Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Από το 1988, ο Franz Eppe υπηρετεί στη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας της Επιτροπής ως προϊστάμενος της μονάδας VI-BI-4, με βαθμό Α 4.
2. Με σημείωμα της 12ης Φεβρουαρίου 1990, ζήτησε τη μετάθεσή του στα πλαίσια πραγματοποιούμενης "αναδιοργανώσεως" στη διεύθυνση αυτή, με το αιτιολογικό ότι, λόγω της κενώσεως πολλών θέσεων, η μονάδα του δεν είναι "επαρκώς επανδρωμένη ώστε να μπορεί να αναλάβει σημαντικά καθήκοντα" (1).
3. Στις 14 Μαρτίου 1990 συναίνεσε να μετατεθεί σε θέση συμβούλου στη διεύθυνση. Του διευκρινίστηκε τότε ότι ο γενικός διευθυντής δεν μπορούσε να του εγγυηθεί τον βαθμό που θα είχε στη νέα του θέση.
4. Με σημείωμα της 21ης Ιουνίου 1990, ο Eppe, υπαναχωρώντας, γνωστοποίησε ότι η καταρχήν συναίνεσή του για μετάθεση στο ΕΓΤΠΕ ισχύει μόνον εφόσον προαχθεί στον βαθμό Α 3.
5. Με σημείωμα της 25ης Ιουνίου 1990 προς τους διευθυντές, τους αναπληρωτές διευθυντές και τους προϊσταμένους μονάδας, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ VI εξέθεσε τους λόγους και τους στόχους της αναδιοργανώσεως της διευθύνσεως αυτής. Η αναδιοργάνωση αυτή περιελάμβανε την ίδρυση θέσεως "συμβούλου στην διεύθυνση VI.Ζ 'EΓΤΠΕ' " (2).
6. Με σημείωμα της 6ης Αυγούστου 1990, ο Eppe επαναβεβαίωσε ότι δεν θα αποδεχθεί τη μετάθεσή του χωρίς προαγωγή.
7. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1990 ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής να μεριμνήσει ώστε το νέο οργανόγραμμα να μη θίγει τα παρόντα καθήκοντά του "για να αποφευχθεί οποιοσδήποτε συσχετισμός με τη μετάταξη του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VI.E.4", "ο πειθαρχικός χαρακτήρας της οποίας δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες στο κοινό" (3). Στις 15 Οκτωβρίου 1990, ο Γενικός Γραμματέας του απάντησε ότι προέτεινε στον διευθυντή γεωργίας να διαχωρίσει τις δύο περιπτώσεις.
8. Στις 17 Οκτωβρίου 1990 η Επιτροπή αποδέχθηκε το νέο οργανόγραμμα και αποφάσισε 1) την ίδρυση θέσεως συμβούλου παρά τω διευθυντή της ΓΔ-VI-Ζ-ΕΓΤΠΕ, 2) τον διορισμό του Eppe στη θέση αυτή.
9. Ο διορισμός αυτός κοινοποιήθηκε από τον διευθυντή του στον ενδιαφερόμενο στις 6 Νοεμβρίου 1990, με ισχύ από 1ης Δεκεμβρίου 1990 το αργότερο. Στις 9 Νοεμβρίου 1990, η γενική διεύθυνση προσωπικού και διοικήσεως τού επιβεβαίωσε την απόφαση της Επιτροπής.
10. Με διοικητική ένσταση της 17ης Νοεμβρίου 1990, ο Eppe προσέβαλε την απόφαση της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1990 με την οποία του ανατέθηκαν νέα καθήκοντα.
11. Στις 14 Ιανουαρίου 1991 έθεσε υποψηφιότητα για την προηγούμενη θέση του για την οποία είχε δημοσιευθεί ανακοίνωση κενής θέσεως στις 20 Δεκεμβρίου 1990.
12. Στις 25 Φεβρουαρίου 1991 υπέβαλε νέα διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της Επιτροπής περί δημοσιεύσεως της προκηρύξεως της θέσεως αυτής, κατά της αποφάσεως περί διορισμού στη θέση αυτή του αναπληρωτή του και κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητάς του.
13. Η πρώτη διοικητική ένσταση απορρίφθηκε στις 21 Μαΐου 1991, η δε δεύτερη στις 9 Αυγούστου 1991.
