναι κατά λέξη το ίδιο με το μόλις αναφερθέν κείμενο, εκτός της προβλεπομένης στη διάταξη προθεσμίας που παρατάθηκε από 60 ημέρες σε τρεις μήνες:
"Οι αγοραστές, που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, σε προθεσμία τριών μηνών μετά το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, καταβάλλουν στον αρμόδιο οργανισμό το ποσό της εισφοράς που, ενδεχομένως, οφείλεται."
Το γερμανικό δίκαιο
8. Αν και τα προδικαστικά ερωτήματα, εκλαμβανόμενα στενώς, δεν αναφέρονται στο γερμανικό δίκαιο, εντούτοις, παραπέμπω στην ισχύουσα στη Γερμανία Milch-Garantiemengen-Verordnung (MGV, κανονιστική απόφαση περί των ποσοτήτων αναφοράς γάλακτος), της 25ης Μαΐου 1984 (12). Το άρθρο 3 της εν λόγω MGV, η οποία στο μεταξύ διάστημα τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη (13), διατυπώνει τη γερμανική επιλογή της εναλλακτικής λύσεως Α. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της MGV ορίζει ότι οι αγοραστές γάλακτος πρέπει να υπολογίζουν τις ποσότητες αναφοράς για τους παραγωγούς, οι οποίοι τους προμηθεύουν γάλα, καθώς και σύμφωνα με ποιες λεπτομέρειες αυτό πρέπει να συμβαίνει. Το άρθρο 11 ρυθμίζει, στις παραγράφους 1 και 2, με ποιο τρόπο οι αγοραστές πρέπει να παρακρατούν την πρόσθετη εισφορά από την τιμή πωλήσεως σε βάρος των παραγωγών και με ποιο τρόπο πρέπει να καταβάλλουν τα παρακρατημένα ποσά στους αρμόδιους οργανισμούς.
Το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
9. Θα εξετάσω μαζί το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα του Finanzgericht. Τα ερωτήματα αυτά έχουν ως εξής:
"1. Οφείλει ο αγοραστής, σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α του άρθρου 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, όπως είχε αρχικώς, πρόσθετη εισφορά, η οποία προέκυψε από αναδρομική μείωση των ποσοτήτων αναφοράς όταν οι συνεργάτες του προκάλεσαν ανακριβή καθορισμό υπερβολικών ποσοτήτων αναφοράς και με τον τρόπο αυτό φρόντισαν να μη καταβληθεί η εισφορά πλήρως;
2. Οφείλει ο αγοραστής την πρόσθετη εισφορά, υπό τις προϋποθέσεις του ερωτήματος 1, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3005/85 και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88;"
Κατ' άλλη διατύπωση, το Finanzgericht ερωτά αν, σε μια περίπτωση όπως η προκειμένη, υποχρεούνται μόνον οι παραγωγοί σε πληρωμή της κακώς μη εισπραχθείσας πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος ή και οι αγοραστές.
Μπορεί και ο αγοραστής να υποχρεούται στην πληρωμή της εισφοράς;
10. Οι απόψεις που υποστηρίζονται στο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, της Επιτροπής και του Finanzgericht, τα εν λόγω ποσά μπορούν να απαιτούνται μόνο από τους παραγωγούς γάλακτος και όχι από έναν αγοραστή. Η εναλλακτική λύση Α υποχρεώνει έναν αγοραστή, όπως είναι το προσφεύγον, μόνο να μεταβιβάζει στο Hauptzollamt την πράγματι από τους παραγωγούς ληφθείσα πρόσθετη εισφορά, πράγμα το οποίο προφανώς συνέβη. Αντιθέτως, δεν υπάρχει κανένα νομικό έρεισμα για να απαιτηθεί η εκ μέρους του προσφεύγοντος πληρωμή αυτής της πρόσθετης εισφοράς, ακόμη και αν σ' αυτό καταλογίζεται η είσπραξη υπερβολικά μικρής πρόσθετης εισφοράς.