14. Με την πρώτη προσφυγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου (υπόθεση Τ-59/91), ο Eppe ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1990. Με τη δεύτερη προσφυγή (υπόθεση Τ-79/91), ζήτησε την ακύρωση των τριών προμνησθεισών αποφάσεων.
15. Οι δύο προσφυγές συνεκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν με απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1992 (4).
16. Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, ο Eppe επικαλείται 1) διαδικαστική πλημμέλεια, 2) παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (άρθρο 25 του ΚΥΚ) ως προς την απόφαση της Επιτροπής να τον μεταθέσει αυτεπαγγέλτως, 3) παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, 4) έλλειψη νομιμότητας της αρνήσεως να γίνει δεκτή η υποψηφιότητά του για την προηγούμενη θέση του, 5) μη εκπλήρωση του καθήκοντος αρωγής.
17. Καταρχάς, πρέπει να επισημάνω προκαταρκτικά ότι στο σημείο 8 του υπομνήματός του απαντήσεως ο Eppe υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν περιορίζεται σε ορισμένους συγκεκριμένους λόγους και ότι "εμμένει (...) ρητώς σε όλους τους λόγους και επιχειρήματα που χρησιμοποίησε στις αρχικές προσφυγές του".
18. Όπως προκύπτει από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 και 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι λόγοι και τα επιχειρήματα πρέπει να περιέχονται στην αίτηση αναιρέσεως και κάθε προβολή νέων λόγων κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, πράγμα όμως που δεν επικαλείται ο αναιρεσείων.
19. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως αποκρυσταλλώνει τους λόγους που προβάλλει ο αναιρεσείων και όλοι οι μεταγενέστεροι είναι απαράδεκτοι. Συνεπώς, θα σταθώ και θα εξετάσω με τη σειρά τους πέντε λόγους που απαριθμούνται ανωτέρω.
Ι * Επί της διαδικαστικής πλημμελείας
20. Ο λόγος που αντλείται από διαδικαστική πλημμέλεια περιλαμβάνει δύο σκέλη (5).
21. Με το πρώτο σκέλος, ο Eppe προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι "αγνόησε" (6) δύο επιχειρήματά του, στηριζόμενα το μεν ένα στο άρθρο 29 του ΚΥΚ, το δε άλλο στην απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1988, περί πληρώσεως των θέσεων ενδιαμέσου στελεχώσεως (COM (88) PV 928).
22. Ως προς το άρθρο 29, είναι ακριβές ότι ο Eppe δεν το επικαλέστηκε ως λόγο αναιρέσεως (7), αλλ' ότι μνημονεύθηκε απλώς προς στήριξη του αντλουμένου από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγου (8).
23. Κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβληθούν πλημμέλειες κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος. Επομένως, η πλημμέλεια άσκησε κατ' ανάγκη επιρροή επί της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
24. Με την απόφασή του, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι "ο προσφεύγων δήλωσε κατά τη συνεδρίαση ότι η προσφυγή του στηριζόταν μόνον, καθόσον αφορά την ακολουθητέα διαδικασία, στη μη τήρηση της διαδικασίας αναδιοργανώσεως και δεν επεκαλείτο παραβίαση άλλης πλην αυτής διαδικασίας, όπως εκείνης που προβλέπει το άρθρο 29 του ΚΥΚ (...)" (9).
25. Ο Eppe δεν μπορεί να προσάπτει στο Πρωτοδικείο διαδικαστική πλημμέλεια, διότι αγνόησε το αντλούμενο από το άρθρο 29 του ΚΥΚ επιχείρημα, εφόσον κατά τη συνεδρίαση παραιτήθηκε από την επίκληση της διατάξεως αυτής. Επομένως, η φερόμενη πλημμέλεια δεν έβλαψε, σε καμιά περίπτωση, τα συμφέροντά του ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο δεν όφειλε, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως που εξέφρασε ο Eppe, να εξετάσει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, ακόμη και στα πλαίσια του αντλουμένου από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγου.
26. Ως προς την προβαλλόμενη μη τήρηση της αποφάσεως της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 1988, το Πρωτοδικείο ορθώς την χαρακτήρισε ρητώς "λόγο" (10). Συγκεκριμένα, η εξέταση από το Πρωτοδικείο των συνεπειών της αποφάσεως αυτής προϋπέθετε τον έλεγχο ότι ήταν εφαρμοστέα και, σε καταφατική περίπτωση, ότι είχε τηρηθεί η διαδικασία που καθορίζει. Η εξέταση αυτή υπερέβαινε τα όρια ενός απλού ελέγχου της αιτιολογίας. Διαπιστώνοντας ότι επρόκειτο για λόγο προταθέντα κατά το στάδιο της απαντήσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς τον απέρριψε ως απαράδεκτο κατ' εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του (11).
27. Δεδομένου ότι δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο λόγος αυτός δεν προβάλλεται πλέον παραδεκτώς κατά το στάδιο της αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, κρίνατε ότι "(...) νέοι λόγοι, οι οποίοι δεν είχαν περιληφθεί στην προσφυγή, δεν μπορούν να προβληθούν κατά την αναίρεση, όπως προκύπτει από τα άρθρα 113, παράγραφος 2, και 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας" (12).
28. Τέλος, και κατά μείζονα λόγο, από τον συνδυασμό των σκέψεων 96 και 40 της αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά τη συνεδρίαση ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο προσφεύγων παραιτήθηκε από την προβολή της μη τηρήσεως πάσης άλλης διαδικασίας διορισμού πλην εκείνης που αποφασίστηκε στα πλαίσια της αναδιοργανώσεως, πράγμα που απέκλειε, για το Πρωτοδικείο, κάθε υποχρέωση ελέγχου της τηρήσεως της διαδικασίας που προβλέπει η προμνησθείσα απόφαση της Επιτροπής.
29. Επομένως, ο πρώτος λόγος, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
30. Με το δεύτερο σκέλος, ο αναιρεσείων "αμφισβητεί τη συλλογιστική που ακολουθεί το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 113 έως 115 της αποφάσεώς του (ιδίως στη σκέψη 114), περί συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων του αναιρεσείοντος σε σχέση με εκείνα των άλλων υποψηφίων" (13).
31. Χωρίς να θίγεται η κανονικότητα της διαδικασίας, η αιτίαση αυτή θα εξεταστεί κατωτέρω στο σημείο IV.
32. Επομένως, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ * Επί της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
33. Ο Eppe επικαλείται μία πρώτη νομική πλάνη αντλούμενη από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
34. Με την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1991, Vidranyi κατά Επιτροπής (14), δεχθήκατε ως λόγο αναιρέσεως την παράβαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της υποχρεώσεώς του να αιτιολογεί τις αποφάσεις του (15).
35. Προκειμένου να κριθεί αν η απόφαση της Επιτροπής για τον Eppe ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, πρέπει να εξεταστεί αν το Πρωτοδικείο παρέχει τη δυνατότητα "(...) στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεώς (του) και στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση έχει επαρκές έρεισμα ή ενδεχομένως πάσχει ελάττωμα λόγω του ότι θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της (...)" (16).
36. Ο λόγος αυτός περιλαμβάνει δύο σκέλη. Kατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, επειδή δεν εξέτασε τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως υπό το πρίσμα της τηρήσεως της διαδικασίας που καθορίζει η απόφαση της 19ης Ιουλίου 1988 (17), επιπλέον δε προέβη, με τη σκέψη 93 της αποφάσεώς του, σε πεπλανημένο προσδιορισμό της νομικής βάσεως της αποφάσεως περί μεταθέσεως του αναιρεσείοντος (18).
37. Ως προς το πρώτο σκέλος, αρκεί, προκειμένου, όπως σας προτείνω, να το απορρίψετε, να αναφερθώ στα όσα ανέπτυξα προηγουμένως (19) όσον αφορά την προμνησθείσα απόφαση.
38. Και έρχομαι στην εξέταση του δευτέρου σκέλους.
39. Στις σκέψεις 91 επ. της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο ανέλυσε το περιεχόμενο των εγγράφων της 6ης και της 9ης Νοεμβρίου 1990 προκειμένου να εξετάσει αν υπήρχε διάσταση ως προς το νομικό θεμέλιο του μέτρου του διορισμού του Eppe σε θέση συμβούλου.
40. 'Εκρινε ότι "εφόσον διορθώθηκε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας η τυχόν ανακρίβεια που περιείχε το έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1990, δεν μπορεί να γεννηθεί ζήτημα παραβάσεως του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ" (20).