Παραπέμποντας στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου (βλ. ανωτέρω, σημείο 5), το Hauptzollamt συμφωνεί με το ότι η πρόσθετη εισφορά, σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α, οφείλεται καταρχήν από τον γαλακτοπαραγωγό. Εντούτοις, το Hauptzollamt έχει τη γνώμη * αυτό προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής (14) * ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, και ένας αγοραστής γάλακτος μπορεί, σύμφωνα με την εναλλακτική αυτή λύση, να οφείλει την πρόσθετη εισφορά. Το Hauptzollamt επικαλείται συναφώς τους εκδοθέντες από την Επιτροπή κανονισμούς εκτελέσεως, ειδικότερα το άρθρο 12, παράγραφος 2 (άρθρο 12, παράγραφος 4, όπως τροποποιήθηκε) του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88. Κατά το Hauptzollamt, σύμφωνα με τα άρθρα αυτά, οι αγοραστές γάλακτος θα πρέπει κανονικώς στην πράξη να περιορίζονται στο να καταβάλλουν στους αρμόδιους οργανισμούς την εισπραττομένη από τους γαλακτοπαραγωγούς πρόσθετη εισφορά. Εντούτοις, οσάκις τους καταλογίζεται το γεγονός ότι δεν παρακρατήθηκε επαρκής πρόσθετη εισφορά, τα προαναφερθέντα άρθρα τους υποχρεώνουν να συμπληρώνουν οι ίδιοι το εισπραχθέν ανεπαρκές ποσό.
11. Η άποψη του Hauptzollamt δεν μπορεί να με πείσει. Κατά τη γνώμη μου, στα προαναφερθέντα άρθρα των κανονισμών της Επιτροπής δεν μπορεί να βρεθεί κανένα νομικό έρεισμα που να καθιστά δυνατό το συμπέρασμα ότι και ένας αγοραστής γάλακτος μπορεί να οφείλει, σύμφωνα με την εναλλακτική λύση Α, την πρόσθετη εισφορά.
Προκειμένου να καταδειχθεί το σημείο αυτό, πρέπει, στο πλαίσιο του δημιουργηθέντος από τους κοινοτικούς κανονισμούς σύστημα προσθέτων εισφορών, να διακρίνονται ο ένας από τον άλλον οι όροι υπόχρεος της εισφοράς και υπόχρεος της καταβολής. 'Οσον αφορά τον υπόχρεο της εισφοράς, το ήδη αναφερθέν βασικό άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 είναι σαφέστατο. Με το άρθρο αυτό θεσπίζεται μια πρόσθετη εισφορά, η οποία "επιβαρύνει τους παραγωγούς ή τους αγοραστές γάλακτος αγελάδος" [η υπογράμμιση είναι δική μου]. Σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α, η πρόσθετη εισφορά εφαρμόζεται ως προς τους παραγωγούς, σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Β, αυτή εφαρμόζεται ως προς τους αγοραστές. 'Οπως ήδη ελέχθη, η Γερμανία επέλεξε την εναλλακτική λύση Α.
'Οσον αφορά τον υπόχρεο της καταβολής, οι εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου είναι εξίσου σαφείς. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού εκτελέσεως (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου ορίζει, πράγματι, ρητώς ότι την κατά την εναλλακτική λύση Α εισφορά εισπράττει ο αγοραστής από κάθε παραγωγό, ενώ το άρθρο 12, παράγραφος 2 * στη συνέχεια άρθρο 12, παράγραφος 4 * του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 υποχρεώνουν τον αγοραστή να καταβάλλει τα κατ' αυτόν τον τρόπο εισπραττόμενα ποσά στους αρμόδιους οργανισμούς. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις πρέπει εκ νέου να συναχθεί ότι οι αγοραστές γάλακτος κατά την εφαρμογή της εναλλακτικής λύσεως Α, ξανά σε αντίθεση προς την ισχύουσα ρύθμιση σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Β (15), δεν είναι οι ίδιοι υπόχρεοι της εισφοράς αλλά είναι αποκλειστικά και μόνον υπόχρεοι της καταβολής.