41. Πρόκειται για εκτίμηση περί τα πράγματα, πληροφορούσα επαρκώς τον Eppe για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο, η κρίση του οποίου είναι κυριαρχική και, ως εκ τούτου, μη εμπίπτουσα στον έλεγχο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
42. Επομένως, ο αντλούμενος από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως λόγος πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ * Επί της παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
43. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι υπήρξε θύμα δυσμενούς διακρίσεως, στον βαθμό που η επιλεγείσα διαδικασία καλύψεως της θέσεως συμβούλου δεν τηρήθηκε για την πλήρωση της δεύτερης θέσεως στελεχώσεως που δημιουργήθηκε επ' ευκαιρία της τροποποιήσεως του οργανογράμματος της ΓΔ VI, ήτοι τη θέση προϊσταμένου της νέας διοικητικής μονάδας VI-04 ("Προώθηση των γεωργικών προϊόντων").
44. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, "η γενική αρχή της ισότητας αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι όμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό, εκτός αν δικαιολογείται αντικειμενικά η διαφοροποίηση. Η αρχή αυτή απαιτεί προφανώς να διέπονται από τους ίδιους κανόνες οι υπάλληλοι που βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις, αλλά δεν απαγορεύει στον κοινοτικό νομοθέτη να λαμβάνει υπόψη τις αντικειμενικές διαφορές των συνθηκών ή των καταστάσεων στις οποίες βρίσκονται οι ενδιαφερόμενοι" (21).
45. Συνεπώς, αν αποδεικνυόταν, πρώτον, ότι και για τις εν λόγω δύο θέσεις έπρεπε αναγκαίως να εφαρμοστεί ακριβώς η ίδια διαδικασία επιλογής και, δεύτερον, ότι ο αναιρεσείων έτυχε δυσμενέστερης μεταχειρίσεως σε σχέση με τον επιλεγέντα υποψήφιο για τη θέση του προϊσταμένου της νέας διοικητικής μονάδας, θα έπρεπε να εξεταστεί η ύπαρξη ενδεχόμενης δυσμενούς διακρίσεως.
46. Δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκε η διττή αυτή απόδειξη, προτείνω την απόρριψη του λόγου.
IV * Επί της ελλείψεως νομιμότητας του μη διορισμού του αναιρεσείοντος στην προηγούμενη θέση του
47. Είναι παράνομη η άρνηση της Επιτροπής να κάνει δεκτή την υποψηφιότητα του Eppe για την προηγούμενη θέση του;
48. Ο αναιρεσείων το υποστηρίζει, επικαλούμενος ότι, ελλείψει της τελευταίας εκθέσεως βαθμολογήσεώς του, δεν μπορούσε να χωρήσει έγκυρη συγκριτική εξέταση των προσόντων του σε σχέση με εκείνα των άλλων υποψηφίων (22).
49. Το Πρωτοδικείο όμως, αφού υπέμνησε την ευρεία διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων όσον αφορά την οργάνωση των υπηρεσιών τους και τον διορισμό του προσωπικού τους (23), έκρινε κυριαρχικώς, με τη σκέψη 114 της αποφάσεώς του, ότι η ΑΔΑ, ενόψει των τεσσάρων πραγματικών λόγων που απαριθμεί, μπορούσε εύλογα, ακόμη και αν δεν υπήρχε η τελευταία έκθεση βαθμολογήσεως του ενδιαφερομένου, να αποφασίσει να απορρίψει την υποψηφιότητά του για την προηγούμενη θέση του.
50. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
V * Επί της παραβάσεως του καθήκοντος αρωγής
51. 'Ερχομαι, τέλος, να εξετάσω τον αντλούμενο από την παράβαση του καθήκοντος αρωγής λόγο.