12. Ας εξετάσουμε τώρα τα άρθρα των εκδοθέντων από την Επιτροπή κανονισμών εκτελέσεως, από τα οποία το Hauptzollamt συνάγει ότι οι αγοραστές γάλακτος, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορούν και κατά την εφαρμογή της εναλλακτικής λύσεως Α να είναι υπόχρεοι της εισφοράς. Εκτός των ήδη αναφερθέντων άρθρων 12, παράγραφος 2, όπως είχε αρχικώς, και 12, παράγραφος 4, όπως τροποποιήθηκε, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, καθώς και του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88, το Hauptzollamt αναφέρει επιπλέον το άρθρο 12, παράγραφος 4, όπως είχε αρχικώς, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
"Αν, κατά την τελική εκκαθάριση που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, διαπιστωθεί διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των προσωρινών μηνιαίων εισφορών και του ποσού της πράγματι οφειλομένης εισφοράς, ο αρμόδιος οργανισμός επιστρέφει, ή, ενδεχομένως, ο υπόχρεος καταβάλλει σ' αυτόν τον τελευταίο το ποσό της διαφοράς αυτής πριν από την 1η Ιουλίου που έπεται του τέλους της περιόδου των δώδεκα μηνών" (16).
13. Το Hauptzollamt δεν προβάλλει ούτε ένα επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι τα άρθρα αυτά καθιστούν τους αγοραστές όχι μόνο υπόχρεους της καταβολής, αλλά, υπό ορισμένες περιστάσεις * παραδείγματος χάρη, λόγω μιας καταλογιστέας σ' αυτούς απάτης * υπόχρεους της εισφοράς. Ούτε εγώ βρίσκω κανένα επιχείρημα υπό την έννοια αυτή. Αντιθέτως, τα αναφερθέντα χωρία περιέχουν μόνο επιβεβαίωση της αποστολής που ανατίθεται στους αγοραστές με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου (βλ. ανωτέρω, σημείο 6) για την είσπραξη και την καταβολή της εισφοράς.
Εξάλλου, το Finanzgericht ορθώς αναφέρει ότι η υποστηριζομένη από το Hauptzollamt ερμηνεία θέτει ιδιαίτερα προβλήματα. Τα αναφερθέντα στο προηγούμενο σημείο άρθρα προβλέπουν, πράγματι, μια κύρωση για τους αγοραστές, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, χωρίς να αναφέρουν, υπό ποιες προϋποθέσεις (π.χ. μόνο σε περίπτωση δόλου ή και σε περίπτωση αμέλειας;) η εν λόγω κύρωση έχει εφαρμογή.
14. Αν τα προαναφερθέντα άρθρα, τα οποία αποτελούν διατάξεις εκτελέσεως που εξέδωσε η Επιτροπή, ερμηνεύονται υπό την υποστηριζομένη από το Hauptzollamt έννοια, τότε αυτά αντιφάσκουν προς τη ρητή διατύπωση του άρθρου 5γ του βασικού κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68. Κατά το εν λόγω (προαναφερθέν στο σημείο 2) άρθρο, η πρόσθετη εισφορά εισπράττεται κατά την εφαρμογή της εναλλακτικής λύσεως Α "σε βάρος" των παραγωγών γάλακτος αγελάδος. Κατά πάγια όμως νομολογία, όταν ένας κανονισμός εφαρμογής χρήζει ερμηνείας, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό στον οποίο στηρίζεται (17). Βλ. προσφάτως ακόμη την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1993 στην υπόθεση Dr. Tretter:
"Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν ένα κείμενο παραγώγου κοινοτικού δικαίου χρήζει ερμηνείας, πρέπει να ερμηνεύεται, κατά το δυνατόν, κατά τρόπο που να προκύπτει ότι είναι σύμφωνο με τις διατάξεις της Συνθήκης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 4063, σκέψη 15). Ομοίως, η ερμηνεία εκτελεστικών κανονισμών πρέπει να είναι, κατά το δυνατόν, σύμφωνη με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού (βλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 1971, 38/70, Tradax, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 707, σκέψη 10)" (18).