52. Κατόπιν εξετάσεως του σημειώματος του Γενικού Γραμματέα της 15ης Οκτωβρίου 1990 και του σημειώματος του γενικού διευθυντή της 6ης Νοεμβρίου 1990 (24), το Πρωτοδικείο έκρινε ότι
"Εν προκειμένω η Επιτροπή εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει το καθήκον αρωγής δηλώνοντας σαφώς στον προσφεύγοντα, με το έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της 15ης Οκτωβρίου 1990 και με το έγγραφο του γενικού διευθυντή της 6ης Νοεμβρίου 1990, ότι η απόφαση που τον αφορά δεν περιλαμβάνει καμία κρίση για τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος είχε ασκήσει τα καθήκοντα του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VI.BI.4 και ότι αντιθέτως ανταποκρίνεται στη θεμιτή φροντίδα να εξασφαλίσει από έναν 'πεπειραμένο και ειδικό νομικό' την πρώτη ανάλυση και τον νομικό συντονισμό των πολυαρίθμων πράξεων που διέπουν το ΕΓΤΠΕ. Με αυτή την ενέργειά της η Επιτροπή παρέσχε στον προσφεύγοντα γραπτό στοιχείο που του επέτρεπε να διαψεύσει, κατά το μέτρο του δυνατού, τυχόν διαδόσεις που τον αφορούσαν. 'Ετσι, η Επιτροπή έκανε χρήση της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως εντός ορίων που δεν μπορούν να επικριθούν, προκειμένου να εκτιμήσει τις απαιτήσεις του συμφέροντος της υπηρεσίας αφενός και του συμφέροντος του προσφεύγοντος αφετέρου." (25)
53. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθώς την έννοια του καθήκοντος αρωγής, την εφαρμογή του οποίου στα πραγματικά περιστατικά της προκειμένης υποθέσεως ήταν αρμόδιο να εκτιμήσει κυριαρχικώς. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
54. Πριν διατυπώσω την πρότασή μου, θα κάνω μια παρατήρηση για τα δικαστικά έξοδα. 'Οπως προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 69, παράγραφος 2, 118 και 122, του Κανονισμού Διαδικασίας, καταρχήν ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εντούτοις, ο Eppe ζητεί από το Δικαστήριο να εφαρμόσει το άρθρο 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου Κανονισμού και να καταδικάσει την Επιτροπή "στο σύνολο των εξόδων, διότι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως" (26). Η Επιτροπή, αντιθέτως, ζητεί να φέρει ο Eppe, εκτός από τα έξοδά του, το σύνολο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η ίδια.
55. Η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υποβλήθηκε σε έξοδα "χωρίς εύλογη αιτία" (27).
56. Ο Eppe δεν προσδιορίζει περαιτέρω πώς η Επιτροπή τον ανάγκασε να υποβληθεί σε έξοδα χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.
57. Επομένως, πρέπει να εφαρμοστεί ο κανόνας και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν έχει εφαρμογή επί των ασκουμένων από τους υπαλλήλους αναιρέσεων, δυνάμει του άρθρου 122 του ιδίου Κανονισμού.
58. Κατόπιν αυτού, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αναίρεση και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) * Παράρτημα 6 της αιτήσεως αναιρέσεως
(2) * Παράρτημα 8 της αιτήσεως αναιρέσεως (παράρτημα 1, σ. 3).
(3) * Παράρτημα 10 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(4) * Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-59/91 και Τ-79/91, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2061.
(5) * Σημεία 31 και 34 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(6) * Σημείο 31 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(7) * Οι λόγοι απαριθμούνται στη σκέψη 31 της αποφάσεως.
(8) * Σκέψη 78 της αποφάσεως.
(9) * Σκέψη 40.
(10) * Σκέψη 96 της αποφάσεως.
(11) * Ibidem.
(12) * Σκέψη 21 της αποφάσεως της 19ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-18/91 P, V κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-3997). Βλ. επίσης, επ' αυτού του σημείου, την αιτιολογική έκθεση για το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας.
(13) * Σημείο 34 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(14) * Υπόθεση C-283/90 P, Συλλογή 1991, σ. Ι-4339.
(15) * Σκέψη 29.
(16) * Απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-181/90, Consorgan κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3557, σκέψη 14).
(17) * Σημείο 37 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(18) * Σημείο 40 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(19) * Ανωτέρω, σημεία 26 έως 28.
(20) * Σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(21) * Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 152/81, 158/81, 162/81, 166/81, 170/81, 173/81, 175/81, 177/81 έως 179/81, 182/81 και 186/81, Ferrario κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2357, σκέψη 7). Βλ. επίσης προσφάτως την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Δεκεμβρίου 1992 στην υπόθεση Τ-33/91, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2499, σκέψη 36).
(22) * Σημείο 41 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(23) * Σκέψη 112 της αποφάσεως.
(24) * Βλ. ανωτέρω, σημεία 8 και 9.
(25) * Σκέψη 67 της αποφάσεως.
(26) * Αιτητικό του υπομνήματος απαντήσεως του αναιρεσείοντος.
(27) * Σημείο 65 του υπομνήματος αντικρούσεως.
Full & Egal Universal Law Academy