15. Ως απάντηση στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 * τόσο στην παράγραφο 2 του αρχικού κειμένου όσο και στην παράγραφο 4 του τροποποιηθέντος κειμένου * και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ο αγοραστής γάλακτος δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την εφαρμογή της προβλεπομένης στο άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 εναλλακτικής λύσεως Α, ως υπόχρεος της εισφοράς, αυτό δε ούτε και στην περίπτωση κατά την οποία, λόγω αναδρομικής μειώσεως των ποσοτήτων αναφοράς, η οποία οφείλεται σε υπαίτια συμπεριφορά του αγοραστή, των συνεργατών του ή των πληρεξουσίων του, οφείλεται ακόμη πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος.
Η από το κοινοτικό δίκαιο επιβαλλομένη στα κράτη μέλη υποχρέωση για την καταπολέμηση της απάτης
16. Από το συμπέρασμα αυτό μπορεί να συναχθεί ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, δεν υφίστανται κυρώσεις κατά των κερδοσκοπικών χειρισμών του Rheinland. Αυτή η διαπίστωση δεν εξυπηρετεί την αποτελεσματική καταπολέμηση της απάτης στον αγροτικό τομέα. Και το Hauptzollamt το επισημαίνει:
"Αν οφειλόταν και έπρεπε να αποδοθεί μόνο το ποσό που το προσφεύγον παρακράτησε από το αντίτιμο του γάλακτος, το προσφεύγον θα μπορούσε τελικά να καθορίσει κατά βούληση την καταβλητέα εισφορά, ακόμη και χωρίς τη νοθεία που διέπραξε εν προκειμένω (...) Το προσφεύγον είναι το ίδιο υπεύθυνο για την κατάσταση αυτή και δεν μπορεί να αναμένει ότι οι συνέπειες της συμπεριφοράς του θα βαρύνουν εξ ολοκλήρου τους οικείους παραγωγούς γάλακτος ή το κοινωνικό σύνολο." (19)
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ανάγκη αποτελεσματικής καταπολεμήσεως της απάτης, πράγματι, θεωρείται ως πρωταρχικής σημασίας, οπωσδήποτε δε και στον τομέα της γεωργίας, στο πλαίσιο του οποίου, λόγω της απάτης, απόλλυνται τεράστια ποσά κοινοτικών κεφαλαίων. Με την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989 στην υπόθεση 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, το Δικαστήριο, σχετικά με τις ποινικές ή πειθαρχικές διώξεις κατά απατεώνων, αποφάνθηκε, για τον λόγο αυτό, ως εξής:
"Κατά την Επιτροπή, οι διατάξεις του άρθρου 5 της Συνθήκης υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν κυρώσεις στους παραβάτες του κοινοτικού δικαίου, όπως ακριβώς και στους παραβάτες του εθνικού δικαίου. Η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωσή της αυτή, αμελώντας να κινήσει κάθε ποινική ή πειθαρχική διαδικασία που προβλέπει η εθνική νομοθεσία κατά των αυτουργών της απάτης και όλων εκείνων που συνέπραξαν στη διάπραξη και τη συγκάλυψή της.
Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, οσάκις η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη προβλέπουσα κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως ή παραπέμπει σχετικώς στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.
Προς τούτο, τα κράτη μέλη, διατηρώντας πάντως το δικαίωμα επιλογής των κυρώσεων, υποχρεούνται ιδίως να μεριμνούν ώστε για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου να επιβάλλονται κυρώσεις υπό προϋποθέσεις, ουσιαστικές και διαδικαστικές, ανάλογες με τις ισχύουσες για τις παραβιάσεις του εθνικού δικαίου παρόμοιας φύσεως και σημασίας και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Εξάλλου, οι εθνικές αρχές οφείλουν να ενεργούν, προκειμένου περί παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, με την ίδια επιμέλεια που καταβάλλουν κατά την εφαρμογή των αντιστοίχων εθνικών νομοθεσιών." (20)
17. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφή υποχρέωση να μεριμνούν αποτελεσματικά για την επιβολή κυρώσεων και τη δίωξη της απάτης, λόγω της οποίας η Κοινότητα χάνει προοριζόμενα γι' αυτή έσοδα και η οποία, επομένως, έχει ως αποτέλεσμα ότι η Κοινότητα καθίσταται πτωχότερη. Ο μηχανισμός αυτός κυρώσεων πρέπει να πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις όπως στην περίπτωση παρόμοιων και εξίσου σοβαρών παραβάσεων του εθνικού δικαίου, η δε καταστολή παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου πρέπει να πραγματοποιείται εξίσου δραστήρια όπως στην περίπτωση καταστολής παραβάσεων του εθνικού δικαίου ανάλογης σοβαρότητας (21).
Η υποχρέωση των κρατών μελών, βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο ενόψει της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, δεν αφορά εξάλλου μόνο την επιβολή κυρώσεων και τη δίωξη στο πλαίσιο ποινικών και πειθαρχικών διαδικασιών, αλλά αφορά εξίσου την προβολή όλων των απαιτήσεων διοικητικής, φορολογικής ή αστικής φύσεως για την είσπραξη ή την εκ των υστέρων είσπραξη δι' απάτης παρακρατηθέντων φόρων ή φορολογικών επιβαρύνσεων ή για τη λήψη αποζημιώσεως.
18. Η υποχρέωση αυτή για τη λήψη όλων των καταλλήλων μέτρων δεν προκύπτει, εξάλλου, μόνο από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά επίσης * και ειδικότερα * από το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970 (22), δηλαδή του βασικού κανονισμού περί της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η "πρόσθετη εισφορά κατά το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68" ισχύει πράγματι ως "παρέμβαση που προορίζεται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών" κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 επιβάλλει όμως στα κράτη μέλη τις ακόλουθες υποχρεώσεις σε σχέση με την αποτελεσματική καταπολέμηση της απάτης:
"(1) Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
* εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
* προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες,
* ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών και αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα μέτρα προς τον σκοπό αυτό και, ιδίως, για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.
(2) Σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των ανωμαλιών και αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από ανωμαλίες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα/ή οργανισμούς των κρατών μελών."
19. Το γεγονός ότι ορισμένα πρόσωπα διώχθηκαν ποινικώς δείχνει ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, ήδη ελήφθησαν μέτρα όσον αφορά τις ενέργειες απάτης του πληρεξουσίου D. Επιπλέον, μπορώ να φανταστώ ότι το προσφεύγον και όχι μόνο ο πληρεξούσιος D. μπορεί κατά το γερμανικό δίκαιο να καταστεί υπεύθυνος από άποψη αστικού δικαίου, αν προκύψει ότι οι νοθείες του D. μπορούν να καταλογιστούν σ' αυτό, ή επίσης ότι μεμονωμένοι παραγωγοί, από τους οποίους το Hauptzollamt θα απαιτούσε καθυστερημένη πρόσθετη εισφορά, μπορούν να καταστήσουν το προσφεύγον υπόχρεο εξ αναγωγής.
Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι στις αρμόδιες εθνικές διοικητικές αρχές και τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια εναπόκειται, προκειμένου να εκπληρωθούν οι ανωτέρω (σημεία 17 και 18) αναφερθείσες υποχρεώσεις εκ του κοινοτικού δικαίου, να βοηθήσουν όσο είναι δυνατόν στην εφαρμογή των κατά το εθνικό δίκαιο υφισταμένων διαδικασιών και κανόνων. Στο πλαίσιο αυτό οφείλουν να πράξουν τα πάντα, προκειμένου να καταστεί δυνατή, σε βάρος του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, η εκ νέου είσπραξη χρημάτων από τους συνεργάτες του ή πληρεξουσίους του, τα οποία, ανεξάρτητα για ποιους λόγους, δεν μπορούν να εισπραχθούν εκ νέου από τους μεμονωμένους παραγωγούς, παραδείγματος χάρη, επειδή αυτοί κατέστησαν αφερέγγυοι ή μπορούν να επικαλεστούν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το γεγονός ότι αυτή η άμεση αξίωση δεν προκύπτει από τα συγκεκριμένα, στα προδικαστικά ερωτήματα αναφερόμενα, άρθρα κανονισμών, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να υποχρεούνται να στηρίξουν αυτή τη δυνατότητα αξιώσεως, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερθείσες υποχρεώσεις εκ του κοινοτικού δικαίου, στις διατάξεις του εθνικού δικαίου.
Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
20. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα του Finanzgericht έχει ως εξής:
"Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί των ερωτημάτων 1 και 2 είναι έγκυρα τα άρθρα 12, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, και 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88, καθόσον ορίζουν επίσης τον αγοραστή ως οφειλέτη της πρόσθετης εισφοράς σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α του άρθρου 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68;"
Το ίδιο το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα έχει σημασία μόνο καθόσον στα δύο πρώτα ερωτήματα δοθεί καταφατική απάντηση. Κατά τη γνώμη μου, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Αν το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει μαζί μου ως προς το σημείο αυτό, παραπέμπω στα όσα ανέφερα πιο πάνω στο σημείο 14. Στο σημείο αυτό υποστήριξα ήδη την άποψη ότι οι αναφερόμενες στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα διατάξεις, αν αυτές πρέπει να ερμηνευθούν υπό την προτεινομένη από το Hauptzollamt έννοια, θα προσκρούσουν στο άρθρο 5γ του βασικού κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68. Βάσει της αναφερθείσας εκεί νομολογίας (23) αυτό θα σήμαινε ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι άκυρες, καθόσον, κατά την εφαρμογή της εναλλακτικής λύσεως Α, καθιστούν τον αγοραστή υπόχρεο της εισφοράς με την επιβολή κυρώσεως.
Επομένως, όπως και το προσφεύγον, η Επιτροπή και το Finanzgericht, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει, ενδεχομένως, αρνητική απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
Συμπέρασμα
21. Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Finanzgericht ερωτήματα ως εξής:
"Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 * όπως είχε αρχικώς και όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3005/85, της 29ης Οκτωβρίου 1985, και αριθμήθηκε εκ νέου ως άρθρο 12, παράγραφος 4 * και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, έχουν την έννοια ότι ο αγοραστής γάλακτος, κατά την εφαρμογή της προβλεπομένης στο άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 εναλλακτικής λύσεως Α, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπόχρεος εισφοράς, μάλιστα δε ούτε και στην περίπτωση κατά την οποία, λόγω αναδρομικής μειώσεως των ποσοτήτων αναφοράς, η οποία ανάγεται σε υπαίτια συμπεριφορά του αγοραστή, των συνεργατών του ή του πληρεξουσίου του, οφείλεται ακόμη πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) - Κανονισμός για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής [πρόσθετης] εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11).
(2) - Κανονισμός που τροποποιεί για δέκατη φορά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής [πρόσθετης] εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 288, σ. 10).
(3) - Κανονισμός σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής [πρόσθετης] εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12).
(4) - Κανονισμός για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10).
(5) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82.
(6) - Οι έννοιες παραγωγοί και αγοραστές καθορίζονται στο άρθρο 12, στοιχεία γ' και ε' αντιστοίχως, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, βλ. κατωτέρω, υποσημείωση 8.
(7) - Διάφοροι παραγωγοί, οι οποίοι δεν κατάφεραν, επικαλούμενοι ιδιάζουσες περιστάσεις, να επιτύχουν εκ των υστέρων αναδρομική αύξηση των ποσοτήτων τους αναφοράς, άσκησαν προσφυγή κατά της αποφάσεως του Hauptzollamt ενώπιον του Finanzgericht. Εντούτοις, δεν είναι αυτές οι προσφυγές * μερικές από τις οποίες το Finanzgericht, όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, ήδη απέρριψε * οι οποίες οδήγησαν στα προκείμενα προδικαστικά ερωτήματα.
(8) - ΕΕ L 90, σ. 13.
(9) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1305/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 137, σ. 12).
(10) - Προστέθηκε μεν με το άρθρο 1, αριθ. 7, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1305/85 στο άρθρο 9, παράγραφος 1, ένα δεύτερο εδάφιο, αυτό όμως δεν έχει σημασία για την απάντηση των προκειμένων προδικαστικών ερωτημάτων.
(11) - Αναφέρθηκε ήδη στην υποσημείωση 3.
(12) - BGBl. 1984, Ι, σ. 720.
(13) - Σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής, η τελευταία τροποποίηση φέρει ημερομηνία 24 Απριλίου 1991 (BGBl. 1991 Ι, σ. 1034).
(14) - Το Hauptzollamt δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές παρατηρήσεις ούτε προέβη σε προφορικές επεξηγήσεις.
(15) - Βλ. το άρθρο 10 του ιδίου κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, το οποίο αφορά την εναλλακτική λύση Β και στο οποίο γίνεται λόγος αποκλειστικά και μόνο για τον αγοραστή που οφείλει εισφορά .
(16) - Το τροποποιηθέν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3005/85 άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 δεν περιλαμβάνει πλέον ανάλογες διατάξεις. Αυτό είναι εύλογο, δεδομένου ότι η μετατροπή της τριμηνιαίας εισπράξεως εισφορών σε ετήσια καθιστά περιττή την εν λόγω τελική εκκαθάριση.
(17) - Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 38/70, Deutsche Tradax, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 707, σκέψη 10 απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 92/78, Simmenthal, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 407, σκέψεις 70 επ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 46/86, Romkes, Συλλογή 1987, σ. 2671, σκέψη 16. Βλ. νεότερο παράδειγμα για την εξέταση κανονισμού εφαρμογής με τη βοήθεια βασικού κανονισμού: απόφαση της 7ης Ιουλίου 1993 στην υπόθεση C-217/91, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3943, σκέψεις 19 έως 27.
(18) - Υπόθεση C-90/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-0000, σκέψη 11.
(19) - Διάταξη περί παραπομπής, σ. 7.
(20) - Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψεις 22 έως 25. Στη συνέχεια επικυρώθηκε με την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, C-326/88, Hansen, Συλλογή 1990, σ. Ι-2911, σκέψη 17, και με τη Διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C-2/88 Imm., Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-3365, σκέψη 17.
(21) - Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση περιέλαβε εξάλλου ρητώς την αρχή αυτή στο νέο άρθρο 209 Α της Συνθήκης ΕΟΚ. Βλ., επίσης, άρθρο Κ.1 αριθ. 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, κατά το οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται την καταπολέμηση της απάτης διεθνούς κλίμακας , ενόψει στενότερης συνεργασίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, να τη θεωρούν ως θέμα κοινού ενδιαφέροντος.
(22) - Κανονισμός περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93. Τα μέτρα, τα οποία ανταποκρίνονται στην έννοια των παρεμβάσεων κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, αρχικώς απαριθμούνταν στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 1883/78 του Συμβουλίου, της 2ας Αυγούστου 1978, περί των γενικών κανόνων χρηματοδοτήσεως των παρεμβάσεων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022, σ. 91). Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1716/84 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1883/78 (ΕΕ L 163, σ. 1), αντικαταστάθηκε το εν λόγω παράρτημα. Υπό τον τίτλο Χ. Τομέας γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Γ. Λοιπά μέτρα αναφέρεται έκτοτε, ως πρώτο σημείο, η πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος.
(23) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 17.
Full & Egal Universal Law Academy